Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Η «δημοκρατία» παράγει μετριοκρατία στα πανεπιστήμια



Χαράλαμπος Μουτσόπουλος (*)
Χαρίδημος Κ. Τσούκας


Από το 1974 και μετά η ελληνική κοινωνία ζει στον αστερισμό του «εκδημοκρατισμού». Αίτημα ιστορικά κατανοητό, νοηματοδότησε αρχικά κοινωνικούς αγώνες και συμπύκνωσε ελπίδες για μια ανοιχτή, πολυφωνική, διαβουλευτική κοινωνία, με σεβασμό σε κανόνες και θεσμούς. Με την πάροδο του χρόνου το νόημα του «εκδημοκρατισμού» μεταλλάχθηκε. Οι έννοιες, άλλωστε, δεν είναι μεταφυσικές ουσίες, αλλά αποκτούν το νόημά τους από τη χρήση τους στα εκάστοτε κοινωνικά συμφραζόμενα.

Στη χώρα μας, μετά το 1974, ο κοινωνικός «εκδημοκρατισμός» απέκτησε, μεταξύ άλλων, το νόημα της επίσημης συμμετοχής εκπροσώπων των διοικούμενων στη λήψη αποφάσεων. Για να σταθεί, όμως, ο «εκδημοκρατισμός» ως ιδεολογική κατασκευή, έπρεπε να κατασκευάσει το αντίθετό του – τον «αυταρχισμό» - , η αντιπαλότητα με τον οποίο τροφοδοτεί την ύπαρξή του. Η μακρά παράδοση αυταρχισμού στη συμπεριφορά του Ελληνικού κράτους κατέστησε εύκολη την κατασκευή αυτή. Αίφνης, η ιεραρχία απέκτησε αρνητικό πρόσημο, η πειθαρχία θεωρήθηκε «αυταρχισμός», η επαγγελματική συναδελφικότητα εκφυλίστηκε σε «ομερτά», ο σεβασμός μεταξύ των μελών της κοινότητας εξελίχθηκε σε ισοπεδωτική θρασύτητα, ο διάλογος μετατράπηκε σε «δικαίωμα» βέτο, και η συντεταγμένη λήψη αποφάσεων μεταποιήθηκε σε αναζήτηση ομοφωνίας από τους συμμετέχοντες.

Η απαίτηση για «συμμετοχή» δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστα τα πανεπιστήμια. Η αντιδραστικά συντηρητική νοοτροπία του πανεπιστημίου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, αντικαταστάθηκε με ένα «προοδευτικό» ιδεολόγημα, σύμφωνα με το οποίο το καθοριστικό στοιχείο για τη βελτίωση των πανεπιστημίων είναι η «δημοκρατική συμμετοχή». Πάνω σε αυτό το «προοδευτικό» ιδεολόγημα στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, η υψηλότατη συμμετοχή φοιτητών στα διοικητικά όργανα των πανεπιστημίων (η μεγαλύτερη στην Ευρώπη), η θέσπιση του πανεπιστημιακού ασύλου (μοναδική περίπτωση στον ανεπτυγμένο κόσμο), και η γενικότερη κουλτούρα της «δημοκρατίας» στα πανεπιστήμια. Από το δεσποτισμό των ολίγων περάσαμε στη μετριοκρατία των συνδικαλιστικών ολιγαρχιών.

Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση λίγοι έχουν την τόλμη να αναγνωρίσουν ότι το αίτημα για «δημοκρατία» στα πανεπιστήμια εκφυλίστηκε στο κατ’ εξοχήν ιδεολόγημα για την προάσπιση της μετριότητας, του συντεχνιασμού και, ενίοτε, της φαυλότητας. Η φοιτητική «συμμετοχή» βαθμιαία υποκαταστήθηκε από τη συνδικαλιστική αντιπροσώπευση, η οποία με τη σειρά της υποκαταστήθηκε από τις κομματικοποιημένες συνδικαλιστικές παρατάξεις με πελατειακή λειτουργία. Τα απαιτητικά κριτήρια αριστείας που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη λειτουργία κάθε οργανωμένης κοινότητας χαλάρωσαν, υπό την πίεση του αιτήματος για «δημοκρατία», προς όφελος της μετριοκρατίας – όλοι δικαιούνται να εκπληρώνουν τις επιθυμίες τους, δίχως να χρειαστεί να αποδείξουν την αξία τους• οι κρίσεις των αρμοδίων είναι «αυταρχικές», τα αιτήματα των πολλών είναι «δίκαια».

Το εμφανές στην κοινή γνώμη σημάδι της παρακμής των πανεπιστημίων είναι ο εκφυλισμός της έννοιας του «ασύλου» και η καταστροφική βία που έχει διεισδύσει στα πανεπιστήμια. Λιγότερο εμφανής είναι η νοοτροπία που συστηματικά διαβρώνει την αριστεία, υπό το μανδύα του «εκδημοκρατισμού». Τούτο συμβαίνει διότι ένα από τα κύρια γνωρίσματα του «εκδημοκρατισμού» είναι η ελαστικότητά του - προσφέρεται σε αυτο-εξυπηρετική ανα-σημασιοδότηση κατά βούληση.

Ελάχιστα πανεπιστήμια έχουν συντάξει αυτοβούλως εσωτερικούς κανονισμούς, αφού, εξ ορισμού, τέτοιοι κανονισμοί θεσπίζουν, μεταξύ άλλων κυρώσεις. Στο μεταπολιτευτικό ιδεολογικό σύμπαν, όμως, οποιαδήποτε κύρωση συνιστά «αυταρχισμό», γι αυτό και αποφεύγεται. Η εξασθένηση της ιεραρχίας και η συναδελφική «ομερτά» οδήγησαν στη λαθρεπιβασία και την απουσία λογοδοσίας: δεν είναι άγνωστο φαινόμενο καθηγητές να χρησιμοποιούν, ατιμώρητα, το πανεπιστήμιο ως πάρεργο σε σχέση με το κύριο έργο των ιδιωτικών ασχολιών τους. Δεν είναι ασυνήθιστο τα αξιοκρατικά κριτήρια επιλογής και εξέλιξης των πανεπιστημιακών να διηθούνται μέσα από κομματικά, «κοινωνικά», πελατειακά, ή παρεϊστικα φίλτρα, ή αυτά κάποιας άτυπης επετηρίδας. Έχει συχνά συμβεί λ.χ., πανεπιστημιακοί με ελάχιστο ερευνητικό έργο να προάγονται ως «αναγνώριση» της πολιτική τους δράσης, της παλαιότητάς τους, ή διότι κατέχουν υπουργικούς θώκους, ή ισχυρή θέση (και άρα μεγάλη ισχύ) σε πολιτικά κόμματα ή μεγάλες κρατικές ή ιδιωτικές επιχειρήσεις. Όλοι «δικαιούνται» να γίνουν καθηγητές!

Εξίσου θλιβερή είναι η παράλληλη χαλάρωση των σπουδών και η μετατροπή των πανεπιστημίων σε εξεταστικά κέντρα. Οι φοιτητικές συνδικαλιστικές ολιγαρχίες πιέζουν τις αρχές των πανεπιστημίων για συνεχείς διευκολύνσεις στις εξετάσεις, και οι συνήθως ασπόνδυλοι επικεφαλής, των οποίων η κύρια έγνοια είναι ο προσπορισμός των φοιτητικών ψήφων και η «ομαλή» λειτουργία του πανεπιστημίου, τείνουν να ενδίδουν. Ιδού ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι επί πτυχίω φοιτητές δικαιούνται 4 εξεταστικές περιόδους ετησίως ανά μάθημα. Το ακαδημαϊκό έτος 2007-8, στα μαθήματα Παθολογική Φυσιολογία Ι και ΙΙ, με εντολή της Σχολής, διενεργήθηκαν όχι μόνον 8 (4 συν 4) εξετάσεις όπως προβλέπεται, αλλά 20 (αύξηση 150%)! Όλοι «δικαιούνται» ένα πτυχίο!

Τα προβλήματα των ελληνικών πανεπιστημίων προέρχονται από μια βαθιά εννοιολογική σύγχυση μεταξύ της αντι-αυταρχικής κουλτούρας που, εν ψήγματι τουλάχιστον, εγγενώς υπάρχει στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, και της «δημοκρατίας». Η αντι-αυταρχική κουλτούρα χαρακτηρίζει ώριμες κοινότητες μάθησης, με εμπιστοσύνη και αλληλοσεβασμό, γνώση ρόλων και ορίων από όλους, αίσθηση μετοχής σε μια ευρύτερη κοινότητα με κανόνες και κριτήρια αριστείας, και αποδοχή τόσο της εμπειρίας των διδασκομένων όσο και της αυθεντίας (authority) των δασκάλων να καθοδηγούν τους νεοφώτιστους στις αξίες της κοινότητας μάθησης. Μια τέτοια κουλτούρα συνιστά ένα δυναμικό επίτευγμα και έχει τόση σχέση με τον μετριοκρατικό «εκδημοκρατισμό» όση σχέση έχει η δημαγωγία με τη δημοκρατία, ο λαϊκισμός με το δημόσιο συμφέρον, και η προφητεία με την επιστημονική πρόβλεψη.


(*) Ο κ.Χαράλαμπος Μουτσόπουλος (hmoutsop@med.uoa.gr) είναι καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Κανείς άλλος για μήνυση;


Αμφιβάλλετε ότι η πολιτική μας ζωή μοιάζει περισσότερο με την πολιτική ζωή σε πρώην κομμουνιστικές ή τριτοκοσμικές χώρες; Αν ένα χαρακτηρηστικό των ανώριμων θεσμικά δημοκρατιών είναι η διαρκής ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής – η μεταφορά της πολιτικής διαμάχης στα δικαστήρια -, τότε η Ελλάδα θυμίζει περισσότερο τη Ρουμανία και την Ουκρανία και λιγότερο την Ολλανδία ή τη Δανία.

Σταχυολογώ από τις ειδήσεις των τελευταίων τριών εβδομάδων. Η ΔΕΗ ανακοίνωσε σημαντικές ζημίες για το πρώτο εξάμηνο του 2008 και αναμένει μεγαλύτερες στο δεύτερο εξάμηνο. Τι κάνει η ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ; Καταθέτει μηνυτήρια αναφορά κατά της διοίκησης της εταιρίας για «πλημμελή άσκηση των καθηκόντων» της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου! Τόσο απλό!
Για να μη θεωρηθούν οπισθοδρομικοί οι νοσοκομειακοί γιατροί Αθηνών-Πειραιώς στην «προστασία» του δημοσίου συμφέροντος, κατέθεσαν κι αυτοί μήνυση κατά του υπουργού Υγείας, θεωρώντας τον υπεύθυνο για το θάνατο ασθενών εξαιτίας ελλείψεων προσωπικού στις μονάδες εντατικής θεραπείας. Επιτέλους, μάθαμε ποιός είναι ο ένοχος!
Δεν μηνύουν όμως μόνο οι συνδικαλιστές. Το παράδειγμα το δίνουν τα πολιτικά κόμματα. Το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά κατά του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και κατά του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, για «παρεμπόδιση της διαβίβασης της δικογραφίας [για το Βατοπέδι] στην Βουλή [...]», σύμφωνα με τον εκπρόσωπο Τύπου του ΠΑΣΟΚ.

Αυτές οι μηνύσεις (και πολλές άλλες παρόμοιες) έχουν δύο κοινά στοιχεία. Πρώτον, υποκαθιστούν την πολιτική διαμάχη – απο-πολιτικοποιούν δημόσια θέματα. Στον πολιτικό λόγο δεν αντιπαρατίθεται πολιτικός αντί-λογος, στην πολιτική κίνηση δεν αντιτίθεται μια αντίστοιχη πολιτική κίνηση με βάση τους κοινοβουλευτικούς κανόνες, στη διοικητική πράξη δεν αντιπαρατίθεται μια συνδικαλιστική αντι-πράξη με βάση τους κανόνες που ορίζουν τις εργασιακές σχέσεις, στη δικαστική ερμηνεία δεν αντιτίθεται μια αντίπαλη ερμηνεία με βάση τους δικονομικούς κανόνες. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι πολιτικοί και οι συνδικαλιστές προσπαθούν να ενισχύσουν τη θέση τους προσπαθώντας να δείξουν ότι οι αντίπαλοί τους παραβαίνουν το νόμο. Δεν τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα ότι εμπλέκουν τη Δικαιοσύνη στα «παιχνίδια» τους κι έτσι, εμμέσως, την απαξιώνουν. Αυτό που κυρίως τους νοιάζει είναι η δημιουργία εντυπώσεων.

Κι αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο. Οι μηνύσεις δεν γίνονται για να αποδοθούν πράγματι ευθύνες, αλλά για να δημιουργηθούν επικοινωνιακά γεγονότα. Ολο το παιχνίδι γίνεται για τα ΜΜΕ - να δημιουργηθεί μιντιακός θόρυβος, ο οποίος θα φθείρει τον αντίπαλο. Η Δικαιοσύνη μετατρέπεται σε εργαλείο φθοράς τους αντιπάλου.

Τα αποτελέσματα είναι κωμικοτραγικά. Τι στοιχεία θα επιτρέψουν στον εισαγγελέα να αποφανθεί αν ο πρόεδρος της ΔΕΗ ή ο υπουργός Υγείας «ασκεί πλημμελώς τα καθήκοντά του»; Μπορεί στα σοβαρά να σταθεί ένα τέτοιο κατηγορητήριο; Το πρόβλημα της ζημίας της ΔΕΗ ή της έλλειψης μονάδων εντατικής θεραπείας προέρχεται από το ότι οι αντίστοιχοι επικεφαλής ασκούν «πλημμελώς» τα καθήκοντά τους;

Η βιομηχανία των μηνύσεων συνιστά μια ακόμα έκφραση της βαθιά παθολογικής λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος. Τα προβλήματά μας δεν επιδιώκουμε να τα λύσουμε με συντεταγμένο τρόπο, χρησιμοποιώντας τους επιμέρους κανόνες του χώρου στον οποίο δημιουργούνται, αλλά πασχίζουμε να τα ανάγουμε στη σφαίρα της Δικαιοσύνης. Λες και οι πολιτικές-διοκητικές αποφάσεις, καθώς και η εφαρμογή των αποφάσεων, είναι θέματα της ίδιας τάξεως όπως η δωροδοκία, η οικοδόμηση παράνομης κατοικίας, η η υπόθαλψη εγκληματία από έναν υπουργό. Συγχέουμε την αποδεδειγμένη προσωπική ευθύνη που επισύρει ποινικές κυρώσεις, με αναπόδεικτα κίνητρα και σχετικά απρόσωπες, αντιφατικές, και ευμετάβλητες πολιτικές-διοικητικές διαδικασίες.

Το χειρότερο όμως είναι άλλο. Η βιομηχανία των μηνύσεων αφενός μεν ευτελίζει τη Δικαιοσύνη, αφετέρου δε διαιωνίζει το βαθύτερο και διαρκέστερο πρόβλημα της ελλαδικής κοινωνίας: την έλλειψη εμπιστοσύνης σε θεσμούς και θεσμοποιημένες διαδικασίες. Η αχαλίνωτη κατάθεση μηνύσεων για πολιτικά-διοκητικά θέματα αποδυναμώνει τη δημόσια σφαίρα και το δημόσιο λόγο που τη συνέχει.

Προκαλεί όντως πολλά ερωτηματικά το γεγονός ότι η δικογραφία για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου δεν έφθασε ακόμα στη Βουλή, τα οποία πρέπει να τεθούν, και στα οποία ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου οφείλει να απαντήσει. Για τη ζημία της ΔΕΗ υπάρχουν διάφορες ερμηνείες, και ο πρόεδρός της μας χρωστά τη δική του εξήγηση. Οι ελλείψεις σε μονάδες εντατικής θεραπείας είναι πράγματι απαράδεκτες και περιμένουμε από τον υπουργό Υγείας να λογοδοτήσει σχετικά. Στη δημοκρατία οι κυβερνήτες και οι πολιτειακοί παράγοντες λογοδοτούν στη Βουλή και στα αρμόδια όργανα για τις πολιτικές τους και τις συμπεριφορές τους. Μόνο όταν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία για συγκεκριμένες πράξεις που φανερώνουν δόλο, ο πολιτικός λόγος μετατρέπεται σε δικαστικό. Την αυτονομία της πολιτικής, για την οποία τόσο αρέσκεται να μιλά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, την προστατεύουμε με το να ενεργούμε πολιτικά, όχι να μεταφέρουμε τις πολιτικές μας αντιθέσεις στη Δικαιοσύνη.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

Θράσος, τόλμη και κράτος δικαίου


Αν η Ελλάδα ήταν μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα, τα ΜΜΕ θα το προέβαλαν για μέρες, η κυβέρνηση θα είχε συθέμελα κλονισθεί, και το κυβερνών κόμμα θα αναζητούσε τον επόμενο αρχηγό: ο πρωθυπουργικός σύμβουλος, προβεβλημένος πρώην βουλευτής και υπουργός κ.Γιάννης Κεφαλογιάννης, καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε δωδεκάμηνη ποινή με τριετή αναστολή για υπόθαλψη εγκληματία (χασισοκαλλιεργητή του Μυλοποτάμου Κρήτης) και πρόκληση τέλεσης του αδικήματος της ψευδορκίας. Η είδηση είναι τόσο συγκλονιστική όσο χαρακτηριστικά βαλκανική είναι η αντίδραση του καταδικασθέντος.

Μέσα στο θυμό του, ο πρώην υπουργός δεν συνειδητοποίησε πόσο τυχερός είναι που καταδικάστηκε με αναστολή. Αν η υπόθεση αυτή συνέβαινε στη Βρετανία, σήμερα θα ατένιζε τον έξω κόσμο από τα κάγκελα της φυλακής. Το 1999, ο πρώην Συντηρητικός υπουργός Τζόναθαν Αϊτκεν καταδικάστηκε σε 18μηνη φυλάκιση για ψευδορκία και παρεμπόδιση δικαιοσύνης, και εξέτισε ποινή 7 μηνών.

Οι αντιδράσεις των δύο καταδικασθέντων πρώην υπουργών δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικές. Ο κ.Αϊτκεν αποδέχθηκε στωικά την ετυμηγορία της Δικαιοσύνης και οδηγήθηκε στη φυλακή (όπου εντρύφησε στη χριστιανική θεολογία και την αρχαιοελληνική γραμματεία!). Ο κ.Κεφαλογιάννης, τραυλίζοντας σχεδόν από οργή, καθύβρισε τους πάντες – από τους μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικούς, μέχρι τον εισαγγελέα και το Δικαστήριο. Σε μια χώρα της Βόρειας Ευρώπης θα του είχε ασκηθεί νέα δίωξη για εξύβριση Δικαιοσύνης.

Δεν πρόκειται για διαφορετικές αντιδράσεις που προέρχονται απλώς από δύο διαφορετικές προσωπικότητες. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο: την αίσθηση που έχουν οι πολιτικοί στην Ελλάδα (και οι ισχυροί γενικότερα) ότι είναι πάνω από το νόμο. Αυτή η αίσθηση συναντάται σε πρώην κομμουνιστικές και σε τριτοκοσμικές χώρες με καχεκτικούς θεσμούς. Δυστυχώς και σε ανώριμες δημοκρατίες γενικευμένης ανομίας και απαξίωσης των θεσμών, όπως η δική μας.

Από τον Τσιτουρίδη και τον Ρεγκούζα μέχρι τον Μαγγίνα και τον Βουλγαράκη, όλοι καταγγέλλουν «σκευωρίες» σε βάρος τους. Κανείς δεν έχει το θάρρος να αναλάβει την ευθύνη των αξιόμεμπτων πράξεών του. Κανείς δεν επέδειξε την ειλικρίνεια του Κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Έλιοτ Σπίτζερ, ο οποίος, μετά την αποκάλυψη της συμμετοχής του σε κύκλωμα πορνείας, δήλωσε: «Στη διάρκεια του δημόσιου βίου μου επέμεινα ότι οι άνθρωποι πρέπει να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους. Δεν μπορώ να ζητήσω κάτι λιγότερο από τον εαυτό μου τώρα, γι αυτό και παραιτούμαι από το αξίωμα του Κυβερνήτη». Σε μας η εγωπάθεια έχει αγγίξει παθολογικά επίπεδα: «Η απόφαση δεν πλήττει τόσο το όνομά μου όσο το κύρος της Δικαιοσύνης» (Το Βήμα», 28/9/2008) δήλωσε ο κ.Κεφαλογιάννης, δίχως συναίσθηση της «ύβρεως» που εκστόμισε.

Μια τέτοια δήλωση θα ήταν αδιανόητη στη Βόρεια Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική. Τα άτομα στις εκλογικευμένες κοινωνίες, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, έχουν μάθει να υπάγουν τη συμπεριφορά τους σε κοινώς αποδεκτά κριτήρια που θεσπίζουν οι κοινωνικοί θεσμοί. Μόνο σε κουτσαβάκικες κοινωνίες, η ατομική θρασύτητα απαξιώνει τους θεσμούς.

Η δίκη του κ.Κεφαλογιάννη και του πολιτικού του φίλου κ.Σπανουδάκη έδειξε, σε μικρογραφία, μερικές από τις χειρότερες, αλλά και τις καλύτερες, όψεις της Ελλάδας. Έναν προβεβλημένο πολιτικό-τοπάρχη που δεν διστάζει, κατά το δικάσαν δικαστήριο, να υποθάλπει τοπικούς καλλιεργητές ναρκωτικών, όταν αυτό επιτάσσει το ψηφοθηρικό (τουλάχιστον…) συμφέρον. Κι έναν στενό πολιτικό του φίλο, επίσης καταδικασθέντα σε εξάμηνη φυλάκιση με αναστολή, Γραμματέα της Νομαρχιακής Οργάνωσης ΝΔ Ρεθύμνου, που συγχρόνως προΐσταται της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Κρήτη! – το κομματικό (παρα)κράτος σε όλο του το μεγαλείο.

Δείτε όμως - κι εδώ αρχίζουν τα καλά νέα - και τι ποιότητας δημόσιους λειτουργούς συναντά κανείς. Το αξιοπρόσεκτο στη δίκη δεν ήταν μόνο το θάρρος του εισαγγελέα και των δικαστών να καταδικάσουν, σε συνθήκες τεταμένης ατμόσφαιρας και πιθανών συνεπειών για την ατομική και οικογενειακή τους ασφάλεια, τον τοπικό «πασά». Ίσως μεγαλύτερο ήταν το θάρρος των δύο αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας. Πρόκειται για θάρρος που προέρχεται από κάτι τόσο δυσεύρετο στη χώρα μας: τον υψηλό επαγγελματισμό.

Προσέξτε το ζωογόνο επαγγελματικό ήθος του προέδρου της Ένωσης Αστυνομικών Ρεθύμνου κ.Κουντουράκη και αντιδιαστείλετέ το με το ήθος που εκφράζουν οι δηλώσεις Κεφαλογιάννη: «Δεν έχουμε τίποτα σε προσωπικό επίπεδο και με κανένα. Το ίδιο θα κάναμε για τον οποιοδήποτε που με ελαφρά τη καρδία παρεμβαίνει με αυτό τον τρόπο και οπλίζει κυριολεκτικά τα χέρια των εμπόρων ναρκωτικών να σηκώσουν τα καλάζνικοφ εναντίον μας. Στα ορεινά, 15 χρόνια δεχόμαστε πυρά στην προσπάθειά μας να απαλλάξουμε τον νομό μας και την Κρήτη από τους εμπόρους ναρκωτικών. Με τέτοιου είδους παρεμβάσεις, οι κοινωνίες παρεκτρέπονται, αποθρασύνονται και φτάνουμε στο σημείο να καλλιεργούνται μαζικά ναρκωτικά. […] Η επικράτηση της έννομης τάξης δεν είναι ουτοπία, είναι κάτι χειροπιαστό και χρειάζεται τη συμβολή όλων μας» («Καθημερινή», 28/9/2007).

Ευτυχώς δεν έχουν όλα χαθεί!

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Επιχειρηματικές δραστηριότητες και συνταγματικό ασυμβίβαστο


Ο κ.Βουλγαράκης παραιτήθηκε από το υπουργικό αξίωμά του και υποτίθεται ότι το θέμα που ήγειρε η συμπεριφορά του έληξε, παραμένει όμως μέλος της Βουλής των Ελλήνων και, άρα, λογοδοτεί για τις πράξεις του ως βουλευτής. Ισχυρίσθηκε ο πρώην υπουργός ότι «μοναδικός σκοπός των εταιρειών [εκμετάλλευσης ακινήτων που συνέστησε με τη σύζυγό του] ήταν η διαχείριση και η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της οικογενείας μου, ώστε να διασφαλιστεί κατά το δυνατόν το μέλλον των τεσσάρων παιδιών μου». Ο πρώην υπουργός, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, στο βιογραφικό του δεν αναφέρει ούτε ένα επάγγελμα που να άσκησε στα 32 περίπου χρόνια ενήλικου βίου, θα μείνει στην πρόσφατη πολιτική ιστορία ως ο πολιτικός που εκστόμισε το διαβόητο «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό». Αφού τον ευχαριστήσουμε για τη συνεισφορά του στην εκλέπτυνση της ηθικοφιλοσοφικής σκέψης μας, ας τον ρωτήσουμε κάτι πιο απλό: τι σας κάνει τόσο βέβαιο κ.Βουλγαράκη ότι δεν κάνατε τίποτα παράνομο;

Πρώτα τα γεγονότα. Το Σύνταγμα της Ελλάδος, μετά την αναθεώρηση του 2001, ορίζει ρητά ότι «τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος» (άρθρο 57). Το 2005 ο κ.Βουλγαράκης συνέστησε, από κοινού με τη σύζυγό του, την εταιρία «Αστική Ανάπτυξη Εκμετάλλευσης Ακινήτων». Η εταιρία αυτή αγόρασε 700 τ.μ. στον Πύργο Αθηνών και μίσθωσε τον αντίστοιχο χώρο σε πελάτη. Σωστά μέχρις εδώ;

Τώρα η ερμηνεία των γεγονότων. Η σύσταση εταιρίας υποδηλώνει πρόθεση συστηματικών οικονομικών συναλλαγών με τρίτους. Η εταιρία, ως ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο, αποσκοπεί, κατ’ αρχήν, σε επωφελείς γι αυτήν οικονομικές συναλλαγές με πελάτες. Ερώτηση: δεν συνιστά αυτό άσκηση επαγγέλματος; Αν ένας βουλευτής ιδρύσει ένα κερδοσκοπικό ιατρικό κέντρο, ή μια εταιρία αγοραπωλησίας μετοχών, δεν επιδίδεται σε επιχειρηματική δραστηριότητα;

Ο κ.Βουλγαράκης ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία ισχύει για τον κάθε πολίτη, άρα και γι αυτόν. Φυσικά. Κάθε ιδιώτης μπορεί να αγοράζει ακίνητα και να πουλάει στοιχεία της ιδιοκτησίας του. Όταν όμως ο ιδιώτης συστήνει εταιρία για αγοραπωλησίες ακινήτων, τότε, πλέον, εισέρχεται στη σφαίρα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με αντικείμενο την επί συστηματικής βάσεως εκμετάλλευση ακινήτων – ασκεί, πλέον, το επάγγελμα του κτηματομεσίτη (real estate). Μα ακριβώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των βουλευτών δεν απαγορεύει το Σύνταγμα;

Δεν είμαι νομικός και ενδέχεται να κάνω λάθος. Δεν θάπρεπε όμως ο πρόεδρος της Βουλής, ως μάλλον έχων το τεκμήριο της αρμοδιότητας για τέτοια θέματα, να αποσαφηνίσει το θέμα; Όταν ένας βουλευτής συστήνει εταιρία (για οποιοδήποτε λόγο) ενόσω ισχύει το απόλυτο συνταγματικό ασυμβίβαστο για την άσκηση επαγγέλματος, δεν παραβιάζει το άρθρο 57 του Συντάγματος; Σύμφωνα με τον κ.Γιάννη Βαρβιτσιώτη το παραβιάζει. Ο πρόεδρος της Βουλής τι γνώμη έχει;