Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Ομπάμα, ρητορική τέχνη και πολιτικό ήθος


Δεν πρέπει να υπήρξε Έλληνας που να άκουσε την επινίκια ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα, στο Σικάγο, στις 4 Νοεμβρίου 2008 και να μη συγκινήθηκε. Οι περισσότεροι, φαντάζομαι, όχι μόνο συγκινήθηκαν αλλά, πιθανότατα, ‘ζήλεψαν’. Γιατί να μην έχουμε κι εμείς έναν πολιτικό, θα σκέφτηκαν, που να μπορεί να μας ανυψώσει το ηθικό, να συμπυκνώσει τις αγωνίες και τους πόθους μας, να εκφράσει αυτό που αισθανόμαστε - να μας εμπνεύσει με το όραμά του;

Η πολιτική γλώσσα, όσο κι αν στην εποχή μας κατασκευάζεται από τους επικοινωνιολόγους, δεν παύει, σε τελική ανάλυση, να εκφράζει το πολιτικό ήθος της κοινότητας μέσα στην οποία αρθρώνεται. Μπορεί στη σκηνή του Γκράντ Πάρκ του Σικάγο να δέσποζε ο Ομπάμα, μπορεί οι λέξεις να εκστομίζονταν από τα χείλη ενός και μόνον προσώπου, δεν έπαυαν όμως να συνιστούν ένα βαθιά κοινωνικό γεγονός.

Όχι μόνο γιατί το πλήθος ανταποκρινόταν με επιφωνήματα ενθουσιασμού και επιδοκιμαστικές χειρονομίες, αλλά και γιατί η ίδια η ομιλία εμπεριείχε πολλούς αναβαθμούς «έμμεσης διαλογικότητας». Οι λέξεις, λέει ο Μιχαήλ Μπαχτίν, ανήκουν κατά το ήμισυ στους άλλους• παίρνουμε τα λόγια των άλλων και τα μεταποιούμε – τους δίνουμε τη δική μας προσωπική απόχρωση. Ο Ομπάμα δεν εκφώνησε απλώς μια ευχαριστήρια ομιλία, αλλά συντονίστηκε με τους ακροατές του στο μέτρο που άντλησε από την κοινή πολιτική κληρονομιά (τον «ξυνόν λόγον» του κοινωνικού σώματος), τις αγωνίες τους και τα όνειρά τους. Πείθει αυτός που συντονίζεται με την κοινή εμπειρία.

Στην επινίκια ομιλία του ο νέος πρόεδρος υπογραμμίζει μεν τη διαφορετικότητά του («ουδέποτε ήμουν ο πιο πιθανός υποψήφιος γι αυτό το αξίωμα»), τονίζει για μια ακόμα φορά την αναγκαιότητα της πολιτικής αλλαγής, αλλά συγχρόνως υπενθυμίζει τη συνέχεια - τι κάνει την Αμερική μεγάλη: «η αληθινή δύναμη του έθνους μας προέρχεται όχι από τη δύναμή μας ή την κλίμακα του πλούτου μας, αλλά από τη διαρκή ισχύ των ιδεωδών μας: δημοκρατία, ελευθερία, ευκαιρίες, και την ανένδοτη ελπίδα μας».

Αν και νικητής μιας πολωτικής αναμέτρησης, δεν αντιλαμβάνεται τον πολιτικό του αντίπαλο ως εξοβελιστέο εχθρό, αλλά ως μέρος της ίδιας πολιτικής κοινότητας. Μετά τη λαϊκή ετυμηγορία το έθνος πρέπει να ενωθεί ξανά, εξού και η θετική αναφορά στις ιστορικές αξίες του (αντίπαλου) Ρεπουμπλικανικού Κόμματος («που όλοι μοιραζόμαστε») και τον επιφανέστερο ιστορικό ηγέτη του (τον Αβραάμ Λίνκολν). Οι μετεκλογικές αβρότητες μεταξύ των δύο μέχρι χθες αντιπάλων και οι υποσχέσεις-εκκλήσεις για μελλοντική συνεργασία, υπογραμμίζουν ότι, παρά τις πολιτικές τους διαφορές, δεν παύουν να είναι μέρη της ίδιας πολιτικής κοινότητας.

Δεν πρόκειται απλώς για καλούς τρόπους. ΄Η μάλλον, οι καλοί τρόποι αντικατοπτρίζουν το δεσπόζον πολιτικό ήθος: ο πολιτικός ανταγωνισμός δεν μας κάνει εχθρούς. Δεν επιτρέπουμε στις διαφορές μας να υποσκάψουν την πολιτική μας κοινότητα, η οποία αποτελεί όρο για την ύπαρξη του καθενός μας. Αν η προεκλογική διαδικασία οξύνει αναπόφευκτα τις διαφορές μας, μετά τη λαϊκή ετυμηγορία πρέπει να επουλώσουμε τις πληγές που άνοιξε ο πολιτικός ανταγωνισμός, μέχρι να ξανανοίξουν και πάλι. Η δημοκρατία είναι η ταλάντωση μεταξύ έλλογης αντιπαράθεσης, η οποία δυνητικά παράγει ανανέωση, και έλλογης ομοφροσύνης, η οποία δημιουργεί το sensus communis, χωρίς το οποίο είμαστε θραυσματικές οντότητες. Εκτός από αντίπαλοι είμαστε και συμπολίτες. Εκτός από συμπολίτες είμαστε, δυνητικά, και αντίπαλοι.

Με άκρως επιδέξιο τρόπο ο Ομπάμα υφαίνει έναν αφηγηματικό ιστό που συνενώνει μεγάλα πολιτικά και εθνικά γεγονότα με προσωπικές ιστορίες. Η «έμμεση διαλογικότητα» της ομιλίας του κορυφώνεται όταν επαναφηγείται την ιστορία της Αμερικής, τα επιτεύγματα και τις ντροπές της, μέσα από την προσωπική ιστορία της Αφρο-αμερικανής ψηφοφόρου Ανν Νίξον Κούπερ, 106 ετών!

Δίνοντας στο λόγο του φωνή σε αδύνατους ανθρώπους, ο ηγέτης συμβολίζει το ρόλο του ως ενορχηστρωτή, ανοιχτού σε εμπειρίες και απόψεις, συμπαραστάτη των πολιτών. Διατρέχοντας έναν και πλέον αιώνα Αμερικανικής ιστορίας - «τις καλύτερες εποχές και τις σκοτεινότερες ώρες» - ο ηγέτης δείχνει όχι μόνο την πραγματικότητα της αλλαγής (η αλλαγή ως προσωπικό βίωμα της κυρίας Κούπερ), αλλά - και αυτό είναι το σημαντικό - τη δυνατότητα της αλλαγής από εδώ και πέρα.

Διερωτώμενος «αν οι κόρες μου είναι τυχερές να ζήσουν όσο η κυρία Κούπερ, τι αλλαγή θα δουν; Τι πρόοδο θα έχουμε κάνει;», ο ηγέτης με οικείο τρόπο προδιαγράφει την ανοικτότητα του μέλλοντος, θυμίζοντάς μας συγχρόνως ότι μπορούμε, κατ’ αρχήν, να το διαμορφώσουμε με βάση τις αξίες μας: «Αυτή είναι η στιγμή μας. […] Να επαναφέρουμε το Αμερικανικό Όνειρο και να επαναβεβαιώσουμε τη θεμελιώδη αλήθεια – ότι από τους πολλούς γινόμαστε ένας, ότι όσο αναπνέουμε ελπίζουμε, και όταν συναντούμε κυνισμό και αμφιβολία κι αυτούς που μας λένε ότι δεν μπορούμε, εμείς θα απαντούμε με αυτή την άχρονη πίστη που συνοψίζει το πνεύμα του λαού μας: Yes We Can». Η ίδια η εκλογή ενός «απίθανου» προέδρου συμβολίζει τη δυνατότητα της αλλαγής: Ναι, μπορούμε!

Αν οι δικοί μας πολιτικοί σας φαίνονται ξύλινοι, είναι γιατί η γλώσσα τους εκφράζει το κυρίαρχο ελλαδικό πολιτικό ήθος – τον άνευ άρχών καιροσκοπισμό και φατριασμό, την ατολμία, την άμετρη πόλωση, την έλλειψη σεβασμού σε θεσμούς, την πολιτική ως μέσο πλουτισμού, και την επιθυμία της εξουσίας για την εξουσία. Για να μιλήσει κανείς σαν τον Ομπάμα πρέπει να αισθάνεται σαν τον Ομπάμα – λίγο δύσκολο για τα παιδιά του κομματικού σωλήνα και τους γόνους πολιτικών οικογενειών που θεωρούν την πολιτική κληρονομικό επάγγελμα.

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Only in America….


Ο Τζέσε Τζάκσον έκλαιγε, ο κόσμος δάκρυζε από χαρά, τα πλήθη πανηγύριζαν με πρωτοφανή ενθουσιασμό. Η σκληροτράχηλη Ρόζι Παρκς, εκεί ψηλά στον ουρανό, θα χαμογελά με ικανοποίηση. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, αν ζούσε, σεβάσμιος γέροντας 79 χρονών σήμερα, θα μας θύμιζε τη δύναμη του ονείρου και της ελπίδας.

Μόνο στην Αμερική ο γιός ενός Αφρικανού, μεγαλωμένος στις φτωχογειτονιές της Τζακάρτα, με ένα περίεργο επώνυμο κι ένα ‘ύποπτο’ μεσαίο όνομα, θα μπορούσε να γίνει Πρόεδρος της ισχυρότερος χώρας στον κόσμο. Μόνο στην Αμερική η τρισέγγονη σκλάβων θα μπορούσε να γίνει η Πρώτη Κυρία της χώρας. Μόνο στην Αμερική αυτό που χθες φάνταζε αδύνατο, καθίσταται σήμερα εφικτό.

Γιατί η Αμερική είναι πάνω απ’ όλα η χώρα που θεμελιώθηκε σε ιδεώδη: «θεωρούμε ότι οι αλήθειες αυτές είναι αυταπόδεικτες: ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, ότι είναι προικισμένοι από το Δημιουργό με ορισμένα αναπαλλοτρίωτα Δικαιώματα, ότι αυτά είναι η Ζωή, η Ελευθερία και η επιδίωξη της Ευτυχίας». Με τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας το 1776 η Αμερική εγκαινιάζει πολιτικά τη Νεοτερικότητα – την εκδοχή του ανθρώπου ως ελεύθερου από τα δεσμά της ά-λογης παράδοσης και της αυθαίρετης εξουσίας, με το δικαίωμα να ορίζει τη ζωή του και να επιδιώκει την ικανοποίηση των ονείρων του σε μια δημοκρατικά οργανωμένη πολιτεία.

Αυτό είναι το Αμερικανικό Ονειρο, αυτή είναι η κινητοποιός δύναμη της Αμερικανικής κοινωνίας (αλλά και κάθε πραγματικά σύγχρονης κοινωνίας): η δυνατότητα να ανα-στοχάζεσαι, να επαν-ορίζεις και να ανα-δημιουργείς τον εαυτό σου ως άτομο και ως συλλογικότητα. Την ηλεκτρική λάμπα και το αεροπλάνο, τον προσωπικό υπολογιστή και το Διαδίκτυο, τον Αβραάμ Λίνκολν και τον Φραγκλίνο Ρούσβελτ, τον Ράλφ Εμερσον και τον Μάρκ Τουέην, τον Τένεση Γουίλιαμς και τον Χένρυ Μίλλερ, τον Τζον Ντιούι και τον Ουίλιαμ Τζέημς, τον Τζέημς Γουότσον και τον Ρόμπερτ Οπενχάϊμερ, τον Μπομπ Ντύλαν και τον Μπρούς Σπρίνγκστιν, τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ και τον Μπαράκ Ομπάμα, όλους και όλα τα συνδέει ένα μακρύ νήμα που ξετυλίγεται επί δυόμισυ αιώνες τώρα: ο έλλογος άνθρωπος κατασκευάζει τον εαυτό του, η κοινωνία είναι διαρκής ανθρώπινη δημιουργία.

Το Αμερικανικό Ονειρο όχι μόνο ενσταλλάζει ελπίδα, αλλά συνιστά ένα ιδεώδες προς το οποίο (πρέπει να) τείνει η κοινωνία και με βάση το οποίο κρίνει και ανα-θεωρεί τις εκάστοτε πρακτικές της. Το 1963 ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ δεν επικρίνει την Αμερική γιατί έχει λάθος αρχές, αλλά γιατί, αποκλείοντας (συχνά βίαια) τους μαύρους, δεν τιμά τις αρχές της.

«Ονειρεύομαι ότι τα τέσσερα μικρά παιδιά μου θα ζούν μια μέρα σε μια χώρα όπου δεν θα κρίνονται με βάση το χρώμα του δέρματός τους, αλλά το περιεχόμενο του χαρακτήρα τους». Το όνειρο του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ δεν είναι πλέον μόνο όνειρο. Με την εκλογή ενός ταπεινής καταγωγής Αφρο-Αμερικανού στο ισχυρότερο αξίωμα του κόσμου, η Αμερική τέμνει την ιστορία της ακριβώς γιατί αντιλαμβάνεται την Ιστορία ως ατελεύτητη δημιουργία. Μόνο στη χώρα του Τζέφερσον θα μπορούσε να συμβεί αυτό.

Δεν ξέρω τι είδους Πρόεδρος θα είναι ο Ομπάμα, αν και φαίνεται να διαθέτει, για να παραφράσω τη φράση του Γουόλτερ Λίπμαν, πρώτης τάξεως μυαλό και διαίσθηση. Το μείζον όμως είναι άλλο. Επαναφέροντας την ελπίδα στην πολιτική, δημιουργεί την αίσθηση ότι όλα είναι δυνατά – η φαντασία ανοίγει. Ο κοινωνιστικός του προσανατολισμός δημουργεί το κατάλληλο λογοπλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να συζητηθούν εκ νέου, με νέο τρόπο, τα κοινωνικά προβλήματα. Ο Τζο ο υδραυλικός και η Μαίρη η κομμώτρια μπορούν πλέον να δείξουν τον Πρόεδρο Ομπάμα στα παιδιά τους και να τους πουν ότι, με σκληρή εργασία, αυτοπειθαρχία, και φαντασία, μπορούν κι αυτά να ονειρεύονται ότι, μια μέρα, θα ηγηθούν της ισχυρότερης χώρας του πλανήτη.

Εγώ, δυστυχώς, δεν μπορώ να πω το ίδιο στα δικά μου παιδιά. Δεν έχουν τα κατάλληλα «μέσα», ούτε διαθέτουν το «σωστό» επώνυμο...

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Dogma über alles! Νεοφιλελεύθερες και παλαιοαριστερές ιδεοληψίες


Διαβάστε παρακαλώ τα παρακάτω δύο αποσπάσματα:

1. «Παρά τα όποια προβλήματα των σοσιαλιστικών χωρών, το διαμορφωμένο σοσιαλιστικό σύστημα του 20ού αιώνα απέδειξε την ανωτερότητά του έναντι του καπιταλισμού και τα τεράστια πλεονεκτήματα που παρέχει για την εργασία και τη ζωή των ανθρώπων. [...] Oι κατακτήσεις που αναμφισβήτητα σημειώθηκαν στα σοσιαλιστικά κράτη […] αποδεικνύουν ότι ο σοσιαλισμός έχει εγγενείς δυνατότητες για αλματώδη και συνεχή βελτίωση της ζωής του ανθρώπου και ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. [...] [Α]πό μια περίοδο και μετά, σταδιακά, το [Σοβιετικό Κομμουνιστικό] Kόμμα έχασε τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του κι έτσι έγινε δυνατό να κυριαρχήσουν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις στο Kόμμα και στην εξουσία στη δεκαετία του 1980» («Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό», Οκτώβριος 2008).

2. «[...] η οικονομική κρίση δεν είναι αποτέλεσμα νεοφιλελεύθερων επιλογών και συνταγών. Αλλά προκλήθηκε από τον παράλογο κρατικό παρεμβατισμό. [...] O καπιταλισμός αναδημιουργείται μέσα από τις κρίσεις. Διότι όπως είναι το κέρδος καλοδεχούμενο, εξ ίσου φυσιολογική είναι και η χρεοκοπία. Φτάνει το κράτος να μην επιχειρεί τεχνητά να την εμποδίσει. [...] Ουδείς μπορεί να ισχυρίζεται για αδυναμία δήθεν των αγορών να αυτορυθμισθούν όταν το κράτος αμέσως παρεμβαίνει και δεν αφήνει τους μηχανισμούς των ελεύθερων οικονομικών συναλλαγών να ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο» (Ανδρέας Ανδριανόπουλος, «Η οικονομική κρίση προκλήθηκε από την παρέμβαση του κράτους», Οκτώβριος 2008).

Ερώτηση: Τι κοινό έχουν τα δύο αυτά παραθέματα, παρά τις προφανείς διαφορές τους; Σύντομη απάντηση: την ιδεοληψία.

Ο «σοσιαλισμός» και η «αγορά» θεωρούνται λίγο-πολύ τέλεια συστήματα, το καθένα με το δικό του τρόπο. Οι όποιες ατέλειές τους δεν οφείλονται σε ενδογενείς παράγοντες, αλλά σε εξωγενείς. Στην περίπτωση των «σοσιαλιστικών κρατών», τα προβλήματα προέκυψαν από «αντεπαναστατικές δυνάμεις» οι οποίες αλλοίωσαν την ουσία του «σοσιαλισμού» και οδήγησαν, τελικά, στην πτώση του. Στην περίπτωση της «αγοράς», προβλήματα όπως η κολοσσιαίων διαστάσεων οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουμε, προέρχονται από τη βλαπτική παρέμβαση του κράτους. Αν αφεθεί μόνη της, α αγορά «αυτορρυθμίζεται». Και στις δύο περιπτώσεις, δεν φταίει το «σύστημα» αν δημιουργούνται προβλήματα, αλλά η μη πιστή εφαρμογή του. Αν ο «σοσιαλισμός» εφαρμοζόταν καλύτερα, δεν θα υπήρχαν προβλήματα. Αν η «αγορά» αφηνόταν στην ησυχία της, όλα θα λειτουργούσαν εντάξει.

Για να υπερασπίσουν τις απόψεις τους, οι ιδεοληπτικοί (τόσο στη νεοφιλελεύθερη όσο και στην κομμουνιστική εκδοχή τους) προσλαμβάνουν επιλεκτικά την πραγματικότητα, αφού προέχει η διάσωση των δοξασιών τους από την ενοχλητική εμπειρία – dogma über alles! Για τους κομμουνιστές, τα Γκουλάγκ είναι μια αγνοήσιμη λεπτομέρεια στην ένδοξη πορεία προς τον κομμουνισμό. Για τους νεοφιλελεύθερους, οι αλυσιδωτές χρεωκοπίες (πραγματικές ή επαπειλούμενες) επιβλητικών μέχρι χθες χρηματοοικονομικών οργανισμών, που κλονίζουν συθέμελα το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, δεν είναι παρά μια ακόμα αναπόφευκτη εκδήλωση της «δημιουργικής καταστροφής» του καπιταλισμού. Και στις δύο περιπτώσεις, οι απλοί άνθρωποι είναι κάτι σαν «πλευρικές ζημίες»: πρέπει να θυσιαστούν μερικοί, είτε για να καταργηθεί η «καπιταλιστική εκμετάλλευση», είτε για να «αναδημιουργθεί» ο καπιταλισμός. «Να αφήσετε [τους προβληματικούς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς] να καταρρεύσουν», εισηγείται ο κ.Ανδριανόπουλος. «Ο,τι δεν αφήνεται να πεθάνει, δολοφονεί την ανανέωση»!

Η ιδεοληψία ενίοτε οδηγεί ακόμη και ευφυείς ανθρώπους σε λογικά σφάλματα. Έχοντας σωστά επισημάνει τα προβληματικό καθεστώς των οιονεί-ημικρατικών οικιστικών τραπεζών Fannie Mae και Freddie Mac - που τις οδήγησε στην ανάληψη πρωτοφανών ρίσκων, με αποτέλεσμα την καθοριστική συμβολή αυτών των τραπεζών στη δημιουργία της κρίσης -, ο κ.Ανδριανόπουλος παρατηρεί: «Μετά όμως την παρέμβαση των κυβερνήσεων στην οικονομία και τα περίφημα «πακέτα διάσωσης» η κρίση ξέσπασε σε χρηματιστήρια, εμπορικές Τράπεζες και σταδιακά στην πραγματική οικονομία. Πραγματικός «θρίαμβος» του κρατικού παρεμβατισμού, δηλαδή…». Προσέξτε την υπόρρητη αιτιότητα: η κρίση «ξέσπασε» «μετά» τα πακέτα διάσωσης! Αναρωτιέται κανείς αν ο κ.Ανδριανόπουλος παρακολουθεί πραγματικά τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις ή, όπερ και πιθανότερο, τα ιδεοληπτικά του φίλτρα είναι τόσο ισχυρά που διηθούν αναλόγως την εμπειρική πραγματικότητα.

Δεν αναφέρει καν το σημαντικότερο ίσως γεγονός που λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής της κρίσης: την τιτλοποίηση επισφαλών στεγαστικών δανείων από τις τράπεζες και την εν συνεχεία πώλησή τους σε επενδυτικές τράπεζες (οι οποίες χρόνια τώρα «αυτορυθμίζονται»), καθώς και τον άθλιο ρόλο των εταιριών αξιολόγησης κινδύνων (rating agencies), οι οποίες, αμειβόμενες από τις τράπεζες που υποτίθεται ότι ήλεγχαν, κάθε άλλο παρά πράγματι αξιολογούσαν τις συναφείς επισφάλειες (τα σχετικά email της Standard & Poor’s που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας στις ακροάσεις επιτροπής του Αμερικανικού Κογκρέσου, τον περασμένο Οκτώβριο, δείχνουν την απληστία και την έλλειψη επαγγελματισμού από τις εταιρίες αυτές). Που είναι ο δάκτυλος του «κρατικού παρεμβατισμού» εδώ;

Ο Πιτερ Πίτερσον, πρώην επικεφαλής της Lehman Brothers, με υποδειγματική διαύγεια σκέψης, το λέει καθαρά: «Το δεύτερο σκέλος του προβλήματος είναι ότι κάποια επενδυτικά ιδρύματα πήραν το ρίσκο και αγόρασαν αυτά τα επισφαλή δάνεια με τη μορφή χρηματοοικονομικών προϊόντων, με αποτέλεσμα να συσσωρεύσουν τεράστια χρέη. Δυστυχώς οι επενδυτικές τράπεζες που έκαναν αυτές τις αγορές ελέγχονταν ελάχιστα ή καθόλου)» (συνέντευξη στον Α. Παπαχελά, «Καθημερινή», 2/11/2008). Κάθε ανοιχτόμυαλος άνθρωπος διαπιστώνει ότι δεν είναι τα κρατικά «πακέτα διάσωσης» αυτά που οδήγησαν στο «ξέσπασμα» της κρίσης, αλλά ένας συνδυασμός επισφαλών δανείων (πράγματι με την ενθάρρυνση του κράτους – εδώ έχει δίκιο ο κ.Ανδριανόπουλος), πτώσης τιμών των ακινήτων, έλλειψης ρυθμιστικών ελέγχων, συσσωρευμένων χρεών, αντιεπαγγελματικών πρακτικών, και σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων που δεν ήταν επαρκώς κατανοητά ούτε από τους διακινητές τους. Η ανθρωπολογική βάση της κρίσης είναι, βέβαια, η επιδίωξη του στενά βραχυπρόθεσμου συμφέροντος, η άφρων ανάληψη κινδύνων, και η απληστία, συμπεριφορές οι οποίες γιγαντώθηκαν σε ένα περιβάλλον ανεπαρκών ρυθμιστικών ελέγχων, το οποίο με τη σειρά του παρήχθη από τη νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία της αγοραίας «αυτορύθμισης».

Η κρίση, με άλλα λόγια, είναι ένα πολυ-αιτιακό φαινόμενο, ενώ για τους νεοφιλελεύθερους ιδεοληπτικούς είναι μονο-αιτιακό – πηγή όλων των δεινών είναι ο «κρατικός παρεμβατισμός»! Η σκέψη τους είναι τόσο απλοϊκή όσο αυτή των κομμουνιστών, για τους οποίους οι αιτίες της κατάρρευσης των κομμουνιστικών χωρών είναι η εξής μια - οι «αντεπαναστατικές δυνάμεις»!

Η ειρωνεία είναι ότι διακεκριμένοι ομοϊδεάτες του κ.Ανδριανόπουλου ομολόγησαν, έστω και ex post facto, την ιδεοληπτική τύφλωσή τους, η οποία τους οδήγησε σε ανεπαρκή ρύθμιση των επενδυτικών τραπεζών και των αγορών σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων («όπλα μαζικής καταστροφής» αποκάλεσε ο Γοόρεν Μπάφετ τα σύνθετα παράγωγα, σε ανύποπτο χρόνο). Στην κατάθεσή του ενώπιον επιτροπής του Αμερικανικού Κογκρέσου, τον περασμένο Οκτώβριο, ο πρώην πρόεδρος της FED Αλαν Γκρίνσπαν ομολόγησε: «Εκανα λάθος υποθέτοντας ότι το ίδιον συμφέρον των τραπεζικών και άλλων οργανισμών, θα τις καθιστούσε ικανές να προστατεύσουν το συμφέρον των μετόχων τους».

Με άλλα λόγια, η αφηρημένη ορθολογικότητα με την οποία, κατ’ αρχήν, λειτουργούν οι αγορές, παίρνει συγκεκριμένη μορφή σε συγκεκριμένα θεσμικά-διοικητικά συμφραζόμενα. Δεν είναι μια καθαρή πλατωνική ιδέα, αλλά μια εν μέρει εμπειρικά διαμορφούμενη αρχή. Οι αγορές δεν είναι φυσικά, αλλά ανεξαλείπτως κοινωνικά φαινόμενα: από μόνες τους δεν λειτουργούν πάντοτε ορθολογικά, αφού αφενός μεν υπάρχει πληροφοριακή ασυμμετρία (ιδιαίτερα στις χρηματαγορές), αφετέρου δε ανθρώπινες συμπεριφορές που στομώνουν την ορθολογική κρίση, όπως η απληστία, η ομαδοσκέψη, και η κοπαδική συμπεριφορά, διαπερνούν ενίοτε τη λειτουργία των οικονομικών δρώντων.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο κ. Γκρίνσπαν παράφρασε στη γνωστή φράση του Κέϋνς, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν διατεθειμένος να μεταβάλλει τις αντιλήψεις του για την «αυτορυθμιζόμενη» λειτουργία των χρηματαγορών «αν, μετά από έρευνα, πεισθώ από τα γεγονότα». Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι οι εγχώριοι νεοφιλελεύθεροι ιδεοληπτικοί θα έλεγαν το ίδιο. Γι αυτούς, όπως και για τους κομμουνιστές, τα γεγονότα όχι μόνο δεν διαψεύδουν τα δόγματά τους αλλά, αντιθέτως, εντείνουν την Πίστη τους. Τα γεγονότα τα στέλνει ο Παντοδύναμος για να τους δοκιμάζει. Με επιτυχία, πρέπει να πω...!

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

Ιδεοληπτικές φούσκες και κρίση


Η σκηνή ήταν αποκαλυπτική, από εκείνες που σε κάνουν να διατηρείς ακόμη την πεποίθηση ότι το Κοινοβούλιο δεν είναι καφενείο φιλάθλων ή στρατιωτικός λόχος αλλά χώρος υπεύθυνης λογοδοσίας. Δεν αναφέρομαι, δυστυχώς, στο ελλαδικό Κοινοβούλιο αλλά στο Αμερικανικό.

Ενώπιον επιτροπής του Κογκρέσου, ο Αλαν Γκρίνσπαν, πρώην πρόεδρος της Αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας, μιλά για την τρέχουσα χρηματοοικονομική κρίση. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Χένρυ Γουάξμαν τον ρωτά: «Ανακαλύψατε κάποιο ψεγάδι....». Πριν προλάβει να τελειώσει την ερώτηση, ο Γκρίνσπαν συμπληρώνει: «…ψεγάδι στο μοντέλο με το οποίο αντιλαμβανόμουν […] πως λειτουργεί ο κόσμος […];». «Με άλλα λόγια, αντιληφθήκατε ότι η άποψή σας για τον κόσμο, η ιδεολογία σας, δεν ήταν σωστή;», επανέρχεται ο Γουάξμαν. «Ακριβώς», απαντά ο Γκρίνσπαν.

Πριν το διάλογο αυτό, ο Γουάξμαν παρέθεσε δηλώσεις του Γκρίνσπαν στις οποίες ο τότε πρόεδρος της FED υποστήριζε ότι, αναφορικά με τα σύνθετα παράγωγα, η αυτορύθμιση της αγοράς, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της τεχνολογίας αποτίμησης κινδύνων, αρκούν και, κατά συνέπεια, δεν χρειαζόταν κυβερνητική παρέμβαση. Ο Γκρίνσπαν ομολόγησε ότι «εν μέρει» έκανε λάθος. Στην κατάθεσή του αιτιολόγησε την τότε στάση του επικαλούμενος την τυπική ορθολογικότητα που, κατ’ αρχήν, διέπει τις επιχειρήσεις: «όσοι από μας, και ιδιαίτερα εγώ, προσέβλεπαν στο ίδιον συμφέρον των δανειστών να προστατεύσουν τους μετόχους είναι σοκαρισμένοι [με την κρίση]». Με άλλα λόγια, αν η πραγματικότητα ακολουθούσε τη θεωρία, δεν θα υπήρχε πρόβλημα! Δεν είναι διαφορετικό το επιχείρημα όσων διεκτραγωδούν την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων.

Εδώ ακριβώς είναι ο πυρήνας του προβλήματος: η αναγωγή της αγοράς από τους νεοφιλελεύθερους σε ιδεοληψία (όπως έμμεσα ομολόγησε ο Γκρίνσπαν). Οι ιδεοληπτικοί αντιλαμβάνονται τις ιδέες ως καθαρές πλατωνικές «μορφές» - συγχέουν το χάρτη με το έδαφος. Όταν οι ιδέες αποκτήσουν πλατωνική υπόσταση παίρνουν προτεραιότητα έναντι της εμπειρικής πραγματικότητας. Οι ιδεοληψίες υποκαθιστούν την εμπειρία με αφηρημένες κατασκευές, οι οποίες απαγωγικά παρέχουν έτοιμες απαντήσεις.

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι οι λήπτες αποφάσεων κατοικούν σε έναν εμπειρικό και αθεράπευτα ατελή κόσμο. Όπως στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν ευκλείδειες ευθείες γραμμές, έτσι δεν υφίσταται ένα αμιγές «ίδιον συμφέρον» που να λειτουργεί παντού και πάντα με τον ίδιο τρόπο. Το «ίδιον συμφέρον», η κινητήρια δύναμη της οικονομίας της αγοράς, συγκροτείται και εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικά ιστορικά-θεσμικά-διοικητικά συμφραζόμενα. Το συμφέρον της φροντίζει και η Grameen Bank και η Royal Bank of Scotland, αλλά με διαφορετικό τρόπο.

Μα «το ίδιον συμφέρον λειτουργούσε επί 40 χρόνια και παρήγαγε αποτελέσματα» αναφώνησε ο Γκρίνσπαν, υπονοώντας ότι το ίδιο ανέμενε και τώρα. Ναι, στον πλατωνικό κόσμο το μέλλον είναι προέκταση του παρελθόντος, αλλά στον εμπειρικό κόσμο «τα πρακτά» αλλάζουν, η ενδεχομενικότητα καραδοκεί, οι συνθήκες εφαρμογής αφηρημένων ιδεών μεταβάλλονται. Οι επενδυτικές τράπεζες σήμερα έχουν μικρή σχέση με τις κλασικές εμπορικές τράπεζες, τα νέα σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα διαφέρουν ουσιωδώς από τα μέχρι τώρα γνωστά. Από τους λήπτες αποφάσεων ζητούμε εκλεπτυσμένη κρίση, όχι αφελείς (και προσοδοφόρες!) ιδεοληψίες.

Στον εμπορικό-βιομηχανικό καπιταλισμό το εισόδημά σου υπόκειται στη βαρύτητα - είναι συνάρτηση της εργώδους προσπάθειάς σου, σε ένα περιβάλλον υλικών και χρονικών περιορισμών. Στον εξαϋλωμένο, παγκοσμιοποιημένο χρηματοοικονομικό καπιταλισμό της «μόχλευσης», το εισόδημά σου μπορεί να αυξηθεί (ή να μειωθεί) κατά πολύ χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια (ρωτήστε τα στελέχη των επενδυτικών τραπεζών). Ένα τέτοιο σύστημα βρίσκεται στην επικράτεια αυτού που ο Νασίμ Ταλέμπ εύστοχα αποκαλεί «Εξτρεμιστάν» - οι όποιες αποκλίσεις μεγενθύνονται ταχύτατα, επιφέροντας κολοσσιαίες αλλαγές. Στο Εξτρεμιστάν τα ακραία φαινόμενα δεν μπορούν να προβλεφθούν, γι αυτό και η χρήση ιστορικών δεδομένων (στα οποία κατ’ εξοχή στηρίζονται οι αναλύσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα) δεν βοηθά ιδιαίτερα. Τα οφέλη είναι τεράστια, αλλά το ίδιο τεράστιοι είναι και οι κίνδυνοι. Οι ρυθμιστικές αρχές του Εξτρεμιστάν είναι προτιμότερο να είναι συντηρητικές παρά ριψοκίνδυνες, περισσότερο εμπειρικές και λιγότερο ιδεοληπτικές. Η σταθερότητα είναι τόσο σημαντική όσο η καινοτομία. Για να αποφευχθεί η κρίση χρειάζεται κρίση!

Η κρίση απαιτεί υγιή σκεπτικισμό απέναντι σε ιδεοληψίες, άνοιγμα στην εμπειρική πραγματικότητα, ικανότητα διάκρισης της ιδιαιτερότητας ενός φαινομένου. Αντικείμενο της κρίσης, παρατηρεί η Χάνα Αρεντ, είναι τα «καθ’ έκαστα» υπό το φως γενικών εννοιών. Να διακρίνεις το πραγματικά διαφορετικό από το σύνηθες (π.χ.σύνθετα παράγωγα), να πασχίζεις για την «διευρυμένη νοοτροπία» που προκύπτει όταν φαντάζεσαι τα πράγματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες (αυτή, π.χ., του ανθρώπου που χάνει το σπίτι του), να θέτεις τις γενικές σου έννοιες (π.χ. «ίδιον συμφέρον») σε δοκιμασία.

Η νεοφιλελεύθερη φούσκα ξεφούσκωσε, όπως έσκασε πριν από είκοσι χρόνια η κομμουνιστική. Αντίθετα με τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό, ο καπιταλισμός δεν πέθανε – ευτυχώς! Χρεωκόπησε, όμως, μια συγκεκριμένη εκδοχή του – καιρός ήταν! Θυμάστε τα λόγια του Ρόναλντ Ρέηγκαν: «Η κυβέρνηση δεν είναι η λύση αλλά το πρόβλημα»; Ηταν πάντοτε τόσο αφελή, όσο αλλόκοσμες είναι οι σαπουνόφουσκες της κυρίας Παπαρήγα και του κ.Λαφαζάνη. Στα συντρίμμια των ιδεοληψιών μπορούμε, επί τέλους, να ασχοληθούμε με τον πυρήνα της Πολιτικής – την έλλογη διαχείρση της συλλογικής μας αβεβαιότητας.