Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Η επανάσταση της κοινής λογικής




Επιτηρείτε εξετάσεις στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μια ομάδα ατόμων με αποκριάτικη αμφίεση εισβάλλει στην αίθουσα, πετά γιαούρτια, βιαιοπραγεί εναντίον σας, και αποχωρεί. («Καθημερινή», 5/3/09). Μιλάτε σε ημερίδα που διεξάγεται σε κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εισβάλλει ξαφνικά μια πολυμελής ομάδα μασκοφόρων, κραυγάζει, πετά μπογιές, σας κλωτσά και σας τραυματίζει («Ελευθεροτυπία», 19/2/09). Μόλις έχετε αποβιβαστεί από τον ηλεκτρικό στην Κηφισιά, όταν μασκαράδες (κυριολεκτικά) σπάνε τα παράθυρα του συρμού και αρχίζουν να ρίχνουν μολότοφ. Εννέα βαγόνια καταστρέφονται («Καθημερινή», 4/3/09).

Είστε ιδιοκτήτης καταστήματος στο Κολωνάκι. Ο κύριος που κοιτάζει τη βιτρίνα σας δεν είναι υποψήφιος πελάτης, αλλά μασκοφόρος που αρχίζει να σπάει τη τζαμαρία με λοστό («Καθημερινή», 14/3/09). Τυχαίνει να είστε μετανάστης, ιδιοκτήτης εστιατορίου στα Εξάρχεια. Μια παρέα 35 ατόμων τρώει και πίνει, αλλά αρνείται στο τέλος να πληρώσει το λογαριασμό («Καθημερινή», 15/2/09).

Πηγαίνετε στη Λυρική Σκηνή να απολαύσετε την όπερα «Ρούσαλκα». Έκπληκτος βλέπετε μουσικούς της ΛΣ να διαμαρτύρονται για ένα ομοφυλοφιλικό φιλί στην παράσταση. Την επομένη, μια ομάδα ακτιβιστών ομοφυλοφίλων εισβάλλουν στη ΛΣ, στη διάρκεια της παράστασης, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την «ομοφοβία» των μουσικών της ΛΣ («Καθημερινή», 10/3/09).

Κανένα από τα παραπάνω περιστατικά δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας, αλλά «ωμά γεγονότα». Δεν αποτελούν μεμονωμένες εξαιρέσεις• όλο και κάτι παρόμοιο (κι ακόμη χειρότερα) συμβαίνει με ανησυχητική συχνότητα εδώ και αρκετούς μήνες. Το δράμα της χώρας δεν είναι μόνο η άνοδος της εγκληματικότητας, η αναβίωση της τρομοκρατίας, η διαφθορά, και τόσα άλλα, αλλά κάτι πολύ χειρότερο: η κατάρρευση της κοινής λογικής.

«Μα υπάρχει κοινή λογική;», αναρωτιόνται οι σύγχρονοι σοφιστές. Όχι, η κοινή λογική είναι ένα «βολικό κατασκεύασμα» υπαινίσσεται ο έγκριτος αρθρογράφος κ.Π.Μπουκάλας («Καθημερινή», 20/3/2009). Αν όμως δεν υπάρχει κοινή λογική, πως εξηγείται ότι εκατομμύρια Έλληνες γελούν με τα αστεία του Λαζόπουλου, ότι η Βουλγαράκειος δήλωση πως «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» συνάντησε την καθολική αποδοκιμασία, ότι το σκάνδαλο του Βατοπαιδίου εξόργισε το πανελλήνιο; Γιατί πληρώνουμε οι περισσότεροι το λογαριασμό στο εστιατόριο, γιατί δεν κραυγάζουμε στο θέατρο ή δεν βάζουμε φωτιά στο τρένο; Τι είναι αυτό που μας κάνει να έχουμε μια λίγο-πολύ κοινή αίσθηση, ένα common sense, έναν κοινό προσανατολισμό στις δραστηριότητές μας;

Η κοινή αίσθηση, ο κοινός νους, δεν αποτελεί απλώς ένα άθροισμα ατομικών αντιλήψεων. Όπως ο Κάντ γνώριζε πολύ καλά, υπάρχει κάτι μη υποκειμενικό ακόμα και στην πιο υποκειμενική εμπειρία, στο μέτρο που αυτή διαμεσολαβείται από μια κοινή γλώσσα. Δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς κοινή λογική, χωρίς sensus communis. Η κοινή λογική είναι μια μοναδικά ανθρώπινη «έκτη αίσθηση», γράφει η Χάνα Αρέντ, η οποία «χρειάζεται για να συνέχει τις πέντε αισθήσεις μου και να συνταιριάζει τις εντυπώσεις που κομίζουν οι ιδιωτικές αισθήσεις μου με έναν κοινό κόσμο που τον μοιράζονται άλλοι». Αποκτούμε την κοινή λογική μετέχοντας στον κοινό λόγο και τις κοινές πρακτικές της κοινότητας.

Χωρίς την κοινή λογική δεν μπορούμε να διεκπεραιώσουμε ούτε την απλούστερη πράξη, να παραγγείλουμε λ.χ. έναν καφέ. Συνειδητοποιούμε την κοινή λογική όταν λείπει. Αν δυσκολευτείτε να μετάσχετε σε μια τελετή τσαγιού στην Ιαπωνία είναι διότι δεν διαθέτετε την κοινή αίσθηση των γηγενών, χάρις στην οποία η ροή της τελετής είναι όχι μόνο απρόσκοπτη, αλλά απολύτως φυσιολογική. Ο κόσμος της κοινής λογικής, παρατηρεί ο Γιούργκεν Χάμπερμας, απαρτίζεται από ένα «απόθεμα αυτονόητων, ακλόνητων πεποιθήσεων, από τις οποίες οι συμμέτοχοι στην επικοινωνία αντλούν στην επικοινωνία τους».

Η γνώση και η επι-κοινωνία προϋποθέτουν την κοινωνία. Πριν ακόμα αποκτήσουμε γνώση, ανήκουμε κάπου – σε μια κοινωνία, μια κουλτούρα, μια εποχή. Πρώτα μαθαίνουμε ότι δεν αγγίζουμε τη φωτιά και κατόπιν αναλύουμε τη χημεία της. Πρώτα μαθαίνουμε να πληρώνουμε το λογαριασμό στο εστιατόριο, να σεβόμαστε το δάσκαλό μας, να αγαπούμε το σχολείο μας, να μην καταστρέφουμε την περιουσία των άλλων, να πληρώνουμε τα χρέη μας, να τηρούμε τους νόμους, και μετά προβληματιζόμαστε για τις πρακτικές αυτές. Όταν οι πρακτικές αυτές κλονίζονται, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα, τότε κάτι είναι βαθιά σάπιο στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία.

Το χειρότερο όμως είναι ότι, όταν κλονίζεται η κοινή λογική που συνέχει την κοινωνία, τότε καθηλώνεται ο δημόσιος λόγος στα προφανή: καθίσταται αμυντικός (πώς να αποτραπεί η κατάρρευση του αυτονόητου) και εσωστρεφής (κυριαρχείται από τα ιστορικά φαντάσματα-μύθους του παρελθόντος)• δεν αναπτύσσεται, δεν εξελίσσεται, δεν εκλεπτύνεται. Ένα απλό παράδειγμα: ενώ όλες οι χώρες της προηγμένης Ευρώπης συζητούν τρόπους να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω την ανώτατη εκπαίδευση, να αυξήσουν την λογοδοσία των πανεπιστημίων στην κοινωνία, και να συζεύξουν αποτελεσματικότερα τα αντικείμενα σπουδών με τις ανάγκες της οικονομίας, ο πλέον φιλόδοξος στόχος που εμείς φαίνεται να μπορούμε να θέσουμε είναι πώς να αποτρέψουμε τις πανεπιστημιακές καταλήψεις και πώς να πάψουν τα πανεπιστήμια να είναι ορμητήρια αντικοινωνικών (και ενίοτε κακοποιών) στοιχείων! Όταν η δημόσια συζήτηση αναλώνεται με πάθος για το λεγόμενο πανεπιστημιακό άσυλο, που να μείνει χρόνος, ενέργεια και φαντασία να μιλήσουμε για τις προϋποθέσεις της διεθνούς αριστείας των πανεπιστημίων μας;

Η πληθώρα των περιπτώσεων ανομίας στη σημερινή Ελλάδα (τόσο από πολίτες, όσο και από αυτούς που θάπρεπε να ενσαρκώνουν την κοινή λογική - θεσμικούς φορείς και, κυρίως, το κράτος και τους πολιτικούς προϊσταμένους του) φανερώνει την αυξανόμενη κατάρρευση του αυτονόητου, την όλο και μεγαλύτερη διάβρωση του sensus communis. Για μια σύγχρονη χώρα, o δημόσιος λόγος μας είναι απαράδεκτα καθηλωμένος στα προφανή, συζητάμε με πάθος θέματα που σπάνια απασχολούν μια προηγμένη κοινωνία, είμαστε θλιβερά πίσω. Το ριζοσπαστικότερο πολιτικό πρόταγμα στην Ελλάδα, σήμερα, είναι η επανάσταση της κοινής λογικής. Την υποστηρίζει κανείς;

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Φτάνει πια! Δράση τώρα!

Εκ βαθέων: Γιατί υποστηρίζω τη «Δράση»



Είναι δύσκολο, σχεδόν αβίωτο, να ζει κανείς μέσα στην απελπισία. Όση ικανοποίηση κι αν αντλεί από τη δουλειά του, την οικογένειά του ή τους φίλους του, τίποτα δεν υποκαθιστά την αίσθηση αισιοδοξίας και περηφάνιας που προέρχεται από τη συμμετοχή του σε μια ζωντανή, εξελισσόμενη, και ευπρεπή κοινωνία. Δεν πρόκειται μόνο για το γεγονός ότι η ποιότητα ζωής που ο καθένας απολαμβάνει, και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να πραγματώσει τα όνειρά του, εξαρτώνται, εν μέρει τουλάχιστον, από την κοινωνία στην οποία ζει, αλλά και για την αίσθηση προοπτικής που η κοινωνία δίνει στα άτομα, ιδιαίτερα στους νέους. Η πεποίθηση ότι το μέλλον μπορεί να είναι καλύτερο από το παρόν, κινητοποιεί δυνάμεις, δίνει όραμα, παρέχει αυτοπεποίθηση, παράγει πλούτο και πολιτισμό.

Δεν έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια τέτοια κοινωνία. Αν είμαστε σήμερα τόσοι πολλοί, τόσο πολύ απογοητευμένοι, αυτό οφείλεται σε ένα δυσάρεστο αίσθημα εγκλωβισμού που αισθανόμαστε: είμαστε πολίτες μιας χώρας σε τροχιά απίστευτης και, φαινομενικά τουλάχιστον, ασυγκράτητης παρακμής, με παραπαίοντες δημόσιους θεσμούς, σαθρή οικονομία, διάχυτη ανομία, και μια κατακερματισμένη κοινωνία που δεν ελπίζει σε τίποτε παραπάνω από την απλή επιβίωση. Ενώ άλλες κοινωνίες, παρά τα προβλήματά τους, αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και οραματίζονται το μέλλον τους, οι υψηλότεροι στόχοι που εμείς μπορούμε να θέσουμε (για την ακρίβεια οι στόχοι που θέτουν οι κυβερνήτες μας εξ ονόματός μας) είναι η «τακτοποίηση» των ημιυπαίθριων χώρων, να μην καταστρέφονται δημόσιες και ιδιωτικές περιουσίες στο κέντρο της Αθήνας, να μην καταλαμβάνονται τα πανεπιστήμια, να μην κλείνουν οι αυτοκινητόδρομοι, να μην ξεμένουν τα νοσοκομεία από υγειονομικό υλικό, να μη δραπετεύουν οι κρατούμενοι! Τόσο ψηλά, τόσο απαιτητικά…

Αυτός ο εσωστρεφής αμυντισμός δείχνει και την απόστασή μας από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Ξοδεύουμε τεράστια ενέργεια για το αυτονόητο, η δημόσια συζήτηση μετακινείται από κρίση σε κρίση, στο δημόσιο λόγο δεν μένει χώρος για το οραματικό, το στρατηγικό, το ρηξικέλευθο. Ενώ και άλλες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν σημαντικά προβλήματα, καμία δεν έχει το είδος των δικών μας προβλημάτων: η Ελλάδα δίνει συχνά την εντύπωση ότι τα προβλήματά της είναι περισσότερο αυτά μιας πρώην κομμουνιστικής ή τριτοκοσμικής χώρας, παρά μιας χώρας της ευρωζώνης. Καμία, σχεδόν, ανεπτυγμένη χώρα της ΕΕ δεν συζητά θέματα που για μας είναι, δυστυχώς, καυτά προβλήματα: η πελατειακή χρησιμοποίηση του κράτους από τους πολιτικούς, η κομματικοποίηση της δημόσιας διοίκησης, η εκτεταμένη διαφθορά, η οικογενειοκρατία, ο φατριασμός, η αναξιοκρατία, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η αποσάθρωση κρίσιμων δημόσιων θεσμών, η γενικευμένη ανομία, η τεράστια φοροδιαφυγή, το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, η κρυπτο-ιδιωτικοποίηση συλλογικών αγαθών. Απότοκος όλων αυτών είναι η φοβική εσωστρέφεια, η έλλειψη εθνικής αυτοπεποίθησης, η κρίση φαντασίας.

Ξέρουμε τι φταίει. Τριάντα πέντε χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, η ανικανότητά μας να διαχειριστούμε αποτελεσματικά τα συλλογικά μας προβλήματα δεν είναι εγγεγραμμένη στα γονίδιά μας, αλλά στον τρόπο που λειτουργούν ιστορικά οι θεσμοί μας, δηλαδή στον τρόπο λειτουργίας της πολιτικής. Η πολιτική μας ζωή δεν έχει σημείο αναφοράς τα ζωτικά προβλήματα της κοινωνίας, αλλά εκφυλίστηκε είτε σε ένα καιροσκοπικό «επικοινωνιακό» παιχνίδι, μέσω του οποίου επιδιώκεται η χειραγώγηση της κοινής γνώμης και η βουλιμική απόκτηση της εξουσίας από τα δύο μεγάλα κόμματα, είτε στοχεύει στη συντηρητική υπεράσπιση των Μεταπολιτευτικών μύθων και την απαξίωση των θεσμών από τα κόμματα της λαϊκιστικής Αριστεράς (τόσο στην ολοκληρωτική, όσο και στη μηδενιστική εκδοχή της). Το πολιτικό μας σύστημα μετεξελίχθηκε σε ένα αυτιστικό σύστημα, του οποίου η κύρια μέριμνα είναι η αμοραλιστική αναπαραγωγή του με υποκριτικό λαϊκισμό, άμετρη πόλωση, διαβρωτικό κομματισμό, κενή υποσχεσιολογία, άφθονα ρουσφέτια και, φυσικά, πολλές μίζες. Κανείς αξιοπρεπής άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται ευτυχής σήμερα από την ποιότητα του πολιτικού λόγου, την ποιότητα των πολιτικών συμπεριφορών, και την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού. Ποτέ άλλοτε, μετά τη Μεταπολίτευση, δεν βίωνε κανείς τέτοια δυστυχία να είναι Έλληνας!

Ξέρουμε τι πρέπει να γίνει. Το απόστημα του σάπιου πολιτικού συστήματος πρέπει να σπάσει – ΤΩΡΑ, όχι αύριο!

Ξέρουμε τι θέλουμε: γενιές ολόκληρες μας εμπνέει το όραμα μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας. Που θα πει: θέλουμε αξιέμπιστο κράτος δικαίου, ανταγωνιστική οικονομία, ακομμάτιστη και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, ανάπτυξη των συλλογικών αγαθών, ακμαία κοινωνία πολιτών, ήθος και αξιοπρέπεια στο δημόσιο βίο. ΤΩΡΑ, όχι αύριο!




Συντάσσομαι με τη «Δράση» γιατί δεν θέλω απλώς να διαμαρτύρομαι, να γκρινιάζω και να επικρίνω• δεν θέλω μόνο να οικτίρω ή να ερμηνεύω το χάλι της χώρας μου, αλλά να συνεισφέρω, όσο μπορώ, στην αλλαγή της.

Συντάσσομαι με τη «Δράση» γιατί δεν με εμπνέει καμία μεγαλεπήβολη ουτοπία, αλλά με κινητοποιεί η ταπεινή απαίτηση να ζω, τόσο εγώ όσο και οι συμπολίτες μου, με αξιοπρέπεια.

Συντάσσομαι με τη «Δράση» γιατί έχω ανάγκη να ελπίζω, να αισιοδοξώ, να οραματίζομαι - όχι τόσο για μένα, όσο για τα παιδιά μου.

Μερικές εύλογες ερωτήσεις – και απαντήσεις
Μερικοί φίλοι μου υποδεικνύουν ότι θα ήταν προτιμότερο να αποφύγω να συνταχθώ με οποιαδήποτε πολιτικό φορέα, προκειμένου να διατηρήσω την ανεξαρτησία μου. Όσοι μου κάνουν την τιμή να με διαβάζουν ξέρουν ότι δεν ανήκω σε κανένα κόμμα, αν και ο χώρος της πολιτικής μου έμπνευσης είναι η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία. Δεν νοιώθω ότι θυσιάζω την ανεξαρτησία μου ούτε κατ’ ελάχιστον, υποστηρίζοντας τη «Δράση». Η ανεξαρτησία σκέψης είναι τρόπος ζωής για όποιον τη θεωρεί σημαντική. Απλώς θεωρώ ότι το να ερμηνεύεις τον κόσμο δεν είναι αρκετό, αν σε ενδιαφέρει η αλλαγή του. Όπως έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσελ, «η θεμελιώδης έννοια της πολιτικής είναι η ισχύς, όπως η ενέργεια είναι θεμελιώδης έννοια της Φυσικής». Η αλλαγή στη δημοκρατία περνά υποχρεωτικά μέσα από την αλλαγή των συσχετισμών ισχύος μεταξύ των κομμάτων. Σήμερα, ένα σάπιο πολιτικό σύστημα συστηματικά καταστρέφει τη χώρα – μπροστά στα μάτια μας… Πρέπει να κάνουμε κάτι. Έχουμε την υποχρέωση να κάνουμε κάτι. Πρέπει να αναλάβουμε δράση. Δεν ξέρω αν ο δικός μου τρόπος είναι ο καλύτερος, είναι όμως ένας τρόπος…

Άλλοι φίλοι δυσπιστούν απέναντι στους δύο πρώτους από τους τρεις πρωταγωνιστές της «Δράσης» (τους κκ.Μάνο, Κοντογιαννόπουλο και Μπουτάρη) και με προέτρεψαν να κρατήσω αποστάσεις. Δεν γνωρίζω κανέναν από τους τρεις προσωπικά. Ούτε συμφωνώ με όλες τις πολιτικές επιλογές των δύο πρώτων στο παρελθόν. Τους υπολήπτομαι όμως ως έντιμους, καλοπροαίρετους και εκσυγχρονιστές πολιτικούς – δεν έχουμε δα και πολλούς! Θεωρώ ότι, όπως παρατηρεί ο Αλέκος Παπαδόπουλος στα Βήματα του Εστερναχ, η κύρια πολιτική αντίθεση στη χώρα είναι μεταξύ των δυνάμεων της καθήλωσης και των δυνάμεων της εξέλιξης, των εκσυγχρονιστών και των λαϊκιστών. Οι υπόλοιπες, συνήθεις σε δυτικές δημοκρατίες, αντιθέσεις (π.χ. ύψος φορολογίας, ρόλος τους κράτους, κλπ) είναι παρεμπίπτουσες στα ελλαδικά συμφραζόμενα, και αφορούν κυρίως τις ανεπτυγμένες χώρες, οι οποίες έχουν ξεφύγει από το δικό μας «προ-πολιτικό» στάδιο (κατά την έκφραση του Κορνήλιου Καστοριάδη). Οι πρωταγωνιστές της «Δράσης» ήταν πάντοτε υποστηρικτές εκσυγχρονιστικών ιδεών. Τον κ.Μάνο τον διέκρινε ανέκαθεν η παρρησία και η φρεσκάδα απόψεων, το πρακτικό πνεύμα, η έγνοια για το περιβάλλον, κι ένας ενδιαφέρων εικονοκλαστισμός που τόσο σπανίζει στην ελλαδική πολιτική σκηνή. Ο κ.Κοντογιαννόπουλος εξέπεμπε πάντοτε ένα εκσυγχρονιστικό στίγμα. Ο κ.Μπουτάρης είναι ένας συνεπής, ευφάνταστος, και δραστήριος εκπρόσωπος της κοινωνίας των πολιτών – έξω από τα κατεστημένα κόμματα, με έντονο ενδιαφέρον για την τοπική αυτοδιοίκηση και πλούσια περιβαλλοντική δράση.

Ξέρω καλά ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση στην πολιτική, και ιδιαίτερα στην ελλαδική πολιτική σκηνή. Ολοι κουβαλάνε το φορτίο των προηγούμενων επιλογών τους. Το καινούριο σπάνια συνιστά ex nihilo δημιουργία, αλλά αναδύεται μέσα από την πρώτη ύλη που παρέχει το παλαιό. Ο ευρωπαϊστής Κωνσταντίνος Καραμανλής ηγήθηκε μιας, εν πολλοίς, επαρχιώτικης, διαπλεκόμενης, και μισαλλόδοξης εθνικοφροσύνης. Ο μεταρρυθμιστής Γκορμπατσόφ αναδύθηκε μέσα από τα σπλάχνα ενός ολοκληρωτικού μηχανισμού. Ο εκσυγχρονιστής Σημίτης έφθασε στην κορυφή ενός βαθιά λαϊκιστικού και αμοραλιστικού κόμματος. Και τους τρεις τους κρίνουμε σήμερα λίγο έως πολύ θετικά, κυρίως για τη συνολική πολιτική τους τροχιά και τα αποτελέσματά της, όχι για τους ποικίλους συμβιβασμούς ή τις αμφισβητούμενες επιλογές που σίγουρα αναγκάστηκαν να κάνουν στη διαδρομή τους. Διακρίνουμε στη συνολική πορεία τους ένα σαφές πολιτικό στίγμα, ένα ευρύτερο εκσυγχρονιστικό πρόταγμα, και μια σχετική συνέπεια στην εφαρμογή του.

Αν απομονώσουμε στιγμές από τη διαδρομή ενός πολιτικού (ακόμα και των αγαπημένων μου πολιτικών ηγετών, όπως είναι ο Τσόρτσιλ, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, ο Μαντέλα, ή ο Ομπάμα), πάντοτε θα βρούμε αμφισβητήσιμες επιλογές. Το θέμα όμως είναι να μη χάνουμε τη συνολική εικόνα, η κρίση μας να μη θολώνει με τα επιμέρους. Υπό αυτό το πρίσμα, πάντοτε θα υπάρχουν επιφυλάξεις για όψεις της πολιτικής διαδρομής οποιουδήποτε, αλλά το μείζον είναι να ερμηνεύουμε τη συνολική του πορεία. Η πολιτική υποστήριξη δεν αίρει απαραίτητα τις όποιες επιφυλάξεις, αλλά εστιάζει την προσοχή μας στη μορφή της συγκυρίας, τις επιλογές που έχουμε, τη συνολική αίσθηση που αποπνέει κάποιος. Οι επιφυλάξεις, μάλιστα, είναι ιδιαίτερα γόνιμες γιατί αποτρέπουν τον δογματισμό και την άκριτη συμπαράταξη. Όπως λέει ο διακεκριμένος ψυχολόγος Κάρλ Γουέηκ, «η αμφιθυμία είναι η βέλτιστη απάντηση». Εκτιμώ τους κκ.Μάνο και Κοντογιαννόπουλο για τη συνεπή προσήλωσή τους στο όραμα του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού της χώρας και σέβομαι τον κ.Μπουτάρη για την πολυσχιδή προσφορά του – στοιχεία επαρκή για να συνταχθώ, κατ’ αρχήν, μαζί τους.

Άλλοι φίλοι με ρωτάνε αν με ενδιαφέρει η πολιτική σταδιοδρομία. Κάθε άλλο. Αντλώ τεράστια ικανοποίηση από τη δουλειά μου και θέλω να έχω χρόνο να ασχολούμαι με την οικογένειά μου – η πολιτική σταδιοδρομία δεν ανήκει στις φιλοδοξίες μου, ούτε θα ήθελα να υποταχθώ στις υψηλές απαιτήσεις της. Προτιμώ να μελετώ τους πολιτικούς παρά να τους υποδύομαι. Από την άλλη μεριά, όμως, ξέρω ότι, όπως είπε ο σοφός Πλάτων, «μια από τις τιμωρίες [όταν] δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου». Δείτε τι συμβαίνει στη χώρα σήμερα, τι ποιότητας άνθρωποι μας κυβερνούν και ποιοι ετοιμάζονται να τους διαδεχθούν, και θα καταλάβετε γιατί, αν οι συνειδητοί πολίτες δεν ασχοληθούν ενεργά με την πολιτική, η Ελλάδα θα είναι καταδικασμένη οριστικά στην παρακμή.

Όποιος νοιάζεται για τη χώρα, όποιος αγωνιά για το μέλλον των παιδιών του, όποιος πικραίνεται από το κατάντημα του τόπου μας, ΤΩΡΑ πρέπει να κάνει κάτι – ό,τι του υπαγορεύει η κρίση του. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή για ένα νέο εγχείρημα. Ένα χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα παρασύρει και τη χώρα στη χρεοκοπία – κι αυτό, πλέον, όλοι το βλέπουμε. Τι άλλο πρέπει να δούμε για να αντιδράσουμε; Στις δημοσκοπήσεις οι πολίτες μπορεί να δηλώνουν την κύρια προτίμησή τους στα δύο κόμματα εξουσίας, αλλά εκφράζουν, συγχρόνως, την έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητά τους να βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο. Ο «κανένας» συγκεντρώνει ένα σταθερά υψηλό ποσοστό απαντήσεων. Η απαισιοδοξία, ο κυνισμός, και η έλλειψη εμπιστοσύνης στα κατεστημένα κόμματα κυριαρχούν.

Οι προσεχείς ευρωεκλογές είναι μια καλή ευκαιρία να πούμε στους ανάξιους πολιτικάντηδες «φτάνει πια, δεν πάει άλλο». Καιρός να γυρίσουμε σελίδα. Μπορούμε να ξεφύγουμε από την αθλιότητα. Μια πραγματικά σύγχρονη Ελλάδα είναι δυνατή – αρκεί να το θελήσουμε αρκετοί. Μια αξιοπρεπής κοινωνία είναι εφικτή – αρκεί να πασχίσουμε αρκετοί. Τα δύσκολα είναι η μοίρα όσων δεν θέλουν να συμβιβαστούν με την περιρρέουσα χυδαιότητα, την ιδιοτελή εξουσιολαγνεία, τον απαξιωτικό κυνισμό, την αδιέξοδη ιδιώτευση. Φτάνει πια! Δράση τώρα!

Σημείωση: Μια πολύ πιο συνοπτική εκδοχή αυτού του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση της Ιδρυτικής Διακήρυξης της «Δράσης», στις 17 Μαρτίου 2009, στο Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα. Για να δείτε την παρουσίαση και τη σχετική συνέντευξη Τύπου, καθώς και για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον ιστοχώρο www.drassi.gr

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Τα καλά και συμφέροντα




Ήταν αναμενόμενο. Δίχως αμφιβολία, η χριστιανική αγάπη, η μεγαλοθυμία και συγχώρεση ώθησαν το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο να θέσει, με ψήφους επτά προς πέντε, την υπόθεση του έκπτωτου μητροπολίτη Αττικής Παντελεήμονoς στο αρχείο, διότι «αφού μελέτησε τον σχετικό ανακριτικό φάκελο, κατέληξε […] ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του εγκαλουμένου Αρχιερέως». Ο πρώην Αττικής, κατά κόσμον Αντώνιος Μπεζενίτης, εκτίει στον Κορυδαλλό ποινή κάθειρξης 6 ετών για υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθησιν 160000 ευρώ από τη Μονή Οσίου Εφραίμ.

Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς «είδαν» στον ανακριτικό φάκελο τα μέλη του Συνοδικού Δικαστηρίου. Είναι βέβαιο ότι ουδεμία αναφορά περιέχονταν στα ηχογραφημένα ηχητικά ντοκουμέντα, τα οποία κατέγραφαν τις ερωτικές συνομιλίες του «εγκαλουμένου Αρχιερέως» με άγνωστο νεαρό. Η Ιερά Σύνοδος ασχολήθηκε με το θέμα το 2002 και κατέληξε, εν τη σοφία της, ότι δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί το σχετικό υλικό ως παρανόμως ληφθέν. Η άψογη τήρηση των νόμων εκ μέρους των Ιεραρχών συγκίνησε τότε το σκανδαλισθέν πανελλήνιον, όπως συγκινεί σήμερα η εκ μέρους των αλληλεγγύη και φιλευσπλαχνία προς έναν πεπτωκότα αδελφό.

Άλλωστε υπάρχει και προηγούμενο: μετά την καταδίκη του κ.Πεντελεήμονος σε εξαετή κάθειρξη, όπως κάθε ομάδα πιέσεως «προσβάλλεται» όταν βλέπει έναν ομότεχνό της να καταδικάζεται, η Ιερά Σύνοδος ζήτησε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης να μην εκτίσει ο κ.Παντελεήμων την ποινή του σε κοινή φυλακή, αλλά σε μοναστήρι που θα διαμορφωθεί καταλλήλως έτσι ώστε να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά φυλακής!

Το ενδιαφέρον της Ιεράς Συνόδου ήταν ομολογουμένως συγκινητικό και δεν θα μπορούσε παρά να προέρχεται από ανθρώπους που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις δυσμενείς ψυχολογικές επιπτώσεις που επιφέρει σε έναν Ιεράρχη η μακροχρόνια στέρηση του ευσεβούς ποιμνίου του, η ζωή χωρίς την επισκοπική «Μερσεντές», μακριά από το επισκοπικό μέγαρο, δίχως υπηρετικό προσωπικό. Βεβαίως η Εκκλησία αναμένει ασκητική διαβίωση από τους λειτουργούς της, αλλά μην λησμονείτε ότι κάποιος βιώνει εντονότερα τον ασκητισμό όταν περιβάλλεται από πολυτέλεια. Αυτές οι λεπτές διακρίσεις μπορούν να γίνουν μόνον από ανθρώπους των οποίων η μακρόχρονη άσκηση εξουσίας και η υψηλή πνευματικότητα που απορρέει από αναμφίβολα απαιτητική θεολογική παιδεία, έχει οξύνει την αντιληπτικότητά τους και διαμόρφωσε καταλλήλως τις ποικίλες αντοχές τους.

Δεν είναι γνωστό αν οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις του κ.Μπεζενίτη, από δύο διαφορετικά δικαστήρια, καθώς και οι χιλιάδες σελίδων αποδεικτικού υλικού και μαρτυρικών καταθέσεων περιέχονταν στο φάκελο που εξέτασε το Συνοδικό Δικαστήριο. Δεν γνωρίζουμε λ.χ. αν οι Σεβασμιότατοι Ιεράρχες («Άγιοι» όπως ταπεινότατα αυτο-αποκαλούνται) διάβασαν το κείμενο της εισαγγελικής αγόρευσης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, στο οποίο αναφέρονταν, μεταξύ άλλων ότι «η φιλοχρηματία του [κ.Μπεζενίτη] τον οδήγησε σε όλες αυτές τις ενέργειες. Τα χρήματα τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ωφελήθηκε εκείνος και ζημιώθηκε η Ιερά Μονή. […]. Οι καταθέσεις των μαρτύρων δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ενοχή του […]».

Βεβαίως όποιος πιστεύει ότι έχει απευθείας πρόσβαση σε μια ανώτερη μεταφυσική πραγματικότητα, δεν εμπιστεύεται απαραίτητα τις αισθήσεις του και τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτές κομίζουν. Όπως στο «Όνομα του Ρόδου» οι αλλεπάλληλοι θάνατοι μοναχών αποδίδονται σε θέλημα Θεού, έτσι και οι καταθέσεις ύψους πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών, οι εξωχώριες εταιρίες, και η πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν στις δύο δίκες του κ.Μπεζενίτη, δεν στάθηκαν ικανά στοιχεία να πείσουν την πλειοψηφία του Συνοδικού Δικαστηρίου ότι συντρέχουν «αποχρώσες ενδείξεις» προκειμένου ο θεοφιλέστατος αδελφός κ.Παντελεήμων παραπεμφθεί στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο. Άλλωστε, όπως παρατήρησε συνοδικός ιεράρχης στην «Καθημερινή» (11/3/2009), η Εκκλησία για τα εσωτερικά ζητήματα είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί «μόνον τους Ιερούς κανόνες». Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω που στους Ιερούς Κανόνες αναφέρεται ότι το ιερατικό προσωπικό είναι δημόσιοι υπάλληλοι, ότι πρέπει να παίρνουν πριμ παραγωγικότητας, και ότι πρέπει να απολαμβάνουν ποικίλων κρατικών προνομίων, αλλά γνωρίζω ότι η μεταφυσική μου σκευή πάσχει, και γι αυτό δεν επιμένω

Αυτό που ξέρω όμως με (σωματική όχι εγκεφαλική) βεβαιότητα είναι ότι η κοινωνία βράζει, ότι αυτο-εξυπηρετικές συντεχνίες καταστρέφουν τους θεσμούς, ότι η ατιμωρησία κλονίζει το αίσθημα δικαίου, ότι δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο στη χώρα. Οι τραμπούκοι κουκουλοφόροι και οι κάθε λογής αυθαιρετούντες απλώς αποτελειώνουν, με τα δικά τους μέσα, το καταστροφικό έργο των ελίτ του κατεστημένου. Ψάχνεις απεγνωσμένα για ελπίδα και βλέπεις παντού ωμή ιδιοτέλεια και ξεδιάντροπη υποκρισία. Και μη χειρότερα…

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

Η τέχνη της θεσμικής ανικανότητας


Ανικανότητα είναι η αδυναμία να παράγεις αποτελέσματα που να ανταποκρίνονται στις προθέσεις σου. Θεσμική ανικανότητα είναι η αδυναμία ενός θεσμού να διεκπεραιώνει με επιτυχία βασικές πτυχές της αποστολής του. Αν λ.χ. η εγκληματικότητα ανεβαίνει, αν δραπετεύουν οι κρατούμενοι, ή αν οι αστυνομικοί δεν γνωρίζουν πώς και πότε να χρησιμοποιούν τα όπλα τους, τότε η Αστυνομία ως συγκροτημένος θεσμός μάλλον πάσχει από ανικανότητα: δεν εκπληρώνει με επάρκεια το ρόλο της.

Η θεσμική ανικανότητα προκύπτει με τόσο επιδέξιο τρόπο όσο και η ικανότητα: συλλογικές δραστηριότητες αποτελούμενες από αναποτελεσματικές ρουτίνες, χαμηλής ποιότητας διοίκηση, ανεπαρκείς υποδομές, και μια κουλτούρα αδιαφορίας, δημιουργούν αποτελέσματα τα οποία υπολείπονται των επιθυμητών. Προκειμένου να διαιωνίζεται, η θεσμική ανικανότητα δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή, γι αυτό και στηρίζεται σε συμπεριφορές απόκρυψης: οι θεσμικά ανίκανοι προσποιούνται ότι κάνουν κάτι, αλλά δεν το κάνουν• έχουν, υποτίθεται, τα απαραίτητα συστήματα, αλλά δεν τα χρησιμοποιούν• ψηφίζουν νόμους, αλλά δεν τους εφαρμόζουν. Η θεσμική ανικανότητα καμουφλάρεται με επιδέξιο τρόπο• χρειάζεται τέχνη για την αναπαραγωγή της.

Τα παραδείγματα αφθονούν. Κατά δική του ομολογία, ο ειδικός φρουρός που, τελείως απροσδόκητα, πυροβόλησε και σκότωσε (έστω δι εξοστρακισμού) τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, δεν είχε ποτέ επανεκπαιδευθεί στη χρήση όπλων στα εννιά χρόνια που εργαζόταν στην Αστυνομία. «Η εκπαίδευσή μας, όντως, είναι προβληματική», ομολογεί ο πρόεδρος των ειδικών φρουρών κ. Βασίλης Ντούμας («Νέα», 15.12.2008).

Ο νόμος του 2003 επέβαλλε την ψυχιατρική εξέταση όλων των αστυνομικών προκειμένου να διαπιστωθεί η ικανότητά τους να οπλοφορούν. Ο νόμος αυτός δεν εφαρμόστηκε ποτέ, τη στιγμή μάλιστα που σχετικές έρευνες δείχνουν ότι το επίπεδο ψυχικής υγείας των αστυνομικών, πιθανότατα λόγω συνθηκών εργασίας, είναι χαμηλότερο από αυτό του γενικού πληθυσμού.

Ο αστυνομικός που πυροβόλησε υπάλληλο ασφαλείας της πρεσβείας των ΗΠΑ ήταν γνωστό στους συναδέλφους του ότι ήταν ψυχικά άρρωστος (έπασχε από «ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου», αποφάνθηκαν οι ψυχίατροι της ΕΛΑΣ μετά το συμβάν). Ενημερώθηκε μάλιστα τρεις φορές από την πρεσβεία, σε ανύποπτο χρόνο, ο διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Αμπελοκήπων (!), ο οποίος ωστόσο δεν ενημέρωσε τους προϊσταμένους του, απέσυρε προσωρινά τον αστυνομικό από τις βάρδιες έξω από την κατοικία του Αμερικανού πρέσβη, και τον επανέφερε αργότερα!

Μετά την πρώτη εναέρια απόδραση Παλαιοκώστα ελήφθησαν κάποια μέτρα στις φυλακές, αλλά δεν έγινε το σημαντικότερο: δεν εκπονήθηκε ένα επιχειρησιακό σχέδιο εμπλοκής των φρουρών σε περιπτώσεις από αέρος αποδράσεων φυλακισμένων. Στο δύσκολο ερώτημα «Τώρα, τι κάνουμε; Πως ματαιώνουμε την απόδραση;», οι αρμόδιοι δεν έχουν απάντηση.

Προσέξτε το μοτίβο: οι διαδικασίες που θεσπίζονται (όταν θεσπίζονται) είναι κυρίως εικονικές – υφίστανται επειδή «πρέπει» να υφίστανται, δίνουν την εντύπωση του οργανωμένου κράτους, επιτελούν κυρίως «νομιμοποιητική» έναντι της κοινής γνώμης λειτουργία. Στην πράξη όμως είναι απαρχαιωμένες ή δεν χρησιμοποιούνται, ή, απλώς, δεν υπάρχουν. Το χειρότερο: οι αρμόδιοι προσποιούνται ότι οι θεσμοί λειτουργούν! Οι εξωτερικοί φρουροί φυλακών οπλοφορούν, αλλά δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν όταν φυλακισμένοι δραπετεύουν με ελικόπτερα! Το υπουργείο Δημόσιας Τάξης ως «σύγχρονο» που θέλει να εμφανίζεται, καθιερώνει την ψυχιατρική εξέταση των αστυνομικών, αλλά δεν ενδιαφέρεται να την εφαρμόσει – αρκεί που υπάρχει ο νόμος! Η διευθυντική ιεραρχία είναι εικονική: υπάρχει η «εικόνα» του προϊσταμένου αλλά είναι μόνο βιτρίνα, δεν ανταποκρίνεται σε διακριτά διευθυντικές λειτουργίες και ευθύνες.

Τα πράγματα στις δημόσιες υπηρεσίες ασφαλείας είναι τραγικότερα απ’ ότι φαίνονται, επειδή αφενός μεν παρέχουν ένα βασικό αγαθό σε ένα σύγχρονο κράτος (την ασφάλεια των πολιτών), αφετέρου δε διότι η θεσμική ανικανότητά τους πολλαπλασιάζεται από τον καρκίνο της δημόσιας ζωής, τον διαβρωτικό κομματισμό, και μια εσχάτως διευρυνόμενη απονομιμοποίηση, η οποία παράγει χαμηλή επαγγελματική αυτο-εκτίμηση, νευρικότητα και σύγχυση.

Στην Ελλάδα, μετά το 1974, έχει εμπεδωθεί μια πρωτοφανής παρανόηση (δεν είναι η μόνη): η δημοκρατικά ελέγξιμη βία του κράτους δικαίου (ακόμα κι όταν χρησιμοποιείται εσφαλμένα) εξισώνεται με τη θεσμικά ανέλεγκτη βία των τραμπούκων και κακοποιών. Το αποτέλεσμα; Σε ότι αφορά στην οπλοχρησία, οι διωκτικές αρχές είναι αμήχανες: αποφεύγουν να χρησιμοποιούν τα όπλα τους, ακόμα κι όταν αυτό επιβάλλεται, όπως λ.χ. στην απόδραση επικίνδυνων φυλακισμένων. Αυτή η αμηχανία έχει επενδυθεί με ένα ψευδοπασιφιστικό ιδεολόγημα, σύμφωνα με το οποίο ο φρουρός μιας φυλακής δεν πρέπει να πυροβολήσει τον δραπέτη Παλαιοκώστα, γιατί η «ανθρώπινη ζωή είναι ιερή».

Η σύγχυση είναι πλήρης. Ναι, πράγματι, για τον Αρχιεπίσκοπο η ζωή του Παλαιοκώστα είναι (και πρέπει να είναι) ιερή. Για τις διωκτικές αρχές, όμως, οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές: προέχει η προστασία της έννομης δημόσιας τάξης, έστω κι αν αυτή, σε πολύ ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να συνεπάγεται τραυματισμό και, δυνητικά, αφαίρεση ζωής. Το κράτος δικαίου δεν εξαλείφει τη βία, αλλά την εκλογικεύει, της θέτει κανόνες, οι φορείς της λογοδοτούν.

Στις ώριμες δημοκρατίες, με ένα ανεπτυγμένο κράτος δικαίου και ευυπόληπτες υπηρεσίες ασφαλείας, τα παραπάνω είναι αυτονόητα. Σε μας δεν είναι. Στην Ελλάδα έχουμε πρόσοψη κράτους, αλλά όχι κράτος. Πολλοί κρατικοί θεσμοί λειτουργούν με τέτοιο τρόπο που ξοδεύουν ενέργεια όχι για να διαχειρίζονται τα συλλογικά προβλήματα αλλά για να αποκρύπτουν τη χρόνια ανικανότητά τους. Το ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι γιατί δραπετεύουν οι φυλακισμένοι στην Ελλάδα, αλλά γιατί αυτό δεν συμβαίνει συχνότερα.