Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Σοφιστεία, ιδιοτέλεια, και ερμηνεία του Συντάγματος


Η θεσμική παρακμή μιας κοινωνίας αποτυπώνεται πρωτίστως στη γλώσσα με την οποία διεξάγεται η πολιτική επικοινωνία. Όπως προσφυώς παρατήρησε ο Τζώρτζ Όργουελ, όταν παρακμάζει η πολιτική ζωή διαστρέφεται η γλώσσα, κι όταν διαστρέφεται η γλώσσα διαφθείρεται η σκέψη.

Στο Σύνταγμα της Ελλάδος ορίζεται ο τρόπος εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το Σύνταγμα, όπως κάθε κείμενο, υπόκειται σε ερμηνεία. Η ερμηνευτική προσέγγιση ενός κειμένου όπως το Σύνταγμα δεν είναι απλώς ατομική υπόθεση, αλλά απότοκος ιστορικών εθισμών με τις οποίες τα κόμματα έχουν διαμορφώσει τη γνωστική- ερμηνευτική τους ικανότητα και πολιτική πρακτική.

Ο Ουμπέρτο Εκο κάνει δύο συναφείς διακρίσεις: πρώτον μεταξύ της «πρόθεσης του κειμένου» και της «πρόθεσης του αναγνώστη»• και δεύτερον, μεταξύ «ερμηνείας» και «χρήσης» ενός κειμένου. Και οι δύο διακρίσεις είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Ο αναγνώστης μπορεί να δει ό,τι θέλει σε ένα κείμενο, ωστόσο η ερμηνευτική του ελευθεριότητα περιορίζεται από την «πρόθεση του κειμένου». Η τελευταία δεν είναι άμεσα ορατή• πρέπει να αναζητηθεί από τον αναγνώστη, διατυπώνοντας σχετικές εικασίες. Πως όμως ελέγχεται η αληθοφάνεια των εικασιών; Με τη σύγκρισή τους με το νοηματικό σύστημα του κειμένου. Η εσωτερική νοηματική συνοχή του κειμένου ελέγχει τις υποκειμενικές ερμηνευτικές παρορμήσεις του αναγνώστη.

Αν π.χ., όπως παρατηρεί ο Εκο, στο ποίημα του Γουόρντσγουορθ «Περιπλανώμαι μόνος σα σύννεφο», διαβάσω τη λέξη «gay» με τη σημερινή της σημασία, τότε αυθαιρετώ έναντι του κειμένου, αφού τον 19ο αιώνα η λέξη «gay» δεν είχε σεξουαλικές υποδηλώσεις. Άλλο πράγμα η «ερμηνεία» ενός κειμένου κι άλλο η «χρήση» του. Όταν ερμηνεύω πρέπει να σέβομαι την «πρόθεση του κειμένου», ενώ όταν το χρησιμοποιώ μπορώ να το προσαρμόζω ανεξέλεγκτα στις δικές μου χρηστικές προθέσεις.

Ας έρθουμε τώρα στο Σύνταγμα. Το κορυφαίο νομικό κείμενο της Δημοκρατίας μας θέλει τον ανώτατο άρχοντα της χώρας «ρυθμιστή του πολιτεύματος» και γι αυτό απαιτεί, κατ’ αρχήν, αυξημένες (δηλαδή διακομματικές) κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες για την εκλογή του. Αυτή είναι μια αντίληψη που συναντάται και σε άλλα σημεία του Συντάγματος, όπου επιδιώκονται ευρύτερες συναινέσεις για κρίσιμα θέματα λειτουργίας του πολιτεύματος. Όταν ένα κόμμα σέβεται το Σύνταγμα – σέβεται δηλαδή την εσωτερική του λογική και τις αρχές που το διέπουν - αναζητά υποψήφιους για την προεδρία της Δημοκρατίας πρόσωπα ικανά να δημιουργήσουν διακομματική συναίνεση. Μόνο όταν αυτή είναι ανέφικτη, οπότε η αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία καθίσταται αδύνατη, το Σύνταγμα προνοεί προσφυγή σε εκλογές, προκειμένου να αρθεί το σχετικό αδιέξοδο.

Όταν το ΠΑΣΟΚ δηλώνει δημοσίως ότι συμφωνεί με τη ΝΔ για την ανανέωση της θητείας του σημερινού Προέδρου, τότε έχει προφανώς επιτευχθεί συναίνεση, οπότε δεν χρειάζεται προσφυγή σε εκλογές. Το Σύνταγμα δεν λέει πουθενά ότι ο πρόεδρος πρέπει να εκλεγεί από μια Βουλή με «νωπή λαϊκή εντολή», αλλά από την εκάστοτε υπάρχουσα Βουλή, εφόσον αυτό είναι εφικτό. Εκλογή από νέα Βουλή χρειάζεται μόνο όταν η υπάρχουσα οδηγείται σε αδιέξοδο. Στο μέτρο που το ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι δεν θα ανανεώσει τη θητεία του σημερινού Προέδρου (τον οποίο ωστόσο υποστηρίζει!) παρά μόνο αφού προηγηθούν εκλογές, εισάγει ad hoc κριτήρια για να υπηρετήσει ιδιοτελείς σκοπούς. Με τον τρόπο αυτό δεν «ερμηνεύει», αλλά «χρησιμοποιεί» εργαλειακά το Σύνταγμα.

Φυσικά τίποτα από όλα αυτά δεν εκπλήσσει, όπως δεν εκπλήσσουν οι σύγχρονοι σοφιστές, οι οποίοι παραβλέπουν τη δεσμευτική «πρόθεση του κειμένου», υιοθετώντας ερμηνευτικά στρατηγήματα για να στηρίξουν την ανεξέλεγκτη «πρόθεση του αναγνώστη». Η δυνατότητα προκήρυξης εκλογών δεν είναι, κατά το Σύνταγμα, «αντίβαρο» στην παντοκρατορία του πρωθυπουργού, όπως λέγεται, στο μέτρο που δεν ανήκει στην πρόθεση του συνταγματικού κειμένου κάτι τέτοιο. Ότι μπορεί η προσφυγή στις εκλογές να ιδωθεί ως «αντίβαρο», δεν την καθιστά ερμηνευτικά πιο έγκυρη απ’ ότι η θεώρηση του πανεπιστημιακού ασύλου από ακροαριστερές ομάδες ως «αντίβαρο» στην κρατική εξουσία. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε εργαλειακή χρήση του νόμου, όχι όμως ερμηνεία του.

Δεν θα περίμενα από τους κκ.Ρόβλια και Παπουτσή να κατανοήσουν το παραπάνω επιχείρημα, όπως δεν περιμένω από τους «γαλάζιους» και «πράσινους» πολιτικάντηδες να επιδείξουν σεβασμό στους θεσμούς. Οι άνθρωποι είναι απλώς τεχνικοί της εξουσίας: το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να επικρατήσουν στον άνευ αρχών αγώνα για ισχύ. Οι ιστορικοί εθισμοί τους είναι τέτοιοι που δεν αισθάνονται ότι πρέπει να υπάγουν τη συμπεριφορά τους σε κοινούς κανόνες, ούτε δεσμεύονται από υπερκείμενες αρχές. Προσαρμόζουν τα πάντα στα κομματικά μέτρα τους• ενεργούν ως «ιδιώτες», αρνούμενοι να συνεννοηθούν ακόμη και για τα στοιχειώδη. Το Σύνταγμα γι αυτούς έχει την ίδια αξία που έχουν οι προεκλογικές υποσχέσεις τους.