Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

Ίδιο παιχνίδι, διαφορετικοί ρόλοι


Αφήστε κατά μέρος την υπόθεση Ζαχόπουλου για μια στιγμή. Ξεχάστε τους διάφορους σαλτιμπάγκους της πολιτικής και της δημοσιογραφίας και επικεντρωθείτε σε μια δημόσια υπηρεσία, η οποία ενεπλάκη μεν στην υπόθεση αλλά από τη μεριά των «καλών» - των φρουρών της νομιμότητας. Μιλάω για την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ), γνωστή παλαιότερα ως ΣΔΟΕ.

Σε μια ευνομούμενη χώρα η ΥΠΕΕ θα έπρεπε να είναι μια αυστηρά ακομμάτιστη υπηρεσία, ταγμένη στην υπηρεσία της δίωξης του οικονομικού εγκλήματος, κάτι ας πούμε σαν την περίφημη IRS της Αμερικής. Ο λόγος είναι απλός. Ανεξάρτητα από τις πολιτικές μας διαφορές, συμφωνούμε οι περισσότεροι στο τι συνιστά οικονομικό έγκλημα, όπως συμφωνούμε, οι περισσότεροι, στο τι συνιστά ποινικό έγκλημα. Όπως αναμένουμε κομματική ουδετερότητα από την Αστυνομία, έτσι θα έπρεπε να περιμένουμε ακομμάτιστο επαγγελματισμό από την υπηρεσία δίωξης οικονομικού εγκλήματος.

Κι όμως στη βαθιά ανορθολογική Ελλάδα, η ΥΠΕΕ βρίσκεται διαχρονικά στη δίνη πολιτικών αντιπαραθέσεων. Η εμπλοκή του ονόματος του επικεφαλής της κ.Σ. Κλαδά στην πολυσχιδή υπόθεση Ζαχόπουλου υπογραμμίζει για μια ακόμη φορά ότι, από θεσμικής απόψεως, η χώρα μας είναι πλησιέστερα στην Βουλγαρία και την Πολωνία παρά στη Βρετανία και τη Γερμανία.

Ο κ.Κλαδάς είναι πολιτικά διορισμένος, δεν σταδιοδρομεί επαγγελματικά στη δημόσια διοίκηση, ούτε καν στη διοίκηση επιχειρήσεων και οργανισμών. Πρόκειται για έναν δικηγόρο, του οποίου το κύριο προσόν για τη θέση που τοποθετήθηκε δεν είναι ιδιαίτερα εμφανές από την ανάγνωση του βιογραφικού του, αλλά προκύπτει προδήλως από τις πολιτικές διασυνδέσεις του με το κυβερνών κόμμα και ιδιαίτερα τον πρόεδρό του κ.Καραμανλή. Ο κ.Κλαδάς διετέλεσε υπεύθυνος Οργανωτικού της «Νέας Δημοκρατίας» για την Ήπειρο και το Βόρειο Αιγαίο, και είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της (βλ. «Βήμα», 20/1/2008). Αντιπαρέρχομαι την ιδιωτική γνωμοδότηση που παραχώρησε ως δικηγόρος στον κ.Ζαχόπουλο αναφορικά με την ανάθεση έργων χωρίς διαγωνισμό στο υπουργείο Πολιτισμού, ενώ δεν θα σταθώ στην φερόμενη εμπλοκή του στην υπόθεση του ελέγχου των 5.5. εκατομμυρίων ευρώ του χρυσοπληρωμένου «χαβαλέ», πρωτοπόρου των «αντιδεξιών» αγώνων και ασυμβίβαστου μαχητή της δημοσιογραφικής μπανιέρας κ.Θέμου Αναστασιάδη από την υπηρεσία της οποίας προΐσταται. Αυτό που είναι δεδομένο είναι το εξής απλό: ένας κυανοφρουρός, «κολλητός» του πρωθυπουργού, ανέλαβε επικεφαλής της ΥΠΕΕ.

Δεδομένου ότι η ορθολογική πολιτική υπαγορεύει μια πλήρως ακομμάτιστη ΥΠΕΕ, αναρωτιέμαι γιατί ένας κομματάνθρωπος κι όχι ένας ανώτατος δημόσιος λειτουργός ανέλαβε επικεφαλής της ΥΠΕΕ. Η απορία μου γίνεται μεγαλύτερη όταν σκέφτομαι ότι πριν τις εκλογές του Μαρτίου 2004, ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κ. Καραμανλής, ανήγγειλε την κατάργηση του ΣΔΟΕ σε περίπτωση νίκης του κόμματός του στις εκλογές, επικαλούμενος τον «κομματικοποιημένο» χαρακτήρα το ΣΔΟΕ. «Δημιουργούμε έναν άλλο φορολογικό μηχανισμό ελέγχου», είπε ο κ. Καραμανλής, «ο οποίος […] θα είναι αξιοκρατικά στελεχωμένος, διότι σήμερα το ΣΔΟΕ και στις δράσεις του και στη στελέχωσή του είναι ένα τελείως κατευθυνόμενο κομματικό όργανο» («Ελευθεροτυπία», 13/02/2004). Στο ίδιο πνεύμα, ο τότε εκπρόσωπος της ΝΔ, κ. Θ. Ρουσόπουλος, σε συνέντευξή του στο ραδιοσταθμό Flash, στις 16/9/2003, αναρωτήθηκε: «Θέλετε να μου πείτε ότι το ΣΔΟΕ δεν έχει πολιτικούς εγκάθετους; Ότι δεν είναι κομματικός μηχανισμός; Εγώ πιστεύω ότι είναι». Τις κατηγορίες αυτές αρνήθηκε ο τότε Ειδικός Γραμματέας του ΣΔΟΕ κ. Δ. Μπατζελής, επίσης πολιτικά διορισμένος από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ: «Όχι, δεν δεχόμαστε καμία υπόδειξη μελών της κυβέρνησης για ελέγχους πολιτικής σκοπιμότητας» δήλωσε κατηγορηματικά («Βήμα», 28/9/2003).

Προσέξτε το μοτίβο: η αντιπολιτευόμενη ΝΔ κατήγγειλε την κομματικοποίηση του ΣΔΟΕ από την τότε κυβέρνηση, για να κομματικοποιήσει η ίδια την υπηρεσία αργότερα, ως κυβέρνηση πλέον, και να εισπράξει τις ίδιες καταγγελίες από την τωρινή αντιπολίτευση με αυτές που εκτόξευε κάποτε ίδια! Το «παιχνίδι» δεν άλλαξε, μόνο οι ρόλοι των «παικτών».

Ο μεγάλος χαμένος από το κομματικό κλοτσοσκούφι είναι, φυσικά, η ΥΠΕΕ, δηλαδή όλοι μας. Η αξιοπιστία της υπηρεσίας καταρρακώνεται αφού ο εκάστοτε επικεφαλής της είναι πολιτικά διορισμένος και το όνομά του εμπλέκεται, αργά ή γρήγορα, με τον ένα ή άλλο τρόπο, σε πολιτικές διαμάχες. Οι έλεγχοι της ΥΠΕΕ δίνουν λαβή να θεωρηθούν διαβλητοί (υποκείμενοι, δηλαδή, σε πολιτικές σκοπιμότητες), διαιωνίζοντας έτσι τη χρόνια καχυποψία των ελεγχομένων στους ελεγκτικούς μηχανισμούς του Ελληνικού κράτους.

Η χώρα έχει ζωτική ανάγκη από ακομμάτιστους, στιβαρούς και αξιόπιστους δημόσιους θεσμούς και οι πολιτικάντηδες την καθηλώνουν σε Βαλκάνια αθλιότητα. Σκέτη θλίψη!

Εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε στο Κέρδος στις 29 Ιανουαρίου 2008

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

Το ελληνικό Σουσουρλούκ


Στις 3 Νοεμβρίου 1996 στην περιοχή Σουσουρλούκ της Τουρκίας μια θωρακισμένη Μερσεντές σφηνώθηκε με ταχύτητα σε ένα φορτηγό. Στα συντρίμμια της βρέθηκαν όπλα, ναρκωτικά, εξοπλισμός υποκλοπών και, κυρίως, μια απροσδόκητη παρέα επιβατών: ο υποδιευθυντής Ασφαλείας της Κωνσταντινούπολης και πρώην διευθυντής ειδικών επιχειρήσεων στις Κουρδικές επαρχίες, η ερωμένη του, ένα στέλεχος των «Γκρίζων Λύκων», συνεργάτης των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, καταζητούμενος από την Ιντερπόλ για εμπόριο ναρκωτικών, κι ένας βουλευτής (ο μόνος που επέζησε), αρχηγός δολοφονικής παρακρατικής ομάδας στις Κουρδικές επαρχίες, ο οποίος, φυσικά, μετά το ατύχημα, επικαλέσθηκε την βουλευτική του ασυλία! Οι αποκαλύψεις που ακολούθησαν ήταν συγκλονιστικές. Ήρθαν στην επιφάνεια οι διασυνδέσεις κράτους, πολιτικών, παρακράτους και μαφίας, και απετέλεσαν την αρχή του τέλους για τη κυβέρνηση Τσιλέρ.

Η υπόθεση Ζαχόπουλου μάλλον ωχριά μπροστά στο σκάνδαλο Σουσουρλούκ, αλλά, κατ’ αναλογίαν, φέρνει στην επιφάνεια την Ελλαδική παθογένεια: την άλωση του κρατικού μηχανισμού από «έμπιστους» των κυβερνώντων, την ευνοιοκρατική χρήση κρατικών κονδυλίων, τη συναλλαγή μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας και μερίδας των ΜΜΕ, τη διαμεσολάβηση πολιτικών προσώπων για τη μη διεκπεραίωση κρατικών ελέγχων ή τη λήψη ευνοϊκών για ιδιωτικά συμφέροντα κρατικών αποφάσεων, την παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων από μερίδα των ΜΜΕ και, βεβαίως, σεξουαλικές περιπτύξεις έναντι ανταλλαγμάτων. Με δύο λόγια, ένα ερεβώδες κομματικό παρακράτος έρχεται στο φως. Μια απόπειρα αυτοκτονίας ενός μεσαίου πολιτικού-κρατικού στελέχους στάθηκε η αφορμή να σηκωθεί το χαλί και να αποκαλυφθεί η απίστευτη κοπριά που έχει συσσωρευτεί τα τελευταία τριάντα χρόνια στο δημόσιο βίο.

Η υπόθεση Ζαχόπουλου αποκαλύπτει, όπως ορθότατα παρατήρησε ο Αλέξης Παπαχελάς στην «Καθημερινή» (13/1/2008), μια χώρα χωρίς αρμούς. Το οικοδόμημα της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας δεν έχει γερά δοκάρια. Δεν θα ακούσετε αυτή τη διαπίστωση από τους συνωστιζόμενους κάθε Ιούλιο στον κήπο του Προεδρικού Μεγάρου, στη λεγόμενη Δεξίωση της Δημοκρατίας. Το Ελλαδικό πολιτικό κατεστημένο δεν ενοχλείται ιδιαίτερα αν ή χώρα δεν έχει ρωμαλέους δημόσιους θεσμούς, το αντίθετο μάλιστα. Αυτό που το ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να μην απειλείται η δική του νομή της εξουσίας σε ποικίλα επίπεδα. Η πολιτική δεν είναι η αναζήτηση έλλογων λύσεων σε συλλογικά προβλήματα, αλλά μια άνευ αρχών διαδικασία απόκτησης ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος έναντι του αντιπάλου. Ένα τέτοιο πλεονέκτημα αποφέρει την πολιτική εξουσία και, άρα, ευκαιρίες για προσωπική ισχύ και πλουτισμό.

Ένα αυτιστικό πολιτικό σύστημα έρχεται στο φως, του οποίου η κύρια μέριμνα είναι απλώς η αναπαραγωγή του, όχι η υπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Η κόπρος του Αυγείου που τα σκάνδαλα των τελευταίων χρόνων αποκάλυψαν είναι τα περιττώματα των ανθρώπων μετά από ένα μεγάλο φαγοπότι – τη λαφυραγώγηση του κράτους.

Ένα αυτιστικό πολιτικό σύστημα συν-διαμορφώθηκε με ένα εξίσου αυτιστικό μιντιακό σύστημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα λεγόμενα δελτία ειδήσεων των «οκτώ». Τα πολιτικά γεγονότα που αναφέρουν αφορούν καθ’ ολοκληρίαν στην «εσωτερική» παθολογία του πολιτικού συστήματος, όχι σε μείζονα θέματα δημόσιας πολιτικής. Οι «ειδήσεις» δεν είναι τόσο παρουσίαση γεγονότων, όσο στρατηγική διαχείριση τηλεοπτικού χρόνου για ιδιοτελή συμμετοχή στο πολιτικό «παιχνίδι». Οι πρωταγωνιστές των «ειδησεογραφικών» γεγονότων είναι, ενίοτε, οι ίδιοι οι εκφωνητές των ειδήσεων! Παράδειγμα; Εκφωνώντας τις «ειδήσεις», η κυρία Τρέμη αναφέρεται και στον εαυτό της – τι είπε στον ανακριτή, τι απαντά σε καταγγελίες ή υπονοούμενα εις βάρος της. Η τέλεια αυτοαναφορά έχει συντελεστεί. Το δελτίο ειδήσεων ως μέσον αυτοπαρουσίασης!

Ίσως η αυτιστική λειτουργία του πολιτικο-μιντιακού συμπλέγματος είναι το λογικό επακόλουθο μιας παθολογικά εσωστρεφούς χώρας, η οποία θεωρεί τον εαυτό της τον ομφαλό της γης. Κατ’ αναλογίαν, η πολιτικο-μιντιακή ελίτ της χώρας εκλαμβάνει τον εαυτό της ως τον ομφαλό του δημόσιου βίου. Ο αυτισμός γρήγορα καταλήγει σε αρρωστημένο ατομισμό, στο μέτρο που υποχωρεί ο υγιής επαγγελματισμός – η αναφορά σε υπερκείμενες αξίες, αρχές και κώδικες που συνιστούν τον τρόπο λειτουργίας ενός επαγγέλματος.

Βλέπουμε κυκλώματα εκβιαστών-δικηγόρων, αλλά δεν βλέπουμε το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών να στηλιτεύει με αυστηρότητα αυτά τα φαινόμενα. Βλέπουμε τα κατακάθια της δημοσιογραφίας να δημοσιεύουν φωτογραφίες από τις ερωτικές στιγμές ενός ζευγαριού, αιτιολογώντας την πράξη τους αυτή ως «εύλογο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον», ενώ η ΕΣΗΕΑ, δια στόματος του κακόμοιρου προέδρου της, ρίχνει το βάρος της στην προάσπιση των «θέσεων εργασίας» σε σκανδαλοθηρική εφημερίδα και κατασκευάζει εχθρούς («εκδοτικά συμφέροντα») για να μην αναδεχθεί τις επαγγελματικές ευθύνες της. Βλέπουμε έναν πολιτικο-κρατικό υπάλληλο να επικαλείται το δημοσιογραφικό απόρρητο και το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ να τον καλεί εμμέσως να πράξει «κατά συνείδηση», αντί να τον επικρίνει ευθέως για την καπηλεία της έννοιας του δημοσιογραφικού απορρήτου. Όταν οι ίδιοι οι ταγοί των επαγγελμάτων δεν προστατεύουν το επάγγελμά τους, λογικό είναι να απισχνώνται εκείνες οι συλλογικές αξίες που συγκροτούν το επάγγελμα και να κυριαρχεί ο άνευ αρχών ατομισμός που βλέπουμε σήμερα γύρω μας. Ο Τριανταφυλλόπουλος και ο Αναστασιάδης είναι απλώς τα συμπτώματα.


Οπως στρώσαμε, κοιμόμαστε. Ένα διεφθαρμένο πελατειακό πολιτικό σύστημα δεν θα μπορούσε παρά να παραγάγει κόπρο. Αυτή μυρίζουμε σήμερα. Τουλάχιστον το σκάνδαλο Σουσουρλούκ οδήγησε την Τουρκία σε μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις. Θα μετατρέψουμε, άραγε, την απελπισία για τη συλλογική μας κατάντια σε δύναμη δημιουργίας;


Πως θα σπάσει ο φαύλος κύκλος της διαφθοράς;


Μια εξαίρετη γελοιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου στα «Νέα», πριν από μερικά χρόνια, εμφανίζει τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη να απευθύνεται στη δημόσια διοίκηση και να λέει: «Γρηγορόσημο τέλος, είπα». Η δημόσια διοίκηση, ενσαρκωμένη σε μια γυναικεία μορφή, ατάραχη απαντά: «Μάλιστα! Μια στιγμή να δω πόσο γρηγορόσημο πρέπει να ρίξεις γι αυτό».

Σε αυτό το απλό σκίτσο απεικονίζεται υπέροχα η πολυπλοκότητα του φαινομένου της διαφθοράς: στην εντολή που δέχεται από τον πολιτικό του προϊστάμενο (τον πρωθυπουργό), ο εντολοδόχος (η δημόσια διοίκηση) απαντά αναπαράγοντας τη συμπεριφορά που καλείται να αλλάξει! Η εντολή για μια διαφορετική συμπεριφορά μεταφράζεται από το «σύστημα» στους όρους στους οποίους έχει ιστορικά εθισθεί: δωροδόκησέ με για να σταματήσω να δωροδοκούμαι! Πρόκειται για κλασική περίπτωση αδιέξοδου φαύλου κύκλου: αν σε δωροδοκήσω για να σταματήσεις να δωροδοκείσαι, τότε διαιωνίζω το πρόβλημα που θέλω να εξαλείψω.

Το πρόβλημα της διαφθοράς είναι εξαιρετικά σύνθετο και απαιτεί, αντιστοίχως, σύνθετη αντιμετώπιση. Από τη στιγμή που δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, απαιτείται ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης για να βγει κανείς από αυτόν. Όπως σε μια ανθρώπινη σχέση που δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, κάθε κίνηση να αλλάξει κανείς τα πράγματα βαθαίνει την κρίση εμπιστοσύνης, έτσι και στο πρόβλημα της διαφθοράς, κάθε απλοϊκή κίνηση αντιμετώπισής του, αν δεν το επιδεινώνει, τουλάχιστον δεν το αναχαιτίζει. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν θέλησαν να δουν το πρόβλημα της διαφθοράς στην πλήρη πολυπλοκότητά του, γι αυτό και οι όποιες προσπάθειές τους παραμένουν ατελέσφορες.

Διακρίνει κανείς πέντε στρατηγικές που ακολούθησαν οι κυβερνήσεις, με πενιχρά αποτελέσματα.

Πρώτον, η μοιρολατρική αποδοχή του προβλήματος. Τι άλλο παρά εκδήλωση μοιρολατρικής αποδοχής ήταν η αντίδραση του πρωθυπουργού κ.Κ.Καραμανλή όταν, ανεπίσημα, φέρεται να είπε για τη διαφθορά: «Έτσι είναι το σύστημα, τι θέλετε να κάνω;» («Το Βήμα», 31/08/2006). Το πρόβλημα με αυτού του είδους τις δηλώσεις είναι ότι δεν εκφέρονται από σχολιαστές, οπότε και θα ελέγχονταν για τη λογική και εμπειρική τους επάρκεια, αλλά από τον κορυφαίο ηγέτη της εκτελεστικής εξουσίας. Αυτός που κυβερνά, όμως, δεν διαπιστώνει απλώς την ύπαρξη ενός προβλήματος, αλλά, με τη νόμιμη εξουσία που κατέχει, λαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπισή του. Ο κυβερνήτης κρίνεται από τα έργα του, όχι από τα λόγια περί έργων.

Δεύτερο, οι ηθικολογικές παραινέσεις. Οι υπουργοί, με ύφος παλαιού γυμνασιάρχη, συμβουλεύουν και παροτρύνουν τους πολίτες να καταγγέλλουν τη διαφθορά. Λησμονούν, βέβαια, ότι οι ηθικολογικές παραινέσεις τους είναι άσφαιρα πυρά, από τη στιγμή που στερούνται αξιοπιστίας. Πώς να εμπιστευθεί ο πολίτης υπουργούς μιας κυβέρνησης της οποίας ο υπουργός Χωροταξίας έχτιζε σπίτι δίχως νόμιμη άδεια και ο (πρώην) υπουργός Απασχόλησης έχτισε κατοικία με άδεια «αναψυκτηρίου»; ΄Η τι νόημα έχουν οι παραινέσεις όταν οι πολιτικοί απαλλάσσουν τους εαυτούς τους από τις συνέπειες του νόμου για την υπέρβαση των προεκλογικών δαπανών; Όταν ο ηθικός λόγος δεν πραγματώνεται σε ζωντανή συμπεριφορά, τότε εκπίπτει σε φθηνή ηθικολογία και ο φορέας του χαρακτηρίζεται, φυσικά, από υποκρισία.

Τρίτον, η κομματικοποίηση της διοίκησης. Θεωρείται ότι οι προηγούμενοι ήταν συλλήβδην «κακοί», οπότε η αντικατάστασή τους με δικούς μας «καλούς» θα λύσει το πρόβλημα. Πρόκειται για μια αφελή αντίληψη, η οποία θεωρεί την ανθρώπινη συμπεριφορά συνάρτηση της κομματικής ταυτότητας. Παραβλέπεται ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά διαμορφώνεται μέσα σε θεσμούς – πλάθεται με ένα πλέγμα κινήτρων, τιμωριών και νοοτροπίας -, δεν είναι απλά θέμα πολιτικών αντιλήψεων. Και οι καλύτεροι άνθρωποι αν βρεθούν σε θέσεις ισχύος ανεξέλεγκτοι, δεν είναι βέβαιο ότι θα ασκήσουν χρηστή διοίκηση.

Τέταρτον, η γραφειοκρατικοποίηση, προκειμένου να περιορισθεί η εμπλοκή των δημοσίων υπαλλήλων στις συναλλαγές με τον πολίτη. Μέχρι κάποιο σημείο, αυτή η στρατηγική αποδίδει (π.χ. αντικειμενικές αξίες στις Εφορίες), αλλά γρήγορα εμφανίζονται σημάδια φθίνουσας απόδοσης. Οι περισσότεροι κανόνες δυσχεραίνουν υπέρμετρα τη συναλλαγή του πολίτη με το κράτος και του παρέχουν κίνητρα να αναζητήσεις παρακαμπτηρίους οδούς, η συντομότερη από τις οποίες είναι η δωροδοκία. Επιπλέον, η ανθρώπινη κρίση είναι αδύνατο να υποκατασταθεί από ένα γραφειοκρατικό σύστημα, όσο πλήρες ή ευφυές κι αν αυτό είναι. Σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει (και δεν θα υπάρξει ποτέ) ένα «έμπειρο σύστημα» που θα αποφασίζει μόνο του για τις πολεοδομικές άδειες, την πορεία μιας ασθένειας, ή τον έλεγχο φορολογικών στοιχείων μιας εταιρίας.

Πέμπτον, η συναλλαγή με τους διεφθαρμένους. Αυτή η συναλλαγή μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές, από συναλλαγή με εκδότες για κρατικές διαφημιστικές καταχωρήσεις στα έντυπά τους με αντάλλαγμα την πολιτική υποστήριξη, μέχρι απλή ανοχή σε, ή διαπραγμάτευση με, διεφθαρμένες πρακτικές. Όταν ο πρώην υφυπουργός Οικονομικών κ.Ρεγκούζας ανακοινώνει στο συνέδριο της Ομοσπονδίας Τελωνειακών Υπαλλήλων, «…ζητώ – και ξέρω ότι μπορείτε να το κάνετε – τελείως φιλικά και επιεικά (sic), να περιορίσετε από μόνοι σας και να μειώσετε τα λεγόμενα γρηγορόσημα» («Καθημερινή», 27/9/2005), ουσιαστικά διαπραγματεύεται με τους διεφθαρμένους – είναι σα να τους λέει, «θα ανεχθώ τα γρηγορόσημά σας υπό τον όρο ότι θα τα μειώσετε».

Καμία από τις πέντε αυτές στρατηγικές δεν αποδίδει, γιατί αγνοεί την πολυπλοκότητα του προβλήματος. Η διαφθορά στην Ελλάδα είναι τόσον εκτεταμένη που έχει καταστεί μέρος της δημόσιας κουλτούρας. Ο εθισμός στη δωροδοκία προκαλεί συμπεριφορές του τύπου «δωροδόκησέ με για να πάψω να δωροδοκούμαι». Ο φαύλος κύκλος μπορεί να σπάσει μόνο από τη στιγμή που ο μεταρρυθμιστής αρθεί στο μετα-επίπεδο που θα του επιτρέψει να αντιληφθεί την κυκλικότητα του προβλήματος.

Αν το κάνει αυτό, θα διαπιστώσει ότι δεν είναι μόνο η διεφθαρμένη διοίκηση το πρόβλημα, αλλά και οι δικές του (ή των ομολόγων του) απαράδεκτες πρακτικές στο παρελθόν που συμβάλλουν στη διαιώνισή του. Σε κάθε σύστημα αλληλεπίδρασης, όπως αυτό που απεικονίζεται στο σκίτσο του Μητρόπουλου, το πρόβλημα δεν δημιουργείται από το ένα ή το άλλο μέρος μόνον, αλλά από τον τρόπο που τα δύο αλληλεπιδρούν. Αν αυτό γίνει δεκτό, ο κρίσιμος παράγοντας για να σπάσει ο μεταρρυθμιστής το φαύλο κύκλο είναι η αξιοπιστία του. Αν την αποκτήσει, τότε η φράση «Γρηγορόσημο τέλος» αποκτά διαφορετικό νόημα και ωθεί την αλληλεπίδρασή του μεταρρυθμιστή με τη διοίκηση σε διαφορετική κατεύθυνση.

Πως αποκτάται η αξιοπιστία; Με την έμπρακτη αυτοδέσμευση. Στο μέτρο που ο μεταρρυθμιστής εμπράκτως αυτοδεσμεύεται - περιορίζει, δηλαδή, το δικό του βαθμό ελευθερίας – πείθει ότι μεριμνά για το συλλογικό καλό, όχι για το επιμέρους κομματικό συμφέρον. Τι θα σήμαινε αυτό στα ελληνικά συμφραζόμενα; Το εξής απλό. Ο μεταρρυθμιστής θα πρέπει να αποφασίσει να κόψει τον ομφάλιο λώρο που συνδέει το εκάστοτε κόμμα εξουσίας με τη δημόσια διοίκηση, αφού αυτή είναι η γενεσιουργός αιτία της διαφθοράς.

Πως μπορεί απλά να το κάνει αυτό; Να ενισχύσει παντοιοτρόπως τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και να διασφαλίσει την ανεξαρτησία τους. Να επιτρέψει στην ίδια τη Δικαιοσύνη να επιλέγει την ηγεσία της. Να καταργήσει τον πολιτικό χαρακτήρα της θέσης του Γενικού Γραμματέα των υπουργείων, έτσι ώστε η θέση αυτή να καταλαμβάνεται από στελέχη της διοίκησης. Ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου να είναι ο επικεφαλής της δημόσιας διοίκησης και, φυσικά, να είναι δημόσιος λειτουργός, όχι πολιτικό πρόσωπο. Να καταργηθούν οι ειδικοί λογαριασμοί, μέσω των οποίων το 13% του ΑΕΠ (!) διαχειρίζεται από την εκτελεστική εξουσία με αδιαφανή τρόπο.

Θα μπορούσα να συνεχίσω, αλλά ελπίζω να αντιλαμβάνεστε τι εννοώ. Όλα τα μέτρα αυτά συνιστούν πράξεις αυτοπεριορισμού της κυβερνητικής εξουσίας. Ο μεταρρυθμιστής δεν ζητά μόνο από τους άλλους να αλλάξουν, αλλά εμπράκτως αλλάζει ο ίδιος. Αυτοπεριοριζόμενος, σηματοδοτεί μια νέα αρχή στην αλληλεπίδρασή του με τη διοίκηση. Μόνο όταν αυτό αρχίσει να συμβαίνει, η θέσπιση συστημάτων και διαδικασιών, παράλληλα με ένα νέου είδους λόγου που τονίζει την ευθύνη του πολίτη, τη χρηστή διοίκηση, τον επαγγελματισμό, και το καλό μάνατζμεντ, θα καταστούν αποτελεσματικές πολιτικές. Μέχρι απλώς θα συμμετέχουμε σε ασκήσεις ρητορείας περί διαφθοράς, στις οποίες τόσο αρέσκονται να επιδίδονται οι πολιτικοί μας.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 19 Ιανουαρίου 2008

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

Φιλόσοφοι ή πρυτάνεις; Όταν οι δικαστικές αποφάσεις ενοχλούν …

Στην επιστολή του στην «Καθημερινή» (3/1/2008), απαντώντας σε άρθρο μου της 22/12/2007 στην ίδια εφημερίδα αναφορικά με την υπόθεση Μεταξόπουλου, του πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου ο οποίος καταδικάστηκε σε 25 χρόνια κάθειρξη για οικονομικά εγκλήματα, ο διακεκριμένος συγγραφέας κ.Νίκος Δήμου καταλήγει: «Γνωρίζω τον Αιμίλιο Μεταξόπουλο επί 25 χρόνια και τον γνωρίζω καλά. Θεωρώ εντελώς απίθανο να είναι ένοχος υπεξαίρεσης. Αμέλειας ναι. Άλλωστε, τι δουλειά έχουν οι φιλόσοφοι να διαχειρίζονται χρήματα και να υπογράφουν εντάλματα…».

Δύο παρατηρήσεις επ’ αυτού.

Πρώτον, με εντυπωσιάζει η προχειρότητα του συλλογισμού. Προσέξτε πως η ιδιότητα του φιλόσοφου θεωρείται ένα είδος συγχωρητήριου για τον πρώην πρύτανη του Παντείου: οι φιλόσοφοι είναι αλλόκοσμοι, λίγο ονειροπαρμένοι, ζουν στον Πλατωνικό κόσμο των καθαρών Ιδεών, και, ως εκ τούτου, η αμέλειά τους για τα τετριμμένα του βίου είναι κατανοητή! «Άλλωστε, τι δουλειά έχουν οι φιλόσοφοι να διαχειρίζονται χρήματα και να υπογράφουν εντάλματα…» λέει με νόημα ο κ.Δήμου. Οι φιλόσοφοι είναι φτιαγμένοι για άλλα πράγματα, όχι για διοίκηση!

Πέραν της φιλοσοφικής σαθρότητας αυτής της άποψης [1], ο κ.Δήμου παραβλέπει κάτι ουσιώδες. Η δουλειά του κ.Μεταξόπουλου ως πρύτανη δεν ήταν να φιλοσοφεί, αλλά να διοικεί – ναι, να διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα και να υπογράφει εντάλματα, γι αυτό εξελέγη. Ο ίδιος ο υψιπετής φιλόσοφος κ.Μεταξόπουλος επέλεξε την πεζή διοικητική «δουλειά» του πρύτανη, κανείς δεν του την επέβαλλε. Από τη στιγμή που έγινε πρύτανης κρινόταν με τα κριτήρια της χρηστής και αποτελεσματικής διοίκησης, όχι με τα ακαδημαϊκά κριτήρια παραγωγής φιλοσοφικού έργου. Πολύ απλά, ακόμα και η αμέλεια είναι ασυγχώρητη για κάποιον που διοικεί και διαχειρίζεται χρήματα των άλλων. Ο καθένας το καταλαβαίνει αυτό, πόσο μάλλον ένας φιλόσοφος!

Δεύτερον, ο κ.Δήμου μας διαβεβαιώνει ότι θεωρεί «εντελώς απίθανο» ο κ.Μεταξόπουλος να είναι ένοχος υπεξαίρεσης. Το ίδιο ισχυρίζονται και οι ενορίτες εκείνου του ιερέα που πρόσφατα διώχθηκε ποινικά για συστηματική ασέλγεια σε μικρό κορίτσι. Εν πάση περιπτώσει, γιατί να πιστεύουμε τους φίλους του εκάστοτε κατηγορούμενου ή καταδικασθέντος και όχι την αρμόδια, συντεταγμένη λειτουργία της πολιτείας, τη δικαστική; Γιατί, εν προκειμένω, να πιστέψουμε τις διαβεβαιώσεις των φίλων του κ.Μεταξόπουλου και όχι τους δικαστές που, επί 18 ολόκληρους μήνες, μελέτησαν δικογραφία 80.000 σελίδων και δίκασαν κατά νόμον;

Ο κ.Δήμου ισχυρίζεται ότι στην ακροαματική διαδικασία της δίκης «δεν απεδείχθη υπεξαίρεση» αλλά «βαρύτατη αμέλεια» εκ μέρους του κ.Μεταξόπουλου και υπαινίσσεται ότι η ποινή κάθειρξης ήταν υπερβολικά σκληρή.

Δύο παρατηρήσεις επ’ αυτού.

Πρώτον, ο κ.Δήμου θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ο πρώην πρύτανης δεν καταδικάστηκε για «αμέλεια», αλλά «για υπεξαίρεση ύψους 1.105 δισ. δρχ., απάτη σε βάρος του Δημοσίου και ψευδή βεβαίωση» («Καθημερινή», 7/6/2007).

Δεύτερον, φίλοι του κ.Μεταξόπουλου χαρακτήρισαν την ποινή υπερβολικά σκληρή. Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης κ.Λ. Ρακιντζής, χαρακτήρισε τις ποινές «προσήκουσες» («Νέα», 8/6/2007). Ως μη νομικός, αν πρέπει να πιστέψω κάποιον, προτιμώ να πιστέψω τον κ.Ρακιντζή. Επιπλέον, για να έχετε ένα μέτρο σύγκρισης, σημειώστε ότι για τον κ.Κένεθ Λέη, πρώην πρόεδρο της Enron, το αμερικανικό δικαστήριο αποδέχθηκε κατηγορητήριο που επέσυρε ποινή κάθειρξης 20 έως 30 ετών, για συμμετοχή σε οικονομική απάτη.

Ο κ.Δήμου με επικρίνει ότι «προφανώς δεν παρακολούθησα την υπόθεση [Μεταξόπουλου]», γι αυτό και οι ισχυρισμοί μου είναι εσφαλμένοι. Με βάση τα όσα ανέφερα παραπάνω, αφήνω τον αναγνώστη να κρίνει ποιος παρακολούθησε την υπόθεση και ποιος όχι. Ο διακεκριμένος συγγραφέας με επικρίνει, επίσης, για έλλειψη ανθρωπιάς («Όμως το άρθρο του […] δείχνει πως ορθολογισμός χωρίς ανθρωπιά μπορεί να γίνει απάνθρωπος»). Απορώ, ειλικρινά, πως το λέει αυτό, όταν στην πρώτη παράγραφο του άρθρου μου, έλεγα, ευθύς εξαρχής, ότι στο μέτρο που ο κ.Μεταξόπουλος είναι βαριά ασθενής, πρέπει οι δικαστές να κάνουν δεκτό το αίτημα της αποφυλάκισής του, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του στο Εφετείο («Δυστυχώς ο κ.Μεταξόπουλος είναι βαριά ασθενής, όπως βεβαιώνουν οι γιατροί του, και ζητά την αποφυλάκισή του, την οποία στο παρελθόν αρνήθηκαν οι δικαστές. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η κοινή λογική και η στοιχειώδης ανθρωπιά υπαγορεύουν να γίνει δεκτό το αίτημά του»).

Είναι αξιοπρόσεκτη, όσο και αξιόμεμπτη, η συστηματική προσπάθεια αμφισβήτησης (με σκοπό την απονομιμοποίηση) της δικαστικής απόφασης, με την οποία καταδικάστηκαν οι πρώην πρυτάνεις και αντιπρυτάνεις του Παντείου Πανεπιστημίου. Εκπλήσσομαι να βλέπω αγαπημένους μου συγγραφείς, επί δεκαετίες υπέρμαχους του κράτους δικαίου και των θεσμών του, να συμμετέχουν στην προσπάθεια αυτή.

Θυμίζω ότι κύμα συναδέλφων και φίλων του κ.Μεταξόπουλου αρθρογράφησαν κατά της δικαστικής απόφασης, επικρίνοντας τους δικαστές για «σκληρότητα», «εκδίκηση» ακόμα και για «πολιτική σκοπιμότητα»! Βλέπετε, σε αυτή τη χώρα, όταν δεν μας αρέσουν οι δικαστικές αποφάσεις, αντιδρούμε με αμετροεπή υποκειμενισμό, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη που πρέπει να περιβάλλει τους πολιτειακούς θεσμούς. Σε καμία προηγμένη δημοκρατία δεν συμβαίνει αυτό. Ακόμα κι εκεί που υπάρχουν έντονες διαφωνίες για δικαστικές αποφάσεις, όπως π.χ. στην περίπτωση της απόφασης του Αμερικανικού Ανώτατου Δικαστηρίου σχετικά με την ομοσπονδιακές εκλογές του 2000, με την οποία δόθηκε η προεδρία των ΗΠΑ στον Μπους, οι διαφωνίες εκδηλώνονται με τρόπο που υποδηλώνει σεβασμό στο θεσμό και αποδοχή της απόφασής του. Ουδέποτε οι θιγόμενοι βάλλουν κατά του δικαστηρίου, ακόμα και όταν διαφωνούν με την απόφασή του. Στη Βαλκάνια Ελλάδα, τα πράγματα είναι, δυστυχώς, διαφορετικά.

Αναρωτιέμαι που ήταν όλοι αυτοί που επικρίνουν σήμερα τη δικαστική απόφαση όταν 2.7 δισεκατομμύρια δραχμές δημόσιου χρήματος έκαναν φτερά από το Πάντειο Πανεπιστήμιο για να αγορασθούν τζακούζι, πλακάκια υγιεινής και Φεράρι! Που ήταν όλοι αυτοί, οι δήθεν προοδευτικοί, όταν συνάδελφοί τους στο Πάντειο, οι λίγοι θαρραλέοι καθηγητές που έφεραν το σκάνδαλο στο φως, προπηλακίζονταν από τραμπούκους και υπέστησαν, για χρόνια, έναν πρωτοφανή εκφοβισμό. Όλα αυτά δεν φαίνεται να τους ενόχλησαν ιδιαίτερα τότε, δεν θυμάμαι να είδα πουθενά άρθρα τους στον Τύπο. Τους ενόχλησε, όμως, η δικαστική απόφαση για τα οικονομικά εγκλήματα του Παντείου. Οι ποινές είναι πράγματι υψηλές, αλλά μην ξεχνάτε ότι οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι για βαριά οικονομικά εγκλήματα. Δυστυχώς στην Ελλάδα το οικονομικό έγκλημα δεν θεωρείται και τόσο έγκλημα, αν μάλιστα φίλοι και συνάδελφοι εμπλέκονται σε αυτό.

Τέλος, αξίζει να παρατεθεί η σπάνιου ακαδημαϊκού θάρρους ανακοίνωση της Πανεπιστημιακής Κοινότητας του «Συνασπισμού» αναφορικά με τις ποινές που επιβλήθηκαν στους πρυτάνεις και αντιπρυτάνεις του Παντείου:

«"Οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι στον πρώτο βαθμό της δίκης και, βάσει των αποδεδειγμένων κατά το δικαστήριο εγκλημάτων, επιμερίστηκαν οι κατά νόμο ποινές. Οι καταδίκες αυτές δεν αφορούν διοικητικές παραλήψεις και κακοδιαχείριση, αλλά βαρύτατα οικονομικά εγκλήματα που είχαν ως συνέπεια την απώλεια οκτώ εκατομμυρίων ευρώ εις βάρος του ελληνικού δημοσίου. [...] Η φιλολογία περί υπερβολικών ποινών που δεν συνάδουν με το κύρος και την προσωπικότητα των καταδικασθέντων παραβλέπει τα πραγματικά περιστατικά που έλαβε υπ' όψη το δικαστήριο. Η αποδεδειγμένη και εκτεταμένη διαφθορά στη διοίκηση ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος δεν αφήνει περιθώρια επιείκειας εν ονόματι της προσωπικότητας και του κύρους των υπαιτίων» (βλ. άρθρο του Ν. Θεοτοκά, «Αυγή», 28/12/2007. Βλέπε επίσης το άρθρο του Δ. Παφίλη, «Αυγή», 21/6/2007).

Η ανακοίνωση αυτή τα λέει όλα και, κυρίως, διδάσκει ευθύνη και ήθος. Δεν είδα κι άλλες σαν κι αυτήν.

Σημειώσεις

[1] Κριτική στην άποψη αυτή μπορεί να ασκηθεί από πολλές πλευρές: Για τον Πλάτωνα οι φιλόσοφοι είναι οι κατ’ εξοχήν κατάλληλοι να κυβερνούν, αφού διαθέτουν ένα ανώτερο είδος γνώσης – βλ. Πολιτεία (473c). Από μια οπτική γωνία που αντιτίθεται στην Πλατωνική μεταφυσική, το σχήμα του κ.Δήμου (οι φιλόσοφοι συνεισφέρουν στο Πνεύμα, δεν έχουν σχέση με την πεζή πραγματικότητα της διοίκησης) διαιωνίζει την δικαίως αμφισβητούμενη σήμερα δυϊστική άποψη, Πλατωνικής και αργότερα Καρτεσιανής εμπνεύσεως, περί αμιγώς διανοητικής έναντι πρακτικής δραστηριότητας.

Αρκετά συντετμημένη εκδοχή του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 9 Ιανουαρίου 2008.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2008

Τολμούμε να δημιουργήσουμε;


Στη μνήμη του Κορνήλιου Καστοριάδη - του φιλόσοφου της φαντασίας, του ασυμβίβαστου και ελεύθερου στοχαστή

Μπορεί η ημερολογιακή αρχή του νέου χρόνου να είναι μια συμβατική αρχή, έχει όμως συμβολική σημασία: η έλευση του νέου χρόνου σηματοδοτεί, κατ’ αρχήν, την απαρχή νέων δυνατοτήτων, την εκκίνηση μιας σχετικά απρόβλεπτης τροχιάς. Γι αυτό, άλλωστε, ευχόμαστε «καλή χρονιά» - να ξετυλιχτεί το κουβάρι του χρόνου με τρόπο ευνοϊκό. Ενίοτε προσθέτουμε και την ευχή «δημιουργική χρονιά», υπονοώντας να πραγματωθούν όνειρα και φιλοδοξίες.

Το προσωπικό βίωμα της χρονικής μεταβολής, η αίσθηση του εν δυνάμει νέου, δεν αποτυπώνεται στον κλασικό επιστημονικό λόγο. «Ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση» έλεγε ο Αϊνστάιν, συνοψίζοντας επιγραμματικά την αντίληψη περί χρόνου που επί μακρόν κυριάρχησε στη Φυσική. Ο χρόνος θεωρείται ένα απατηλό δημιούργημα της ατελούς ανθρώπινης γνώσης, παρόμοια με την ψευδαίσθηση ότι ο ήλιος περιστρέφεται γύρω από τη γη.

Η εμπειρία μας, όμως, είναι διαφορετική. Το βέλος του χρόνου το βιώνουμε στη συνείδησή μας, στις μεταβαλλόμενες πολιτισμικές αντιλήψεις, στις κοινωνικές αλλαγές. Παρελθόν και μέλλον δεν είναι εναλλάξιμα, όπως στην κλασική Φυσική, διαφέρουν ποιοτικά. Μετά από την απώλεια αγαπημένου προσώπου ο άνθρωπος δεν παραμένει ίδιος, όπως μια χώρα που έζησε έναν πόλεμο δεν παραμένει ανεπηρέαστη. Ο χρόνος, όπως τον βιώνουμε, αλλά όπως τον κατανοεί πλέον και η νέα Φυσική των ασταθών συστημάτων, είναι μη αναστρέψιμος. Ακόμα κι όταν τίποτα δεν συμβαίνει, η αίσθηση της ακινησίας μας αλλάζει.

Ο χρόνος δεν είναι απλά ένα ουδέτερο μέσον εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα προδιαγεγραμμένα γεγονότα, αλλά η δημιουργία νέων μορφών. Ο χρόνος είναι, όπως λέει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, «οντολογική δημιουργία» – δηλαδή, η ανάδυση «άλλων» σχημάτων, η «αλλοίωση των σημασιών». Τα σημεία μιας γραμμής δεν είναι «άλλα», είναι απλώς διαφορετικά μέσω της διάταξής τους στο χώρο. Η «Θεία Κωμωδία», όμως, είναι «άλλη» από την «Οδύσσεια», όπως οι πίνακες του Ρέμπραντ είναι «άλλοι» από τους πίνακες του Βαν Γκόγκ. Αν και ο δημιουργός αντλεί από προγενέστερα σχήματα, τα «αλλοιώνει», τους προσδίδει έναν ιδιό-μορφο χαρακτήρα. Η εμφάνιση της ετερότητας ορίζει το χρόνο, όχι η απλή αναπαραγωγή των αδιαφοροποίητων στιγμών του.

Οι επιχειρηματίες, συνήθως, κατανοούν διαισθητικά την ανάδυση νέων μορφών καλύτερα από τους πολιτικούς. Ο Ιβαν Γουίλιαμς, ο εφευρέτης του Blogger, δεν παρήγαγε απλώς, αλλά επινόησε, το ιστολόγιο – δημιούργησε δηλαδή ένα νέος «είδος» (διαδικτυακής) έκφρασης και επικοινωνίας. Η καινοτομία του δεν μιμείται, ούτε μπορεί να συναχθεί αιτιοκρατικά από ήδη προϋπάρχοντα σχήματα – συνιστά δημιουργία, μια νέα μορφή, γι αυτό, άλλωστε, είναι δύσκολο να εξηγηθεί, αρχικά, με το υπάρχον λεξιλόγιο το οποίο αναφέρεται σε ήδη υφιστάμενες μορφές. Ο δημιουργός δεν προτείνει απλώς μια νέα μορφή, αλλά, συγχρόνως, και ένα νέο τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο και τις ανάγκες μας.

Ο πολιτικός που αντιμετωπίζει το χρόνο απλώς ωρολογιακά – τον αντιμετωπίζει, δηλαδή, με όρους κλειστού νευτώνειου συστήματος - , θεωρεί ότι ο χρόνος δεν επιφέρει αλλοιώσεις, είναι αναστρέψιμος. Ο κ.Γ. Παπανδρέου έπεισε το αποπροσανατολισμένο κόμμα του ότι, με την επανεκλογή του στη ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, θα κάνει μια «νέα αρχή» - θα μηδενίσει, δηλαδή, το χρόνο - σαν η τετράχρονη θητεία του και τα οδυνηρά για το κόμμα του εκλογικά αποτελέσματα να μην υπήρξαν ποτέ. Ο βιωματικός χρόνος, όμως, των ανοιχτών κοινωνικών διεργασιών είναι αναντίστρεπτος. Και να θέλουμε δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα τέσσερα χρόνια ηγετικής παρουσίας. Η εμπειρία μας «αλλοιώνει». Είδαμε, ξέρουμε, υποψιαζόμαστε - και το δείχνουμε στις δημοσκοπήσεις.

Η κρίση δημιουργίας και φαντασίας διαπερνά συνολικά το πολιτικό μας σύστημα και την ελληνική κοινωνία. Οι Έλληνες νοσταλγούν το παρελθόν, είτε αυτό είναι η λαϊκιστική διακυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου 1981-1989, είτε είναι η Εθνική Αντίσταση και το αρχαιοελληνικό παρελθόν - περίοδοι που προσδίδουν αίγλη σε μια χώρα με μειωμένη αυτο-εκτίμηση. Προτείνεις να οραματιστούμε στην Ελλάδα ένα μη κρατικό πανεπιστήμιο τύπου Στάνφορντ και σου αντιτείνουν, κατ’ αρνητική αναλογία, την αθλιότητα της ιδιωτικής τηλεόρασης! Λες ότι το πανεπιστημιακό άσυλο συνιστά σήμερα αναχρονισμό και σου προβάλλουν το φάντασμα του προ-δικτατορικού Σπουδαστικού της Ασφάλειας! Διατείνεσαι ότι πρέπει να ξαναδούμε με ένα διαφορετικό, πιο ανοιχτό, ποιο οικουμενικό, λιγότερο εθνοκεντρικό μάτι την Ιστορία μας και σου προσάπτουν κατηγορίες ότι κολοβώνεις την εθνική μνήμη! Αρνούμαστε το νέο γιατί προβάλλουμε στο μέλλον τις παλαιές φοβίες μας. Αντιμετωπίζουμε την καινοτομία με το λεξιλόγιο των παραδεδομένων σχημάτων. Νοσταλγούμε για να μη διακινδυνεύσουμε.

Κάθε κοινωνία, παρατηρεί ο Καστοριάδης, αντιλαμβάνεται το χρόνο με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Για την ακρίβεια, κάθε κοινωνία πλάθει τον εαυτό της μέσα από τον τρόπο που νοηματοδοτεί το χρόνο. Στη Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, ο αείμνηστος φιλόσοφος παραθέτει ένα εξαίρετο απόσπασμα από τον Θουκυδίδη, στο οποίο, μέσα από τα λόγια των Κορίνθιων απεσταλμένων στη Σπάρτη, αντιπαραβάλλονται οι (λανθάνουσες) περί χρόνου αντιλήψεις της Αθήνας και της Σπάρτης, οι οποίες μορφοποιούνται σε δύο διαφορετικούς τύπους κοινωνικής οργάνωσης:

«Αυτοί [οι Αθηναίοι] είναι καινοτόμοι και οξείς στην επινόηση και ικανότατοι στην εκτέλεση αυτών που θα αποφασίσουν, ενώ εσείς [οι Σπαρτιάτες] αρκείσθε στη διατήρηση των κεκτημένων και τίποτε δεν επινοείτε […] Εξ άλλου, αυτοί αποτολμούν χωρίς να μετρούν τις δυνάμεις τους, διακινδυνεύουν χωρίς να τους σταματούν οι υποδείξεις της λογικής και μέσα στα δεινά διατηρούν την ελπίδα. Ενώ εσείς κάνετε λιγότερα απ΄ όσα μπορείτε και δυσπιστείτε και προς εκείνα που κρίνετε βέβαια, και πιστεύετε ότι ποτέ δεν θα λυτρωθείτε από τα δεινά σας. […]. Και αν δεν καταφέρνουν να εφαρμόσουν αυτό που επινόησαν, θεωρούν ότι στερήθηκαν κάτι που ήδη τους ανήκε, αυτά όμως που με τη δραστηριότητά τους αποκτήσουν, τα θεωρούν λίγα, σχετικά με αυτά που τους μέλλεται να πετύχουν. Και αν, πάλι, δοκιμάσουν κάτι κι αποτύχουν, το αναπληρώνουν αμέσως με νέες ελπίδες. […]»

Η κοινωνία που θεωρεί το χρόνο δημιουργία, δεν αρκείται στη διατήρηση του status quo, αλλά αυτόβουλα το αναθεωρεί. Δεν βλέπει την Ιστορία της ως «αποκούμπι», αλλά ως αέναη διαδικασία αυτοκατανόησης και, άρα, δημιουργικής αυτοαλλοίωσης. Δεν αντιλαμβάνεται τη δημόσια σφαίρα ως σύνολο αμετάβλητων θεσμών αλλά ως εργαστήρι φαντασίας. Μια τέτοια κοινωνία θεωρεί την «ησυχία της απραξίας», όπως λέει ο σοφός Θουκυδίδης, μεγαλύτερη συμφορά από τους κινδύνους του πειραματισμού.

Ευχές για δημιουργική χρονιά!

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή σε συντετμημένη εκδοχή στις 5-6 Ιανουαρίου 2008

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2008

Το μετα-πρόβλημα του ασφαλιστικού


Το ασφαλιστικό είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της χώρας. Αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα θα εξελιχθεί, μεσοπρόθεσμα, σε νάρκη μεγατόνων για την οικονομία. Σε μια ορθολογική κοινωνία, ένα τέτοιο πρόβλημα αντιμετωπίζεται ορθολογικά. Τι θα πει αυτό; Ότι μελετούμε το πρόβλημα, το συζητάμε μεταξύ μας (το συζητούν οι εκπρόσωποί μας, για την ακρίβεια) και σχεδιάζουμε ένα πεδίο λύσεων. Φυσικά δεν πρόκειται για μια αφελώς ρασιοναλιστική διαδικασία, δεδομένου ότι συγκρούονται συμφέροντα και διαφορετικές αντιλήψεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Αλλά αυτό ακριβώς δεν είναι η δημοκρατία; Μια διαδικασία έλλογης διαπραγμάτευσης;

Αυτό κάνει μια ορθολογική κοινωνία, όπως η Βρετανία ή η Γερμανία. Τι κάνουμε εμείς; Προσέξτε τον τρόπο που χειρίζεται το πρόβλημα η κυβέρνηση. Δεν εκπόνησε, ή τουλάχιστον δεν έδωσε στη δημοσιότητα, μια εμπεριστατωμένη, καλά τεκμηριωμένη και κοινά αποδεκτή μελέτη, την οποία θα μπορούσε να συντάξουν τεχνοκράτες αποδεκτοί από όλους τους κοινωνικούς εταίρους. Μια τέτοια μελέτη όφειλε να εκπονηθεί από μια ανεξάρτητη Αρχή, όπως είναι η Εθνική Αναλογιστική Αρχή. Αντιθέτως, τώρα που επιχειρείται μια τομή στο ασφαλιστικό, ο πρόεδρος της Αρχής παραιτήθηκε, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, έλλειψη πόρων για την επαρκή λειτουργία της Αρχής! Το αποτέλεσμα είναι ότι οι οικονομικές παράμετροι του ασφαλιστικού προβλήματος να μην είναι πλήρως γνωστές και, κυρίως, κοινά παραδεκτές. Δεν υπάρχει, με άλλα λόγια, μια κοινή βάση συζήτησης του προβλήματος. Σύμφωνοι, δεν είναι απαραίτητο να υιοθετήσουμε όλοι τις ίδιες παραδοχές, ή να καταλήξουμε στην ίδια ερμηνεία του προβλήματος, αλλά μπορούμε, τουλάχιστον, να ορίσουμε το πρόβλημα με σχετικά συναινετικό τρόπο. Αυτό δεν έγινε.

Θα μπορούσαμε επίσης να οργανώσουμε έναν σοβαρό κοινωνικό διάλογο για το θέμα αυτό. Το πρώτο πράγμα που κάνει όποιος ενδιαφέρεται για έναν εκτεταμένο κοινωνικό διάλογο είναι να δημιουργήσει έναν ιστοχώρο, στον οποίο παραθέτει όλες τις σχετικές πληροφορίες και επιζητά τη δημόσια διαβούλευση. Εννοείται ότι χρειάζεται και διαπραγμάτευση (μην μπερδεύουμε τη διαπραγμάτευση με το διάλογο), αλλά εδώ συναντάμε μια άλλη ιστορική παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος – δεν έχουμε μάθει να διαπραγματευόμαστε, αλλά να αξιώνουμε την υιοθέτηση των δικών μας απόψεων από τους άλλους.

Τα κόμματα και τα συνδικάτα αποχώρησαν από τον «διάλογο», και προτίμησαν τη διαμαρτυρία του πεζοδρομίου. Ουσιαστικά υπερασπίζονται το σύστημα ως έχει – την πολυδιάσπαση των Ταμείων, τις εμβαλωματικές λύσεις, τις ad hoc ρυθμίσεις. Όλοι ζητούν να εξαιρεθούν από τις σχετικές ρυθμίσεις που θίγουν «κεκτημένα». Οι ανακλαστικές αντιδράσεις των συνδικάτων στο ασφαλιστικό προδίδουν μια κατακερματισμένη κοινωνία, στην οποία κυριαρχεί η νοοτροπία «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Ο πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ ήταν αποκαλυπτικός: «Η κυβέρνηση σχεδιάζει τη δημιουργία επτά ενοποιημένων Ταμείων» είπε. «Ζητούμε το Ταμείο μας να μην είναι ένα από αυτά».

Όποια κυβέρνηση αποπειραθεί να κάνει συνολικές αλλαγές στο ασφαλιστικό θα συναντήσει έντονες, σχεδόν υστερικές, αντιδράσεις. Αυτό που έχει συμβεί μετά την αποτυχημένη προσπάθεια της κυβέρνησης Σημίτη να μεταρρυθμίσει το ασφαλιστικό το 2001 είναι η μετατροπή του ασφαλιστικού προβλήματος σε μετα-πρόβλημα: το θέμα δεν είναι πλέον μόνο η ουσία του ασφαλιστικού αυτή καθαυτή, αλλά ο τρόπος που χειριζόμαστε το ασφαλιστικό – οι υστερικές αντιδράσεις, η προχειρότητα στην αντιμετώπισή του, η απουσία ισχυρής πολιτικής βούλησης. Όλοι συμφωνούμε ότι υπάρχει πρόβλημα, αλλά προτιμούμε το ζούμε με το πρόβλημα παρά να κάνουμε κάτι ριζικό για την αντιμετώπισή του. Φοβούμαστε τον μεταρρυθμιστή περισσότερο από το πρόβλημα!

Το ασφαλιστικό, εξ ορισμού, έχει ορίζοντα δεκαετιών. Ενεργούμε τώρα για να αποτρέψουμε δυσμενείς εξελίξεις το 2030! Η ελληνική κουλτούρα δεν λειτουργεί με τέτοιο χρονικό ορίζοντα. Όταν οι πολίτες διεκπεραιώνουν τις υποχρεώσεις τους προς το κράτος την τελευταία στιγμή (με παράταση!), θα σκεφθούν τι θα γίνει μετά από τριάντα χρόνια; Η Ελλάδα είναι η χώρα της άμεσης ικανοποίησης των αναγκών, ποιος θα σκεφτεί το συλλογικό συμφέρον μακροπρόθεσμα; Και ποια κοινωνική ομάδα αισθάνεται αλληλέγγυα με τις άλλες σήμερα, για να αισθανθεί αλληλεγγύη με τις μελλοντικές γενιές;

Η αντιμετώπιση του ασφαλιστικού αποδεικνύει για μια ακόμα φορά τις βαθιές αδυναμίες μας: την προχειρότητα και μυωπία των κυβερνήσεων, τον άκρατο συντεχνιασμό των κοινωνικών ομάδων, την έλλειψη διάθεσης για συνεννόηση, την υστερική αντιμετώπιση καυτών προβλημάτων, την απουσία στιβαρής κοινωνικής αλληλεγγύης και, φυσικά, την ανικανότητά μας ως οργανωμένη κοινωνία να παίρνουμε στρατηγικού χαρακτήρα αποφάσεις. Τα πράγματα είναι δύσκολα…


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κέρδος στις 27 Δεκεμρίου 2007