Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Η φυλή, η «πόλις» και η ΝΔ


Όποιος έχει την υπομονή να παρακολουθήσει την πληκτική ρητορική που συνοδεύει την προεκλογική εκστρατεία για την ανάδειξη αρχηγού της ΝΔ, θα προβεί σε μερικές ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις.

Πρώτον, θα διακρίνει, για μια ακόμη φορά, τον ελλαδικού τύπου ανορθολογισμό που διαπερνά τα κόμματα εξουσίας (όχι ότι τα άλλα είναι καλύτερα δηλαδή…). Οι υποψήφιοι για την προεδρία της ΝΔ αρνούνται στην ουσία τον πολιτικό (άρα έλλογο, ανταγωνιστικό, και δημόσιο) χαρακτήρα της εκλογικής διαδικασίας, χάριν της «αλληλεγγύης» μιας οιονεί συγγενικής ομάδας.

Ο κ.Σαμαράς λ.χ. δεν θέλει να εμπλακεί σε τηλεοπτικό διάλογο με την κυρία Μπακογιάννη για «να μη γίνουν», λέει, «τα εσωτερικά μας τηλεοπτικό θέαμα»! Στη σαμαρική εκδοχή της δημοκρατίας «δεν υπάρχουν αντίπαλοι», μόνο «συμμαχητές»! Τι περίεργο. Κι εγώ νόμιζα ότι κάθε διαδικασία εκλογής, στην οποία για μία θέση υπάρχουν πάνω από ένας υποψήφιος, είναι εγγενώς ανταγωνιστική. Δεν διαλέγεσαι μόνο με τους αντιπάλους του άλλου κόμματος, αλλά και με τους εσωκομματικούς σου αντιπάλους. Ομολογουμένως, η φύση της αντιπαλότητας στις δύο περιπτώσεις είναι διαφορετική, αλλά αυτό δεν αναιρεί τον αντιπαραθετικό χαρακτήρα της σχέσης των υποψηφίων. Μια εκλογική διαδικασία, η οποία μάλιστα διεξάγεται ανοιχτά με την οργανωμένη συμμετοχή της βάσης, είναι κατ’ ανάγκην αντιπαραθετική. Μόνο ολοκληρωτικά καθεστώτα δεν αναγνωρίζουν τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της πολιτικής.

Στη ΝΔ οι ανθυποψήφιοι ζητούν την ψήφο των οπαδών τους χωρίς να εξηγούν, ευθέως και αντιπαραθετικά, τους λόγους. Σημείο αναφοράς δεν είναι η έλλογη δημόσια σφαίρα, αλλά το πανηγύρι της ιδιωτικής σύναξης. Απευθύνονται μονολογικά σε επιλεγμένα κομματικά ακροατήρια που τους επευφημούν, δεν διαλέγονται μεταξύ τους, εις επήκοον, ή με τη συμμετοχή, των οπαδών τους. Ο διάλογος, η αντιπαράθεση, θεωρείται ότι διχάζει, δεν αποτελεί την ευκαιρία να κατατεθούν και να συγκριθούν απόψεις.

Οι υποψήφιοι νομίζουν ότι αναλύουν τα αίτια της παταγώδους ήττας της ΝΔ στηλιτεύοντας «συμπεριφορές που πλήγωσαν την παράταξη». Προσέξτε τον συναισθηματιστικό-τριμπαλιστικό χαρακτήρα της γλώσσας. Όπως σε ένα ζευγάρι η συμπεριφορά του ενός μπορεί να πληγώσει ιδιωτικά τον άλλο, έτσι και στην πολιτική, η έκνομη ή ανάρμοστη συμπεριφορά ενός υπουργού (λ.χ. Μαγγίνας και Βουλγαράκης αντιστοίχως) «πληγώνει» την παράταξη, όχι τη Δημοκρατία. Ο υπουργός δεν παραβιάζει το νόμο της «πόλεως», ούτε τα άγραφα ήθη του δημόσιου βίου. Ο υπουργός κυρίως προδίδει τους οπαδούς του, τη φυλή του• δευτερευόντως παραβαίνει τη δημόσια αποστολή του. Η «φυλή» προηγείται της «πόλεως». Απορεί κανείς γιατί αυτοί οι άνθρωποι οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία;

Δεύτερη διαπίστωση. Αν ο χαρακτήρας είναι αυτό που κυρίως συνιστά τον ηγέτη, η πολιτική διαδρομή των υποψηφίων δημιουργεί ερωτηματικά για την ελκυστικότητα των υποψηφιοτήτων τους.

Τι είδους σοβαρό κόμμα είναι αυτό που δέχεται να είναι υποψήφιος για την αρχηγία ένας γραφικός νομάρχης που καταδικάστηκε πρωτοδίκως για παράβαση καθήκοντος;

Τι είδους κόμμα αρχών είναι αυτό που επιβραβεύει την καιροσκοπική συμπεριφορά πρώην κορυφαίου υπουργού του, παραχωρώντας του σήμερα τη θέση του υποψηφίου αρχηγού; Το πρόβλημα με τον κ.Σαμαρά δεν είναι μόνο ο ανδρεοπαπανδρεϊκής κοπής εθνολαϊκισμός του (πράγμα εξόχως σημαντικό φυσικά), ούτε τόσο η περιλάλητη αποστασία του το 1993, όσο η μη διάθεσή του να αναλάβει εμπράκτως το ρίσκο των επιλογών του.

Σε ορθολογικά πολιτικά συστήματα, οι πολιτικοί λειτουργούν, κατ’ αρχήν, βάσει αρχών, και λιγότερο βάσει κριτηρίων προαγωγής της σταδιοδρομίας τους. Σε έναν ορθολογικό δημόσιο βίο λειτουργεί το «λόγον διδόναι». Αν ο κ.Σαμαράς έκρινε ότι έπρεπε να επανέλθει στο κόμμα από το οποίο θορυβωδώς αποχώρησε, όφειλε να εξηγήσει δημοσίως τους λόγους της επανόδου του. Ουδέποτε το έκανε. Στερείται συνεκτικής αφήγησης η οποία να ερμηνεύει πειστικά την πολιτική διαδρομή του. Γιατί να μην του προσαφθεί ο ψόγος του καιροσκόπου; Ασπόνδυλος καιροσκοπισμός συν προγραμματικός εθνολαϊκισμός συνιστούν ένα επικίνδυνο μίγμα. Η ΝΔ φαίνεται ότι θέλει να το δοκιμάσει. Καλή της τύχη…

Η κυρία Μπακογιάννη συνιστά την υποδειγματική ενσάρκωση του ελλαδικού πολιτικού «συστήματος». Φίλη του Χριστοφοράκου, το όνομά της ενεπλάκη στην υπόθεση Ζήμενς, συμβολίζει αναπόφευκτα την οικογενειοκρατία στην ελλαδική πολιτική ζωή. Η θητεία της στο Δήμο Αθηναίων ήταν μια μεθοδευμένα μιντιακή υπόθεση στη σταδιοδρομική της άνοδο προς την αρχηγία της ΝΔ (εξ ου και το «έργο» της συνίστατο κυρίως σε ταξίδια στο εξωτερικό!), παρά ευκαιρία δημόσιας προσφοράς. Τα αξιώματα για την κόρη του κ.Μητσοτάκη φαίνεται να είναι απλώς σκαλοπάτια στη σκάλα της ισχύος προς την πρωθυπουργία, παρά δυνατότητες δημιουργικού έργου.

Το έκδηλα αυτάρεσκο χαμόγελό της δείχνει άνθρωπο που θεωρεί ότι τα αξιώματα του ανήκουν, κι όλοι πρέπει να δουλεύουν γι αυτόν. Ο δημόσιος λόγος της είναι σκηνοθετημένα μιντιακός. Αν και δεν τη διακρίνει ο εμετικός εθνολαϊκισμός του κυρίου αντιπάλου της, δεν παρέλειπε να εκδηλώνει τη συμπάθειά της για το Χριστόδουλο, ενώ σε αρκετά επίμαχα πολιτικά θέματα υπήρξε εντέχνως ασαφής. Σε ερώτηση μαθητών «αν έχει κάνει ρουσφέτια», απάντησε ωμά, με το ύφος των «επιτυχημένων» που θεωρούν τον εαυτό τους πάνω από το νόμο: «ναι, έχω κάνει» («Το SchoolΗΚΙ», Ιούνιος 2003). Να προβάλλει η κυρία Μπακογιάννη σήμερα ως ο αρχάγγελος του φιλελευθερισμού είναι τόσο πειστικό, όσο οι ομολογίες χριστιανικής πίστης του Μπερλουσκόνι.

Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δύο επικρατέστερων «σοβαρών» υποψηφίων; Βεβαίως υπάρχουν και έχουν τη σημασία τους. Αρκεί να μην ξεχνάμε όμως ότι οι διαφορές δευτερευόντως πηγάζουν από διαφορετικές αξιακές αφετηρίες και πολιτικές θεωρήσεις. Κυρίως, αποτελούν ιδεογίζοντα επιχρίσματα για να συγκαλυφθεί η πραγματικότητα: αυτό που κυρίως υποκινεί τους υποψήφιους για την προεδρία της ΝΔ είναι λιγότερο η συγκροτημένη και βάσει αρχών διάθεση για πολιτική παρέμβαση και δημόσια προσφορά, και περισσότερο η ικανοποίηση των ιδιωτικών φιλοδοξιών τους.

Δεν υπάρχει, φυσικά, τίποτα το μεμπτό με τις φιλοδοξίες, αρκεί αυτές να εγκιβωτίζονται σε αρχές, αξίες και προγραμματικές θεωρήσεις. Να μην είναι δηλαδή αμιγώς συστατικά στοιχεία της προσωπικότητας του φορέα τους. Μόνο τότε οι φιλοδοξίες καθίστανται κοινωνικά επωφελείς και όχι απλά αυτό-εξυπηρετικές. Δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει στην περίπτωσή αυτή.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Μπροστά στη χρεοκοπία…



Η χώρα είναι αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία: όχι μόνο την επερχόμενη οικονομική, όσο αυτή που έχει ήδη επέλθει – την ηθικο-πολιτική. Φαίνεται, άλλωστε, στις δηλώσεις των ευρωπαίων αξιωματούχων. Δεν μας επικρίνουν τόσο για εσφαλμένη οικονομική πολιτική, όσο για ανυπαρξία πολιτικής («η Ελλάδα δεν έλαβε κανένα διορθωτικό μέτρο, βυθίζεται στα χρέη και στα ελλείμματα…» - Αλμούνια) και, κυρίως, για αναξιόπιστη πολιτική («το παιχνίδι τελείωσε» - Γιούνγκερ). Στις Βρυξέλλες ο όρος «Greek statistics» χρησιμοποιείται συνεκδοχικά ως δηλωτικός ψεύδους και αναξιοπιστίας. Με άλλα λόγια μας λένε: σας διακρίνει η ακρασία, η πονηριά και η αναξιοπιστία. Ξέρετε τι πρέπει να κάνετε αλλά δεν το κάνετε (ακρασία)• παίζετε με τα ευρωπαϊκά όργανα για τους δικούς σας μικροπολιτικούς λόγους (πονηριά)• αλλάζετε κάθε λίγο τα στοιχεία που μας στέλνετε (αναξιοπιστία). Δεν είστε σοβαρή χώρα.

Οι προκαταλήψεις που αντιμετώπισαν αρχικά οι Έλληνες μετανάστες στον ανεπτυγμένο κόσμο αναβιώνουν: καιροσκόποι ανατολίτες, πονηροί λαθρεπιβάτες, ανάξια εμπιστοσύνης άτομα. Το δυστύχημα είναι ότι τα στερεότυπα αυτά δεν αφίστανται, πλέον, της πραγματικότητας. Η χώρα συμπεριφέρεται στους εταίρους της με τον ίδιο τρόπο που το ελλαδικό κράτος συμπεριφέρεται στους πολίτες του, και αντιστρόφως. Το μοτίβο της αναξιόπιστης, καιροσκοπικής και ιδιοτελούς συμπεριφοράς αναπαράγεται ισομορφικά σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής συμβίωσης. Γι αυτό και τα γενικευμένα φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης που παρατηρούμε…

Στην Ελλάδα είτε δεν υπάρχουν κανόνες, είτε δεν τηρούνται, είτε αλλάζουν αυθαίρετα (π.χ. χωροταξία, φορολογία). Ένα πράγμα δεν υπάρχει: σαφήνεια, προβλεψιμότητα, σεβασμός στη νομιμότητα. Στο αναξιόπιστο κράτος οι πολίτες συμπεριφέρονται αυστηρώς συμφεροντολογικά. Φοροδιαφεύγουν, χτίζουν αυθαίρετα, πιέζουν για ρουσφέτια, χαριστικές παροχές και εξαιρέσεις, απεχθάνονται τον ανταγωνισμό, προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν τα ατομικά τους οφέλη με κάθε τρόπο.

Το κράτος, ιστορικά, δεν αποτελεί μια πολιτικώς ουδέτερη οντότητα, αλλά λάφυρο του εκάστοτε κόμματος εξουσίας. Οι πολιτικάντηδες, εντελώς ξεδιάντροπα, διορίζουν ποικιλοτρόπως ψηφοφόρους τους στην κρατική μηχανή, ενώ επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους και τους συγγενείς τους τα μεγαλύτερα προνόμια. Λιλιπούτειου αναστήματος πολιτικοί, βαλκανικής κοπής ασημαντότητες, ανέρχονται σε κορυφαία αξιώματα και μεριμνούν ανερυθρίαστα για τους «κολλητούς» τους. Δείτε: τα τελευταία πέντε χρόνια η Βουλή διπλασίασε, κυρίως με ρουσφετολογικές προσλήψεις, τον αριθμό των υπαλλήλων της! Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η θυγατέρα, καθώς και στενοί συνεργάτες, του πρώην προέδρου κ.Σιούφα.

Κυρώσεις δεν επιβάλλονται, δικαιοσύνη δεν αποδίδεται. Οι ισχυροί απολαμβάνουν ιδιότυπη ασυλία, η ατιμωρησία παραλύει τα πάντα. Ο Χριστοφοράκος θα παραμείνει για πάντα ατιμώρητος, όπως ατιμώρητος έμεινε ο Βουλγαράκης και ανεξερεύνητη η δυσώδης υπόθεση Παυλίδη. Ναταν οι μόνες…

Η φαυλότητα του δημόσιου βίου αντανακλάται στο αυτοεξυπηρετικό πολιτικό σύστημα, διαπερνά ιδιωτικές συμπεριφορές, και δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Υπάρχει στενή νοηματική συνάφεια μεταξύ πολιτικής φαυλότητας και του φαύλου κύκλου στον οποίο έχουμε περιπέσει. Πολύ πριν η Ελλάδα καταστεί αναξιόπιστη στην ΕΕ, εξέθρεψε διαχρονικά φαύλες συμπεριφορές στο εσωτερικό της. Σπέρνουμε τώρα, ό,τι θερίσαμε για δεκαετίες.

Ενας χυδαίος πολιτικάντης που χρησιμοποιεί το κράτος σαν να ήταν ιδιοκτησία του, γιατί να είναι «αξιόπιστος» στους ευρωπαίους εταίρους; Ο υπουργός που κλείνει τα μάτια σε ψεύτικες δηλώσεις αγροτών για να πάρουν επιδοτήσεις από την ΕΕ, γιατί να μη θελήσει να παραπλανήσει τους ομολόγους του στην ΕΕ; Οι πολιτικάντηδες που συστηματικά διαπλέκονται με οργανωμένα συμφέροντα, κάνουν ρουσφέτια, θέτουν διεφθαρμένους συναδέλφους τους πάνω από το νόμο, και παραβαίνουν τους νόμους που οι ίδιοι ψηφίζουν, πως ξαφνικά θα μετατραπούν σε ορθολογικούς πολιτικούς, αξιόπιστους εταίρους, ειλικρινείς συνομιλητές, σοβαρούς διαπραγματευτές, αξιέμπιστους υπηρέτες της νομιμότητας και του δημοσίου συμφέροντος; Δεν γίνεται…

Η Ελλάδα έχει χρεοκοπήσει εδώ και καιρό, απλώς τώρα περιμένουμε την ΕΕ να θυροκολλήσει την επίσημη ανακοίνωση. Το μεταπολιτευτικό παιχνίδι του άκρατου κομματισμού, του γλοιώδους λαϊκισμού, του υπερτροφικού κρατισμού, του πολιτικού καιροσκοπισμού, των «στημένων» κανόνων, και της συντεχνιακής ιδιοτέλειας, τελειώνει με πάταγο. Μια χρονίως ανορθολογική χώρα τίθεται υπό τη στενή επιτήρηση της ορθολογικής Ευρώπης. Όσο μειωτικό κι αν είναι, όσο «αποικιοκρατικό» κι αν ακούγεται, είναι το καλύτερο που μπορεί να μας συμβεί.

Αποδειχθήκαμε ανίκανοι να βάλουμε σε τάξη τα του οίκου μας. Καταντήσαμε ανάξιοι να είμαστε μια αυτοκυβερνώμενη πολιτική οντότητα Αναδείξαμε πυγμαίους σε ηγετικά αξιώματα (κοιτάξτε ποιοι διαγκωνίζονται για την προεδρία της ΝΔ!), αφεθήκαμε να παρασυρθούμε από τα γλυκά ψέματα των δημαγωγών, καταχρεωθήκαμε ασύνετα, νομίσαμε σαν κακομαθημένα παιδιά ότι μπορούμε να τάχουμε όλα για πάντα. Συμπεριφερθήκαμε ανεύθυνα. Ευτυχώς που υπάρχουν οι Βρυξέλλες να μας προστατεύσουν από τον κακό μας εαυτό. Δεν μας τιμά, αλλά μας σώζει.

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

Που είναι οι έλληνες Sir Humphrey;



Γελάμε με τα καμώματα του σερ Χάμφρευ στην κλασική βρετανική κωμική σειρά «Μάλιστα κ.Υπουργέ» - τις γραφειοκρατικές δολοπλοκίες του, την έπαρση και τον συντηρητισμό του -, αλλά ο χαρακτήρας του σερ Χάμφρεϋ μόνο σε μια χώρα με ανεξάρτητη και ρωμαλέα δημόσια διοίκηση είναι κατανοητός. Η υπέροχη κωμωδία του Αντονι Τζέϋ σατιρίζει μια δημόσια διοίκηση η οποία όχι μόνο δεν είναι τσιράκι των πολιτικών (όπως εδώ), αλλά έχει φτάσει στο άλλο άκρο: να θεωρεί τους πολιτικούς εγγενώς ανίκανους να υπερασπίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο οι γραφειοκράτες ταυτίζουν με το συμφέρον της δημοσιοϋπαλληλίας.

Η πραγματική ισχύς του σερ Χάμφρεϋ προέρχεται από την κομβική θέση του στον κρατικό μηχανισμό. Οι κυβερνήσεις έρχονται και φεύγουν, αλλά αυτός παραμένει σταθερό σημείο αναφοράς. Κατέχοντας τη θέση του Μόνιμου Γραμματέα του (φανταστικού) υπουργείου Διοικητικών Υποθέσεων, διοικεί το υπουργείο και διασφαλίζει τη θεσμική μνήμη της κρατικής μηχανής. Αν πρέπει να διαλέξω με ποιου τα καμώματα να γελώ, προτιμώ χίλιες φορές αυτά του επηρμένου και δολοπλόκου, πλην ικανού και έντιμου γραφειοκράτη σερ Χάμφρευ, παρά αυτά του στερεότυπα ερασιτέχνη, συνήθως ανίκανου, και όχι σπάνια διαπλεκόμενου πολιτικάντη.

Όλες οι εκθέσεις για την κατάσταση της δημόσιας διοίκησης (δδ) στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο εντοπίζουν ως θεμελιώδες πρόβλημα την κακή διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της: την απουσία αξιοκρατίας και την έλλειψη ικανών στελεχών να υλοποιήσουν δημόσιες πολιτικές σε έναν πολύπλοκο, διεθνοποιημένο, και ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο. Η Ελλάδα δεν έχει σερ Χάμφρευ και δεν κάνει τίποτα να τους αποκτήσει.

Η δημιουργία της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης το 1983 υποτίθεται ότι θα διόρθωνε τα πράγματα, αλλά απέφερε πενιχρά αποτελέσματα. Όχι γιατί δεν έκανε καλή δουλειά, αλλά γιατί τα ικανά στελέχη που παρήγαγε ουδέποτε αξιοποιήθηκαν. Δεν είναι τυχαίο λ.χ. ότι η πρόνοια για ποσοστώσεις σε θέσεις διοικητικής ευθύνης σπάνια τηρήθηκε. Αρκετές εκατοντάδες μορφωμένοι και ικανοί δημόσιοι λειτουργοί, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον καταλύτη αλλαγών στο δημόσιο, φυτοζωούν επαγγελματικά.

Η πρόσφατη προκήρυξη των θέσεων γραμματέων στα υπουργεία προκάλεσε εύλογη αίσθηση: για πρώτη φορά δημιουργείται μια ρωγμή στο στενά κομματικό κράτος. Η διαδικασία όμως είναι κλασικά ελλαδική: πρόχειρη και ερασιτεχνική. Οι σχετικές περιγραφές θέσεων εργασίας, αν υπάρχουν, ουδέποτε ανακοινώθηκαν. Η διαδικασία της αξιολόγησης είναι κάθε άλλο παρά διαφανής: δεν ξέρουμε επίσημα ποιοι θα πάρουν τις σχετικές αποφάσεις, πως, και με τι κριτήρια. Στελέχη του ΙΣΤΑΜΕ (δηλαδή ενός κομματικού οργανισμού) μετεξελίχθησαν σε ειδικούς της διοίκησης προσωπικού, προβαίνοντας σε πρώτη διαλογή των δεκάδων χιλιάδων αιτήσεων! Αυτοσχεδιάζουν, όλα γίνονται εκ των ενόντων.

Αν όμως η κυβέρνηση ήθελε πράγματι να επιλέξει τους άριστους για τόσο υψηλές θέσεις, θα έκανε αυτό που κάνουν οι μεγάλες καλές επιχειρήσεις: θα ανέθετε τη διαδικασία προσλήψεων σε μια εταιρία με τη σχετική τεχνογνωσία και, συγχρόνως, θα της ζητούσε να προσκαλέσει αποδεδειγμένα ικανούς ανθρώπους να θέσουν υποψηφιότητα. Τους άριστους πας να τους βρεις, δεν περιμένεις να σου έρθουν από το διαδίκτυο.

Μπορεί όμως να δείξει κανείς ανοχή στον καλοπροαίρετο ερασιτεχνισμό. Το πλέον προβληματικό στοιχείο είναι άλλο: ακόμα και μια ανοιχτή διαδικασία δεν αντιμετωπίζει το κατ’ εξοχήν πρόβλημα της ελλαδικής δδ – την πολιτικοποίησή της. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι οι θέσεις γραμματέων, δηλαδή οι κορυφαίες θέσεις της διοικητικής πυραμίδας, δεν ανήκουν σε ανθρώπους που σταδιοδρομούν στη δδ, αλλά είναι «θέσεις πολιτικής ευθύνης». Δεν μας εξηγεί, βέβαια, γιατί οι γραμματείς του (πρώην) ΣΔΟΕ, Αθλητισμού, Πολιτικής Προστασίας, ή ακόμη και του Εθνικού Τυπογραφείου (!) πρέπει να είναι πολιτικά πρόσωπα. Δεν μας λέει πως θα διασφαλιστεί η συνέχεια του κράτους και θα ενισχυθεί η θεσμική μνήμη, όταν οι κορυφαίοι της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας είναι μετακλητοί. ‘Η τι επιπτώσεις έχει η συνεχιζόμενη πολιτικοποίηση στο ηθικό των άξιων δημόσιων λειτουργών, οι οποίοι γνωρίζουν ότι δεν θα φτάσουν ποτέ στη διοικητική κορυφή του υπουργείου τους.

Η αποπολιτικοποίηση της δδ είναι το υπ’ αριθμόν ένα ζητούμενο σήμερα, αλλά το πολιτικό σύστημα το υποβαθμίζει. Χρειαζόμαστε επειγόντως ικανούς γραφειοκράτες να διοικήσουν το κράτος, όχι πολιτικά πρόσωπα, όσο ικανά κι αν είναι. Η χώρα χρειάζεται θεσμική μνήμη, όχι διαδικτυακά πυροτεχνήματα. Είναι προτιμότερο το κράτος να διοικείται από μόνιμους γραμματείς σαν τον σερ Χάμφρευ, οι οποίοι στη συνέχεια να σατιρίζονται για τις εμμονές τους, παρά από εφήμερα πολιτικά πρόσωπα που δεν σταδιοδρομούν επαγγελματικά στη δδ και δεν έχουν αίσθηση διαχρονικής υπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος.