Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Ο βάλτος, τα κουνούπια και οι τοτεμικοί χοροί


«Στο επίπεδο της κινηματικής αριστεράς, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί οι ενέργειες πρέπει να έχουν την πρωτόγονη, βίαιη υποχρεωτικά έκφραση και είναι ηλίθιοι αυτοί που λένε να καταδικάσουμε τη βία […]»
Γ. Βέλτσος, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, BHMagazino, 6/7/2008

Εκπλήσσομαι με την έκπληξη: χθες κουκουλοφόροι επιτέθηκαν βίαια στον καθηγητή Εγκληματολογίας Γιάννη Πανούση. Προχθές στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης άγνωστοι βιαιοπράγησαν κατά διευθυντή φυλακών, ο οποίος είχε προσκληθεί από καθηγητή της Νομικής Σχολής να μιλήσει στους φοιτητές του. Αντιπροχθές, φοιτητές του Παντείου διέκοψαν βιαίως την εκλογή αντιπρύτανη και έκαψαν την κάλπη στην οποία ψήφιζαν οι φοιτητές. Κάθε μήνα, και, τώρα τελευταία, κάθε βδομάδα, συμβαίνει κάτι βίαιο…

Αν η βάρβαρη επίθεση κατά του καθηγητή Πανούση σας κάνει δικαιολογημένα να ανατριχιάζετε, είναι χρήσιμο να θυμάστε ότι η βία, στις ποικίλες εκφάνσεις της, και πολύ περισσότερο η αυθαιρεσία, δεν συνιστούν μεμονωμένα φαινόμενα, αλλά πιθανώς το πιο ευδιάκριτο στην κοινή γνώμη μοτίβο των πανεπιστημίων μας τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ακόμα κι αν δεν διαθέτει κανείς την οξυμένη «κοινωνιολογική» ευαισθησία του κ.Μεϊμαράκη, καταλαβαίνει ότι η συστηματική αυθαιρεσία και η βία δεν παράγονται στο κενό, αλλά ευδοκιμούν υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Ποιες είναι αυτές;

Πρώτον, η συνδιοίκηση των πανεπιστημίων μεταξύ καθηγητών και φοιτητών, γεγονός που ωθεί τους πρώτους να συναλλάσσονται ποικιλοτρόπως με τις κομματικές ολιγαρχίες που δήθεν εκπροσωπούν τους δεύτερους. Η συνδιοίκηση ακυρώνει ουσιαστικά τη διοίκηση, στο μέτρο που θέτει υπό την αίρεση των φοιτητικών ολιγαρχιών κάθε προσπάθεια εφαρμογής του νόμου για την ομαλή λειτουργία των πανεπιστημίων. Δεύτερο, η συχνή έλλειψη αξιοκρατίας, επαγγελματισμού, σεβασμού των νόμων, ενίοτε και χρηστής διοίκησης που παρατηρείται στο καθηγητικό σώμα, και η διάχυτα κλικαδόρικη λειτουργία του πανεπιστημίου. Τρίτον, η κουλτούρα του «πανεπιστημιακού ασύλου», η οποία παρέχει κίνητρα σε ολοκληρωτικής νοοτροπίας μειονότητες, αλλά και σε άτομα του κοινού ποινικού δικαίου, να προβαίνουν σε βίαιες ενέργειες ατιμωρητί. Τέταρτον, η ανοχή της βίας και η ιδεολογική νομιμοποίησή της από την αντιδραστική αριστερά – το απόσπασμα του κ.Βέλτσου τα λέει όλα….

Με άλλα λόγια, το σύστημα διακυβέρνησης των πανεπιστημίων μας είναι τέτοιο που ευνοεί τη συναλλαγή, την απουσία στιβαρής διοίκησης, και, όχι σπάνια, την ανάρρηση στα ανώτερα διοικητικά αξιώματα καθηγητών που δεν έχουν (ας το πώς όσο πιο ευγενικά μπορώ) τα ηγετικά προσόντα να διοικήσουν τα ιδρύματά τους. Αυτό το «τοξικό» σύστημα διακυβέρνησης είναι ριζωμένο σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο διάχυτης ανομίας, αναξιοκρατίας, έλλειψης επαγγελματισμού, μη σεβασμού των δημοκρατικών κανόνων και θεσμών, και ανοχής της «επαναστατικής» βίας. Η βία είναι η πιο χτυπητή παθογένεια ενός βαθιά άρρωστου συστήματος.
Πως αντέδρασαν οι αρμόδιοι στην επίθεση κατά του καθηγητή Πανούση; Διαβάστε και θαυμάστε: Χ. Κίττας, πρύτανης Πανεπιστημίου Αθηνών: «Δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε. Όταν έχουμε τέτοιες συντονισμένες ενέργειες που εξελίσσονται μέσα σε λίγα λεπτά, πότε να προλάβει να συγκληθεί το Πρυτανικό Συμβούλιο για να αποφασίσει για το άσυλο; Αλλά και ποιος να ενημερώσει άμεσα την Αστυνομία, όταν οι ίδιοι οι φύλακες φεύγουν μόλις αντιληφθούν τέτοιες καταστάσεις, φοβούμενοι δικαίως για τη ζωή τους; Δεν ξέρω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε πια μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις, πέραν κάθε λογικής. Δηλαδή θα καταλήξουμε να φρουρούνται τα πανεπιστήμια από ενόπλους; […] Ακόμα κι αν κάποιος προφτάσει να καλέσει αμέσως την Αστυνομία, ώσπου να έρθει, οι κουκουλοφόροι θα έχουν ήδη φύγει. Η μόνη λύση που βλέπω, είναι να υπάρξει επιτέλους διακομματική συναίνεση».
Προσέξτε την αμηχανία, την αυτο-λύπηση και τη μοιρολατρία του επικεφαλής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Που να συγκαλείς τώρα το πρυτανικό συμβούλιο…δεν υπάρχει χρόνος. Αλλά και τι νόημα έχει να φωνάξεις την Αστυνομία, αφού μέχρι νάρθει, οι δράστες θάχουν φύγει…Και φύλακες όμως να έχεις, τι να τους κάνεις, αφού οι άνθρωποι φοβούνται, «δικαίως», για τη ζωή τους…Δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε…Η ζωή είναι ένα δράμα…Να ζει κανείς ή να μη ζει…
Φαντάζεστε τον επικεφαλής μιας μεγάλης τράπεζας που βλέπει την περιουσία της να βανδαλίζεται, να μιλά μ’ έναν αμήχανα μοιρολατρικό τρόπο; Θα του είχε υποδειχθεί πάραυτα να πάει σπίτι του. Όταν διοικείς, οφείλεις να δίνει προοπτική, να προτείνεις πρακτικές λύσεις, να δοκιμάζεις και να ξαναδοκιμάζεις μέχρις ότου πετύχεις το στόχο σου, να μην παραιτείσαι, να μάχεσαι διαρκώς με τα προβλήματα, όχι να λυπάσαι τον εαυτό σου δημοσίως και να ζητάς εμμέσως και από τους άλλους να σε λυπηθούν.
Κι όμως, ο κ.πρύτανης, μετά το μοιρολόγι του, βρήκε τη «λύση». Ότι η «λύση» αυτή δεν συνάγεται λογικά από τον συλλογισμό στον οποίο εντάσσεται, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Η έλλειψη λογικού ειρμού (κοινώς: ασυναρτησία) δεν θεωρείται μειονέκτημα στην Ελλάδα. Η λύση για τον κ.Κίττα, και μάλιστα η «μόνη λύση», είναι η «διακομματική συναίνεση». Δεν μας εξηγεί δυστυχώς πως η «διακομματική συναίνεση» θα διασφαλίσει την προστασία της σωματικής ακεραιότητας και της περιουσίας στα πανεπιστήμια. Η συναίνεση βοηθά, βέβαια, αλλά δεν είναι αυτή που φρουρεί τα πανεπιστήμια, όπως η διακομματική συναίνεση κατά του χουλιγκανισμού δεν αποτρέπει τα σχετικά συμβάντα.
Μήπως ο κ.πρύτανης θα διανοούνταν να προτείνει, και μάλιστα να επιμείνει με όλο το βάρος του αξιώματός του, να καταργηθεί το διαβόητο «άσυλο», προκειμένου να μπορεί να παρεμβαίνει η Αστυνομία με την έκκληση οποιουδήποτε πολίτη (από τον σερβιτόρο μέχρι τον πρύτανη) διαπιστώνει ότι διαπράττονται αδικήματα στους πανεπιστημιακούς χώρους; Μήπως, εναλλακτικά, μια εκπαιδευμένη και κατάλληλα εξοπλισμένη Πανεπιστημιακή Αστυνομία θα μπορούσε να αστυνομεύει τα πανεπιστήμια; Σκέφτηκε ποτέ ο επικεφαλής του μεγαλύτερου πανεπιστήμιου της χώρας να προτείνει προς υιοθέτηση από τη σπουδαιοφανή Σύνοδο των Πρυτάνεων το θεσμό της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, προκειμένου το αίτημα αυτό να προωθηθεί συντεταγμένα στον Υπουργό Παιδείας; Βέβαια τα ερωτήματα αυτά είναι μόνο ρητορικά. Είναι γνωστό ότι ο κ.πρύτανης δεν μαγαρίζει τη γλώσσα του με τέτοιες λέξεις, ούτε αμαυρώνει τα πέραν πάσης αμφιβολίας ‘δημοκρατικά’ φρονήματά του, προσόν, σημειωτέον, εκ των ων ουκ άνευ για να εκλεγεί κανείς πρύτανης! Άλλωστε οι «μπάτσοι» δεν είναι «γουρούνια» και «δολοφόνοι»; Τι γυρεύουν αυτοί οι ποταποί στους Οίκους του Πνεύματος;
Και ο Πινόκιο της πολιτικής τι είπε; «Είναι ευθύνη ολόκληρης της κοινωνίας, της πολιτείας, αλλά κατ’ εξοχήν και της ακαδημαϊκής κοινότητας να περιφρουρήσει το πανεπιστημιακό άσυλο […]» κατάφερε να ψελλίσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Αντώναρος (καμία δουλειά δεν είναι ντροπή)! Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Από πότε η πανεπιστημιακή κοινότητα «περιφρουρεί» το άσυλο; Πως θα το κάνει; Θα συλλαμβάνει ταραξίες; Μήπως θάπρεπε να περνάνε όλοι από σεμινάρια καράτε για να αποκρούουν τους κουκουλοφόρους; Ναι, τέτοιοι άνθρωποι μας κυβερνάνε…
Η επίθεση κατά του καθηγητή Πανούση είναι το πιο πρόσφατο δείγμα τραμπουκισμού, αλλά νάστε σίγουροι δεν θα είναι το τελευταίο, ούτε, φοβάμαι, το πιο απεχθές. Στον ελλαδικό πανεπιστημιακό βάλτο ευδοκιμούν δηλητηριώδη κουνούπια, τα οποία τσιμπάνε ανενόχλητα όποτε θέλουν, όποιον θέλουν. Οι περισσότεροι ανευθυνο-υπεύθυνοι χορεύουν γύρω από το τοτέμ του «ασύλου» (ο Πανούσης δε μετείχε στον χορό της φυλής, γι αυτό έγινε στόχος), «καταδικάζουν» σπαραξικάρδια τη βία, σκύβουν το κεφάλι, και εύχονται να περάσει η μπόρα – μέχρι την επόμενη μπόρα! Έτσι, άλλωστε, πορεύεται όλη η χώρα – με τοτεμικούς χορούς γύρω από βαθιά αναχρονιστικούς θεσμούς. Κανείς «αρμόδιος» δεν προτίθεται να αποξηράνει τον βάλτο• μπαίνουν μόνο στον κόπο να κάνουν, που και που, αέρα με τη βεντάλια για να απομακρύνουν τα κουνούπια…Τέτοια τόλμη!

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Όλα κυοφορούνται μέσα στη γλώσσα





«Μιλάμε για κατανόηση μιας πρότασης με την έννοια ότι αυτή μπορεί να αντικατασταθεί από άλλη που λέει το ίδιο πράγμα• αλλά και με την έννοια ότι δεν μπορεί να αντικατασταθεί από καμία άλλη. […] Στη μια περίπτωση η σκέψη της πρότασης είναι κάτι που το έχουν κοινό διαφορετικές προτάσεις• στην άλλη, κάτι που μπορούν να το εκφράσουν μόνο αυτές οι λέξεις, σε αυτές τις θέσεις (Κατανόηση ενός ποιήματος)»
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, §531

Σε πρόσφατη διαδήλωση συμπαράστασης στη συνδικαλίστρια εργάτρια καθαριότητας Κωνσταντίνα Κούνεβα, εναντίον της οποίας έλαβε χώρα δολοφονική απόπειρα με βιτριόλι, εμφανίστηκε το σύνθημα «Όχι στον εργασιακό Μεσαίωνα». Μετά το φόνο του εφήβου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, γεγονός που έτυχε να συμβεί την ίδια πάνω-κάτω περίοδο με τη δίκη των οκτώ αστυνομικών, κατηγορούμενων για τον αναίτιο, κτηνώδη ξυλοδαρμό του Κύπριου φοιτητή Αυγουστίνου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη το 2007, ο πατέρας του φοιτητή, αφού συλλυπήθηκε την οικογένεια Γρηγορόπουλου, πρόσθεσε: «τον 15χρονο τον σκότωσαν σωματικά, ενώ τον γιο μου ψυχικά». Στις συγκλονιστικές ταραχές του περασμένου Δεκέμβρη εμφανίστηκαν συνθήματα τα οποία ‘εκλογίκευαν’ τη βία που είδαμε στο κέντρο της Αθήνας: «ρημάξατε τη ζωή μας, θα ρημάξουμε τα πάντα», «πλιάτσικο στις κλεμμένες μας ζωές», «βία στη βία των αυτοκινήτων», και άλλα παρόμοια.

Και οι τρεις περιπτώσεις έχουν ένα κοινό στοιχείο: τη χρήση της μεταφορικής γλώσσας. Συνηθισμένες έννοιες οργανώνονται με λίγο ως πολύ ασυνήθιστο τρόπο για να παραχθούν νέα νοήματα. Για μερικούς οξυδερκείς σχολιαστές, η μεταφορική χρήση της γλώσσας πρέπει να αποφεύγεται στο δημόσιο λόγο, διότι εμποδίζει την «ακριβή περιγραφή» των προβλημάτων και, άρα, την ορθολογική συζήτησή τους (βλ. άρθρο Π. Μανδραβέλη, «Καθημερινή», 24/12/2008). Υπάρχει, όμως, «ακριβής» γλώσσα περιγραφής; Είναι λιγότερο μεταφορική η, ας πούμε, γλώσσα των οικονομολόγων περί «ύφεσης», «υπερθέρμανσης» «ρευστότητας», κλπ, από τη γλώσσα των επιχειρηματιών ότι π.χ. «δεν κινείται φύλλο στην αγορά»;

Γενικότερα, είναι δυνατόν να επινοήσουμε μια κυριολεκτική γλώσσα, με την οποία να περιγράψουμε τα κοινωνικά προβλήματα; Λίγο δύσκολο, στο μέτρο που οι οπτικές μας γωνίες είναι διαφορετικές, τα συμφέροντά μας αποκλίνουν, και οι εμπειρίες μας διαφέρουν. Για τον πατέρα του Κύπριου φοιτητή ο γιος του «σκοτώθηκε ψυχικά» από τους αστυνομικούς. Μπορούμε να ελέγξουμε την αλήθεια της πρότασής του; Το «πλιάτσικο» είναι παράνομη αρπαγή ξένης περιουσίας, όπως λένε τα λεξικά, ή μπορεί να ιδωθεί και ως προσπάθεια επανοικειοποίησης της «κλεμμένης ζωής», οπότε ίσως δεν είναι «πλιάτσικο»; Τι θέλουν να πουν όσοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα με τόσο ασυνήθιστο τρόπο;

Η μεταφορική γλώσσα δεν είναι αναγώγιμη στην «κυριολεκτική» (συμβατική) γλώσσα. Οι μεταφορές δεν ‘μεταφέρουν’ ένα γνωστό γνωσιολογικό περιεχόμενο, το οποίο αντλείται από κάποιον ήδη υπάρχοντα τρόπο χρήσης της γλώσσας, ένα εμπεδωμένο δηλαδή γλωσσικό παιχνίδι. Αν ο χρήστης της μεταφορικής γλώσσας ήθελε να ‘μεταφέρει’ ένα γνωστό μήνυμα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει συμβατική γλώσσα, στο πλαίσιο ενός δεδομένου γλωσσικού παιχνιδιού, αλλά δεν το κάνει. Αντιθέτως, οργανώνει οικείες έννοιες με ασυνήθιστο τρόπο, για να αναδείξει νέες εμπειρίες.

Η φράση λ.χ. «εργασιακός Μεσαίωνας» δεν είναι αναγώγιμη στη φράση «ο εργοδότης μου παραβιάζει τη σύμβαση εργασίας και με εκβιάζει». Ενώ και οι δύο φράσεις δηλώνουν απαράδεκτες συνθήκες εργασίας, η πρώτη, επιπλέον, αντιδιαστέλλει τις συνθήκες εργασίας που ταιριάζουν στη σύγχρονη εποχή με αυτές άλλης εποχής, τονίζει τα περιορισμένα έως ανύπαρκτα δικαιώματά μου, επισημαίνει την καθεστωτική ασυδοσία του εργοδότη μου. Η μεταφορική περιγραφή δεν είναι παραφράσιμη – δεν είναι, δηλαδή, εναλλάξιμη με μια «κυριολεκτική».

Με τις μεταφορές επιχειρείται ανα-ταξινόμηση εννοιών, μέσα από την απόδοση νέων ιδιοτήτων σε γνωστές έννοιες και, κατά συνέπεια, η δημιουργία νέων εννοιών. Παραδείγματος χάριν, στη φράση «η δουλειά της Κωνσταντίνας είναι φυλακή», η λέξη «φυλακή» έχει δύο σημασίες. Η μια είναι η κυριολεκτική (το κτίριο της φυλακής) και η άλλη είναι αυτό που εκφράζει η έννοια της φυλακής: ένα μέρος καταπιεστικό, δυσάρεστο, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Η απόδοση αυτού του χαρακτηρισμού στη «δουλειά» της Κωνσταντίνας, της προσδίδει νέες ιδιότητες και, κατά συνέπεια, ανα-ταξινομεί την έννοια της «δουλειάς» – την καθιστά έκφραση της νέας έννοιας «η δουλειά-είναι-φυλακή» και ό,τι αυτή εκπροσωπεί.

Η νέα έννοια - «η-δουλειά-είναι-φυλακή» - επιτρέπει νέες εμπειρίες να αναδειχθούν και νέες εννοιολογικές διακρίσεις να γίνουν. Κατά τούτο, η μεταφορική γλώσσα ανα-περιγράφει συμβατικές έννοιες και θραύει, προσωρινά τουλάχιστον, τον εμπεδωμένο τρόπο χρήσης της γλώσσας, επιτρέποντας έτσι νέες εκφραστικές δυνατότητες – ακριβώς όπως η ποίηση. Η ιστορία της επιστήμης και της επιχειρηματικής καινοτομίας βρίθουν από μεταφορικές ανα-περιγραφές.

Αν δεν υπάρχει ακριβής γλώσσα περιγραφής της πραγματικότητας, τότε πως συνεννοούμαστε; Όταν οι μεταφορές χρησιμοποιούνται ευρέως καθίστανται «νεκρές», οπότε παύουμε να έχουμε επίγνωση της μεταφορικότητάς τους (π.χ. «κατέρρευσε το χρηματιστήριο») και ελέγχουμε, κυρίως, την αλήθεια τους (truth value). Ένα μεγάλο μέρος της επικοινωνίας μας είναι εφικτό ακριβώς στο μέτρο που οι προτάσεις που χρησιμοποιούμε είναι παραφράσιμες, μπορούμε δηλαδή να πούμε το ίδιο πράγμα με διαφορετικά λόγια. Προκύπτουν όμως προτάσεις που δεν είναι παραφράσιμες (οι μεταφορικές), οπότε καλούμαστε να σκεφτούμε την ιδιοτυπία – τη μοναδικότητα - των συγκεκριμένων προτάσεων. Έτσι διαβάζουμε την ποίηση. Στην έκταση που κατανοούμε μια συγκεκριμένη λεκτική ιδιοτυπία, εμπλουτίζουμε τις εμπειρίες μας.

Τα κοινωνικά προβλήματα είναι πιθανότερο να τα διαχειρισθούμε αποτελεσματικά όχι αναζητώντας μια χιμαιρική «ακριβή» γλώσσα περιγραφής, αλλά διευρύνοντας τις δυνατότητες της επι-κοινωνίας μας, έτσι ώστε να αυξάνουμε την αλληλοκατανόηση και να διευρύνουμε το κοινώς αποδεκτό λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε (αν και αυτό ουδέποτε θα συμβεί πλήρως). Η αλήθεια δεν είναι ατομικό επίτευγμα αλλά μετοχή στον κοινό λόγο. Η μεταφορική χρήση της γλώσσας, όπως αυτή που είδαμε στις ταραχές του περασμένου Δεκέμβρη, δεν είναι ούτε αληθής ούτε εσφαλμένη – υπογραμμίζει εμφατικά τη θραύση του κοινού λόγου που μας συνέχει. Το αντίδοτο δεν είναι η απαξίωση της ιδιότυπης αυτής γλώσσας, αλλά η κατανόησή της και η κοπιαστική ύφανση ενός νέου κοινού λόγου μέσα από την έλλογη θεσμική μας τάξη. Δύσκολα πράγματα…

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Οταν όλα είναι «εικόνα»...



Η «εικονική δημοκρατία» δεν είναι αυτό που κάποτε νομίζαμε – κάτι σαν τον εικονικό γάμο, η υποκριτικά εξευγενισμένη πρόσοψη μιας ανομολόγητης πραγματικότητας. Στις μέρες μας, η «εικονική δημοκρατία» θυμίζει περισότερο ριάλιτι σόου: η συμπεριφορά των πολιτικών διαμορφώνεται κυρίως από την επίγνωση ότι απ-εικονίζεται στην τηλεοπτική οθόνη και ότι η «σκηνοθετημένη» εικόνα τους εξαργυρώνεται στις εκλογές.

Στην «εικονική δημοκρατία» οι κυβερνήσεις δεν ασχολούνται τόσο με τη διαχείριση συλλογικών προβλημάτων, όσο με τη διαχείριση της εικόνας διαχείρισης των προβλημάτων. Γνωρίζουν ότι δεν έχει τόση σημασία τι κάνουν, όσο τι φαίνεται ότι κάνουν. Μπορεί ο κρατικός μηχανισμός να αποδεικνύεται τραγικά ανίκανος να χειριστεί τις δασικές πυρκαγιές, αλλά αν η κοινή γνώμη δει τον πρωθυπουργό με στρατιωτικό αμπέχωνο σε κυβερνητικές συσκέψεις, πιθανόν να συμπεράνει ότι η κυβέρνηση συντονίζει αποφασιστικά την πυρόσβεση. Στην εικονική δημοκρατία, σε μεγάλο βαθμό, τα «γεγονότα» κατασκευάζονται και σκηνοθετούνται. Στο μέτρο δε που φθάνουν τηλεοπτικά σε πληθώρα αποδεκτών, διεισδύουν περισσότερο στην κοινή γνώμη. Η κύρια συνεισφορά του Θ. Ρουσόπουλου στην πολιτική ζωή της χώρας είναι ότι εξάσκησε με επάρκεια την τέχνη της προπαγάνδας στη μιντιακή εποχή: εξέλαβε την κύρια λειτουργία του κυβερνάν ως παραγωγή και σκηνοθεσία «γεγονότων».

Αν και όλες οι σύγχρονες δημοκρατίες έχουν χαρακτηριστικά της «εικονικής δημοκρατίας», στις χώρες με ένα στοιχειωδώς λειτουργικό πολιτικό σύστημα, εκλογικευμένο δημόσιο λόγο, και στιβαρούς δημόσιους θεσμούς, η «εικόνα» δεν έχει υποκαταστήσει πλήρως την έλλογη λήψη αποφάσεων. Αντιθέτως, σε χώρες με ένα αυτο-αναφερόμενο πολιτικό σύστημα, κατακερματισμένο και ιδεοληπτικό δημόσιο λόγο, και ισχνούς δημόσιους θεσμούς, η διαχείριση της εικόνας συνιστά την κύρια παράμετρο στη λήψη κυβερνητικών αποφάσεων. Τα αποτελέσματα είναι καθοριστικά για την ποιότητα ζωής των πολιτών: η αποτελεσματική διαχείριση των συλλογικών προβλημάτων στη δεύτερη κατηγορία χωρών υστερεί σε σχέση με την πρώτη, τα συλλογικά αγαθά δεν προστατεύονται επαρκώς, στρατηγικές αποφάσες αναβάλλονται. Η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση.

Πιθανότατα δεν υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη στην οποία οι δημοσκοπήσεις να συνιστούν (και να διαμορφώνουν) πολιτικά γεγονότα. Οταν η κυβέρνηση κλονίζεται δημοσκοπικά, κύριο μέλημά της καθίσταται η ανόρθωση της δημοτικότητάς της. Τα συλλογικά προβλήματα δεν αποτελούν τόσο αντικείμενο προβληματισμού για την ορθολογική διαχείρισή τους, από το αποτέλεσμα της οποίας θα αξιολογηθεί η κυβερνητική αποτελεσματικότητα, όσο το έναυσμα ενεργειών για να μην φθαρεί η «εικόνα» της κυβέρνησης. Η συνέπεια είναι να αλλάζει το πλαίσιο αναφοράς: η συζήτηση δεν στρέφεται πλέον γύρω από το πρόβλημα καθεαυτό, αλλά γύρω από την εικόνα των κυβερνητικών χειρισμών για τη διαχείριση του προβλήματος – δείτε τα λεγόμενα δελτία ειδήσεων των «Οκτώ».
Μετά την ήττα της κυβέρνησης Σημίτη στην αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, το 2001, το πρόβλημα άλλαξε. Για τις κυβερνήσεις έκτοτε δεν είναι πλέον το ασφαλιστικό αυτό καθαυτό το πρόβλημα, όσο η διαχείριση των αντιδράσεων που θα προκαλέσει η όποια ρηξικέλευθη αντιμετώπιση του ασφαλιστικού. Η διαχείριση του προβλήματος καθορίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τη διαχείριση της «εικόνας». Παρομοίως, τα πολλά και μεγάλα προβλήματα στην εκπαίδευση δεν καθίστανται αντικείμενο συστηματικής αντιμετώπισης, αλλά ενδιαφέρει περισσότερο η διαχείριση των αντιδράσεων σε όποιες προσπάθειες αλλαγής, γεγονός που επηρεάζει καθοριστικά τη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υπουργοί Παιδείας αλλάζουν, κυρίως για να αντιμετωπίσουν «επικοινωνιακά» τις αντιδράσεις που προκάλεσαν πρωτοβουλίες των προκατόχων τους!

Ο νέος υπουργός Παιδείας κ.Α. Σπηλιωτόπουλος αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Δεν εχει άποψη για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στην εκπαίδευση, αλλά είναι «ανοιχτός», λέει, σε όλες τις απόψεις. Ακούει τους πάντες για να μην αναγκαστεί να μιλήσει ο ίδιος. Βλέπει τον ρόλο του περισσότερο ως δημοσκόπος και λιγότερο ως φορέας κυβερνητικής εξουσίας. Οργανώνει διαδικασίες ατέρμονος (κυριολεκτικά) «διαλόγου», ακριβώς για να μη χρειαστεί να πάρει αποφάσεις. Διαχειρίζεται τη διαδικασία, αποβλέποντας στην κατασκευή μιας αρεστής στην κοινή γνώμη εικόνα «πράου» και «συναινετικού» πολιτικού, προκειμένου να μη διαχειριστεί το πρόβλημα. Αποσκοπεί κυρίως στην «κοινωνική ειρήνη» - την ακινησία που εξασφαλίζει η προστασία των συντεχνιακών συμφερόντων. Το πρόβλημα του υπουργού Παιδείας δεν είναι η διαχείριση του εκπαιδευτικού προβλήματος της κοινωνίας (πως να παρέχουμε στα παιδιά μας υψηλής ποιότητας δημόσια εκπαίδευση), αλλά η διαχείριση της κυβερνητικής εικόνας της διαχείρισης του εκπαιδευτικού προβλήματος.

Στην «εικονική δημοκρατία» οι κυβερνήσεις ενεργούν μελετώντας όχι τα προβλήματα αλλά τον εαυτό τους στην οθόνη της τηλεόρασης και τους δείκτες των δημοσκοπήσεων. Συνακόλουθα, ο χρονικός ορίζοντας δράσης τους είναι αναπόφευκτα βραχύς. Η «εικονική δημοκρατία» είναι ένα αμνήμον σύστημα: οι κτηματομεσιτικές εταιρίες του κ.Βουλγαράκη θα ξεχαστούν σύντομα, όπως ξεχάστηκαν ήδη η αυθαίρετη έπαυλη του κ.Μαγγίνα και ο πολιτικός καιροσκοπισμός των κκ.Αβραμόπουλου και Σαμαρά. Η εικονική «συγγνώμην», συνοδευόμενη από μιντιακές εμφανίσεις, αρθρογραφία, και την έκδοση ενός δήθεν βιβλίου, σε επαναφέρουν στο μιντιακό προσκήνιο – η τελευταία εικόνα σου επικαλύπτει αυτές του παρελθόντος. Στην «εικονική δημοκρατία» κυριαρχεί η ρηχότητα, ο ξύλινος λόγος, ατροφεί η πρωτότυπη σκέψη. Στις μάζες πρέπει να λες αυτά που (τους κάνεις να) θέλουν να ακούσουν. Στην «εικονική δημοκρατία» τα συλλογικά προβλήματα επιδεινώνονται, αλλά αυτό δεν αφορά τους εκάστοτε «εικονικούς» κυβερνήτες – ή θα έχουν αποχωρήσει πλούσιοι ή θα εγκαινιάσουν την επόμενη «επικοινωνιακή» διαδικασία «διαλόγου»...

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα!


Οι κυβερνήσεις μπορεί να ανασχηματίζονται, το ηγετικό προσωπικό δημοσίων οργανισμών να πηγαινοέρχεται, νέες υποτίθεται κυβερνητικές πρωτοβουλίες να αναλαμβάνονται, αλλά μερικά πράγματα δεν αλλάζουν. Ο εμπεδωμένος τρόπος λειτουργίας του ελλαδικού πολιτικού συστήματος παραμένει ο ίδιος, όποιο κόμμα κι αν κυβερνά. Οι αλλαγές δίνουν την εντύπωση του νέου ακριβώς για να μην αλλάξει τίποτα.

Θα θυμάστε ίσως ότι τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης Σημίτη, το φθινόπωρο του 2001, ακολούθησε ένας καταιγισμός αλλαγών διοικητών ΔΕΚΟ, γενικών γραμματέων υπουργείων, κυβερνητικών συμβούλων, λες και συνέβη αλλαγή κυβερνήσεως. Οι «πράσινοι» έδιωξαν τους «πράσινους! Ακριβώς όπως σήμερα. Τις αλλαγές υπουργών και υφυπουργών στον πρόσφατο ανασχηματισμό της κυβέρνησης Καραμανλή διαδέχθηκαν σαρωτικές αλλαγές – ναι, σωστά μαντέψατε -, διοικητών ΔΕΚΟ, γενικών γραμματέων υπουργείων, κυβερνητικών συμβούλων, λες και προηγήθηκαν εκλογές! Το ίδιο μοτίβο.

Και στις δύο περιπτώσεις, μη νομίσετε ότι είχε προηγηθεί κάποια συστηματική διαδικασία αξιολόγησης της απόδοσης των πολιτικά διορισμένων κρατικών αξιωματούχων. Όχι, η αντίδραση είναι σχεδόν αυτόματη: όταν φεύγει ο πολιτικός προϊστάμενος, αποχωρούν και οι διορισθέντες από αυτόν. Οι επικεφαλής των κρατικών οργανισμών δεν αντλούν την εξουσία τους από την ευδόκιμη θητεία τους στην κρατική γραφειοκρατία αλλά από την εύνοια των πολιτικών τους αφεντικών. Οι διοριζόμενοι δεν απαιτείται να έχουν σχετική διοικητική πείρα, ουσιαστική συνάφεια με το αντικείμενο, και τη μαρτυρία της επιτυχίας σε προηγούμενες αντίστοιχες θέσεις, απλώς να τυγχάνουν της εμπιστοσύνης των υπουργών ή να είναι γνωστοί για την προσκόλλησή τους στο κυβερνών κόμμα..

Διαβάζουμε στον Τύπο π.χ. ότι διορίστηκε νέος πρόεδρος στον ΕΟΤ. Νέος, μόλις 35 ετών, ο καινούριος επικεφαλής κ.Κοφίνης, διετέλεσε επικεφαλής του Ελληνικού Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών και, παλαιότερα, διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του υφυπουργού Εξωτερικών κ.Ι. Βαληνάκη. Θαυμάσια όλα αυτά, αλλά ποια είναι η συνάφειά του με τον ΕΟΤ; Τι στοιχεία υπάρχουν στο βιογραφικό του που δείχνουν ότι κατέχει το αντικείμενο, ότι σταδιοδρομεί στο χώρο της διοίκησης οργανισμών, και ποιες συναφείς επιτυχίες έχουν καταγραφεί στο ενεργητικό του; Ποιόν χρειάστηκε να πείσει για τις ικανότητές του;

Δεύτερο παράδειγμα, ακόμη πιο μελαγχολικό. Η ευαίσθητη, όσο και σημαντική για την δίωξη του οικονομικού εγκλήματος, Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥπΕΕ) είναι σήμερα ουσιαστικά ακέφαλη. Από την πρώτη ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ, το 2004, η ΥπΕΕ έχει αλλάξει τρεις επικεφαλής! Με τον πρόσφατο ανασχηματισμό, ο ειδικός γραμματέας της ΥπΕΕ παραιτήθηκε, και τη θέση του κατέλαβε προσωρινά ο γενικός γραμματέας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων. Ακόμα κι όταν διοριστεί ο νέος- τέταρτος! - επικεφαλής, ο διορισμός του θα διαρκέσει πιθανότατα μερικούς μήνες, έως ότου τον διαδεχθεί ο επόμενος κομματικός κομισάριος.

Τι είδους επιτελικό σχεδιασμό, όμως, θα χαράξει κάποιος που είναι πολιτικά δοτός, με ισχνό βιογραφικό, με πιθανότερη διάρκεια ηγεσίας λιγότερη από δύο χρόνια; Τι συνέχεια θα υπάρξει στην υπηρεσία τόσο του ΕΟΤ όσο και της ΥπΕΕ όταν οι επικεφαλής τους διορίζονται και παύονται με πολιτικά κριτήρια; Τι ηθικό να έχουν και τι επαγγελματισμό να δείξουν οι υπάλληλοι σε αυτές τις υπηρεσίες, όταν διοικούνται από κατά κανόνα άσχετους και σίγουρα εφήμερους πολιτικούς «φίλους»; Πώς να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα όταν οι προτεραιότητες της ΥπΕΕ αλλάζουν κάθε φορά που αλλάζει ο επικεφαλής της; Το σίγουρο είναι ένα: άνθρωποι σαν τον εκδότη Θέμο Αναστασιάδη που μπήκαν στο στόχαστρο της ΥπΕΕ ως ύποπτοι για οικονομικά εγκλήματα θα πρέπει να χαίρονται. Στη διαρκή αναμπουμπούλα της ΥπΕΕ, η υπόθεσή τους πιθανότατα θα «ξεχαστεί».

Η ειρωνεία είναι ότι όσοι διοικητές ΔΕΚΟ διαθέτουν τα κατάλληλα για τη θέση τους προσόντα, δεν είναι συνήθως αρεστοί στο πολιτικό σύστημα – το πολιτικό τους κεφάλαιο είναι μειωμένο. Αυτοί οι λίγοι ικανοί άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να εκλιπαρούν την υποστήριξη λαϊκιστών βουλευτών, προκειμένου το πολιτικό σύστημα να τους αφήσει να κάνουν τη δουλειά τους απερίσπαστοι. Αναρωτιέμαι τι πρέπει να νοιώθει ο πρόεδρος της ΔΕΗ κ.Αθανασόπουλος όταν ακούει βουλευτές να εκφράζονται απαξιωτικά για το πρόσωπό του, χρησιμοποιώντας μάλιστα γλώσσα σωφρονιστικού ιδρύματος: «Αν υποτροπιάσει ως προς παλαιότερες προκλητικές τοποθετήσεις του, τότε να τον στείλετε στο σπίτι του», είπε, ενθουσιασμένος προφανώς με την ατάκα του, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ κ.Π. Παναγιωτόπουλος.

Εκλέγουμε λαϊκιστές πολιτικούς, οι οποίοι συνήθως διορίζουν τους «κολλητούς» τους, οι οποίοι είναι αφοσιωμένοι περισσότερο στα πολιτικά αφεντικά τους και λιγότερο στο έργο τους. Ένα αυτιστικό πολιτικό σύστημα αντιλαμβάνεται το κράτος σαν λάφυρο που κέρδισε στην πολιτική γιγαντομαχία. Δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν που αυτό το κράτος είναι αυτό που όλοι ξέρουμε, πληρώνουμε, και υφιστάμεθα. Για όλα υπάρχει μια εξήγηση.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Ροκανίζοντας το χρόνο



Όποιος διάβασε τις εξαγγελίες του Προέδρου Ομπάμα για την «πράσινη» ανάπτυξη και την απεξάρτηση της Αμερικής από το πετρέλαιο μάλλον εντυπωσιάστηκε. Φυσικά, αυτές, όπως και όλες οι άλλες εξαγγελίες για την οικονομία, δεν έγιναν στο γόνατο, ούτε για να εντυπωσιασθούν απλώς τα ΜΜΕ. Μήνες πριν αναλάβει πρόεδρος ο Ομπάμα συγκρότησε επιτελείο συμβούλων και εν δυνάμει υπουργών υψηλής ποιότητας, το οποίο άρχισε να επεξεργάζεται προγραμματικές θέσεις για τις πρώτες εκατό μέρες διακυβέρνησης.

Το ελπιδοφόρο είναι ότι η νέα κυβέρνηση στις ΗΠΑ θέτει μακροχρόνιους στόχους για τη χώρα, οι οποίοι κυρίως περιλαμβάνουν την προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, και μια νέου τύπου οικονομία η οποία θα παίρνει στα σοβαρά υπόψη τη βιώσιμη ανάπτυξη. Δεν είναι τυχαίο, φυσικά, ότι όλες οι οραματικές προγραμματικές εξαγγελίες του Προέδρου Ομπάμα εκφέρονται σε μια χώρα της οποίας το 80% αισιοδοξεί ότι, με την εκλογή του νέου προέδρου, η χώρα μπαίνει σε μια διαφορετική, καλύτερη πορεία. Και ο νέος πρόεδρος, σερφάροντας στα κύματα αυτής της ελπίδας, χαράζει την πορεία για τη χώρα.

Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα στη δική μας χώρα! Εδώ, το ίδιο με τους Αμερικανούς ποσοστό Ελλήνων (80%) δηλώνει το ακριβώς αντίθετο: είναι απαισιόδοξο για την πορεία της χώρας. Και, φυσικά, αυτή την εθνική μελαγχολία εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο μια κυβέρνηση πρωτοφανούς διαχειριστικής ανικανότητας, λαϊκιστικής μικρόνοιας, αλλά εκπληκτικής, ωστόσο, ικανότητας παραγωγής σκανδάλων. Η χώρα βρίσκεται στο όριο της οικονομικής χρεοκοπίας, τα νοσοκομεία βουλιάζουν στα χρέη, η εκπαίδευση βρίσκεται σε αναβρασμό, η κάθε είδους εξουσία απο-νομιμοποιείται, η δημόσια τάξη αρχίζει να γίνεται σχήμα λόγου, και η (ανασχηματισμένη) κυβέρνησή μας αποφάσισε ότι είναι προτιμότερο να «διαλέγεται» παρά να κυβερνά, ροκανίζοντας απλώς το χρόνο.

Όχι ότι τα πράγματα είναι καλύτερα στην αξιωματική αντιπολίτευση: ο λόγος της είναι θαμπός, δεν πείθει ούτε εμπνέει, προσπαθεί μυωπικά να αλιεύσει ψήφους δίχως να σκέπτεται ότι το κύριο πρόβλημα για ένα κόμμα εξουσίας δεν είναι τόσο να κερδίσει τις εκλογές (θα συμβεί, αργά ή γρήγορα κι αυτό) όσο να μπορέσει να κυβερνήσει. Τα δύο κόμματα εξουσίας δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται ότι το μείζον πρόβλημα της χώρας αυτή τη στιγμή είναι ότι έχει περιέλθει σε κατάσταση μη κυβερνησιμότητας.

Σε ένα τόσο δυσάρεστο πολιτικό και οικονομικό κλίμα δεν εκπλήσσει ότι οι εθνικοί μας στόχοι, σε αντίθεση με τον οραματικό σχεδιασμό της νέας Αμερικανικής κυβέρνησης, είναι τόσο χαμηλοί, τόσο αμυντικοί, τόσο, τελικά, αρνητικοί. Εμείς δεν μπορούμε να οραματιστούμε την Ελλάδα του 2020 γιατί είμαστε απελπισμένοι με την Ελλάδα του 2009 και, βουτηγμένοι στο τέλμα, μας απασχολεί κυρίως η επιβίωση, όχι ο στρατηγικός σχεδιασμός.

Ρίξτε μια ματιά στην επικαιρότητα και προσέξτε ποιοι είναι οι στόχοι, είτε των κυβερνώντων, είτε των επιμέρους Αρχών: να μην κλείσουν οι δρόμοι από τα τρακτέρ των αγροτών• να μην κλείσουν τα πανεπιστήμια από καταληψίες φοιτητές• να μην καταστρέφονται τα πανεπιστήμια από «μπαχαλάκηδες» και «αντεξουσιαστές» μετά από συλλαλητήρια• να μη χαθεί το πανεπιστημιακό εξάμηνο, έστω κι αν αρκετοί φοιτητές έχασαν πάνω από δύο εβδομάδες και, εκ του νόμου, πρέπει να επαναλάβουν το εξάμηνο• να μην στερηθούν τα νοσοκομεία υγειονομικό υλικό, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν πληρώσει τους προμηθευτές τους εδώ και κάτι χρόνια…• να μην …Στην Ελλάδα δεν έχουμε πιο φιλόδοξους στόχους από το να αποτρέψουμε την κατάρρευση του αυτονόητου – να είναι οι δρόμοι ανοιχτοί, να λειτουργούν τα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία, να εφαρμόζεται ο νόμος…

Αυτός ο αμυντισμός δείχνει και το μέτρο της απόστασής μας από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Ξοδεύουμε τεράστια ενέργεια για το αυτονόητο, οι δημόσιες συζητήσεις μας μετατοπίζονται από κρίση σε κρίση, στο δημόσιο λόγο δεν μένει χώρος για το οραματικό, το στρατηγικό, το ρηξικέλευθο. Κι όταν αυτό παρουσιάζεται, το γειώνουμε στην άθλια πραγματικότητα που μας περιβάλλει – το προσαρμόζουμε στα μέτρα μας. Δεν μπορούμε να φανταστούμε ρεαλιστικά ότι τα πράγματα θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Το «μέλλον» ως έννοια έχει συρρικνωθεί στον ορίζοντα των αλλεπάλληλων δημοσκοπήσεων και των συχνών εκλογικών αναμετρήσεων.

Ποια «πράσινη» ανάπτυξη να σχεδιάσουμε τη στιγμή που είμαστε στα όρια της οικονομικής χρεοκοπίας; Τι είδους στρατηγικό σχεδιασμό να κάνει η ΔΕΗ, προκειμένου να συμβάλει καθοριστικά στην «πράσινη» ανάπτυξη, όταν η ηγεσία της είναι μονίμως στο στόχαστρο των λαϊκιστικών ΜΜΕ και των δημαγωγών πολιτικών; Τι μακροχρόνιο ορίζοντα να έχουν οι γενικοί γραμματείς υπουργείων και επικεφαλής ΔΕΚΟ όταν παύονται την επομένη ενός ανασχηματισμού; Πώς να μπορέσουμε να σκεφτούμε συγκροτημένα για το μέλλον όταν το παρόν κυριαρχείται από κοινωνικές συγκρούσεις μιας κατακερματισμένης κοινωνίας, στην οποία η κύρια μέριμνα των κοινωνικών ομάδων είναι ο σώζων εαυτόν σωθήτω; Πώς να σκεφτούν στρατηγικά και να δράσουν προγραμματικά Αρχές των οποίων η εξουσία αμφισβητείται διαρκώς; Πώς να λειτουργήσουν οι θεσμοί όταν δεν περιβάλλονται από (ή δεν αποσπούν την) κοινωνική εμπιστοσύνη;

Η Αμερική μπορεί να ελπίζει και να αισιοδοξεί γιατί, παρά τα προβλήματά της, υπάρχει μια ζωντανή κοινωνία πολιτών, μια ιστορικά εμπεδωμένη εμπιστοσύνη σε δημόσιους θεσμούς, και ένα πολιτικό σύστημα που, παρά τη σχετική απόστασή του από την κοινωνία, καταφέρνει να μη δεν λειτουργεί αυτιστικά – ξεπηδά ενίοτε από τα σπλάχνα του ένας αουτσάιντερ, ο οποίος εκφράζει τον πόθο για αλλαγή και διαμορφώνει συγχρόνως τη θεματική της αλλαγής. Ενώ το δικό μας πολιτικό σύστημα, χρονίως αυτο-εξυπηρετικό, αποκομμένο από τις έγνοιες της κοινωνίας, ανακυκλώνει το συνήθως χαμηλής ποιότητας προσωπικό των σκουριασμένων κομματικών σωλήνων και αναδεικνύει στην κορυφή καταφανώς ανεπαρκείς ανθρώπους, μόνο και μόνο γιατί έτυχε να έχουν το σωστό επώνυμο. Δεν ελπίζουμε τίποτα, ροκανίζουμε το χρόνο.