Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Φρόνηση και ελευθερία του λόγου


Ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων κ.Σ. Μπάγιας έδωσε μια ήδη επίμαχη συνέντευξη στα «Νέα» (18/3/2008) και παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ.Γ. Σανιδά. Η εντυπωσιακή δημόσια συμπαράσταση στον κ.Μπάγια τέθηκε, κυρίως, με όρους προστασίας της ελευθερίας του λόγου: ένας συνδικαλιστής εισαγγελέας δικαιούται να εκφέρει ελεύθερα τη γνώμη του για τη Δικαιοσύνη, ακόμα κι αν αυτή δεν είναι αρεστή στους προϊσταμένους του. Ελάχιστοι, φυσικά, θα διαφωνήσουν με την άποψη αυτή. Υπάρχει, όμως, κι ένα άλλο, πιο λεπτό ερώτημα, που σπάνια τίθεται: πως (πρέπει να) χρησιμοποιείται η ελευθερία του λόγου;


Ας πάρουμε ένα ακραίο παράδειγμα. Στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος κάλεσε τους πολίτες να ψηφίσουν τον κεντροδεξιό υποψήφιο. Όταν ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυριών για την απροκάλυπτα πολιτική παρέμβαση του θρησκευτικού ηγέτη, υποστηρικτές του Αρχιεπισκόπου υπεραμύνθηκαν του δικαιώματός του να μιλά ελεύθερα, όπως κάθε πολίτης. Αναδιατυπώνω το αρχικό ερώτημα: θέτει όρια η θεσμική ιδιότητα του ομιλητή στην ελευθερία του λόγου του;


Ποια ήταν τα επίμαχα σημεία της συνέντευξης Μπάγια; Τα εξής δύο. Πρώτον, ο κ.Μπάγιας διατύπωσε τη γνώμη ότι «ειδικά για την υπόθεση [των υποκλοπών] δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω ότι υπήρξε αδικαιολόγητη αδράνεια της Εισαγγελίας τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο. Μια προκαταρκτική έρευνα που έπρεπε να ολοκληρωθεί σε λίγες- ελάχιστες- ημέρες, διήρκεσε έντεκα ολόκληρους μήνες […]».


Με τη δήλωση αυτή ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων ουσιαστικά επικρίνει δημοσίως συναδέλφους του. Προσέξτε ότι δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο, μόνο κρίνει. Γιατί η «αδράνεια της Εισαγγελίας» ήταν «αδικαιολόγητη»; Είχε την απαιτούμενη ενημέρωση ο κ.Μπάγιας που του επέτρεψε να εκφραστεί απαξιωτικά για το έργο των αρμοδίων συναδέλφων του; Αν την είχε, δεν τη μοιράστηκε μαζί μας – ο λόγος του έμεινε αόριστα καταγγελτικός και, κατά τούτο, όχι ποιοτικά διαφορετικός από το λόγο πολλών ανεύθυνων τηλεσχολιαστών. Εμπίπτει στην αρμοδιότητα του προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων να κρίνει δημοσίως την ποιότητα του έργου δικαστικών λειτουργών; Μπορεί, βεβαίως, να έχει την (ιδιωτική) άποψή του, όπως είχε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου για τους προεδρικούς υποψήφιους, αλλά πρέπει να τη δημοσιοποιεί; Δεν υπερβαίνει έτσι τις θεσμικές (συνδικαλιστικές) αρμοδιότητές του;


Δεύτερον, ο κ.Μπάγιας ισχυρίστηκε ότι οι δικαστές εργάζονται με «ανασφάλεια» «εξαιτίας των πολλών και σοβαρών αδικιών του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου σε θέματα προαγωγών, μεταθέσεων, αποσπάσεων κ.λπ. με τη λήψη αποφάσεων, απρόσμενα ευμενών ή δυσμενών, για τους υπό κρίση συναδέλφους […]
». Ο ισχυρισμός αυτός, αν και εμπίπτει στα όρια του συνδικαλιστικού λόγου, είναι επίσης ατεκμηρίωτος. Ένας συνδικαλιστής εισαγγελέας δικαιούται να επισημάνει δημοσίως τυχόν κακές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων για θέματα υπηρεσιακής εξέλιξης, αλλά, αν τον ενδιαφέρει η διόρθωσή τους, πρέπει να το κάνει με σύνεση.


Η δημόσια κριτική της λειτουργίας των θεσμών από τους ίδιους τους λειτουργούς τους είναι μια χειρουργικής ακρίβειας άσκηση: από τη μια μεριά πρέπει να επισημανθούν τεκμηριωμένα τα κακώς κείμενα, ενώ, από την άλλη, δεν πρέπει να κλονισθεί η δημόσια εμπιστοσύνη στο θεσμό. Αντιλαμβάνεστε τη λεπτότητα λόγου που πρέπει να διαθέτει κάποιος για να συγκεράσει αυτές τις δύο αντικρουόμενες απαιτήσεις. Ομολογουμένως δύσκολα επιτυγχάνεται αυτό στη σημερινή Ελλάδα, όπου η εντυπωσιοθηρικά καταγγελτική ρητορική των συνδικαλιστών των ΔΕΚΟ και των ΜΜΕ παρέχουν το κυρίαρχο πρότυπο δημόσιου λόγου.


Προσέξτε πως η συνέντευξη του κ.Μπάγια εγγράφηκε στο πολιτικό λογοπλαίσιο (
discourse) της φιλοξενούσας εφημερίδας· τιτλοφορήθηκε «Κουκούλωσαν τις υποκλοπές» - το κατ’ εξοχήν αντικυβερνητικό σύνθημα της αντιπολίτευσης. Ο αόριστα, και γι αυτό απλοϊκά, καταγγελτικός λόγος ενός συνδικαλιστή δικαστικού λειτουργού αμέσως πολιτικοποιήθηκε· η Δικαιοσύνη βρέθηκε, για μια ακόμη φορά, στο κέντρο της πολιτικής διαμάχης. Η ασύνετη πειθαρχική δίωξη του κ.Μπάγια επέτεινε την πολιτική σύγκρουση γύρω από τη Δικαιοσύνη. Σε ένα ιστορικά υπερπολιτικοποιημένο θεσμικό σύστημα, όπως το ελλαδικό, η εσωτερική «διαμάχη» ενός θεσμού προβλέψιμα διογκώθηκε και απέκτησε πολιτικό χαρακτήρα. Για την (εκάστοτε) αντιπολίτευση είναι μια ακόμα ευκαιρία να πληγεί η (εκάστοτε) κυβέρνηση. Το διαχρονικό μοτίβο (pattern) της πολιτικοποίησης των θεσμών – η χρόνια μάστιγα του δημόσιου βίου - ενεργοποιήθηκε ξανά.


Το βαθύτερο πρόβλημα, βέβαια, παραμένει και επιτείνεται: ένα λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα συστηματικά μεταφέρει τα δικά του προβλήματα στους ώμους της Δικαιοσύνης. Η εμπλοκή της σε μείζονα πολιτικά θέματα από τους λαϊκιστές πολιτικούς, υπερπολιτικοποιεί τη λειτουργία της και της αποστερεί τον θεσμικά αυτόνομο και αυτονόητα δεδομένο χαρακτήρα της – την άρρητη εμπιστοσύνη που πρέπει να περιβάλλει κάθε θεσμό που λειτουργεί καλά. Τόσο η συνέντευξη, όσο και η συνακόλουθη δίωξη του κ.Μπάγια, ανεξαρτήτως προθέσεων, εμπλέκουν ακόμη περισσότερο τη Δικαιοσύνη στα ιδιοτελή σχέδια των λαϊκιστών πολιτικών. Η Δικαιοσύνη ζημιώνεται, η κοινωνία χάνει.


Αν ο αυτοπεριορισμός είναι το κατ’ εξοχήν πρόβλημα της Δημοκρατίας, όπως τόνιζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στην Ελλάδα είναι είδος εν ανεπαρκεία. Ο αυτοπεριορισμός απαιτεί δημόσιους λειτουργούς με αίσθηση του μέτρου και αντίληψη συν-ευθύνης για τη λειτουργία των θεσμών. Όποιος επιμένει ότι μόνο αυτός ορθοφρονεί («μόνος φρονείν»), λέει ο Καστοριάδης, δεν βρίσκεται μέσα στην οργανωμένη συλλογικότητα (στο «ίσον φρονείν») - δεν συνυφαίνει την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη με τις θεσμικές υποχρεώσεις του λειτουργήματός του. Θέλει φρόνηση η ελευθερία του λόγου, όχι μόνο τόλμη.


Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 26-27 Απριλίου 2008

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

Τα ΜΜΕ και η επιχειρηματική δραστηριότητα: Μια δύσκολη σχέση



Όσο κοινότοπο είναι να διαπιστώνει κανείς την πληροφοριακή αφθονία που χαρακτηρίζει το σύγχρονο κόσμο, άλλο τόσο σημαντικό είναι να συνειδητοποιεί ότι ο τελευταίος καθίσταται κόσμος – μια ενιαία οντότητα – χάρις εν πολλοίς στα νήματα επικοινωνίας που συνδέουν τα μέρη του. Ένα σημαντικό μέρος από τα νήματα αυτά είναι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ). Αν γνωρίζουμε τι συμβαίνει γύρω μας και σε άλλα μέρη του πλανήτη, το γνωρίζουμε γιατί η τηλεοπτική κάμερα, το ραδιοφωνικό μικρόφωνο και το Διαδίκτυο καθιστούν κάτι τέτοιο εφικτό.

Η γνώση που αποκομίζουμε μέσω των μίντια είναι διαμεσολαβημένη γνώση [1]. Οι περισσότεροι από μας δεν έχουμε προσωπική εμπειρία από τον πόλεμο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, τη σφαγή της Ρουάντα, την τρομοκρατική επίθεση κατά των Δίδυμων Πύργων ή τον βομβαρδισμό της Βηρυτού από το Ισραήλ, αλλά παρόλα αυτά γνωρίζουμε δευτερογενώς τι συνέβη. Η τηλεοπτική μετάδοση γεγονότων δημιουργεί μια διευρυμένη δημόσια σφαίρα στην οποία δεν μετέχουμε με τις προσωπικές εμπειρίες που ανταλλάσσουμε στους κύκλους συναναστροφής μας, αλλά με τη διαμεσολαβημένη γνώση που μας παρέχουν τα ΜΜΕ. Το στοιχείο της διαμεσολαβημένης γνώσης είναι καθοριστικό για να κατανοηθεί επαρκώς ο ρόλος των ΜΜΕ, ιδιαίτερα της τηλεόρασης.

Η μιντιακή λογική

Τα ΜΜΕ αναφέρουν γεγονότα που δημιουργούν αίσθηση. Το σύνηθες, το κοινότοπο, και ο κανόνας συνήθως δεν καταγράφονται ειδησεογραφικώς – δεν συνιστούν ειδήσεις. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι όταν καταγράφονται, όπως π.χ. η κατάθεση του ετήσιου προϋπολογισμού στη Βουλή, δεν συνιστούν ενδιαφέρουσες ειδήσεις. Η μιντιακή λογική ωθεί τα ΜΜΕ να αναζητούν το ασύνηθες, το διαφορετικό, γιατί αυτά συνιστούν ενδιαφέρουσες ειδήσεις.

Τα ΜΜΕ όμως δεν αναφέρουν σκέτες ειδήσεις, αν με την έννοια αυτή εννοούμε ξερή παράθεση γεγονότων. Οι ειδήσεις τους διαφέρουν ουσιωδώς από το περιεχόμενο του αστυνομικού δελτίου, ή μιας δημόσιας υπηρεσίας – ανήκουν σε ένα άλλο είδος λόγου (genre). Οι ειδήσεις των ΜΜΕ είναι συνήθως, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ιστορίες – γεγονότα με πλοκή, πρωταγωνιστές, ενίοτε αγωνία, τελική έκβαση. Η λογική των ΜΜΕ είναι τέτοια που, στην προσπάθειά τους να παρακινήσουν και να κρατήσουν το ενδιαφέρον του κοινού, δραματοποιούν τα γεγονότα – υιοθετούν δραματικές αφηγήσεις, οι οποίες, σε μερικές ακραίες περιπτώσεις, παίρνουν τη μορφή σαπουνόπερας (π.χ. περίπτωση Ζαχόπουλου). Η μιντιακή πραγματικότητα είναι, κατά κανόνα, και σε ποικίλους βαθμούς, δραματοποιημένη πραγματικότητα, αφού με τον τρόπο αυτό εμπλέκεται περισσότερο το κοινό στα ιστορούμενα [2].

Η επιχειρηματική δραστηριότητα καθίσταται αντικείμενο αναφοράς από τα ΜΜΕ όταν κάτι ασυνήθιστο λαμβάνει χώρα, το οποίο συνήθως είναι είτε μια πρωτότυπη καινοτομία είτε μια οργανωσιακή ανωμαλία. Οι επιχειρηματικές καινοτομίες που αφορούν τη μεγάλη μάζα ανθρώπων είναι σπάνιες στην Ελλάδα και, σε κάθε περίπτωση, δεν συνιστούν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ειδήσεις σε μια χώρα ιδιαίτερα εθισμένη στην αυτο-υποτίμηση, με χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Εκείνο που «πουλάει» ιδιαίτερα είναι τα προβλήματα, οι ανωμαλίες, όπως π.χ. η ανάκληση ενός ελαττωματικού προϊόντος, ένα μεγάλο εργατικό ατύχημα, μια παρατεταμένη απεργία, μια διαμάχη με την τοπική κοινότητα, η παράκαμψη της νομοθεσίας, η επίδραση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο περιβάλλον. Τα γεγονότα αυτά συνιστούν παρεκκλίσεις, είτε από την νομοθεσία, είτε από εταιρικούς κανόνες και προδιαγραφές, είτε από την κανονικότητα, είτε από κοινωνικώς αποδεκτές συνήθειες και νόρμες, οπότε οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προσελκύουν αρνητική δημοσιότητα. Όσο μια παρέκκλιση παραμένει στο εσωτερικό της εταιρίας, συνιστά απλώς ένα οργανωσιακό πρόβλημα. Από τη στιγμή που εισέρχεται στη δημόσια σφαίρα μέσω των ΜΜΕ, τότε καθίσταται συμβολική κρίση [3]

Μελέτη περίπτωσης: Τα χαλασμένα γιαούρτια της ΦΑΓΕ

Τα ΜΜΕ χρησιμοποιούν τις εταιρικές παρεκκλίσεις ως πρώτη ύλη για να παράξουν ένα καθολικής εμβέλειας συμβολικό προϊόν – μετασχηματίζουν τις παρεκκλίσεις σε κρίση. Η περίπτωση της κρίσης των γιαουρτιών της ΦΑΓΕ είναι ενδεικτική. Όταν η εταιρία ανακάλυψε το 2005 ότι παρτίδες γιαουρτιού από την πιο δημοφιλή μάρκα της ήταν χαλασμένες, δεν είχε ακόμα μια κρίση στα χέρια της, αλλά ένα οργανωσιακό πρόβλημα. Ανακάλεσε 350,000 μονάδες και προσπάθησε να εντοπίσει τις γενεσιουργές αιτίες του προβλήματος. Το οργανωσιακό πρόβλημα ή παρέκκλιση μετατράπηκε σε συμβολική κρίση από τη στιγμή που κατέστη μιντιακό γεγονός. Σχετική έρευνα δείχνει ότι μέχρι τότε, μόνο όσοι είχαν δοκιμάσει χαλασμένο γιαούρτι γνώριζαν την ύπαρξη του προβλήματος, και οι περισσότεροι δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός, ούτε υπονομεύθηκε η εμπιστοσύνη τους στην εταιρία [4]. Μετά την προβολή του από τα ΜΜΕ, όμως, το γνώριζαν όλοι – το πρόβλημα πήρε άλλες διαστάσεις, μετατράπηκε σε συμβολική κρίση. Ακόμα και όσοι δεν έφαγαν το συγκεκριμένο γιαούρτι απέκτησαν τη σχετική διαμεσολαβημένη εμπειρία. Τα ΜΜΕ διεύρυναν τα όρια της κοινής εμπειρίας – κατασκεύασαν μια κοινή διαμεσολαβημένη εμπειρία: «το χαλασμένο γιαούρτι της ΦΑΓΕ και οι επιπτώσεις του στη δημόσια υγεία».

Μετά τη μιντιακή προβολή, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην εταιρία διασαλεύτηκε, τουλάχιστον προσωρινά. Ενώ μέχρι τότε, η δυσάρεστη προσωπική εμπειρία θεωρήθηκε ένα μεμονωμένο περιστατικό, μετά τον μιντιακό θόρυβο, οι καταναλωτές απέκτησαν αίσθηση γενικευμένων ρίσκων και άρχισαν να επανεξετάζουν την εμπιστοσύνη τους στην εταιρία [5]. Παραδόξως, η μιντιακή προβολή διόγκωσε το ρίσκο, και το φως των προβολέων κατέστησε την μέχρι τότε δεδομένη (και καλά εμπεδωμένη) εμπιστοσύνη των καταναλωτών αντικείμενο προβληματισμού. Η μετατροπή των προσωπικών εμπειριών σε διαμεσολαβημένες εμπειρίες από τα ΜΜΕ δεν γενικεύει μόνο τις σκόρπιες προσωπικές εμπειρίες, αλλά συνιστά μια μορφή μιντιακής δράσης (discursive action) στην οποία η εμπλεκόμενη εταιρία οφείλει να απαντήσει, επίσης μιντιακά, συντελώντας έτσι περαιτέρω στη γενίκευση της διαμεσολαβημένης εμπειρίας και στην περαιτέρω διασάλευση της εμπιστοσύνης. Το μιντιακό φως δεν φωτίζει πάντοτε, αλλά ενίοτε θαμπώνει.

Η προβολή της συγκεκριμένης κρίσης από τα ΜΜΕ δραματοποιήθηκε υπερβολικά [6]. Η κρίση ήταν πρώτο θέμα στους τηλεοπτικούς σταθμούς για 4 ημέρες. Το 82.5% των εφημερίδων αναφέρθηκαν σε αυτή χρησιμοποιώντας λεξιλόγιο που τόνιζε τους κινδύνους (ρίσκα) από την κατανάλωση χαλασμένου γιαουρτιού. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί αναφέρθηκαν παρομοίως στο συμβάν, τονίζοντας τις δυσμενείς συνέπειες για τη δημόσια υγεία, απόρροια της «κερδοσκοπικής» αντίληψης της εταιρίας και των ελλιπών κρατικών ελέγχων.

Στις συμβολικές κρίσεις, η πραγματικότητα δραματοποιείται, οι κίνδυνοι μεγεθύνονται και γενικεύονται. Η δραματοποίηση στην περίπτωση του γιαουρτιού περιελάμβανε απλούς καταναλωτές να αφηγούνται την εμπειρία τους, τη διαμάχη ειδικών για την εκτίμηση των κινδύνων, εικασίες για ιδιοτελή εταιρικά κίνητρα, εξαπατημένους καταναλωτές, ελλιπείς ελέγχους. Η δραματοποίηση συνοδεύτηκε με τη μιντιακή διόγκωση των κινδύνων. Ακόμα κι αν είχες φάει ένα χαλασμένο γιαούρτι, δεν διέτρεχες σοβαρό κίνδυνο για την υγεία σου. Η μιντιακή λογική, ωστόσο, μετέτρεψε τη «μούχλα» σε «κίνδυνο για τη δημόσια υγεία». Και μόνο ακούγοντας τους ειδικούς να μιλούν για το θέμα, σου μπαίνει στο μυαλό η υποψία – από δυσάρεστη προσωπική εμπειρία, η κατανάλωση μουχλιασμένου γιαουρτιού μετατρέπεται πλέον σε ρίσκο που αποτελεί αντικείμενο συζήτησης των ειδικών. Στην προσπάθειά τους να διατηρηθεί το ενδιαφέρον του κοινού, η δραματοποιημένη ιστορία αποκτά χαρακτηριστικά άτυπου τηλεοπτικού σήριαλ, το οποίο προβάλλεται για μέρες, με τους δικούς του πρωταγωνιστές και τη δική τους εξέλιξη. Όπως γίνεται συνήθως στα καφενεία, η συζήτηση επεκτείνεται σε παρεμφερή θέματα, όπως η κοινωνική ευθύνη της επιχείρησης και ο ρόλος τους κράτους.

ΜΜΕ, δραματοποίηση και δαιμονοποίηση

Τα ΜΜΕ μπορούν να αποτελέσουν έναν σοβαρό επικριτή των παρεκκλίσεων της επιχειρηματικής δραστηριότητας, και, στο μέτρο που αυτό συμβαίνει, λειτουργούν, εν δυνάμει, εξισορροπητικά στην ισχύ των επιχειρήσεων. Παρέχουν το οξυγόνο της δημοσιότητας που τόσο φοβούνται όσες επιχειρήσεις παρανομούν ή δεν ανταποκρίνονται στις κοινωνικές προσδοκίες. Η δραματοποίηση προς την οποία ρέπουν τα ΜΜΕ, δεν οδηγεί απαραίτητα στη δαιμονοποίηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η περιβαλλοντική καμπάνια του Σκάϊ, για παράδειγμα, στο θέμα του Ασωπού, ή η κάλυψη του θέματος των δωροδοκιών της Siemens από τον ίδιο σταθμό, ή η κάλυψη της διαμάχης της Shell με την Greenpeace στη Βόρεια Θάλασσα το 1995 από τα βρετανικά ΜΜΕ [7], είναι παραδείγματα δραματοποιημένων αφηγήσεων, οι οποίες, ωστόσο, μπορούν να έχουν θετική επίδραση στο δημόσιο διάλογο.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη θετική δραματοποίηση είναι βεβαίως η δραματική αφήγηση, η οποία εστιάζεται στα συγκεκριμένα περιστατικά και τους πρωταγωνιστές τους, στις συνοδεύουσες τυχόν παρανομίες ή αστοχίες της εμπλεκόμενης εταιρίας, καθώς και στα βαθύτερα αξιακά διακυβεύματα τα οποία συχνά έχουν διλημματικό χαρακτήρα. Πρέπει λ.χ. να πετάμε μια άχρηστη πλατφόρμα πετρελαίου στον ωκεανό; Ακόμα κι αν δεν υπάρχει σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, ή αν υπάρχει αλλά είναι ελλιπές και αντιφατικό, πρέπει μια εταιρία να μεριμνά για τη μεγιστοποίηση του συμφέροντός της και μόνον, ή να επιδεικνύει κοινωνικά υπεύθυνη συμπεριφορά, ακόμα κι αν αυτή αποβαίνει σε βάρος των κερδών της; Αν η δωροδοκία ξένων αξιωματούχων δεν είναι αδίκημα (όπως συνέβαινε μέχρι το 1998 στη Γερμανία), πρέπει μια εταιρία να επιδίδεται σε αυτή; Τα συγκεκριμένα περιστατικά, στο μέτρο που καθίστανται αντικείμενα λελογισμένης και υπεύθυνης μιντιακής δραματοποίησης, μετατρέπονται σε μελέτες περιπτώσεων προκειμένου να στοχασθούμε τα αντίστοιχα αξιακά διακυβεύματα. Με λίγα λόγια, οι συμβολικές κρίσεις, κατάλληλα επεξεργασμένες, μπορούν να μας προβληματίσουν.

Η αρνητική δραματοποίηση ή δαιμονοποίηση, αντιθέτως, παράγεται όταν τα ΜΜΕ εκλαμβάνουν την παρέκκλιση ως απορρέουσα από την ίδια την επιχειρηματική λογική. Σύνθετα προβλήματα – τεχνικά, νομικά, οικολογικά, οικονομικά, αλλά και ανθρώπινες αβλεψίες – απλοποιούνται και θεωρούνται ως επιφαινόμενα μια βαθύτερης παθολογίας η οποία αναπότρεπτα μαστίζει τις επιχειρήσεις. Η παθολογία αυτή εντοπίζεται στην εικαζόμενη λειτουργία των επιχειρήσεων ως εγγενώς άπληστες μηχανές συσσώρευσης κερδών. Η δαιμονοποιητική λογική παραγνωρίζει τη συνθετότητα της επιχειρηματικής λειτουργίας, το θεσμικό περιβάλλον και τις κοινωνικές αξίες που περιβάλλουν την επιχείρηση, τις αντιφατικές αξίες που συχνά διέπουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων και τους απαραίτητους στρατηγικούς συμβιβασμούς (trade-offs) που πρέπει να γίνουν, καθώς και τους ενδο-επιχειρησιακούς συσχετισμούς ισχύος, για να προβάλλει τις επιχειρήσεις ως περισσότερο μονολιθικές και περισσότερο ορθολογικές απ’ ότι είναι. Με λίγα λόγια, η δαιμονοποιητική λογική υποστασιοποιεί τις επιχειρήσεις, των οποίων τα κίνητρα συναιρεί στο εξής ένα: την ιδιοτελή συμπεριφορά. Ακραία παραδείγματα άπληστης εταιρικής συμπεριφοράς θεωρούνται ως αντιπροσωπευτικά της συνολικής επιχειρηματικής λειτουργίας.

Η δαιμονοποίηση της επιχειρηματικής λειτουργίας συναντάται σε κοινωνίες με δεσπόζουσα λαϊκιστική κουλτούρα, χαμηλή εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς και τις επιχειρηματικές οργανώσεις, διαπλεκόμενα με την πολιτική και οικονομική εξουσία ΜΜΕ, προβληματικές επιχειρηματικές πρακτικές, και όχι ιδιαίτερα απαιτητικά κριτήρια δημοσιογραφικού επαγγελματισμού. Σχεδόν κάθε επιχειρηματική συμβολική κρίση στην Ελλάδα καταλήγει σε ανηλεή κριτική του «ανεπαρκούς» κράτους και της «άπληστης» ιδιωτικής πρωτοβουλίας – τα δύο σταθερά μοτίβα του δημόσιου λόγου στη χώρα μας.

Η έννοια του κέρδους στη Ελλάδα δεν απολαμβάνει ευρείας ηθικής νομιμοποίησης και συγχέεται συχνά με την καιροσκοπική επιδίωξη της «κονόμας» και την «αρπαχτής». Το κράτος είναι αποδεδειγμένα ανεπαρκές και επιζητούμε διαρκώς ευκαιρίες να το μαστιγώνουμε, ίσως γιατί δεν επιθυμούμε στα σοβαρά να κάνουμε κάτι ριζικό για να το αλλάξουμε, οπότε αρκούμαστε στην εκτόνωση μέσω της μιντιακής κριτικής. Αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις (ιδιαίτερα μικρομεσαίες) δεν φημίζονται για τη νομιμοφροσύνη τους, προσπαθώντας να μειώσουν τα κόστη τους, να παρακάμψουν τα γραφειοκρατικά κόστη που επιβάλει η συχνά δαιδαλώδη δημόσια διοίκηση και να αυξήσουν παντοίω τρόπω τα κέρδη τους. Διαπλεκόμενα με επιμέρους εξουσίες ΜΜΕ, στερούνται συχνά της δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας να θίξουν θέματα που δεν είναι αρεστά στα αφεντικά τους. Και αντιστρόφως: συγκεκριμένα ΜΜΕ ενδέχεται να «αγιογραφούν» συγκεκριμένες επιχειρήσεις, όταν μάλιστα, διόλου τυχαία, κύριοι μέτοχοί τους είναι οι ιδιοκτήτες αυτών των επιχειρήσεων. Όπως έδειξε και η «σαπουνόπερα» Ζαχόπουλου, το δημοσιογραφικό επάγγελμα βρίσκεται κοντά στα όρια της ανυποληψίας, δίχως κοινά συμφωνημένους κανόνες δεοντολογίας, με ανεπαρκή αυτορρύθμιση, ανεκκαθάριστα μητρώα, ενίοτε με ασύστολη διαπλοκή με πολιτικές και οικονομικές εξουσίες, και περισσότερο συντεχνιακό και λιγότερο επαγγελματικό λόγο.

Κι όλα αυτά σε μια χώρα, στην οποία ο γενικευμένος ισοπεδωτικός λαϊκισμός υποπτεύεται κάθε οργανωμένο θεσμό, υπερασπίζεται τον καθένα που καταφέρνει να εμφανιστεί «αδικημένος», απεχθάνεται την έλλογη εξουσία, δυσκολεύεται να υπαγάγει τη συμπεριφορά αρχόντων και αρχομένων σε νόμους καθολικής ισχύος, και φθονεί την επιτυχία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα μίντια ρέπουν στη δαιμονολογία, στο μέτρο που εκφράζουν τις διάχυτες κοινωνικές αντιλήψεις και θεσμικές πρακτικές. Σε μια χώρα με κουλτούρα χαμηλής εμπιστοσύνης, οι επιχειρηματικές παρεκκλίσεις λειτουργούν ως αυτο-εκπληρούμενη προφητεία προβαλλόμενες από τα ΜΜΕ: επιβεβαιώνουν ότι κανέναν δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι. Η δαιμονολογία ανακουφίζει προσωρινά αφού κατασκευάζει βολικούς εχθρούς εκτονώνοντας τα λαϊκά αισθήματα, αλλά δεν προάγει τη σύνθετη σκέψη, ούτε ενισχύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Οταν τα ΜΜΕ λειτουργούν δαιμονοποιητικά, ενισχύουν τους φαύλους κύκλους που διογκώνουν τα προβλήματα και εκτρέφουν τη δυσπιστία. Στον καθρέφτη των ΜΜΕ οι κοινωνίες βλέπουν τον εαυτό τους.


Παραπομπές

[1] Thompson, J.B. (1995) The Media and Modernity, Cambridge: Polity Press, Κεφ.3. Βλέπε επίσης: Tsoukas, H. (1997) The tyranny of light: The temptations and the paradoxes of the information society, Futures, 29:827-843

[2] Rindova, V.P., Pollock, T.G. & Hayward M.L.A. (2006) Celebrity firms: The social construction of market popularity, Academy of Management Review, 31:50-71

[3] Τσούκας, Χ. & Κορώνης Ε., Κρίση, δράμα και κάθαρση στις σύγχρονες κοινωνίες, Καθημερινή, 12/5/2007

[4] Koronis, E., Yannopoulou, N. & Elliott, R. (υπό δημοσίευση), How brand crises affect trust, European Journal of Marketing, σ .11

[5] ο.π., σ.16

[6] ο.π., σ.14

[7] Tsoukas, H. (1999) David and Goliath in the risk society: Making sense of the conflict between Shell and Greenpeace in the North Sea, Organization, 6:499-528

Κείμενο εισήγησης στο Ανοικτό Φόρουμ 2008, «ΜΜΕ: Δεοντολογία, κέρδος και εξουσία», Αθήνα, 9 Απριλίου 2008

Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

Θεμελιοκράτες και αναστοχαστικοί


Όταν βλέπω τι γίνεται στο θεοκρατικό Ιράν με καταλαμβάνει μια αίσθηση ευγνωμοσύνης που έτυχε να γεννηθώ Ευρωπαίος. Όταν διαβάζω δηλώσεις μερικών ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος, απογοητεύομαι μεν ως χριστιανός, χαίρομαι δε που ζω σε ένα κράτος δικαίου. Για τους θεμελιοκράτες της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ), το Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης (ΣΕΣ) που σχεδιάζει να νομοθετήσει η κυβέρνηση αποτελεί «καταστροφική βόμβα στα θεμέλια της χριστιανικής οικογενείας και όλης της ελληνικής κοινωνίας». Η φράση αυτή είναι αποκαλυπτική (με τη διπλή έννοια του όρου). Πάσχει λογικά και ουσιαστικά.

Αν επέλεξα να τελέσω χριστιανικό γάμο και πασχίζω να ζήσω με βάση τις αρχές της χριστιανικής πνευματικότητας, γιατί το ΣΕΣ θα διαλύσει την οικογένειά μου; Με ποια λογική συνεπαγωγή, το γεγονός ότι ο γείτονάς μου ενδεχομένως επιλέξει το ΣΕΣ, θα δυναμιτίσει τη δική μου χριστιανική οικογένεια; Κάτι λείπει…

Οι ιεράρχες οδηγούνται σε λογικά σφάλματα όχι γιατί στερούνται ευφυΐας, αλλά διότι αντιλαμβάνονται τη χριστιανική πίστη με μη πνευματικούς όρους. Ο Χρήστος Γιανναράς το έθεσε εξαιρετικά («Καθημερινή», 16/3/2008): «Οι Χριστιανοί που μετέχουν στο μυστήριο του ευχαριστιακού δείπνου δεν ζητάνε να ακυρωθεί κάθε άλλο δείπνο, κάθε άλλη λήψη τροφής. Και όσοι χριστιανοί μετέχουν στο μυστήριο του Γάμου δεν απαιτούν να θεωρείται μόνο ο δικός τους γάμος νόμιμος και κάθε άλλος γάμος «παλλακεία και πορνεία»». Το μυστήριο του γάμου για τον χριστιανό δεν είναι απλή σύμβαση, αλλά άθλημα σχέσης· τον ενδιαφέρει ο αγώνας του για την πληρότητα στη ζωή, δεν κρίνει φαρισαϊκά τους άλλους. Οι ελλαδικοί ιεράρχες διαρκώς κρίνουν – όχι βεβαίως τον προκλητικό υλισμό τους, το συναγελασμό τους με τους ισχυρούς και την αθεολόγητη σκέψη τους, αλλά πως ζουν οι «άλλοι».

Η μείζων πρόκληση για έναν χριστιανό σήμερα είναι να ζει σε μια όλο και πιο μη θρησκευτική, μη παραδοσιακή, πλουραλιστική κοινωνία. Στις ανεπτυγμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι άνθρωποι έχουν διαρκώς περισσότερες επιλογές. Επιλέγουν τι θα αγοράζουν, τι θα ψηφίζουν, που θα εργάζονται, πως θα μεγαλώνουν τα παιδιά τους, πως θα γεννάνε, πως θα κηδεύονται, πως θα ζουν. Μπορούν και επιλέγουν γιατί γνωρίζουν: από τα διαφορετικά ring tones των κινητών και τις συνθήκες παραγωγής των μπανανών και του καφέ, μέχρι τα ενδεχόμενα ιατρικά προβλήματα στην ανάπτυξη του εμβρύου και τις επιπτώσεις των αεροπορικών μετακινήσεων στο κλίμα του πλανήτη. Οι κοινωνίες γίνονται ολοένα και περισσότερο αναστοχαστικές.

Θάθελα τα παιδιά μου να παντρευτούν με χριστιανικό γάμο, αλλά ξέρω ότι δεν μπορώ (και δεν θέλω) να το επιβάλλω. Μεγαλώνουν σε μια πλουραλιστική κοινωνία, στην οποία μπορούν να επιλέξουν πως θα ζήσουν. Το δικό μου καθήκον είναι να τα βοηθήσω να μπορέσουν να κάνουν έλλογες επιλογές. Η ελευθερία επιλογών δεν ακυρώνει την παράδοση – τον τρόπο ζωής στον οποίο, κατ’ ανάγκην, κοινωνικοποιήθηκαν – αλλά, στην αναστοχαστική κοινωνία, η παράδοση πρέπει να αιτιολογεί την ύπαρξή της.

Οι θεμελιοκράτες υπερασπίζονται την παράδοση με παραδοσιακό τρόπο – θεωρούν αυτονόητη την αποδοχή της. Η ΔΙΣ δεν μπορεί να διανοηθεί εναλλακτικές μορφές συμβίωσης και θέλει να επιβάλλει τη δική της εκδοχή σε όλη την κοινωνία. Στην αναστοχαστική κοινωνία, η παράδοση δεν εκλείπει, αλλά πρέπει να υπερασπίσει τον εαυτό της έναντι άλλων παραδόσεων: οφείλει να δίνει λόγο για τις πρακτικές της και είναι, δυνητικά, αναθεωρήσιμη. Η παράδοση γίνεται όλο και περισσότερο διαλογική, θέτει προς συζήτηση τις παραδοχές της, αποκτά επίγνωση της μερικότητάς της. Αυτό οι θεμελιοκράτες της ΔΙΣ δεν το ανέχονται, γι αυτό και ο λόγος τους είναι τόσο μονολογικός, τόσο «χομεϊνικός».

Προσέξτε τη γλώσσα του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ. Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το ΣΕΣ, ισχυρίζεται τα εξής: «Η έναρξη έργου νομοπαρασκευαστικών επιτροπών με αντικείμενο την παραγωγή νομοθετημάτων για την περιβολή με το νομικό κύρος της ελληνικής πολιτείας της ελεύθερης συμβίωσης ετεροφύλων και ομοφύλων ζευγαριών αποτελεί εντεταλμένη υπηρεσία από εξωθεσμικά κέντρα γνωστού λόμπι πέρα του Ατλαντικού, τα οποία απεργάζονται τον εκχυδαϊσμό, την αποϊεροποίηση και την καταδολίευση της ανεπανάληπτης αξίας του ανθρωπίνου προσώπου γενικά και εν προκειμένω και του έλληνα ορθοδόξου, ο οποίος άσχετα εάν είναι απόλυτα συνειδητοποιημένος ή όχι διατηρεί στον ψυχισμό του τα ζώπυρα της ενοράσεως του κόσμου ως εφαλτηρίου θέωσης και υπέρβασης του κτιστού με την είσδυση και την κοινωνία με τον άκτιστο Δημιουργό όλου του αξιακού δυναμικού της ανθρώπινης ύπαρξης» («Το Βήμα», 6/4/2008). Δεν γνωρίζω τι θέλει να πει ο ποιητής, γνωρίζω όμως ότι δεν θα πείσει πολλούς.

Συγκρίνετε τώρα τον δαιμονοποιητικό λόγο του κ.Σεραφείμ με τον ζωογόνο πνευματικό λόγου του πατέρα Φιλόθεου Φάρου, συγγραφέα, πρώην διδάσκοντα στην Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη, με συμβουλευτική πείρα σε αμερικανικά νοσοκομεία και στο Κέντρο Νεότητας της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Σχολιάζοντας την ανακοίνωση της ΔΙΣ, με την οποία χαρακτηρίζεται «πορνεία» κάθε σχέση συμβίωσης εκτός χριστιανικού γάμου, ο πατέρας Φιλόθεος παρατηρεί: «[Η ανακοίνωση της ΔΙΣ] δείχνει την ουσιαστική απομάκρυνση από το πνεύμα του Ευαγγελίου. Κατά την γνώμη μου διαστρέφεται το πνεύμα της διδασκαλίας του Ιησού Χριστού. Οι κανόνες, σύμφωνα με την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, είναι φάρμακα και παιδαγωγικά μέτρα που χρησιμοποιούνται κατά την κρίση του πνευματικού. Δεν είναι νόμοι. Ο Χριστός άλλωστε ήρθε για να αλλάξει το καθεστώς της ιουδαϊκής παράδοσης και ιδιαίτερα της φαρισαϊκής. Και ζητάει την επιδίωξη της εσωτερικής αναπτύξεως. Όχι την αντιμετώπιση του κακού με μια νομική και αστυνομική αντίληψη. Όμως μέσα στη ζωή της Εκκλησίας το ιουδαϊκό φαρισαϊκό πνεύμα έχει εισχωρήσει από πολύ νωρίς. Ο Χριστός λέει ότι πορνεία και άλλα κακά πράγματα έρχονται από την καρδιά του ανθρώπου. Δεν καταδικάζει κανέναν αμαρτωλό. Μόνο τον υποκριτή. Το πνεύμα του Χριστού δεν είναι νομικό, αλλά προσπαθεί να δείξει ποια είναι η ουσία της αμαρτίας. Δεν είναι μια εξωτερική συμπεριφορά. Για παράδειγμα φόνος για τον Χριστό είναι η απόρριψη του άλλου. Συνεπώς στη διδασκαλία του δεν χωράει η “αυτοδικαίωση”. Κανείς δεν μπορεί να λέει εγώ είμαι ενάρετος και να κατηγορεί κάποιον άλλο σαν αμαρτωλό» («Καθημερινή», 6/4/2008).

Διαβάστε επίσης την ωραιότατη συνέντευξη του Μητροπολίτη Διοκλείας Κάλλιστου Γουέαρ, ενός διεθνώς σημαντικού Ορθόδοξου Χριστιανού στοχαστή, πρώην πανεπιστημιακού δασκάλου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υπεύθυνου για την Ορθόδοξη ενορία της Οξφόρδης. Απαντώντας στο ερώτημα για τη χριστιανική ταυτότητα σε μια Ευρώπη στην οποία όλο και λιγότεροι άνθρωποι αυτοπροσδιορίζονται χριστιανοί, ο κ.Κάλλιστος παρατηρεί: «Όταν κοιτώ την Ευρώπη ως πνευματική οντότητα, και όχι απλώς ως γεωγραφική περιοχή, αυτό που μου φαίνεται ότι έχει ύψιστη σημασία για την ιδέα της Ευρώπης είναι ο σεβασμός στην ελευθερία της συνείδησης, ο σεβασμός για την αξιοπρέπεια του καθενός ανθρώπινου προσώπου. Είναι η ιδέα ότι ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ακολουθεί την προσωπική του συνείδηση προκειμένου να κάνει τις ηθικές του επιλογές, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είναι καταστροφικές για τη ζωή της κοινότητας. Οπότε, ο σεβασμός για την ελευθερία του κάθε προσώπου είναι αυτό που θα θεωρούσα ως το ουσιώδες συστατικό της Ευρώπης σήμερα. Εμείς οι χριστιανοί μπορούμε να συνεργαστούμε άριστα με ανθρώπους που δεν έχουν καμία θρησκευτική πίστη ή που ανήκουν σε άλλες πίστεις, εφόσον μοιραζόμαστε αυτόν τον σεβασμό στην ελευθερία του ανθρώπου» («Καθημερινή», 20/1/2008).

Προσέξτε τη διαφορά λόγου: ο κρυπτο-ολοκληρωτικός θεμελιοκράτης κρίνει, συνωμοσιολογεί και αυτοαναφέρεται· ο ελευθεριακός αναστοχαστικός κατανοεί, ανοίγεται και διαλέγεται. Δεν ξέρω ποιόν προτιμάτε, μαντεύετε όμως ποιόν επιλέγω.

Συντετμημένη εκδοχή του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 13 Απριλίου 2008

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

Η μη γελοιοποίηση ως εθνικό επίτευγμα!


Το πολιτικό κατεστημένο πανηγυρίζει: κατατροπώθηκε ο νεομακεδονικός Δαβίδ, η χώρα έδειξε σε όλους ότι διαθέτει «αυτοπεποίθηση»! Μετά από 17 ολόκληρα χρόνια, ζητάμε (σχεδόν εκλιπαρούμε) σήμερα αυτό που έπρεπε, από το 1991, να είναι η διαπραγματευτική αφετηρία – η σύνθετη ονομασία της ΠΓΔΜ – και η αδιαπραγμάτευτη θέση – όχι στον αλυτρωτισμό. Ιδού η καθυστέρησή μας ανάγλυφη: ανίκανοι να κάνουμε με θάρρος ένα βήμα μπροστά, αδύναμοι να σκεφτούμε διορατικά, παγιδευμένοι στις ιδεοληψίες μας, αφήσαμε ένα πρόβλημα ήσσονος σημασίας να διαιωνίζεται και σπαταλούμε σήμερα πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο, όταν οι σημαντικότερες εκκρεμότητες της εξωτερικής μας πολιτικής – η εξής μία: οι σχέσεις μας με την Τουρκία – παραμένουν ως έχουν, δίχως προοπτική αποτελεσματικής αντιμετώπισης.

Ακριβώς περί αυτού πρόκειται: η πολιτική μας ελίτ δεν διαθέτει προ-οπτική. Φυσικά δεν εκπλήσσει: οι άνθρωποι που δεν μπορούν να διαχειριστούν τα σκουπίδια, που δεν μπορούν να εγγυηθούν την επάρκεια ηλεκτρικού ρεύματος το καλοκαίρι, είναι δυνατόν να σκεφτούν το «παίγνιο» των διεθνών σχέσεων της χώρας με όρους στρατηγικής προοπτικής; Στη δεκαετία του 1990, η δημαγωγική αντιπολίτευση του Ανδρέα Παπανδρέου και η εθνικιστική ρητορική του Αντώνη Σαμαρά καθήλωσαν την κυβέρνηση Μητσοτάκη σε αμυντική διαχείριση του μακεδονικού προβλήματος. Ο δημόσιος λόγος σε όλη τη δεκαετία του 1990 είχε καταληφθεί από τους «αισθηματίες» εθνοκαπήλους. Ποιος ενδιαφερόταν για ορθολογική στρατηγική; Σήμερα πασχίζουμε να διορθώσουμε τα λάθη του ’90.


Θεωρούμε επιτυχία όχι ένα εθνικό επίτευγμα που προάγει τη διεθνή θέση της χώρας ή επιλύει μια σημαντική φθοροποιό εκκρεμότητα, όπως ήταν η Συμφωνία του Ελσίνκι το 1999, με την οποία η Τουρκία δεσμευόταν να τηρήσει ένα χρονοδιάγραμμα για την επίλυση των διμερών διαφορών, ή η τεράστια διπλωματική επιτυχία της εισόδου της Κύπρου στην ΕΕ το 2004 χωρίς να λυθεί το Κυπριακό, αλλά το ότι διασώσαμε τη στοιχειώδη εθνική αξιοπρέπειά μας προβάλλοντας βέτο στην ΠΓΔΜ! Είναι σα να κερδίζεις μια παρτίδα τένις, σε ένα παιχνίδι στο οποίο έχασες τις περισσότερες από τις προηγούμενες, κι αυτό να σε κάνεις ευτυχισμένο! Ο πήχης έχει πέσει τόσο χαμηλά, που ανεβαίνει η αυτοεκτίμησή μας με τις τρικλοποδιές που βάζουμε στους αντιδίκους μας. Κάνουμε σημειωτόν και νομίζουμε ότι τρέχουμε!

Γιατί πανηγυρίζει σήμερα η κυβέρνησή μας και το μιντιακό σύστημα; Για το ότι κερδίσαμε μια μάχη σε έναν χαμένο πόλεμο. Ο πόλεμος χάθηκε από τη στιγμή που η μέχρι το 1991 Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας αποφάσισε να κηρύξει την ανεξαρτησία της σε μια καταρρέουσα χώρα. Καταφέραμε και επιβάλλαμε το όνομα «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», την ίδια στιγμή που φωνάζαμε «όχι στο όνομα Μακεδονία και τα παράγωγά του». Μα από τη στιγμή που αναγνωρίζεις κάποιον με τον πρώην όνομά του, αναγνωρίζεις εμμέσως το δικαίωμά του να χρησιμοποιεί την απαγορευμένη λέξη. Το παράγωγο ενός ονόματος προκύπτει και από την άρνησή του. Στοιχειώδες αγαπητέ Γουότσον!

Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Από τη στιγμή που κάποιο έθνος αυτο-κατανοείται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να αλλάξεις την αντίληψή του για τον εαυτό του. Αν διαθέτεις στρατηγικό νου, αυτό που επιβάλλεται να κάνεις είναι να προσπαθήσεις να αποτρέψεις τυχόν εδαφικές βλέψεις του στο έδαφός σου. Οι υπεύθυνες κυβερνήσεις μεριμνούν πρωτίστως για την εδαφική ακεραιότητα των χωρών τους και την ασφάλεια των κατοίκων τους. Οι ανεύθυνες, εθνοαερολογούν, σκεπτόμενες τις επόμενες εκλογές.

Ας δεχτούμε, όμως, ότι οι βόρειοι γείτονές μας πείθονται να μετονομαστούν σε «Νέα Μακεδονία». Τι θα αλλάξει; Θα πάψουν να κατασκευάζουν την ιστορία τους με τον χονδροειδή, ομογενοποιητικό τρόπο που το κάνουν; Θα σταματήσουν να προβάλλουν τη «μακεδονική» τους ταυτότητα; Μπορούμε να τους πιέσουμε να αλλάξουν το όνομά τους, δεν μπορούμε όμως να κάνουμε απολύτως τίποτα στο πεδίο της διαμόρφωσης της εθνικής τους συνείδησης. Αν θέλουν να προβάλλουν τον Μέγα Αλέξανδρο ως πρόγονό τους, αν θέλουν να αυτοχαρακτηρίζονται ως απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων, αν πιστεύουν ότι οι Έλληνες διέπραξαν γενοκτονίες σε βάρος τους, τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε επισήμως να τους εμποδίσουμε. Την ιστορική τους συνείδηση την πλάθουν μόνοι τους οι λαοί, δεν αποτελεί αντικείμενο ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Προς τι λοιπόν ο φετιχισμός του ονόματος;

Η απάντηση είναι απλή. Ό,τι και να λένε οι πολιτικάντηδες, δεν διαθέτουμε εθνική αυτοπεποίθηση, γι αυτό και αντιδρούμε αμυντικά, σχεδόν συμπλεγματικά. Αισθανόμαστε ένα μικρό και ανάδελφο έθνος, δίχως σύγχρονα επιτεύγματα από τα οποία να αντλήσουμε υπερηφάνεια, γι αυτό αντιμετωπίζουμε το αρχαίο παρελθόν μας ως σανίδα σωτηρίας στην τρικυμία της παγκοσμιοποίησης. Μη διαθέτοντας την ωριμότητα που συνήθως επιφέρει η οικονομική, τεχνολογική και πολιτιστική επιτυχία στο σύγχρονο κόσμο, παρασυρόμαστε από ιδιοτελείς και μικρονοϊκούς δημαγωγούς· αντιδρούμε σαν τα μικρά παιδιά που τους πήραν το αρκουδάκι που τους χαρίζει ασφάλεια. Αρνούμαστε να ενηλικιωθούμε: να μοιραζόμαστε τα παιχνίδια με τους άλλους. Ακόμη χειρότερα: είναι τόσο χαμηλές οι προσδοκίες μας, που εκλαμβάνουμε τη μη γελοιοποίηση ως εθνικό επίτευγμα!

Συντετμημένη εκδοχή δημοσιεύθηκε στο Κέρδος, 8 Απριλίου 2008

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2008

Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη: Συμφέρει να είσαι καλός!


Συζητούσα τις προάλλες με τον διευθύνοντα σύμβουλο μιας από τις μεγαλύτερες και διαπρεπέστερες ελληνικές επιχειρήσεις, η οποία διακρίνεται για την προσήλωσή της στις αξίες της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης που εσκεμμένα υιοθέτησε πριν από μερικά χρόνια. Τον ρώτησα γιατί αποδίδει τόση σημασία στην κοινωνική ευθύνη της επιχείρησής του, ενώ, εκ πρώτης όψεως, η κερδοφορία και η ανταγωνιστικότητα είναι αυτά που, λογικά, θάπρεπε να τον ενδιαφέρουν. Η απάντησή του ήταν αφοπλιστικά απλή: «η κοινωνική ευθύνη για μας είναι good business». Η φράση αυτή είναι πιο βαθιά από όσο θα νόμιζε κανείς.

Στην εποχή του ανεπτυγμένου μεταβιομηχανικού καπιταλισμού (την εποχή που οι κοινωνιολόγοι ονομάζουν ύστερη νεωτερικότητα) οι επιχειρήσεις κρίνονται σε δύο πεδία: στην οικονομική αγορά αφενός και στο πεδίο της κοινωνικής νομιμοποίησης αφετέρου. Η σημασία των κριτηρίων της αγοράς είναι προφανής για μια επιχείρηση: αν δεν είναι ανταγωνιστική, δεν θα μακροημερεύσει. Αλλά δεν αρκεί μόνο η οικονομική επιτυχία. Μια επιχείρηση, για να υπάρχει και να ευημερεί, πρέπει να διαθέτει και την κοινωνική νομιμοποίηση. Αν τα κέρδη τα αποφέρουν οι πελάτες, τη νομιμοποίηση την παρέχουν οι πολίτες.

Μια επιχείρηση δεν υπάρχει στο κενό. Λειτουργεί σε ένα ιστορικώς διαμορφωμένο αξιακό περιβάλλον, το οποίο κατ΄ ανάγκην αντικατοπτρίζεται και στη λειτουργία της επιχείρησης. Παραδείγματος χάριν, σε μια κοινωνία υψηλής περιβαλλοντικής ευαισθησίας όπως η Γερμανική, οι κύριοι θεσμοί της, όπως είναι μεταξύ άλλων η επιχείρηση, δεν μπορεί παρά να εκφράζουν, κατ’ αρχήν, τις κοινωνικές αξίες της περιβαλλοντικής ευσυνειδησίας. Δεν πρόκειται μόνο για την τήρηση των συναφών νόμων. Πρόκειται και για την προσδοκία που έχουμε ως καταναλωτές-πολίτες ότι η επιχείρηση συμπεριφέρεται με τρόπο που αντανακλά τις βασικές κοινωνικές αξίες στη λειτουργία της. Η επιχείρηση υπάρχει επειδή, σε μια δημοκρατική κοινωνία τουλάχιστον, της δίνουμε το δικαίωμα να υπάρχει. Το δικαίωμα αυτό δεν είναι μόνο νομικό αλλά και ηθικό. Ο φορέας του οφείλει να επιβεβαιώνει ότι είναι άξιος να το κατέχει, συμμορφούμενος με τις αξίες της κοινωνίας.

Η επιχείρηση δεν κάνει μόνο μπίζνες αλλά παράγει και εξωτερικότητες - η οικονομική της δραστηριότητα επηρεάζει το περιβάλλον, την υγεία, ενίοτε θέτει νέα διλήμματα στην κοινωνία (π.χ. μεταλλαγμένα τρόφιμα, κίνδυνοι από τη διαχείριση αποβλήτων), και επηρεάζει την ευημερία της τοπικής κοινότητας στην οποία δραστηριοποιείται. Οι εξωτερικότητες δεν είναι δεδομένες, αλλά διαρκώς αναθεωρούμενες, ανάλογα με τις ισχύουσες κοινωνικές αντιλήψεις, την πρόοδο της επιστήμης, και τη διάχυση των πληροφοριών.

Γνωρίζουμε σήμερα λ.χ. ότι ένα μεγάλο πρόβλημα υγείας στις ανεπτυγμένες κοινωνίες είναι η παχυσαρκία και τα οικονομικά προβλήματα που δημιουργεί, εξαιτίας των προκαλουμένων παθήσεων, στα δημόσια συστήματα υγείας. Η άσκηση πιέσεων από την κοινωνία των πολιτών, τις ρυθμιστικές αρχές, και τις κυβερνήσεις στις εταιρίες τροφίμων, προκειμένου να βελτιώσουν τη διαθρεπτική αξία των προϊόντων τους, έτσι ώστε να μειωθεί η πιθανότητα παχυσαρκίας, είναι μια απόπειρα για τη διαχείριση της συναφούς εξωτερικότητας. Αν δούμε την επιχείρηση όχι μόνο ως εμπρόθετο μηχανισμό παραγωγής πλούτου αλλά και ως μηχανισμό παραγωγής (απρόθετων) εξωτερικοτήτων, τότε ο τρόπος που κάνει μπίζνες μια επιχείρηση είναι πολύ σημαντικός για το αν θα συνεχίσει επί μακρόν να κάνει μπίζνες.

Με άλλα λόγια, η επιχείρηση δεν είναι απλώς μια οικονομική μηχανή – πρωτίστως είναι ένας κοινωνικός θεσμός εμπρόθετης παραγωγής πλούτου, αλλά και άλλων απρόθετων συνεπειών που συνοδεύουν την παραγωγή πλούτου. Αν δούμε την επιχείρηση με θεσμικούς όρους, τότε διευρύνουμε την οπτική μας γωνία έτσι ώστε να συμπεριλάβουμε το αξιακό σύστημα εντός του οποίου λειτουργεί η επιχείρηση, καθώς και το αξιακό σύστημα που η ίδια δημιουργεί ως συλλογική οντότητα. Ένα κοινωνικό δημιούργημα, όπως η επιχείρηση, καθίσταται θεσμός από τη στιγμή που εμποτίζεται από αξίες πέραν αυτών που σχετίζονται με τις λειτουργικές της ανάγκες.

Ως θεσμός, η επιχείρηση διαπερνάται από αξίες που χαρακτηρίζουν το ευρύτερο κοινωνικό σύστημα εντός του οποίου λειτουργεί, και διεκπεραιώνει αυτονόητες σε αυτό λειτουργίες. Αν λ.χ. μια κοινωνική κουλτούρα είναι εξισωτική και δεν βλέπει με καλό μάτι τις τεράστιες διαφορές αμοιβών μεταξύ των επικεφαλής και των απλών εργαζομένων σε μια επιχείρηση, όπως συμβαίνει στις Σκανδιναβικές χώρες, τότε είναι πολύ πιθανόν αυτή η κοινωνική προσδοκία να μεταφρασθεί σε σχετικά μικρές διαφορές ενδοεταιρικών αμοιβών (πράγμα που συμβαίνει). Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και αντιστρόφως. Αποτυπώνοντας, στη δομή και τη λειτουργία της, ευρύτερες κοινωνικές αξίες, η επιχείρηση αυξάνει την κοινωνική αποδοχή της.

Η ιδιαιτερότητα των κοινωνιών της ύστερης νεωτερικότητας είναι ότι συνιστούν κοινωνίες οι οποίες είναι (α) μιντιακά ενοποιημένες, σε πλανητικό, πλέον, επίπεδο, στις οποίες οι πληροφορίες διαδίδονται ταχύτατα σε πραγματικό χρόνο, με τρόπο που να συγκροτείται μια διευρυμένη δημόσια σφαίρα, (β) πλουραλιστικές, στις οποίες δραστηριοποιούνται, ενίοτε μαχητικά, πληθώρα αξιακά προσανατολισμένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, οι οποίες δεν διστάζουν να συγκρουστούν με επιχειρήσεις που επιδεικνύουν έστω και ψήγματα «ανάρμοστης» συμπεριφοράς, και (γ) αναστοχαστικές, στις οποίες η ροή πληροφοριών σχετικά με ανθρώπινες δραστηριότητες επαναδιοχετεύεται στις ίδιες τις δραστηριότητες, θέτοντας υπό διερώτηση, και εν δυνάμει αναθεώρηση, τον τρόπο διεκπεραίωσης των δραστηριοτήτων και τις αξίες που τις υποστηρίζουν.

Αυτά τα τρία γνωρίσματα δημιουργούν ένα άϋλο επιχειρηματικό περιβάλλον στο οποίο οι μετα-υλιστικές αξίες κερδίζουν έδαφος έναντι των αμιγώς οικονομικών. Αξίες, ιδιαίτερα, όπως η προστασία του περιβάλλοντος και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν έρθει στο προσκήνιο της πλανητικής οικονομικής δραστηριότητας. Έτσι εξηγείται ότι σε έρευνα της McKinsey το 2007, το 95% των διευθυνόντων συμβούλων που ρωτήθηκαν, δήλωσαν ότι η κοινωνία αναμένει από τις επιχειρήσεις να αναδεχθούν περισσότερες δημόσιες ευθύνες απ’ ότι πέντε χρόνια πριν. Σε ένα τέτοιο πληροφοριακό-αξιακό-αναστοχαστικό περιβάλλον οι επιχειρήσεις πρέπει να καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια απ’ ότι παλαιότερα για να δείξουν ότι συμμορφώνονται με τις κυρίαρχες αξίες. Στην προσπάθεια αυτή, η συσσώρευση συμβολικού κεφαλαίου αποδεικνύεται σημαντική. Το οικονομικό κεφάλαιο δεν αρκεί.

Ο διευθύνων σύμβουλος, λοιπόν, που προανέφερα έχει δίκιο: η υιοθέτηση εκ μέρους της εταιρίας του κώδικα κοινωνικής ευθύνης είναι good business. Όχι τόσο γιατί αυξάνει ευθέως τα κέρδη της εταιρίας (πράγμα που, όπως δείχνουν οι σχετικές έρευνες, και αυτό συμβαίνει), όσο γιατί κερδίζει την κοινωνική νομιμοποίηση (σε εθνικό και τοπικό επίπεδο) και, άρα, ενισχύει την καλή φήμη της επιχείρησης. Καλή φήμη σημαίνει μεγαλύτερη πιθανότητα για: περισσότερους και ευχαριστημένους πελάτες, ικανοποιημένους κοινωνικούς εταίρους, προσέλκυση υψηλής ποιότητας εργαζομένων, και, τελικά, προαγωγή του κοινωνικού καλού. Να το πω διαφορετικά: καθίσταται όλο και πιο οικονομικά επαχθές να μην έχεις καλή φήμη. Στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό είναι, δυνητικά, προς το συμφέρον σου να είσαι καλός!

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ (ΒΗΜΑ Ιδεών, τεύχος 12) στις 4 Απριλίου 2008