Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

«Συκοφαντίες» και πολιτική κριτική


Οι αγωγές της Marfin Investment Group (MIG) κατά του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και του προέδρου του «Συνασπισμού» δείχνουν, ακόμη μια φορά, πόσο υπανάπτυκτος είναι ο δημόσιος βίος της χώρας: ακραίοι πολιτικοί χαρακτηρισμοί από τη μια μεριά, ποινικοποίηση της πολιτικής κριτικής από την άλλη.

Πράγματι οι κκ.Παπανδρέου και Τσίπρας εκστόμισαν βαριές κουβέντες κατά της MIG. Η εξαγορά μετοχών του ΟΤΕ από τη Deutsche Telekom (DT) χαρακτηρίσθηκε, μεταξύ άλλων, «απάτη» (Τσίπρας), «μάθημα κλεπτοκρατικού καπιταλισμού», «έκφραση διαπλοκής και διαφθοράς», «υποκρύπτουσα παράνομη χρηματική συναλλαγή» (Παπανδρέου). Η MIG θεωρεί ότι «συκοφαντείται» με αυτούς του χαρακτηρισμούς και προσφεύγει δικαστικά κατά αυτών που τους διατύπωσαν.

Το πρόβλημα με τις εύθικτες επιχειρήσεις είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται πως λειτουργεί η δημοκρατία. Η αγορά των μετοχών της MIG στον ΟΤΕ από τη DT δεν είναι απλώς μια χρηματιστηριακή συναλλαγή μεταξύ δύο ιδιωτικώς συμβαλλομένων μερών. Στο μέτρο που αφορά μια από τις μεγαλύτερες, υπό κρατικό έλεγχο, επιχειρήσεις της χώρας· και στο μέτρο που είναι ο καταλύτης για την παραχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ στη DT, η συγκεκριμένη αγοραπωλησία μετοχών εισέρχεται στο δημόσιο λόγο και αποκτά, αναπόφευκτα, πολιτική διάσταση. Αυτό σημαίνει ότι κρίνεται δημοσίως ως προς τις εικαζόμενες προθέσεις των πρωταγωνιστών της, ως προς τους χειρισμούς τους, και ως προς τα πιθανά αποτελέσματα της συναλλαγής.

Η αντιπολίτευση θεωρεί ότι η χρηματιστηριακή συναλλαγή MIG-DT αποτελεί μέρος της ευρύτερης συμφωνίας κυβέρνησης-DT, και της εξ αυτής απορρέουσας απώλειας του υπερτιμήματος από το ελληνικό κράτος με την εκχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ στη DT. Το ελληνικό δημόσιο, με τους χειρισμούς του κ.Αλογοσκούφη, έχει διαφυγόντα κέρδη. Αντί να εισπράξει το ίδιο το υπερτίμημα, στην ουσία το εισπράττει η MIG. Ούτε η MIG, ούτε ο υπουργός Οικονομικών έκαναν κάτι παράνομο, αλλά η όλη συμφωνία είναι, με οικονομικούς όρους, υποβέλτιστη για το ελληνικό δημόσιο. Οι ακραίοι χαρακτηρισμοί «απάτη» και «εκκολαπτόμενο σκάνδαλο» πρέπει να ιδωθούν σε αυτά τα πολιτικά συμφραζόμενα. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί, ανήκοντες στον πολιτικό λόγο, δεν έχουν την ίδια σημασία με αυτή που έχουν στον κοινό λόγο.

Αν κατηγορήσω το γείτονά μου ότι καταπάτησε το χωράφι μου, δικαιούται να αγανακτήσει και να με μηνύσει. Η κατηγορία μου πρέπει να εδράζεται σε εμπειρικά δεδομένα, διαφορετικά είναι συκοφαντία. Αν, όμως, ένας πολιτικός χαρακτηρίσει τη συμφωνία MIG-DT «απάτη», η δήλωση αυτή είναι περισσότερο κρίση και λιγότερο εμπειρικός ισχυρισμός. Οι πολιτικές κρίσεις, αξιολογούν αποκλίσεις από κανονιστικές ή βέλτιστες πρακτικές, εικάζουν πιθανά κίνητρα και μη ομολογηθείσες πράξεις, και εκτιμούν πιθανές συνέπειες για το δημόσιο συμφέρον.

Η αντιπολίτευση λ.χ. θεωρεί ότι η συμφωνία MIG-DT έγινε επειδή δόθηκαν εγγυήσεις στη DT από την κυβέρνηση για την παραχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ. Η έννοια της «απάτης», αν και ακραία διατύπωση, περιγράφει «περίεργες» πρακτικές, πιθανές υποσχέσεις από την κυβέρνηση στη MIG και στη DT, εικαζόμενες παρασκηνιακές μεθοδεύσεις – με λίγα λόγια θεωρούμενες ως ασυνήθεις (και ανεπίτρεπτες) για χρηματιστηριακή συναλλαγή πρακτικές. Προσέξτε ότι δεν πρόκειται για εμπειρικές διαπιστώσεις: οι πολιτικοί δεν είναι δικαστές να καταλήξουν σε συμπεράσματα αφού ακούσουν τους μάρτυρες, ούτε επιστήμονες στο εργαστήριο να συλλέγουν εμπειρικά δεδομένα. Ενώ η δικαστική και εμπειρική επιστημονική κρίση οφείλουν να στηρίζονται πρωτίστως σε δεδομένα (εμπειρικά τεκμήρια), η πολιτική κρίση, στο μέτρο που αναφέρεται σε ένα πλέγμα πιθανών κινήτρων, εικαζόμενων μεθοδεύσεων και πραγματικών αποφάσεων, είναι περισσότερο αξιολόγηση – εκτίμηση, αποτίμηση - και λιγότερο εμπειρικός ισχυρισμός.

Αυτό είναι αναπόφευκτο. Καθότι διαχειρίζεται την εξουσία, η κυβέρνηση πάντοτε γνωρίζει περισσότερα απ’ ότι οι υπόλοιποι και, άρα, πλεονεκτεί: μπορεί να αποκρύψει, να ελέγξει, να αιφνιδιάσει. Στο μέτρο που η άσκηση της εξουσίας φέρνει την κυβέρνηση σε διαπραγματεύσεις με άλλα μέρη, η κυβέρνηση συχνά αποφεύγει να δημοσιοποιεί (ή τουλάχιστον μπορεί εκ των υστέρων να «κατασκευάζει») τις προθέσεις της για λόγους αποτελεσματικότητας, ενώ έχει κάθε κίνητρο να περιορίσει τη δημόσια λογοδοσία της, αφού, σε ένα ανταγωνιστικό πολιτικό σύστημα, τυχόν λάθη και παραλείψεις της αποφέρουν πλεονεκτήματα στους αντιπάλους της. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια ασυμμετρία γνώσης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Στη φιλελεύθερη δημοκρατία, αυτή την ασυμμετρία γνώσης την αντισταθμίζουμε με την ελευθερία του λόγου: κρίνουμε-αξιολογούμε τις κυβερνητικές πράξεις, ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε όσα γνωρίζουν οι κυβερνώντες. Οι κρίσεις μας κατ’ ανάγκην στερούνται πλήρους εμπειρικής επάρκειας – είναι περισσότερο εκτιμήσεις. Η υπερβολή που εγγενώς ενέχουν οι εκτιμήσεις-αξιολογήσεις είναι το τίμημα που καταβάλλουμε για τη λειτουργία της λογοδοσίας στη δημοκρατία.

Βέβαια, σε μια ώριμη δημοκρατία, πασχίζουμε να ελαχιστοποιούμε την υπερβολή. Οι κρίσεις μας οφείλουν να είναι ζυγισμένες: να είναι όσο το δυνατόν πιο ορθολογικές και ευλογοφανείς. Το γεγονός ότι οι πολιτικοί μας συχνά προσφεύγουν σε ακραίους χαρακτηρισμούς, στη συνωμοσιολογία και τη σκανδαλολογία, δείχνει όχι τόσο τη συκοφαντική τους πρόθεση, όσο αφενός μεν τη φτώχεια των επιχειρημάτων τους, αφετέρου δε το βαθύτερο μοτίβο που διαπερνά το ελλαδικό πολιτικό σύστημα: την ακραία πόλωση, τις «περίεργες» διαδικασίες διακυβέρνησης, την καχυποψία. Ακριβώς αυτό είναι το πραγματικό μας πρόβλημα, αλλά κανείς δεν μιλάει γι αυτό.

Συντετμημένη εκδοχή του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στο Κέρδος, 24 Μαΐου 2008.

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Λίστα φαρμάκων: Αδήριτη αναγκαιότητα *


Σε αυτή τη χώρα ακόμα και η ικανότητα να ανακαλύπτουμε εκ νέου τον τροχό δεν είναι δεδομένη! Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, και ιδιαίτερα στις πιο ανεπτυγμένες, έχει καθιερωθεί, εδώ και αρκετά χρόνια, λίστα φαρμάκων. Πριν από 12 χρόνια, με πρωτοβουλία της τότε κυβέρνησης, αρμόδια επιτροπή ειδικών, υπό την προεδρία ενός από τους συγγραφείς (ΧΜΜ), συνέταξε, μετά από σχολαστική εργασία και με αμιγώς επιστημονικά κριτήρια, την πρώτη λίστα φαρμάκων. Ο στόχος ήταν να περιοριστεί δραστικά η πολυφαρμακία, να προστατευθεί η δημόσια υγεία, και να ελεγχθούν οι δαπάνες των αφαλιστικών ταμείων, δίχως να κινδυνεύσει η υγεία των πολιτών.

Η αντίδραση της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας ήταν σθεναρή. Ποικίλα δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο, όχι απαραίτητα αγαθών προθέσεων, δημιούργησαν σύγχυση και ένα αίσθημα ανασφάλειας στον Έλληνα πολίτη. Τα συμφέροντα που αντιστρατεύονταν το εγχείρημα της εφαρμογής της λίστας φαρμάκων, βρήκαν στην νέα κυβέρνηση, το 2004, τον εκφραστή τους. Η λίστα φαρμάκων καταργήθηκε από τον τότε υπουργό Υγείας κ.Ν. Κακλαμάνη. Ο στόχος της κατάργησης της λίστας δεν κατέστη γνωστός, αν και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία να τον εικάσει κανείς.


Τι είναι η λίστα φαρμάκων και σε τι αποσκοπεί; Η λίστα είναι ένας κατάλογος φαρμακευτικών ουσιών που επιλέγονται από επιτροπή ειδικών με βάση αυστηρώς επιστημονικά και οικονομικά κριτήρια. Σκοπός της είναι η προστασία της δημόσιας υγείας έτσι ώστε να συνταγογραφούνται ασφαλή φάρμακα αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας και, επιπλέον, να μειώνονται οι περιττές φαρμακευτικές δαπάνες. Από τη λίστα των φαρμακευτικών ουσιών δεν λείπει κανένα σημαντικό φάρμακο. Κανένας ασθενής δεν στερείται της κατάλληλης θεραπευτικής αντιμετώπισης. Η λίστα συνεχώς ανανεώνεται, διότι καθημερινά παράγονται νέες αποτελεσματικές και ασφαλείς φαρμακευτικές ουσίες. Λίστα φαρμακευτικών ουσιών υπάρχει τόσο για φάρμακα των νοσοκομείων, όσο και για φαρμακευτικές ουσίες της καθημερινής ιατρικής πρακτικής. Η εφαρμογή της λίστας αφ’ ενός περιορίζει άσκοπες φαρμακευτικές δαπάνες και, αφ’ ετέρου, λειτουργεί ως εκπαιδευτικό εργαλείο για τον μαχόμενο γιατρό. Δεν είναι τυχαίο ότι η πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών διαθέτει λίστες φαρμάκων.


Η κατάργηση της λίστας φαρμάκων από τον τότε υπουργό Υγείας είχε απολύτως προβλέψιμες δυσμενείς επιπτώσεις στα οικονομικά των αφαλιστικών Ταμείων και, μέσω αυτών, στην εξωφρενική διόγκωση των χρεών των κρατικών νοσοκομείων. Υπολογίζεται ότι, μετά την κατάργηση της λίστας, οι φαρμακευτικές δαπάνες αυξάνονται με ρυθμό 16% ετησίως, συμμετέχοντας σημαντικά στα χρέη των Ταμείων στα νοσοκομεία, ύψους 2 δισ. ευρώ.

Η συνταγογράφηση - δηλαδή, η εντολή ιατρού για χορήγηση φαρμάκων στον ασθενή - θυμίζει σήμερα «ξέφραγο αμπέλι» στη χώρας μας. Όποιος θέλει συνταγογραφεί ό,τι θέλει, με μόνο γνώμονα την «αυθεντία» του. Πάρτε το παράδειγμα μιας συνηθισμένης ασθένειας, της αμυγδαλίτιδας από στρεπτόκοκκο. Καλά τεκμηριωμένες θεραπευτικές μελέτες έχουν δείξει ότι φάρμακο πρώτης επιλογής για την αντιμετώπιση αυτής της νοσηρής κατάστασης είναι η πενικιλίνη. Κι όμως, αν εξεταστούν οι συνταγές εκατό τυχαίων ασθενών με αμυγδαλίτιδα, θα διαπιστωθεί ότι η πενικιλίνη συνταγογραφείται σπάνια. Tη θέση της παίρνουν άλλα, ακριβά, αντιβιοτικά, που δεν αποτελούν πρώτη επιλογή. Το αποτέλεσμα είναι αύξηση του κόστους νοσηλείας και αύξηση της ανάπτυξης αντίστασης των μικροοργανισμών στα αντιβιοτικά. Ποιος χάνει από την ανεξέλεγκτη συνταγογράφηση; Τα ασφαλιστικά ταμεία και ο ασθενής. Ποιος κερδίζει; Βρείτε το μόνοι σας!

Δημοσιογραφικές πληροφορίες φέρουν την κυβέρνηση να ξανασκέπτεται την επαναφορά της λίστας. Αλληλούια! Αφού γκρέμισαν αυτό που παρέλαβαν, τώρα θέλουν να το ξαναχτίσουν. Έστω κι έτσι, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Θα το κάνουν, όμως; Θα εξακολουθήσει η Ελλάδα να αποτελεί μια οπισθοδρομική εξαίρεση μεταξύ των προηγμένων υγειονομικά χωρών με δημόσιο σύστημα υγείας; Θα εξακολουθήσει η φαρμακοβιομηχανία να είναι το χαϊδεμένο παιδί των κυβερνήσεων; Θα συγκροτηθεί μια σύγχρονη λίστα φαρμάκων από ειδικούς, με αποδεδειγμένη γνώση και ήθος; Αυτονόητες θάπρεπε να είναι οι απαντήσεις σε αυτά τα απλά ερωτήματα. Στην Ελλάδα, όμως, δυστυχώς, τίποτα δεν είναι αυτονόητο – ούτε καν η εκ νέου ανακάλυψη του τροχού!


*Κοινό άρθρο των: Χαράλαμπου Μ. Μουτσόπουλου, καθηγητή Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Φωτεινής Ν. Σκοπούλη, καθηγήτριας Παθολογίας-Ανοσολογίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, και Χαρίδημου Κ. Τσούκα

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 18 Μαΐου 2008

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

Χαιρόμαστε να μισούμε την Αστυνομία!


Ισως πρόκειται για τεχνοκρατική εμμονή, αλλά δύσκολα μου βγάζει κανείς από το μυαλό ότι το πλέον δυσεπίλυτο πρόβλημα αυτής της χώρας είναι η οργάνωση και διοίκηση. Δεν είναι τόσο απλό, όσο ενδεχομένως ακούγεται. Η οργάνωση και διοίκηση δεν είναι απλώς συστήματα και διαδικασίες. Κυρίως είναι πρακτικές και νοοτροπίες, οι οποίες εμπλέκουν ανθρώπινες συμπεριφορές, οι οποίες, με τη σειρά τους, νοηματοδοτούνται από ευρύτερες αξίες και μορφοποιούνται από κοινωνικώς αποδεκτά συστήματα κινήτρων και κυρώσεων.

Πάρτε το παράδειγμα της απόδρασης του τοξικομανούς στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και των τραγικών συνεπειών της. Το γενεσιουργό λάθος των αστυνομικών ήταν η μη «δέσμευση» του μεταγόμενου τοξικομανή. Η οικειότητα των αστυνομικών με τον όχι ιδιαίτερα επικίνδυνο κρατούμενο (δεκαεπτά φορές είχε προσαχθεί στο αστυνομικό τμήμα) τους ώθησε να μην του περάσουν χειροπέδες, ως όφειλαν.


Δεν πρόκειται απαραίτητα για έλλειψη επαγγελματισμού. Πολλές έρευνες δείχνουν ότι οι ρουτίνες συχνά τροποποιούνται στην πράξη απο τους χρήστες τους, προκειμένου να προσαρμοστούν στις εκάστοτε περιστάσεις. Οδηγείτε πάντοτε εντός των ορίων ταχύτητας; Ο υπάλληλος της τράπεζάς σας σας ζητά πάντοτε ταυτότητα; Ακολουθείτε ευλαβώς όλες τις διαδικασίες στη δουλειά σας; Η οργανωσιακή ζωή όχι μόνο βρίθει από παραλείψεις, αλλά, χωρίς αυτές – παραδόξως - δεν είναι εφικτή! Πόσες φορές διαμαρτυρόμαστε για «απαράδεκτη γραφειοκρατία» και για «έλλειψη κοινής λογικής», όταν ο υπάλληλος εμμένει στο «γράμμα» της τυπικής διαδικασίας; Μόνο σε έναν φανταστικό κόσμο, τα συστήματα, οι διαδικασίες και οι κανονισμοί υποκαθιστούν την ανθρώπινη κρίση.

Οσοι επικρίνουν τους αστυνομικούς της Σίνδου ότι δεν έπραξαν «τα αυτονόητα», μιλάνε εύκολα και αφηρημένα – πως, δηλαδή, θα έπρεπε να είναι τα πράγματα - και γι αυτό περιπίπτουν σε ανούσιο διδακτισμό. Οποιος προσεγγίζει το φαινόμενο εκ των ένδον, με βάση τη βιωμένη εμπειρία των μετεχόντων, γνωρίζει ότι, στην τριβή της καθημερινής ρουτίνας, τα άτομα «κόβουν δρόμο», προσαρμόζουν τις ρουτίνες, και ασκούν την κρίση τους σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Αν αυτό το θεωρήσουμε δεδομένο, το πραγματικό ερώτημα είναι: τι κάνει ένας οργανισμός προκειμένου η κρίση των μελών του να ασκείται «φρόνιμα»;

Δυστυχώς, αυτό το ερώτημα σπάνια τίθεται. Οι μεν πολιτικάντηδες κάνουν επιδείξεις επικοινωνακής πυγμής, οι δε γραφειοκράτες επικεφαλής της Αστυνομίας διατάζουν τη διεξαγωγή μιας ακόμη «ΕΔΕ»! Η νοοτροπία της Ελληνικής Αστυνομίας, και της δημόσιας διοίκησης γενικότερα, είναι τιμωρητική-αμυντική, δεν είναι προληπτική-δημιουργική. Πόσο συστηματικά εκπαιδεύει τα μέλη της η ΕΛΑΣ; Τι μαθαίνει η ΕΛΑΣ από τα λάθη της, και πως αξιοποεί τις εμπειρίες της; Πως διοικούνται τα αστυνομικά τμήματα; Εκπαιδεύονται ουσιαστικά τα ηγετικά στελέχη της αστυνομίας στη διοίκηση και ηγεσία; Πως ενθαρρύνονται οι αστυνομικοί να παίρνουν πρωτοβουλίες; Γίνονται ασκήσεις και έλεγχοι επιχειρησιακής ετοιμότητας; Πως αξιοποιούνται τα αποτελέσματα των ετήσιων αξιολογήσεων; Συγκρίνει επιδόσεις διαφορετικών αστυνομικών τμημάτων η ΕΛΑΣ, και τι μαθαίνει από αυτές; Συγκρίνει τις λειτουργίες και επιδόσεις της με αυτές των διεθνώς καλύτερων οργανισμών, όπως π.χ. της Βρετανικής Αστυνομίας, και πως αξιοποιεί τα σχετικά συμπεράσματα; Πως διαχέει τις άριστες πρακτικές; Διαθέτει η ΕΛΑΣ επαρκείς πόρους και τι κάνουν οι πολιτικοί της προϊστάμενοι γι αυτό; Λειτουργεί η ΕΛΑΣ με αμιγώς επαγγελματικές αξίες ή υπεισέρχονται στη λειτουργία της κομματικά κριτήρια;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα πεζά ερωτήματα θα καθορίσουν ουσιαστικά την ποιότητα του αστυνομικού έργου. Οι απαντήσεις, όμως, δεν είναι απλώς οργανωτικού-διοικητικού τύπου, αλλά εξαρτώνται και από το ευρύτερο αξιακό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται η αστυνομία. Ενας αστυνομικός μπορεί να διαθέτει επιχειρησιακή ετοιμότητα αλλά να μην μπορεί να την ασκήσει, αν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν τον ενθαρρύνει.

Είναι αξιοπρόσκετο ότι, κυνηγώντας τον τοξικομανή δολοφόνο στη Σίνδο, οι αστυνομικοί πυροβολούσαν στον αέρα (Τα Νέα, 5/5/08). Δεν είναι τυχαίο. Αν οι αστυνομικοί σκότωναν το νεαρό, αντιλαμβάνεστε τι θα γινόταν; Θα ξεσηκώνονταν οι κκ. Αλαβάνος και Τσίπρας, τα αιμοχαρή ΜΜΕ θα μιλούσαν για «ένα ακόμα κρούσμα αυταρχισμού», οι σχολιαστές εντύπων που ανήγαγαν τον φτηνό «αντιεξουσιασμό» σε επάγγελμα και σήμερα επικρίνουν τον «αντιεπαγγελματισμό και τη δυσλειτουργία της ΕΛΑΣ» («Ελευθεροτυπία», 5/5/08), θα εκτόξευαν μύδρους κατά των «ανάλγητων αστυνομικών».

Στην Ελλάδα ό,τι και να κάνει η αστυνομία είναι...λάθος! Απειλείται από διαδηλωτές ένας αστυνομικός και πυροβολεί στον αέρα; Απαράδεκτο. Πυροβολείται ο αστυνομικός από τοξικομανή, που λίγο μετά στοτώνει έναν ανυποψίαστο τρίτο, και ο αστυνομικός πυροβολεί στον αέρα; Αίσχος. Να βλέπεις τον κ.Αλαβάνο να διεκτραγωδεί τη «μειωμένη αποτελεσματικότητα» της αστυνομίας είναι σα να βλέπεις τον κ.Καρατζαφέρη να λυπάται για την ξενοφοβία! Ισως διαφεύγει του κ.Αλαβάνου ότι η «αποτελεσματικότητα» είναι και συνάρτηση του σεβασμού που απολαμβάνει ένας θεσμός. Ο επαγγελματισμός του αστυνομικού αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την υπόληψη με την οποία περιβάλλει η κοινωνία το έργο του.

Σε όλες τις χώρες του κόσμου οι υπηρεσίες ασφαλείας κάνουν λάθη (συχνά διαβάζει κανείς αντίστοιχα παραδείγματα στη Βρετανία και τς ΗΠΑ), αλλά μόνον εδώ οι παραλείψεις της ΕΛΑΣ εντάσσονται σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο απαξίωσης των θεσμών αστυνόμευσης. Αυτό το μακρο-πλαίσιο ερμηνείας απαιτείται χρόνος και συστηματική προσπάθεια από όλους τους οργανωμένους φορείς (και κυρίως, φυσικά, την αστυνομία) για να αλλάξει. Δεν είμαι βέβαιος, όμως, ότι θέλουμε να αλλάξει. Η αστυνομία στην Ελλάδα, όταν δεν είναι παράρτημα του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, είναι ο βολικός σάκος τους μποξ για να κάνει επίδειξη «αντιεξουσιαστικής» γυμναστικής ο κάθε πικραμένος. Την αστυνομία χαιρόμαστε να τη μισούμε.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 11 Μαϊου 2008

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Λαφαζανιές


Το ξέρουμε κι από την καθημερινή μας ζωή: εξίσου σημαντικό με το τι λέει κάποιος, είναι πως το λέει. Η ρητορική ενός συλλογισμού δεν είναι απλό στολίδι· φανερώνει έναν τρόπο σκέψης, πιθανώς ανεπίγνωστο ακόμη και στο φορέα του, ο οποίος απαρτίζεται απο σιωπηλές παραδοχές και αξιολογικές κρίσεις. Οι αναλογίες και οι μεταφορές, τα επίθετα και οι χαρακτηρισμοί, οι παραδοχές και οι συγκρίσεις που κάποιος κάνει, απο-καλύπτουν τη νοο-τροπία του. Όταν μιλάμε, λέμε περισσότερα απ’ ότι γνωρίζουμε.


Αν νομίζετε ότι θεωρητικολογώ, ιδού ένα παράδειγμα. Σε πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή αναφορικά με το ενδεχόμενο στρατηγικής συνεργασίας του ΟΤΕ με την
Deutsche Telekom, ο κ.Λαφαζάνης είπε τα εξής: «Οι Γερμανοί ξανάρχονται σ’ αυτή τη χώρα ως δύναμη οικονομικής κατοχής κ.Αλογοσκούφη; Αυτό είναι το όραμά σας; […] Αυτό που κάνετε είναι εθνικό έγκλημα και θα οδηγήσει σε εθνική καταστροφή».


Προσέξτε τη ρητορική του κ.Λαφαζάνη. Δεν λέει απλώς ότι διαφωνεί με τη στρατηγική συνεργασία του ΟΤΕ με τον Ευρωπαϊκό τηλεπικοινωνιακό κολοσσό (το περιεχόμενο του συλλογισμού του), αλλά αρθρώνει ρητορικά την άποψή του με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Τι απο-καλύπτει; Δύο πράγματα.


Πρώτον, την ξενοφοβία που όλο και περισσότερο χαρακτηρίζει το λόγο της ελληνικής αριστεράς. Η Γερμανική εταιρία χαρακτηρίζεται «δύναμη κατοχής»! Η αναλογία είναι προφανής. Η Γερμανική «οικονομική κατοχή» παραπέμπει συνειρμικά στη Γερμανική στρατιωτική κατοχή. Όπως οι Γερμανοί κατέλαβαν στρατιωτικά την Ελλάδα το 1941, έτσι θα την καταλάβουν και τώρα, με οικονομικά μέσα αυτή τη φορά. Σε κάθε περίπτωση, οι Γερμανοί είναι κατακτητές. (Ότι αυτοί, εν πολλοίς, χρηματοδοτούν τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, από τα οποία τόσο ωφελείται η Ελλάδα, ουδόλως είναι αξιομνημόνευτο. Άλλωστε, συχνά οι κατακτητές μεταμφιέζονται σε καλούς Σαμαρείτες!). Η συνεργασία του κ.Αλογοσκούφη με τους «κατακτητές» είναι τόσο απαράδεκτη σήμερα, όσο ήταν και η συνεργασία της κατοχικής κυβέρνησης τότε. Ο κ.Λαφαζάνης δεν μασάει τα λόγια του: πρόκειται για «εθνικό έγκλημα» λέει, το οποίο «θα οδηγήσει σε εθνική καταστροφή». Δεν διευκρίνισε αν η καταστροφή αυτή είναι ισομεγέθης με την ιστορική Μικρασιατική καταστροφή, ούτε αν θα στείλει τους «εθνικούς εγκληματίες» στη Δικαιοσύνη. Επισημαίνω και μια αξιοπρόσεκτη παράλειψη: δεν χαρακτήρισε τον κ.Αλογοσκούφη προδότη ακόμα, αλλά υποθέτω ότι μάλλον είναι θέμα χρόνου.

Αν αυτή η ρητορική σας θυμίζει τη ρητορική της εθνολαϊκιστικής δεξιάς, είναι επειδή έχουν κάτι κοινό: την όξυνση των φοβιών του πολίτη για τους «ξένους» και την περιχαράκωσή του σε ένα «καθαρό» - αμιγώς εθνικό - πλαίσιο αναφοράς. Η κλειστή κοινωνία συγκροτεί το διανοητικό πυρήνα της εθνολαϊκιστικής δεξιάς και της νεοκομμουνιστικής αριστεράς. Λίγο-πολύ «μειοδότη» χαρακτήρισε ο κ.Εβερτ τον τότε πρωθυπουργό κ.Σημίτη, αναφορικά με τη στάση του στην κρίση των Ιμίων το 1996. Με καταστροφολογικούς όρους επικρίνει ο κ.Καρατζαφέρης τον χειρισμό του Μακεδονικού από την κυβέρνηση Καραμανλή σήμερα. Η ενδιαφέρουσα εξέλιξη, ωστόσο, είναι η όψιμη αυτοκατανόηση της αριστεράς με όρους εθνικοφροσύνης. Πρόσφατα, η κυρία Παπαρρήγα μίλησε για τον «κίνδυνο» να δημιουργηθούν «κόμματα μεταναστών» στην Ελλάδα, ενώ ο κ.Αλαβάνος έκανε λόγο «για τη γερμανική σημαία» που θα «ανεβαστεί» ακόμα και στη Βουλή!


Δεύτερο στοιχείο που αποκαλύπτει η κριτική Λαφαζάνη είναι η εκλεκτική συγγένεια του κρατισμού με τον εθνικισμό. Στερούμενος, πλέον, επιχειρημάτων για την ανωτερότητα του κρατικού σχεδιασμού της οικονομίας, και αντιλαμβανόμενος ότι η γλώσσα της «ταξικής πάλης» δεν έχει την ίδια πειθώ που κάποτε είχε, ο εγχώριος αριστερός λόγος, όλο και περισσότερο, προσφεύγει ρητορικά στα σχήματα του εθνολαϊκισμού. Το «έθνος» τείνει, πλέον, να υποκαταστήσει την «τάξη». Το ρητορικό σχήμα που επιτρέπει αυτή την εννοιολογική μετάλλαξη είναι η θεώρηση του ελληνικού έθνους ως «ανάδελφου», μικρού και αδύνατου, το οποίο πρέπει να αυτοπροστατευθεί. Ποιος μπορεί να προστατεύσει το έθνος; Το κράτος, φυσικά. Γι αυτό: «όχι στο ξεπούλημα του ΟΤΕ», «όχι στην ιδιωτικοποίηση των Λιμανιών», «κάτω τα χέρια από την Ολυμπιακή».


Στα κυπριακά ελληνικά, «λαφαζανιές» είναι (περίπου) οι σαχλαμάρες. Είναι ιδιαίτερα τιμητικό για τον κ.Λαφαζάνη να κάνει ό,τι μπορεί για να φανεί άξιος του ονόματός του, αλλά θα ήταν προτιμότερο να το απέφευγε. Το όνομά μας δεν είναι πάντοτε η ψυχή μας.