Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

«Δώστε την Ελλάδα μας πίσω»


Μου κίνησε την περιέργεια: τι εννοούσε ο πρόεδρος της ΝΔ κ.Σαμαράς όταν, σε ομιλία του στη Λέσβο, τον περασμένο Ιούλιο, ανέκραξε: «Δώστε την Ελλάδα μας πίσω»; Σε ποιόν απευθύνονταν; Ποιος πήρε την Ελλάδα για να τη ζητήσουμε πίσω;  
Διαβάζω το κείμενο της ομιλίας του για να μάθω. Δεν γίνομαι σοφότερος. Ανακαλύπτω όμως τι εννοεί ο ομιλητής όταν αναφέρεται στην Ελλάδα. Μέχρι τώρα θεωρούσα ότι ξέρω τι είναι η πατρίδα μου, αλλά ο κ.Σαμαράς αποδεικνύει τέτοιο – πλατωνικό - βάθος στη σκέψη του που μου αποκαλύπτει όψεις της Ελλάδας που μέχρι τώρα αγνοούσα. Λέει: «Την Ελλάδα που σέβεται τον εαυτό της. Όχι την Ελλάδα που εκλιπαρεί για δανεικά. Την Ελλάδα που σέβεται τον νόμο. Όχι την Ελλάδα που έχει εθιστεί στην παρανομία…Την Ελλάδα της Ανταγωνιστικότητας, όχι την Ελλάδα της ρεμούλας και της αρπαχτής.[…]. Γι’ αυτή την Ελλάδα θα σας μιλήσω σήμερα. Την άλλη Ελλάδα. Που την έχουμε όλοι μέσα στην καρδιά μας. Αλλά πολλοί φοβούνται να μιλήσουν γι’ αυτήν. Φοβούνται ότι δεν υπάρχει πια. Φοβούνται ότι την εξόρισαν. Και την εξόντωσαν». 
Ενδιαφέρον. «Η Ελλάδα που εκλιπαρεί για δανεικά» δεν είναι η χώρα που το κόμμα του οδήγησε στο χείλος της οικονομικής χρεοκοπίας; «Η Ελλάδα που έχει εθιστεί στην παρανομία» δεν είναι η χώρα που κυβερνήθηκε από ένα κόμμα του οποίου βασικοί υπουργοί τιμωρήθηκαν ή καταδικάστηκαν για παράνομες πράξεις (Μαγγίνας, Κεφαλογιάννης); Που απέσπασαν την εθνική οργή με την προκλητική ηθική τους αμβλύνοια (Βουλγαράκης); Που, σύμφωνα με επίσημες εκθέσεις αρμοδίων κρατικών οργάνων, διέπρεψαν στους ρουσφετολογικούς διορισμούς (π.χ. Στυλιανίδης Χατζηγάκης), στις παράτυπες πρακτικές ανάθεσης έργων (π.χ. στον ΕΟΤ επί υπουργίας Σπηλιωτόπουλου-Μαρκόπουλου), και στην αποστολή παραποιημένων στατιστικών στοιχείων στη Eurostat; Το κόμμα του κ.Σαμαρά δεν παρέσχε ασυλία στον διαβόητο κ.Παυλίδη; Η κυβέρνησή του  δεν ενεπλάκη στα σκάνδαλα των ομολόγων και του Βατοπεδίου; Που είναι η «Ελλάδα της ανταγωνιστικότητας» όταν, σύμφωνα με εκθέσεις διεθνών οργανισμών, η χώρα κατρακύλησε στους σχετικούς δείκτες ανταγωνιστικότητας τα τελευταία έξι χρόνια;

Ο κ.Σαμαράς δεν είναι αφελής, ξέρει για τι μιλάει. Στην πολιτική προπαγάνδα, η εμπειρική πραγματικότητα έχει ελάχιστη σημασία. Προέχει η ιδεολογική κατασκευή που κολακεύει το ακροατήριο, ερμηνεύει διχοτομικά τον κόσμο, και υπενθυμίζει τον δυνητικά σωτήριο ρόλο του αφηγητή. Αντιγράφοντας την αριστοτεχνική δημαγωγία του Ανδρέα Παπανδρέου, ο κ.Σαμαράς απευθύνεται στο πατριωτικό θυμικό των πολιτών, κατασκευάζοντας την αφήγηση του λαού-θύματος που τον πρόδωσαν, τον «εξόρισαν», και τον «εξόντωσαν». «Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό αμερικανονατοϊκή κατοχή» βροντοφώναζε ο Παπανδρέου το 1974. «Δώστε την Ελλάδα μας πίσω» κραυγάζει ο Σαμαράς σήμερα. Την Ελλάδα πάντα κάποιοι μας την παίρνουν, την «κατέχουν», την εκμεταλλεύονται. Ποιοι; Εξαρτάται…Όσο πιο ασαφείς είναι οι «κακοί», τόσο περισσότερο μεταλλάσσεται η ταυτότητά τους, ανάλογα με τις περιστάσεις. Χθες ήταν η «υποτελής Δεξιά», σήμερα είναι η «κατοχική» κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η τρόικα, αύριο κάποιοι άλλοι. Τα συμφραζόμενα αλλάζουν, το βαθύ λαϊκιστικό λογοπλαίσιο παραμένει αναλλοίωτο.

«Να φέρουμε την αληθινή Ελλάδα πίσω», προτρέπει το ακροατήριό του ο κ.Σαμαράς. Στην εθνολαϊκιστική, όπως και στην κομμουνιστική, μεταφυσική, η εμπειρική Ελλάδα – η χώρα που βιώνουμε - δεν παράγεται από πραγματικά ιστορικά υποκείμενα· αποτελεί μια πλατωνική παραίσθηση, μια χλωμή αναπαράσταση της «αληθινής Ελλάδας». Όταν η πραγματική Ελλάδα αποτυγχάνει, τα αίτια της αποτυχίας δεν αναζητούνται σε κοινωνικές διεργασίες, λειτουργία θεσμών, και πρακτικές διακυβέρνησης που εκτυλίσσονται στον ιστορικό χρόνο (τον μόνο χρόνο που έχει νόημα στο πολίτευμα που θεσμοποιεί το «λόγον διδόναι»), αλλά στις ενέργειες ενός δαιμονοποιημένου αντιπάλου που αποτρέπει την άχρονη «αληθινή Ελλάδα» να λάμψει.

Η κατασκευή της «αληθινής Ελλάδας» (όπως, σε άλλα συμφραζόμενα, του «αληθινού κομμουνισμού») επιφυλάσσει έναν προνομιούχο ρόλο στον αφηγητή, ο οποίος εμμέσως αυτοπροτείνεται ως ο αποκλειστικά αυθεντικός εκφραστής της. «Η λύση στην κρίση είναι αυτή η άλλη Ελλάδα», λέει ο κ.Σαμαράς, υπονοώντας ότι ο ίδιος την εκπροσωπεί, και περιγράφει πως, υποτίθεται, θα την ανακτήσει με το «Σχέδιο εξόδου από την κρίση». Η «αληθινή Ελλάδα» και το «Σχέδιό» του υπαινικτικά ταυτίζονται. Αυτό το αφηγηματικό σχήμα κολακεύει τον μυθοποιημένο λαό-θύμα, επιτρέπει την αυτοεπιβεβαιωτική αναπεριγραφή των προβλημάτων (προφυλάσσοντας έτσι τον εθνικό ναρκισσισμό), απαλλάσσει τον αφηγητή από τις δικές του ευθύνες, και, συγχρόνως, πολώνει το πολιτικό παιχνίδι.  Πρόκειται για ένα «κλειστό» σχήμα σκέψης που δεν μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε κριτικά τον εαυτό μας, να διαλεγόμαστε νηφάλια, να αναθεωρούμε, να εξελισσόμαστε.  

Την Ελλάδα δεν χρειάζεται να μας τη δώσει κανείς πίσω γιατί κανείς δεν μας την πήρε. Εμείς είμαστε η Ελλάδα - ατομικά, θεσμικά, συλλογικά -, με όλα τα καλά και τα κακά μας. Τις αιτίες της κακοδαιμονίας μέσα μας πρέπει να τις αναζητήσουμε. Η πρωτοφανής κρίση που μαστίζει τη χώρα δεν συμβαίνει επειδή η «αληθινή Ελλάδα» έχει «εξοριστεί», αλλά επειδή η ιστορική Ελλάδα (η μόνη που υπάρχει) λειτούργησε διαχρονικά όπως όλοι γνωρίζουμε: κομματοκρατικά, πολωτικά, διεφθαρμένα, φοβικά, άνομα, αντιθεσμικά, λαθρεπιβατικά, συντεχνιακά, κρατικιστικά. Ευκαιρία τώρα να την αλλάξουμε. Δεν θα το κάνουμε αν δεν αποκτήσουμε ηγέτες με ακεραιότητα, συνθετότητα σκέψης, και αντισυμβατικό ριζοσπαστισμό· ηγέτες που μιλάνε τη γλώσσα της αλήθειας και της ευθύνης, πονάνε τον τόπο, διαρρηγνύουν εμπράκτως τα καθιερωμένα μοτίβα πολιτικής συμπεριφοράς, δεν κολακεύουν το «δήμο», ενσαρκώνουν μια διαφορετική νοοτροπία.

Τέτοιους ηγέτες χρειαζόμαστε. Έτσι γεννιέται η ελπίδα.

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

«Φον Φούφουτοι» ή κατσαπλιάδες;



Κάντε το εξής πείραμα σκέψης. Υποθέστε ότι, παρά το τεράστιο έλλειμμα, παρά τον δυσθεώρητα υψηλό δανεισμό, παρά την κρίση ανταγωνιστικότητας, η χώρα δεν αντιμετώπιζε οξύτατο πρόβλημα δανεισμού μετά τον Οκτώβριο 2009. Θα βγαίναμε στις διεθνείς χρηματαγορές αγορές και θα δανειζόμασταν. Θα καλύπταμε τα ελλείμματά μας, θα βουλώναμε τις τρύπες, και θα συνεχίζαμε.

Τι ακριβώς θα συνεχίζαμε; Το αγαπημένο μας σπορ εδώ και τρεις τριετίες - τη λεηλασία των κοινών. Οι πολιτικάντηδες, μαιτρ της ανικανότητας και της φαυλότητας, θα συνέχιζαν τα ρουσφέτια τους, τις δωροληψίες τους, τις μίζες τους. Οι πολίτες, πρωταθλητές του μικροαστικού ωχαδερφισμού, θα συνέχιζαν να βρίζουν το κράτος, να φοροδιαφεύγουν, να χτίζουν αυθαίρετα, αλλά να απαιτούν και μια θεσούλα στο Δημόσιο. Και, φυσικά, με την ίδια άνεση που οι πολίτες εξαπατούν το κράτος, αυτό θα εξακολουθούσε να εξαπατά τους εταίρους του. Όλα είναι κύκλος. Μια λέξη αποδίδει την κυρίαρχη κουλτούρα της Μεταπολίτευσης: λαθρεπιβασία - πώς να καρπώνεσαι ιδιωτικά οφέλη, αλλά να πληρώνει άλλος το λογαριασμό!

Η αρχή του τέλους της λαθρεπιβασίας έγινε στις 6η Μαΐου 2010, ημερομηνία ψήφισης του Μνημονίου με τους δανειστές μας από τη Βουλή. Ανακαλύψαμε ξαφνικά τον οικονομικό νόμο της βαρύτητας: δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα. Δεν μπορείς να μεταθέτεις τα προβλήματά σου στο μέλλον εσαεί. Δεν μπορείς να εξαπατάς και να αυταπατάσαι στο διηνεκές. Υπάρχουν όρια. Η «αρχή της πραγματικότητας» δεν εξαφανίστηκε επειδή την περιφρόνησες.  

Οι λαϊκιστές ηγέτες χάιδεψαν το εγώ μας. Μας έπεισαν ότι μπορούμε να ικανοποιούμε όλες μας τις επιθυμίες. Καταπιεσμένοι ποικιλοτρόπως στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, δίχως ελευθερία στη χουντική επταετία, θεωρήσαμε μετά στη Μεταπολίτευση ότι η δημοκρατία είναι το πολίτευμα του κάνω-ό,τι-γουστάρω. Οι λαϊκιστές πολιτικοί, κολακεύοντας το πόπολο, εξέθρεψαν το ναρκισσισμό του, εκμαύλισαν το ήθος του, του πρόσφεραν «συμμετοχή» σε όλα, ακόμα και στη διαφθορά. Οι θεσμοί ταυτίστηκαν με τον μυθοποιημένο «λαό»: αποδυναμώθηκε η διηθητική λογική τους, χαλάρωσαν οι κανόνες τους. Έννοιες-κλειδιά ανασημασιοδοτήθηκαν: ο νόμος θεωρήθηκε αυθαίρετος περιορισμός, η νόμιμη εξουσία μεταφράστηκε σε παράλογη καταπίεση, η οικονομία εκλήφθηκε ως μια δευτερεύουσας σημασίας δραστηριότητα. Άντε τώρα να τα μαζέψεις…  

Προσέξτε πόσο δύσκολα, ακόμα και τώρα, ξηλώνονται οι «βαθιές δομές» που καθηλώνουν τη χώρα. Παρά τη χρεοκοπία, οι κυανέρυθροι λαϊκιστές κηρύσσουν την έναρξη ανένδοτου αγώνα «απαλλαγής» από το Μνημόνιο! Διεκτραγωδούν τη «μείωση της εθνικής κυριαρχίας», μιλάνε για «κατοχική» κυβέρνηση και άλλα φαιδρά.  Το μοτίβο της «εθνικής αντίστασης» αναβιώνει. Στη λαϊκιστική φαντασία ο «λαός» υπάρχει κυρίως ως «θύμα». Αυτή είναι η αγαπημένη εθνική μας αφήγηση, δεν μάθαμε άλλη...

Έχοντας επιδοθεί με ζήλο στη λαθρεπιβασία, συρρικνώσαμε το χρόνο στο «εδώ και τώρα». Αποφύγαμε επώδυνα διλήμματα και επιλογές. Όταν συνωστίζονταν πολλοί στην πόρτα, τη μεγαλώναμε για να περάσουν όλοι - αρκεί να μην επιλέξουμε. Έτσι και τώρα: απωθώντας την «αρχή της πραγματικότητας», οι λαϊκιστές αρνούνται τη διλημματική φύση της κρίσης: χρεοκοπία ή επώδυνα μέτρα;  Γι αυτούς διλήμματα δεν υπάρχουν, είναι φανταστικά ή προϊόντα συνωμοσίας. Στο λαϊκιστικό σύμπαν δεν υπάρχει τριβή, όλα είναι ελαστικά και ακόπως αντιστρέψιμα· οι πράξεις αποσυνδέονται από τις συνέπειές τους. Η φαντασίωση μετατρέπεται σε πραγματικότητα.

Η οικονομία ήταν ανέκαθεν ο κατ εξοχήν χώρος που συντρίβονται οι αυταπάτες. Ξέρετε γιατί; Διότι ζούμε σε έναν πεπερασμένο κόσμο, στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι και να επιλέγουμε και να υφιστάμεθα τις συνέπειες των επιλογών μας. Αν δεν είσαι νοικοκύρης, μοιραία θα σε κυνηγούν οι δανειστές σου. Για να μπορείς να είσαι κυρίαρχος της ζωής σου, πρέπει να δημιουργήσεις τις αντίστοιχες προϋποθέσεις. Η αυτο-κυριαρχία και η αξιοπρέπεια κοστίζουν. Αν θέλεις να αποφύγεις δυσάρεστα διλήμματα, πρέπει να ενεργήσεις με προβλεπτικότητα.           

Όπως ένας επαίτης χάνει το δικαίωμα της επιλογής, μια χρεοκοπημένη χώρα χάνει ένα κομμάτι της εθνικής κυριαρχίας της. Ας πρόσεχε…Όσο πιο πρωτόγονες είναι οι ανάγκες μας, τόσο πιο χονδροειδή είναι τα διλήμματά μας. Αν θέλουμε να αντιμετωπίζουμε τα λεπτεπίλεπτα ερωτήματα της Νορβηγίας («ποιος είναι ο πιο ηθικός τρόπος να επενδύουμε τις προσόδους από τις εξαγωγές πετρελαίου;»), ας φροντίσουμε να αποκτήσουμε τη λεπτότητα της νορβηγικής πολιτικής κουλτούρας και την ακμαιότητα της οικονομίας της.

Αν πρέπει να απαλλαγούμε από κάτι αυτό είναι οι χρόνιες κακές μας συνήθειες. Το Μνημόνιο είναι ιδιαιτέρως επώδυνο επειδή άργησε τόσο. Ας προσέχαμε…Δεν είχαμε το θάρρος να υπερβούμε τη χρόνια ακρασία μας και το πληρώνουμε. Όλα κοστίζουν. Το «έλλογο εγώ», λέει ο Φρόιντ, δεν κυβερνάται από την «αρχή της ηδονής», αλλά από την «αρχή της πραγματικότητας». Εμείς την αγνοήσαμε.

Ουδόλως με στεναχωρεί να με κυβερνούν οι βορειοευρωπαίοι «Φον Φούφουτοι», αφού οι δικοί μου εκπρόσωποι αποδείχθηκαν όλα αυτά τα χρόνια βαλκάνιοι κατσαπλιάδες. Δεν μειώνεται καθόλου η αξιοπρέπειά μου αν αύριο τις διοικήσεις των νοσοκομείων τις επιλέξει η τρόικα, αφού η δική μου υπουργός διαιωνίζει την παράδοση του φαύλου κομματισμού. Δεν με ενοχλεί καθόλου αν οι αλλοδαποί δανειστές μου εγκαταστήσουν επιτρόπους στις ΔΕΚΟ και τους ΟΤΑ, αφού οι δικοί μου νοιάζονται κυρίως για τη μίζα, την ψηφοθηρία, και το ρουσφέτι. Ξέρετε γιατί; Διότι ξέρω ότι, ενίοτε, τα διλήμματά μου δεν τα επιλέγω – μου τα θέτουν τα γεγονότα…

Όχι, δεν πενθώ για την Ελλάδα που χάνεται. Ντρέπομαι μόνο για την ανικανότητά μας να δημιουργήσουμε την Ελλάδα που ονειρευτήκαμε το 1974.