Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Τα διπλά βιβλία και το διπλό πρόσωπο του ΠΑΣΟΚ


Πως τακτοποιείς τους λογαριασμούς σου με το παρελθόν; Όταν κοιτάς πίσω και βλέπεις, ή έστω υποψιάζεσαι, τα λάθη που έκανες, πως ενσωματώνεις αυτή την αποτίμηση στη σημερινή αυτοεικόνα σου; Αν υποτίθεται ότι αναγνωρίζεις τα λάθη σου, πως φαίνεται αυτό στη συμπεριφορά σου; Όχι, δεν χρειάζεται να είσαι ψυχαναλυτής για να θέσεις τέτοια ερωτήματα, ούτε αυτά αφορούν άτομα μόνο. Αφορούν κατ’ εξοχήν οργανωμένες συλλογικότητες ανθρώπων – από επιχειρήσεις μέχρι κόμματα.

Η συνήθης αντίδραση ενός οργανισμού όταν αντιμετωπίζει κριτική για αθέμιτες συμπεριφορές είναι η άρνηση: ‘δεν είδαμε, δεν ξέρουμε, δεν κάναμε’. Δεκαετίες ολόκληρες η Καθολική Εκκλησία αρνούνταν να εξετάσει σοβαρά τις καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων από ιερείς της, μέχρι τη στιγμή που η χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω άρνηση. Το ΠΑΣΟΚ σήμερα αρνείται ότι πήρε χρήματα από τη Ζίμενς το 1999, παρά την ομολογία του τότε πανίσχυρου στελέχους Θ. Τσουκάτου ότι εισέπραξε για λογαριασμό του κόμματος 1 εκατομμύριο μάρκα.

Η άρνηση δείχνει την αδυναμία του φορέα της να εγκύψει αναστοχαστικά στη συμπεριφορά του. Όταν ο αρνητής γνωρίζει ότι έσφαλλε αλλά διατείνεται το αντίθετο, υποκρίνεται. Η υποκρισία έχει κόστος: διαχειριστικό και ηθικό. Από διαχειριστικής απόψεως, ο υποκριτής πρέπει να ξοδεύει πολιτικό κεφάλαιο για να συντηρεί την εικόνα του, οπότε αναγκάζεται να ψεύδεται ή να κατασκευάζει γελοία αυτοεξυπηρετικές δικαιολογίες, επιβαρύνοντας τη θέση του. Από ηθικής απόψεως, το κύρος του υποκριτή απομειώνεται, η πειθώς του κλονίζεται.

Κοιτάξτε τι κάνει το ΠΑΣΟΚ σήμερα: για να αποδείξει ότι το 1εκατομμύριο μάρκα ουδέποτε έφθασε στα ταμεία του, δημοσιοποίησε μια χειρόγραφη φωτοτυπία του βιβλίου εισόδων του το 1999, από αυτά που ούτε ένα σουβλατζίδικο δεν τηρεί. Αν ένας μανάβης δείξει ένα τέτοιο τεφτέρι στην εφορία, θα τον κλείσουν. Ένα μεγάλο κόμμα με δεκάδες χιλιάδες μέλη, πληθώρα ιδιωτικών εισφορών, και δεκάδες εκατομμύρια ευρώ κρατικών επιδοτήσεων το χρόνο (τα έσοδά του το 1999 ανήλθαν σε 549 εκατομμύρια δραχμές!), δεν έχει ούτε ένα στοιχειωδώς επαγγελματικό λογιστικό σύστημα. Ακόμη χειρότερο: δεν ντρέπεται να το δείχνει! Ακόμη πιο εξωφρενικό: περιμένει να γίνει πιστευτό! Εικόνα σου είμαι Ελλάδα και σου μοιάζω!

Το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να ξαναδεί με ειλικρίνεια τις προβληματικές πρακτικές του παρελθόντος, γι αυτό και δεν διδάσκεται από τις παλιές αμαρτίες του. Ο τότε γραμματέας του κόμματος κ.Κ.Σκανδαλίδης δήλωσε άγνοια για τη χρηματοδότηση από τη Ζίμενς. Κλασική απάντηση γραφειοκράτη ο οποίος, προκειμένου να επιβιώσει, δεν διστάζει να ευτελίζει το ρόλο του. Ο κ.Σημίτης σιωπά…Στις καταθέσεις τους στον ανακριτή, οι προ δεκαετίας ταμίες του ΠΑΣΟΚ, κ.Σ.Αυγερινός και κυρία Δ.Παπαχρήστου, ουσιαστικά δεν διέψευσαν τον ισχυρισμό του κ.Τσουκάτου, ότι δηλαδή το κόμμα, σαν κάθε «καλή» μικρομεσαία ελλαδική επιχείρηση, κρατούσε διπλά λογιστικά βιβλία. Ο κ.Τ.Χυτήρης, ταμίας του ΠΑΣΟΚ μετά το 2004, δήλωσε ότι «διπλά βιβλία στο ΠΑΣΟΚ, σήμερα δεν υπάρχουν». Προσέξτε: «σήμερα», χθες ίσως…

Υπήρξαν και παράταιρες φωνές, οι οποίες πνίγηκαν από τον αυτοεξυπηρετικό κομματικό πατριωτισμό. Το μέλος του πολιτικού συμβουλίου κ.Π.Μπεγλίτης πρότεινε να ζητηθεί από τον πρώην πρωθυπουργό κ.Σημίτη να δώσει εξηγήσεις για τη χρηματοδότηση του κόμματος την εποχή της προεδρίας του. Εξόχως ορθολογική πρόταση• φυσικά απερρίφθη από την κομματική γραφειοκρατία…

Το κλειδί για την κατανόηση της αμήχανα ενοχικής στάση του ΠΑΣΟΚ (‘μάλλον κάτι κάναμε λάθος στο παρελθόν, αλλά ας μην το σκαλίσουμε’) το δίνει ο εκπρόσωπός του. Ερωτηθείς εάν ο κ. Τσουκάτος λέει την αλήθεια, ο κ.Παπακωνσταντίνου απάντησε: «είναι θέμα που θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη». Προσέξτε τη σιωπηλή παραδοχή: η αλήθεια δεν είναι κάτι που αφορά εμάς, αλλά τρίτους (τη Δικαιοσύνη). Λες και ό,τι συνέβη, συνέβη σε άλλους…Η μητρική Ζίμενς υπήρξε πολύ πιο ειλικρινής: δεν περίμενε να αποφανθεί η Γερμανική Δικαιοσύνη, αλλά ζήτησε από διακεκριμένη Αμερικανική δικηγορική εταιρία να αναλάβει την έρευνα των διαβόητων «μαύρων ταμείων» της. Έτσι ενεργεί όποιος γνωρίζει ότι η απώλεια της φήμης του απειλεί δυνητικά την ύπαρξή του.

Όποιος παθιάζεται για την αλήθεια το δείχνει: αναψηλαφεί τα γεγονότα, αναδέχεται τα σφάλματά του, επαναφηγείται την ιστορία του. Η επαναφήγηση είναι, τελικά, το μείζον, γιατί ο φορέας της, αναστοχαζόμενος την παρελθούσα συμπεριφορά του, αλλάζει και, συγχρόνως, δείχνει ότι αλλάζει, αυξάνοντας έτσι την αξιοπιστία του. Το ΠΑΣΟΚ, ένα κληρονομικό κόμμα-χαμαιλέων, σπάνια αναστοχάστηκε ποτέ οτιδήποτε στην 35χρονη ιστορία του. Η στάση του δεν εκπλήσσει αφού το κόμμα αυτό απεικονίζει όσο κανένα άλλο την κυρίαρχη ελλαδική νοοτροπία: διπλοπρόσωπο, «μπαγάσικο», σαγηνευτικό, ανοργάνωτο, χαρισματικό, διαπλεκόμενο, ιδιοτελές, λαϊκιστικό, φατριαστικό, ετσιθελικό, macho, αντιφατικό, καιροσκοπικό και, φυσικά, «προοδευτικό»...

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Ανθρωπιστές στους λαθρομετανάστες, σκληροί στη λαθρομετανάστευση


Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο, αλλά οι κυρίαρχες γλώσσες περιγραφής του απλοϊκές. Από τη μια μεριά είναι οι επαγγελματίες εθνοκάπηλοι, από την άλλοι οι αφελείς διεθνιστές. Και στη μέση, οι χρονίως αμήχανοι κυβερνήτες (τωρινοί και μελλοντικοί).

Η διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης μπορεί να ήλθε συγκυριακά στην επικαιρότητα, αλλά είναι ένα πρόβλημα με ζωή τουλάχιστον 20 ετών. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα που έρχεται από το παγκοσμιοποιημένο μέλλον. Τι κάνουμε; Πως το αντιμετωπίζουμε;

Η λαϊκιστική δεξιά και η παπανδρεϊκή κεντροαριστερά (!) μας καλούν να επιδείξουμε «μηδενική ανοχή» στη λαθρομετανάστευση. Πρόκειται για περίεργο σύνθημα από τη στιγμή που, από το 1998 και μετά, η Ελλάδα έχει νομιμοποιήσει περίπου 700.000 παράνομους μετανάστες. Το σύνθημα της «μηδενικής ανοχής» είναι τόσο ρεαλιστικό, όσο η προτροπή των θρησκόληπτων να απέχουν οι νέοι από το σεξ για να μη μεταδίδεται το AIDS! Λίγος πραγματισμός δεν βλάπτει!

Η λαθρομετανάστευση μας φέρνει αντιμέτωπους με τις προκαταλήψεις μας. Για τη σύγχρονη εκδοχή της εθνικοφροσύνης δοκιμάζεται η φυλετική και πολιτισμική μας καθαρότητα. Η «ελληνική κοινωνία», λένε, «δεν έχει ερωτηθεί αν θέλει να είναι πολυπολιτισμική», λες και η «πολυπολιτισμικότητα» είναι ιδιότητα την οποία αποκτά μια κοινωνία κατόπιν αιτήσεως, κι όχι κάτι που προκύπτει. Δεν μας ρώτησαν οι πρώτοι Αλβανοί λαθρομετανάστες αν τους θέλουμε, μας ήρθαν. Γίναμε «πολυπολιτισμικοί» γιατί έτσι το έφεραν οι γεωπολιτικές εξελίξεις, όχι γιατί το επιλέξαμε. Σπάνια διαλέγουμε τα «προβλήματά» μας• εκείνα μας επιλέγουν.

Για την ιδεοληπτική αριστερά δοκιμάζεται η αφηρημένη διεθνιστική μας αλληλεγγύη. Η πολιτική ορθότητα είναι η «μάντρα» της αριστεράς: αποφεύγει εμμόνως τον όρο «λαθρομετανάστευση», κι όταν αναγκάζεται να μιλήσει για παράνομους μετανάστες θέτει τον χαρακτηρισμό «παράνομους» σε εισαγωγικά! Νομίζουν ότι με τη γλωσσική μηχανική θα αλλάξουν την πραγματικότητα. Προτιμούν να μιλούν ουδέτερα για «μεταναστευτικές ροές», λες και περιγράφουν φυσικές διεργασίες. Αν η λαϊκιστική δεξιά φορτίζει εξόχως αρνητικά το φαινόμενο, η ιδεοληπτική αριστερά το αποφορτίζει εντελώς. Και οι δύο αρνούνται την κοινή εμπειρία του απλού πολίτη.

Ο πολίτης βλέπει την οικονομική χρησιμότητα των μεταναστών (κάτι που επιβεβαιώνεται και από πληθώρα μελετών) και ξέρει ότι οι περισσότεροι νόμιμοι σήμερα μετανάστες ήταν κάποτε παράνομοι. Συγχρόνως όμως ανησυχεί. Βιώνει συχνά τη μετανάστευση σαν εισβολή. Ο συστηματικός συγχρωτισμός του με λαθρομετανάστες - με ανθρώπους αρκετά διαφορετικούς από αυτόν, ενδεείς, και χωρίς, εκ πρώτης όψεως, «προβλέψιμη» συμπεριφορά -, μεταβάλλει την καθημερινότητά του. Η συνοικιακή ζωή παύει να είναι απρόσκοπτη, το άρρητο αξιακό υπόστρωμα και οι αυτονόητες συνήθειες που συνέχουν την κοινωνική συμπεριφορά δεν είναι δεδομένες, οι πεπερασμένοι δημόσιοι πόροι (για τους οποίους έχει πληρώσει με τους φόρους του) διεκδικούνται και από άγνωστους «άλλους» με τους οποίους δεν μοιράζεται το αίσθημα του συνανήκειν. Αν ο απλός πολίτης φαίνεται συντηρητικός είναι επειδή αναπόφευκτα είναι – συντηρεί τον τρόπο ζωής του. Αυτόν τον ανθρωπολογικό συντηρητισμό εκμεταλλεύονται οι ακροδεξιοί λαϊκιστές και αρνούνται οι ιδεοληπτικοί αριστεροί.

Η παράνομη μετανάστευση απαιτεί και ανθρωπισμό και σκληρές επιλογές. Οι λαθρομετανάστες είναι άνθρωποι κατατρεγμένοι που έχουν ανάγκη την ευσπλαχνία μας. Η ανθρωπιά μας δοκιμάζεται όταν το βλέμμα μας συναντά το βλέμμα του αδύναμου «άλλου». Το ανθρωπιστικό πνεύμα εκφράζει υπέροχα ο πατήρ Προκόπιος, εφημέριος στον ομώνυμο ιερό ναό του Αγίου Παντελεήμονα: «[…] δεν μπορώ να φερθώ διαφορετικά, έτσι δίδασκε ο Χριστός. Για μένα δεν είναι ξένοι, είναι άνθρωποι». Για πολλούς ενορίτες του, όμως, το αντίθετο ισχύει: οι λαθρομετανάστες πρώτα είναι ξένοι και μετά άνθρωποι. Η ανθρωπιστική στάση από μόνη της δεν λύνει το πρόβλημα. Χρειάζεται κράτος σοβαρό, να συνθέσει τις διαφορετικές απόψεις. Δυστυχώς δεν το έχουμε.

Αν το είχαμε, θα διαθέταμε διαρκώς βελτιούμενες δημόσιες πολιτικές σε ότι αφορά στην καταστολή της λαθρομετανάστευσης (έλεγχος συνόρων, δίωξη δουλεμπόρων, πίεση σε χώρες ανεκτικές στη λαθρομετανάστευση), στην πολιτισμένη διαχείριση των παράνομων μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα (καταγραφή, επεξεργασία αιτήσεων για πολιτικό άσυλο, οργανωμένοι χώροι προσωρινής φιλοξενίας, απελάσεις), στην ένταξη των νόμιμων μεταναστών στον κοινωνικό ιστό, στην επιλεκτική προσέλκυση μεταναστών ανάλογα με τις οικονομικές ανάγκες μας.

Τα έθνη-κράτη δεν είναι ανθρωπιστικές οργανώσεις• μεριμνούν πρωτίστως για τα συμφέροντα των πολιτών που συγκροτούν το έθνος. Τα δημοκρατικά έθνη-κράτη, όμως, ερείδονται σε ένα ανθρωπιστικό φαντασιακό, γεγονός που τα υποχρεώνει να βλέπουν τον «ξένο» ως εν δυνάμει πολίτη και τις κοινές αξίες αενάως αναθεωρούμενες. Ο ρεαλιστικός ανθρωπισμός είναι η ενδεικνυόμενη λύση (ανθρωπιστές στους λαθρομετανάστες, σκληροί στη λαθρομετανάστευση) αλλά, για να υλοποιηθεί, χρειάζεται μια κοινωνία με αυτοπεποίθηση, μια ακμαία οικονομία, κι ένα οργανωμένο κράτος. Δεν έχουμε τίποτα.