Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

Κρατικός πατερναλισμός


Ο θόρυβος που προκλήθηκε από την κατάθεση του νομοσχεδίου σχετικά μα την «Ίδρυση και Λειτουργία Κολεγίων» (περί θορύβου πρόκειται, ουσιαστική συζήτηση δεν γίνεται) αποδεικνύει για μια ακόμα φορά την έλλειψη τόλμης και φαντασίας της κυβέρνησης, την ουσιώδη ανεπάρκεια της αξιωματικής αντιπολίτευσης και την αθεράπευτη δημαγωγία της αντιδραστικής αριστεράς. Με τέτοιας ποιότητας πολιτικό σύστημα είναι περίεργο που η χώρα δεν μπορεί να σηκώσει κεφάλι από τα συνεχώς συσσωρευόμενα προβλήματα;

Εδώ και είκοσι χρόνια λειτουργούν τα κολέγια σε ένα άναρχο περιβάλλον. Η εκάστοτε αντιπολίτευση και λοιποί αρμόδιοι φορείς δικαίως εγκαλούν την εκάστοτε κυβέρνηση για το στρουθοκαμηλισμό της. Η σημερινή κυβέρνηση αποφάσισε, επιτέλους, να αναλάβει νομοθετική δράση. Μήπως το έκανε βάσει σχεδίου και οράματος αναφορικά με την τριτοβάθμια εκπαίδευση συνολικά; Που τέτοια πράγματα; Κυρίως αντιδρά στην Κοινοτική Οδηγία 36/05 με την οποία υποχρεωτικά αναγνωρίζονται τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων παραρτημάτων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Πασχίζει να κάνει κάτι επειδή δεν μπορεί άλλο να το αναβάλλει.

Εστω κι έτσι, κάτι άρχισε να κινείται. Πως αντιδρά σύμπασα η αντιπολίτευση; «Γίνεται προσπάθεια να παρακαμφθεί το άρθρο 16 και να αναγνωρισθούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια», λένε. Ο λογικός άνθρωπος ρωτά: που φαίνεται κάτι τέτοιο στο νομοσχέδιο; Πουθενά. Απλώς προκειμένου τα κολέγια να αδειοδοτηθούν ως τέτοια πρέπει να πληρούν κάποιους όρους. Η αντιδραστική αριστερά όμως δεν ικανοποιείται. Αν δεν κατασκευασθούν «εχθροί» πως θα ακούγονται οι πολεμικές ιαχές της; Η αφασική αξιωματική αντιπολίτευση δεν είναι σαφές τι πρεσβεύει. Αν το ΠΑΣΟΚ κυβερνούσε τι θα έκανε διαφορετικά; Αγνωστο.

Το λυπηρό είναι ότι κανείς δεν ασκεί κριτική στο νομοσχέδιο όχι με βάση τις ιδεοληψίες του αλλά με βάση τις διατάξεις του και τις ανάγκες της εποχής στην οποία ζούμε. Το δυστύχημα είναι ότι ρυθμίζουμε θέματα δημόσιας πολιτικής με τρόπο που αντιστοιχεί στη δεκαετία του 1970, όχι στη σημερινή κοινωνία της ταχύτητας. Στην εποχή του «ανοιχτού λογισμικού», της «ανοιχτής καινοτομίας» και των αυτενεργών υποκειμένων εμείς θεσπίζουμε πολιτικές που αντιστοιχούν στην εποχή του πατερναλιστικού συγκεντρωτισμού!

Θέλετε ένα παράδειγμα; Διαβάστε το άρθρο 15: καθιερώνεται Μητρώο Διδασκόντων σε Κολέγια, «το οποίο τηρείται στο Γραφείο Κολεγίων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που εκδίδει και τη σχετική βεβαίωση εγγραφής. Το διδακτικό προσωπικό των Κολεγίων επιλέγεται […] υποχρεωτικώς μεταξύ αυτών που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Διδασκόντων Κολεγίων».

Το άρθρο αυτό συμπυκνώνει τον παραδοσιακό ελλαδικό κρατισμό· καθιερώνει ένα σύστημα σοβιετικού τύπου στο οποίο το «κέντρο» ξέρει πάντοτε καλύτερα, και επιβάλλει στους υπηκόους του να ζητούν διαρκώς την άδειά του για τις πρωτοβουλίες τους. Δεν αναγνωρίζει στους «τοπικούς» φορείς - τα κολέγια - την ευελιξία που ενδεχομένως χρειάζονται, εξαιτίας του ότι θεωρεί όλα τα κολέγια προεκτάσεις του μονολιθικού Λυκείου. Θεωρεί ότι όλα τα κολέγια είναι ίδια, με σταθερό αριθμό διδασκόντων, τις ίδιες προτεραιότητες και στρατηγικές.

Αν ένα κολέγιο λ.χ. θέλει να αναθέσει ένα μάθημα επιλογής σε έναν αλλοδαπό καθηγητή φαντάζομαι ότι το κολέγιο πρέπει να σπεύσει να υποβάλλει αίτημα στο Γραφείο Κολεγίων του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο θα εκδώσει - όταν την εκδώσει!- την άδεια εγγραφής του καθηγητή στο Μητρώο! Δημιουργούνται περιττά bottlenecks στο σύστημα, προστίθεται γραφειοκρατία (με όλα τα κόστη που συνεπάγεται), και αποθαρρύνεται η πρωτοβουλία. Σε συμβολικό επίπεδο δε, ζητείται από τον αλλοδαπό καθηγητή, οσοδήποτε διακεκριμένος κι αν είναι, από οποιοδήποτε διακεκριμένο πανεπιστήμιο κι αν προέρχεται, αντίγραφο πτυχίου, ποινικού μητρώου κλπ. Πρόκειται για οπισθοδρομική γραφικότητα που μας ρεζιλεύει στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα. Αλλά τι λέω; Το νομοσχέδιο δεν θεωρεί τα κολέγια φορείς τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά απλώς «μεταλυκειακής», οπότε δεν τίθεται θέμα!

Με ρυθμίσεις σαν κι αυτή του Μητρώου Διδασκόντων προστίθεται γραφειοκρατία, ενώ μια απλή ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση του κολεγίου ότι ο καθηγητής πληροί τις προδιαγραφές του νόμου θα ήταν αρκετή. Αυτό προϋποθέτει, όμως, μια νοοτροπία «ευφυούς» κρατικού παρεμβατισμού, αυτορύθμισης και εμπιστοσύνης, πράγματα άγνωστα στη θεσμική κουλτούρα της Ελλάδας. Στην εποχή της δικτυακής κοινωνίας, της ταχύτητας, της αυτενέργειας και της αυτορύθμισης εμείς καθιερώνουμε συστήματα που δείχνουν έντονο κρατικό πατερναλισμό. Είναι θλιβερό αλλά αναμενόμενο: με τέτοιους πολιτικούς δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε κάτι καλύτερο.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Η κρίση ως ευκαιρία


Δεν ξέρω τι θα συζητούν οι υψηλοί προσκεκλημένοι στη λεγόμενη Γιορτή της Δημοκρατίας, το βράδυ της 24ης Ιουλίου, κάνοντας βόλτες στον κήπο του Προεδρικού Μεγάρου με μια σαμπάνια στο χέρι. Μπορώ να υποψιαστώ, όμως, μερικά θέματα. Οι επαγγελματίες πολιτικοί θα μπορούσαν να συγκρίνουν τις επιδόσεις τους στη συγκέντρωση «δώρων» από προβεβλημένες επιχειρήσεις – πόσα πιστωτικά τιμολόγια έκοψαν, πόσες «εκπτώσεις» διαπραγματεύθηκαν, πόσα «δωρεάν» ταξίδια έκαναν. Θα μπορούσαν, επίσης, να αλληλοσυγκριθούν στο δείκτη καπατσοσύνης – πόσοι από αυτούς λ.χ. πάντρεψαν τα παιδιά τους ή βάφτισαν τα εγγόνια τους με χορηγίες εταιριών. «Εσείς είχατε χορηγό τη Μιζοκόμ;» «Α, εμάς μα συνέδραμε η Μίζενς. Το αναφέραμε μάλιστα και στην πρόσκληση γάμου: «Το τραπέζι του γάμου είναι δωρεά της Μίζενς»». Όλα στο φως.

Ο σώφρων πολιτικός, ακριβώς επειδή θέτει τον εαυτό του στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, πρέπει να βελτιστοποιεί τη χρήση των πεπερασμένων οικονομικών του πόρων. Αν μπορεί να βρει «χορηγούς» για τις αναμφίβολα πιεστικές προσωπικές, οικογενειακές και «κοινωνικές» ανάγκες του, τότε απελευθερώνεται ένα σεβαστό ποσό το οποίο μπορεί – επιβάλλεται - να χρησιμοποιηθεί για τις στενά πολιτικές του ανάγκες. Το μίζον είναι να εκλεγεί βουλευτής, να γίνει υπουργός και να χειρισθεί με ευσυνειδησία τις μεγάλες υποθέσεις του κράτους, προκειμένου να υπηρετήσει – τι άλλο; - το δημόσιο συμφέρον.

Το τελευταίο πράγμα, υποψιάζομαι, που θα συζητήσουν στη Γιορτή της Δημοκρατίας είναι πολιτικά. Αν όμως το έκαναν, αν η χώρα είχε την τύχη να έχει πολιτικούς ηγέτες με πνευματικότητα και ηθικό ανάστημα, τότε θα μπορούσε να είναι μια πολύ διαφορετική βραδιά, στην οποία η συζήτηση να περιστραφεί γύρω από το νόημα και τις προϋποθέσεις της πολιτικής. Αλλά οι υπαρξιακές ανησυχίες συνήθως δεν χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους του Συστήματος.

Στην εξαίρετη συλλογή δοκιμίων του Living in Truth ο Βάτσλαβ Χάβελ αναφέρει ότι η πολιτική εκφυλίζεται όταν παύει να συγκροτεί μια δημόσια σφαίρα στην οποία η εμπειρία των πολιτών εκφράζεται και εκπροσωπείται, όταν οι σκοποί της ζωής, οι αγωνίες της κοινωνίας, και η νοηματοδότηση του συλλογικού βίου υποκαθίστανται από τους σκοπούς του Συστήματος. Όταν η πολιτική αποσυνδέεται από τη συλλογική προσπάθεια να ζούμε εν αληθεία, εκφυλίζεται σε τεχνικές χειραγώγησης - ο Ρουσόπουλος και, παλαιότερα, ο Λαλιώτης κάτι ξέρουν επ΄ αυτού.

Η έννοια της «αλήθειας» για τον Χάβελ δεν είναι φιλοσοφική κατηγορία όσο υπαρξιακή αναγκαιότητα. Ο δημόσιος βίος που αρθρώνεται με άξονα την αλήθεια αναδεικνύει την ανθρώπινη εμπειρία – την εμπειρία του πολίτη, του άνεργου, του άρρωστου στο ΕΣΥ, του μέλους μιας μειονότητας, του γονιού, του καταναλωτή, κλπ - και οργανώνει τους δημόσιους θεσμούς με βάση αυτή την εμπειρία. Πρόκειται φυσικά για μια ατελεύτητη διαδικασία, όχι για μια σταθερή κατάσταση, δεδομένου ότι οι θεσμοί πάντοτε αποκλίνουν από την πρωτογενή ανθρώπινη εμπειρία. Η διαδικασία της συνύφανσης των θεσμών με την εμπειρία μας τροφοδοτείται συνήθως από κρίσεις.

Όταν βιώνουμε μια κρίση, ατομικά και συλλογικά, η μέχρι τούδε σχετικά απροβλημάτιστη σχέση μας με τον κόσμο διακόπτεται, οι δραστηριότητές μας δεν μας απορροφούν όσο πριν, χάνουμε το «νόημα» και η προσοχή μας στρέφεται προς τα «μέσα». Είτε πρόκειται για το αυτοκίνητο που μας αφήνει στη μέση του δρόμου, είτε πρόκειται για απόρριψη από σημαντικούς άλλους, είτε πρόκειται για ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα που αποδεικνύεται πλέον ότι ζει με μίζες, η κρίση προκαλεί αγωνία, αυτό που μέχρι τώρα κάναμε απροβλημάτιστα απο-καλύπτεται· όπως λέει ο Χάϊντεγκερ, αποκτούμε συνείδηση της ύπαρξής μας ως υποκείμενα.

Η αποξένωσή μας από τις οικείες δραστηριότητες, η αγωνία που συνακόλουθα βιώνουμε και η προσωρινή απουσία νοήματος μας καλούν να αναστοχαστούμε τη δραστηριότητά μας. Οι περιπτώσεις κρίσης μπορούν κάλλιστα να γίνουν ευκαιρίες για ένα νέο προσανατολισμό, αφού μας παρέχουν την ευκαιρία για αναστοχασμό, κάτι που δεν κάνουμε όταν είμαστε απορροφημένοι στη ρουτινώδη δραστηριότητά μας. Η ιστορία της καινοτομίας τόσο στην επιστήμη όσο και στις επιχειρήσεις καταδεικνύει την εν δυνάμει κινητοποιό δύναμη της κρίσης - να μας κάνει να σκεφθούμε και να δράσουμε διαφορετικά

Η πολιτική κρίση που τώρα βιώνουμε παρέχει ακριβώς μια παρόμοια ευκαιρία. Η Συστημική αντίδραση είναι να τη σπρώξουμε κάτω από το χαλί, να την υπαγάγουμε στους συνηθισμένους τρόπους σκέψης, προκειμένου να συνεχισθεί η υπάρχουσα πολιτική δραστηριότητα. Αν επιτρέψουμε να συμβεί αυτό, θα χάσουμε μια μοναδική ευκαιρία. Αν υπάρχουν τολμηροί πολιτικοί, τώρα είναι η στιγμή να δράσουν. Τώρα είναι η στιγμή να διακινδυνεύσουν χάριν των πεποιθήσεών τους. Τώρα είναι η στιγμή τα χρεοκοπημένα κόμματα του Συστήματος να παραμερισθούν και κάτι καινούριο να προκύψει. Τώρα είναι η στιγμή γι αυτό που Χάβελ ονομάζει «αντι-πολιτική πολιτική» - η πολιτική όχι ως «τεχνολογία ισχύος και χειραγώγησης» αλλά ως «ένας τρόπος να αναζητήσουμε και να πετύχουμε ζωή με νόημα».

Δημοσιεύθηκε στη Καθημερινή στις 20 Ιουλίου 2008

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

Πιάσαμε πάτο


Η χώρα μας βρίσκεται σε τέλμα. Σε όποιον τομέα του δημόσιου βίου κι αν κοιτάξει κανείς δύσκολα θα δει εξελίξεις που να του δίνουν ελπίδες. Τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα που συγκλονίζουν το δημόσιο βίο δείχνουν ότι κάτι πολύ σάπιο υπάρχει στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία. Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση η χώρα δίνει συχνά την εντύπωση ότι τα προβλήματά της δεν είναι τα συνήθη προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ανεπτυγμένοι εταίροι μας στην ΕΕ, αλλά τα προβλήματα μιας πρώην κομμουνιστικής ή τριτοκοσμικής χώρας, η οποία πασχίζει να βρει τον πολιτικό και οικονομικό βηματισμό της.

Εμβληματικό γνώρισμα της κρίσης που περνάμε είναι ότι, ακόμη και σήμερα, το μέγα ζητούμενο στο δημόσιο βίο είναι η χρηστή διοίκηση, η εντιμότητα, η διαφάνεια. Καμία σχεδόν ανεπτυγμένη χώρα της ΕΕ δεν συζητά θέματα που για μας είναι, δυστυχώς, καυτά προβλήματα: η πελατειακή χρησιμοποίηση του κράτους από τους πολιτικούς, η κομματικοποίηση της δημόσιας διοίκησης, η εκτεταμένη διαφθορά, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η παράλυση κρίσιμων δημόσιων θεσμών, η γενικευμένη ανομία.

Ο πήχης έχει πέσει τόσο χαμηλά που αντί ο χαρακτηρισμός «έντιμος» να είναι αυτονόητος για όσους ασχολούνται με τα κοινά, σε μας αποτελεί τίτλο τιμής, τον οποίο όλο και πιο σπάνια αποδίδουμε. Το πολιτικό σύστημα όχι μόνο αδυνατεί να αντιμετωπίσει την κρίση, αλλά είναι δομικό μέρος της. Τα δύο κόμματα εξουσίας ενδιαφέρονται μόνο για την κατάληψη της εξουσίας, σε έναν άνευ αρχών αγώνα μεταξύ τους για το ποιο θα αποκτήσει τακτικό πλεονέκτημα έναντι του άλλου. Στον αγώνα για την εξουσία χρησιμοποιούν όλα τα διαθέσιμα μέσα, ακόμα κι όταν αυτά δοκιμάζουν τους θεσμούς, υπονομεύουν συλλογικές αξίες και παραβαίνουν το νόμο. Η πολιτική μας ζωή δεν έχει σημείο αναφοράς τα ζωτικά προβλήματα της κοινωνίας αλλά το επικοινωνιακό παιχνίδι μέσω του οποίου επιδιώκεται η χειραγώγηση της κοινής γνώμης και η απόκτηση της εξουσίας.

Το πολιτικό σύστημα μετεξελίχθηκε σε ένα αυτιστικό σύστημα, του οποίου η κύρια μέριμνα είναι η αναπαραγωγή του. Εμβληματικό στοιχείο του πολιτικού αυτισμού είναι η οικογενειοκρατία και η παρεοκρατία. Σε ποια άλλη χώρα της προηγμένης Ευρώπης οι επικεφαλής των δύο κομμάτων εξουσίας είναι γόνοι πολιτικών δυναστειών; Σε ποια άλλη χώρα κυριαρχεί το «κολλητιλίκι» στη δημόσια ζωή, η ιδιοκτησιακή αντίληψη για τους δημόσιους θεσμούς, η φυλαρχική αντίληψη της πολιτικής;

Η χρεοκοπία της πολιτικής είναι ίσως η χειρότερη συμφορά που μας έχει βρει σε καιρό ειρήνης. Και σε άλλες προηγμένες χώρες η πολιτική έχει απαξιωθεί, αλλά τουλάχιστον εκεί υπάρχει μια σχετικά ανεξάρτητη και αποτελεσματική κρατική γραφειοκρατία, καθώς και μια ανεπτυγμένη κοινωνία πολιτών, οι οποίες λειτουργούν ως αντίβαρο στην εξουσία των πολιτικών. Υπάρχει επίσης μια αναπτυγμένη οικονομική βάση η οποία συνήθως απορροφά τους πολιτικούς κραδασμούς. Μπορεί οι πολίτες να είναι κυνικοί απέναντι στους πολιτικούς, αλλά δεν έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στη δύναμη της πολιτικής να αλλάξει τα πράγματα. Για κάθε Μπους υπάρχει ένας Ομπαμα, για κάθε Αθνάρ ένας Θαπατέρο. Η ελπίδα δεν έχει χαθεί.

Εμείς, αντιθέτως, δεν ελπίζουμε. Βιώνουμε ένα αίσθημα αδιεξόδου. Νοιώθουμε εγκλωβισμένοι σε ένα φαύλο κύκλο ο οποίος μας περιλαμβάνει. Έχουμε αυτό το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα επειδή ιστορικά έχουμε διαμορφώσει αυτή τη συγκεκριμένη συμπεριφορά. Οι πολιτικοί είναι κατ’ εικόνα και ομοίωσή μας. Για κάθε πολιτικό που λαδώνεται υπάρχει ένας εφοριακός που τα παίρνει, ένας βιομήχανος που δωροδοκεί, ένας γιατρός που ζητά φακελάκι, ένας πολίτης που χτίζει παράνομα ή καταπατά δημόσια γη. Η δημοκρατία είναι ένα «τραγικό» πολίτευμα παρατηρεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης επειδή αυτο-αναφέρεται: εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τις επιλογές μας και τις συνέπειές τους· δεν μπορούμε να μεμφθούμε κάποιον τρίτο.

Από τα αδιέξοδα βγαίνουμε όταν κάποιοι εμπνευσμένοι ηγέτες, με πάθος και όραμα, καταφέρνουν να εκλεγούν στα ανώτερα πολιτικά αξιώματα και δείξουν ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος. Για τον Μαξ Βέμπερ, το «πάθος», από κοινού με την «κρίση» και την «υπευθυνότητα», είναι τα χαρακτηριστικά του πολιτικού ηγέτη. Το πάθος για ένα ευρύτερο όραμα κινητοποιεί και συσπειρώνει. Κυρίως όμως καθιστά τον ηγέτη ριψοκίνδυνο – παίρνει ρίσκα, δεν ακολουθεί την πεπατημένη· δεν σταδιοδρομεί απλώς, υπηρετεί αξίες· δεν διαχειρίζεται μόνο, διαμορφώνει. Αν υπάρχουν τέτοιοι ηγέτες σήμερα, είτε δεν είναι ορατοί, είτε είναι περιθωριοποιημένοι, είτε είναι εκτός πολιτικής. Οι περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες μας δεν πιστεύουν πραγματικά σε τίποτα, απλώς διαχειρίζονται τις ναρκισσιστικές φιλοδοξίες τους. Το δράμα είναι ότι η χώρα δεν μπορεί να γεννήσει έναν Ομπάμα επειδή έχει πάψει να ελπίζει - απλώς πασχίζει να επιβιώνει.

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Λίγα σάπια πράσινα μήλα;


Η επικοινωνιακή στρατηγική είναι παλιά και δοκιμασμένη: όταν επιλήψιμες – ανήθικες, αντιδεοντολογικές - πρακτικές συνδεθούν με έναν οργανισμό, η πρώτη γραμμή άμυνας είναι η άρνησή τους, μέχρις ότου αδιάσειστα στοιχεία έρθουν στο φως. Όταν αυτό συμβεί, τότε οι επιλήψιμες πρακτικές χαρακτηρίζονται «μεμονωμένα περιστατικά», ενοχλητικές εξαιρέσεις. Οι φορείς τους θεωρούνται λίγα «σάπια μήλα» τα οποία πρέπει να πεταχτούν· ο σάκος, όμως, θεωρείται καλός. Αυτή ήταν η στρατηγική του υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ κ.Ράμσφελντ όταν, το 2004, αποκαλύφθηκαν τα βασανιστήρια κρατουμένων στις Ιρακινές φυλακές Αμπού Γκραϊμπ από Αμερικανούς στρατιώτες. Παρόμοια είναι η στρατηγική του ΠΑΣΟΚ σήμερα σε σχέση με την εμπλοκή στελεχών του στο σκάνδαλο της Ζήμενς.

Η στρατηγική αυτή προσπαθεί να περιορίσει τη ζημιά επιμερίζοντας τις ευθύνες στα κατώτερα στελέχη. Οι ηγέτες που κρύβονται πίσω από τέτοια τεχνάσματα, δεν κατανοούν πρώτον ότι η κοινή γνώμη είναι περισσότερο ευφυής απ’ ότι νομίζουν· δεύτερον, ότι οι επιλήψιμες πρακτικές δεν προκύπτουν από παρθενογένεση αλλά επωάζονται σε συγκεκριμένες συνθήκες· και τρίτον, ότι οι επιλήψιμες πρακτικές είναι μια αφορμή για έναν οργανισμό να αναστοχαστεί τον εαυτό του προκειμένου να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Το 1999, μετά τη δολοφονία ενός νεαρού μαύρου από συμμορία λευκών στο Λονδίνο και τον αναποτελεσματικό τρόπο που η Αστυνομία χειρίστηκε την υπόθεση, η Έκθεση Μακφέρσον χαρακτήρισε την κουλτούρα της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου ως διαπνεόμενη από «θεσμοποιημένο ρατσισμό». Τα πορίσματα της Έκθεσης έγιναν αποδεκτά από την Αστυνομία και οδήγησαν σε εκτεταμένες αλλαγές. Ο ρατσισμός της Αστυνομίας δεν θεωρήθηκε ακραία συμπεριφορά μεμονωμένων αξιωματικών, αλλά «θεσμοποιημένη» πρακτική που έπρεπε να ξεριζωθεί. Δεν χρειάζεται να είσαι ψυχολόγος για να καταλάβεις ότι ένα πρόβλημα θα το αντιμετωπίσεις αποτελεσματικά μόνο αφού πρώτα το αναγνωρίσεις ως τέτοιο.

Πως χειρίζεται το ΠΑΣΟΚ την εμπλοκή στελεχών του στο σκάνδαλο διαφθοράς της Ζήμενς; Διαβάστε την ανακοίνωση του εκπροσώπου του (24/6/2008): «Όπως έχουμε πει από την πρώτη στιγμή, στο ΠΑΣΟΚ, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα και δεν χρωστάμε σε κανέναν. Η προσφορά του ΠΑΣΟΚ στη χώρα είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση και […] δεν πρόκειται να ακυρωθεί […]. Το ΠΑΣΟΚ […] δεν έχει να απολογηθεί για συγκεκριμένες μεμονωμένες συμπεριφορές. Το ΠΑΣΟΚ ήταν, είναι και θα εξακολουθήσει να είναι φορέας αλλαγής, ελπίδας και προοπτικής σε αυτή τη χώρα […]». Προσέξτε την ξύλινη, προπαγανδιστική γλώσσα, πανομοιότυπη με τη γλώσσα του Ράμσφελντ: τα «μεμονωμένα» περιστατικά δεν μας αγγίζουν. Είμαστε «φορέας αλλαγής και ελπίδας» λέει ο «πράσινος» προπαγανδιστής· δίνουμε «τη μάχη κατά της τρομοκρατίας» διατεινόταν με στόμφο ο πολεμοχαρής Ρεπουμπλικάνος. Τους δείχνεις συγκεκριμένες ανήθικες συμπεριφορές και σου κάνουν διάλεξη για τον μεταφυσικά δεδομένο ρόλο τους στην Ιστορία!

Ένα κόμμα που εκλαμβάνει τα σκάνδαλα διαφθοράς στελεχών του ως «μεμονωμένες συμπεριφορές», αρνείται να αναγνωρίσει όχι μόνο τον ανεξήγητο πλουτισμό στελεχών του («κάποιοι έκαναν περιουσίες στο ΠΑΣΟΚ» είπε τον περασμένο Οκτώβριο σε συνδιάσκεψη του κόμματός της η κυρία Βάσω Παπανδρέου), ή να πείσει για το «πόθεν έσχες» των εισοδημάτων του, ιδιαίτερα σε ότι αφορά στην κάλυψη των υπέρογκων προεκλογικών δαπανών του, αλλά – και αυτό είναι το κρίσιμο - αποφεύγει να αναστοχασθεί τις κομματικο-κυβερνητικές πρακτικές του, οι οποίες, με την πάροδο του χρόνου, καλλιέργησαν το έδαφος για να φουντώσει η διαφθορά. Όσο αρνείται το πρόβλημα, τόσο θα δυσκολεύεται να το αντιμετωπίσει ριζικά.

Δεν έχει τόση σημασία να αποδειχθεί αν ο κ.Τσουκάτος «τα πήρε» ή όχι· σημασία έχει το κλίμα που έδωσε τη δυνατότητα στον κ.Χριστοφοράκο να θέλει να κάνει «δωρεά» στο ΠΑΣΟΚ· στη Νεολαία ΠΑΣΟΚ να απευθυνθεί για «χορηγία» στην πάντα πρόθυμη για βοήθεια Ζήμενς· στο κ.Νεονάκη να «παίζει» μερικά δισεκατομμύρια δραχμές στο Χρηματιστήριο· στον κ.Πάχτα να προωθεί τροπολογία στη Βουλή με την οποία «διευκολύνονταν» συγκεκριμένος επιχειρηματίας· στον κ.Λάμπρου, τον ταμία του κόμματος, να διοικεί δημόσιους οργανισμούς· στο «σοσιαλιστή» Τσοχατζόπουλο να παντρεύεται στο Παρίσι σα να είναι εκατομμυριούχος σταρ του σινεμά· στην οικουμενική κυβέρνηση του 1990 να δίνει τα ψηφιακά κέντρα του ΟΤΕ απευθείας στην Ιντρακόμ· στον ανεκδιήγητο Τόμπρα να διοικεί τον ΟΤΕ· στο κόμμα να διοικεί το κράτος· στον Ανδρέα Παπανδρέου να χρησιμοποιεί τον «Αστέρα» της Βουλιαγμένης σα να ήταν το εξοχικό του και να χτίζει έπαυλη στην Εκάλη με χρήματα «δανεισμένα» από υπουργούς του! «Μεμονωμένες συμπεριφορές», είπατε κ.Παπακωνσταντίνου; Έγινε ποτέ στο ΠΑΣΟΚ συστηματική συζήτηση γι αυτό το διαχρονικό μοτίβο συμπεριφορών και τις συνθήκες που το παρήγαγαν;

Η πολιτική διαφθορά μοιάζει με τις χασισοκαλλιέργειες της Κρήτης: χρειάζεται τις κατάλληλες συνθήκες για να ευδοκιμήσει. Δεν ξεριζώνεται μόνο με νόμους, αλλά με γενναία αυτο-εξέταση, τολμηρή ανάληψη ευθυνών, και ηγετική διακινδύνευση. Δεν είναι τυχαίο ότι κανένα πρωτοκλασάτο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ δεν υποστήριξε την εύστοχη πρόταση του κ.Βενιζέλου, να συστήσει το ΠΑΣΟΚ εσωτερική εξεταστική επιτροπή για το σκάνδαλο Ζήμενς. Η νομενκλατούρα δεν αντέχει την αλήθεια. Μιλάνε για «κάθαρση» ακριβώς για να μην την κάνουν – ή για να συμβεί στους άλλους! Είναι τόσο διασκεδαστικό να ακούει κανείς τους κκ. Λαλιώτη, Παπουτσή, Σκανδαλίδη και Σία να μιλάνε για την ηθικοποίηση της πολιτικής όσο να φαντάζεται τον κ.Τσουκάτο να εκφωνεί αποσπάσματα από το «Κόκκινο Βιβλίο» του Μάο στο κότερο του κ.Κόκκαλη!

Συντετμημένη μορφή αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 1 Ιουλίου 2008