Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Ηγέτες της συμφοράς!



Πρόκειται για συμβολική σύμπτωση. Η δολοφονία ενός ανυποψίαστου οικογενειάρχη στο κέντρο της Αθήνας συνέπεσε με το ταξίδι του πρωθυπουργού στο Όσλο, προκειμένου να λάβει μέρος στο Συνέδριο Προοδευτικής Διακυβέρνησης. Μήπως επρόκειτο για κάποια θεσμική υποχρέωσή του; Όχι. Το συνέδριο διοργανώθηκε από ένα think tank και τα νορβηγικά συνδικάτα.

Ο Ισπανός πρωθυπουργός κ.Θαπατέρο ακύρωσε τη συμμετοχή του. Ο άνθρωπος είχε μια σοβαρή οικονομική κρίση να διαχειρισθεί! Δεν θα μπορούσε ο πρωθυπουργός μας να δώσει ένα χρήσιμο ρόλο στον άεργο αντιπρόεδρό του, στέλνοντάς τον στο συνέδριο, εξοικονομώντας έτσι πολύτιμο χρόνο ο ίδιος; Αυτό έκανε ο Ιρλανδός πρωθυπουργός. Δεν αφήνεις το σπίτι σου όταν έχει πιάσει φωτιά.

Για ποιο θέμα μίλησε ο κ.Παπανδρέου; «Θέσεις εργασίας και ανάπτυξη στο μέλλον». Έχει κάποια ιδιαίτερη εμπειρία ή γνώση στο θέμα αυτό; Αμφιβάλλω, αν σκεφτούμε ότι, επί των ημερών του, η ανεργία έχει επισήμως εκτοξευθεί στο 16%, ενώ η οικονομία διέρχεται μια διαδικασία παρατεταμένου αργού θανάτου. Γιατί να θέλει να ακούσει κανείς τον πρωθυπουργό μιας χρεοκοπημένης χώρας να εκστομίζει πληκτικές κοινοτοπίες για τον «εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης»; Είναι τόσο ενδιαφέρον όσο να ακούς τον Καραμανλή να μιλά για «μεταρρυθμίσεις»!
Πως αντέδρασε ο πρωθυπουργός στη δολοφονία του ανυποψίαστου πολίτη και στο τεράστιο κύμα οργής για την εγκληματικότητα στο γκετοποιημένο αθηναϊκό κέντρο που προκάλεσε; Ανέγνωσε δήλωση στο υπουργικό συμβούλιο: «Δυστυχώς, είχαμε κι ένα τραγικό γεγονός χθες, τη δολοφονία στο κέντρο της Αθήνας ενός νέου οικογενειάρχη, που μας συγκλόνισε όλους. Και συνεχίζεται η έρευνα, για να βρεθούν οι υπεύθυνοι». Ναι, με τέτοια ένταση εκφράζει το «συγκλονισμό» του ο πρωθυπουργός! Το ίδιο παθιασμένα με τις ομιλίες του στη Βουλή. Ακόμα κι όταν τον βρίζει ο Τσίπρας, ανοίγει μεθοδικά τις σημειώσεις του να διαβάσει την απάντηση!
Πως αντιδρά ο πρωθυπουργός όταν οι υπουργοί του αμφισβητούν τον τρόπο που κυβερνά; «Αντιεξουσιαστικά», φυσικά! Απευθύνει εκκλήσεις για υπουργική «αλληλεγγύη»! Η πυγμή του είναι ευθέως ανάλογη του πάθους του! Και πως αντιδρούν οι υπουργοί του όταν δυσαρεστείται ο πρωθυπουργός με κάποιες δηλώσεις τους; Ανασκευάζοντάς τες, προτιμώντας την αυτογελοιοποίηση από την ηγετική ευθύτητα. Αποδίδουν τόση βαρύτητα στον πολιτικό λόγο τους όση και στις δηλώσεις εκλογικών δαπανών!
Υπογράμμισε ο κ.Βενιζέλος ότι «πρέπει να ανακτηθεί επειγόντως η ικανότητα της πολιτικής διεύθυνσης της χώρας». Η βολή κατά του πρωθυπουργού ήταν σαφής. Τη χώρα τη διευθύνει η κυβέρνηση, την οποία διευθύνει ο πρωθυπουργός. Μήπως, όμως, ο οξύνους κ.Βενιζέλος εννοούσε κάτι άλλο, βαθύτερο, που εμείς, επιφανειακά σκεπτόμενοι, χάσαμε; Μάλλον αυτό συνέβη, διότι ο κ.Βενιζέλος, διευκρίνισε ότι «η πολιτική διεύθυνση της χώρας δεν περιλαμβάνει μόνο την κυβέρνηση, αλλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα συνδικάτα, την κοινωνία των πολιτών, τη δικαιοσύνη και την τοπική αυτοδιοίκηση». Ναι, τη χώρα τη διευθύνουμε όλοι μαζί, χύμα, όχι αυτοί που εκλέγουμε να τη διευθύνουν! Η οργουελική χρήση της γλώσσας - η κένωση των εννοιών από το συμβατικό νόημά τους – αποτελεί γενικό γνώρισμα των ανθρώπων του «συστήματος», το οποίο ο κ.Βενιζέλος ομολογουμένως τελειοποίησε. Ο άνθρωπος συγχέει την αυτοθαυμαστική ευφράδεια με το ηγετικό ανάστημα. Καλεί σε «εθνική συστράτευση», χωρίς να είναι διατεθειμένος να φέρει εις πέρας τον απαιτητικό ρόλο του «στρατηγού» - να μας εμπνεύσει με τη βάσει αρχών συμπεριφορά του. Αλλά πότε έμαθε αυτή την τέχνη για την ασκήσει τώρα;
Ζητά εμφατικά «συναίνεση» τις κρίσιμες αυτές στιγμές ο πρωθυπουργός. Υπερθεματίζοντας δε ο κ.Βενιζέλος διατείνεται με στόμφο ότι η «αντιπολίτευση έχει και την υποχρέωση συναίνεσης»! Ενδιαφέρον... Αν όμως η συναίνεση συνιστά αξία για τον κ.Παπανδρέου, γιατί δεν την πρόσφερε ούτε κατ’ ελάχιστον στον προκάτοχό του, όταν κι εκείνος τη ζητούσε επιμόνως το πρώτο εξάμηνο του 2009, ενόψει της επερχόμενης κρίσης; «Η συναίνεση», έλεγε τότε, «δεν χτίζεται […] σε πολιτικές που ζημιώνουν τον τόπο, ούτε μπορεί να ζητείται από ανθρώπους που δεν λειτούργησαν με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον». Επεκτείνοντας την άποψη αυτή ο κ.Παπακωνσταντίνου έλεγε, τον Φεβρουάριο 2009, ότι «πρόκειται για άλλη μια προσπάθεια του πρωθυπουργού [Καραμανλή] να βρει συνενόχους στην καταστροφική πολιτική της κυβέρνησής του». Συναίνεση ίσον συνενοχή!
Σας θυμίζει κάτι αυτή η γλώσσα; Σωστά σκεφτήκατε τον κ.Σαμαρά. «Να συναινέσω σε τι;» αναρωτήθηκε, με προσποιητή μαχητικότητα, στην πρόσφατη ομιλία του στο Ζάππειο. «Σε αυτό που διαλύει τη χώρα μου; […] Ενότητα στο λάθος απαγορεύεται. Θα ήταν συνενοχή». Συναίνεση ίσον συνενοχή!
Αντιλαμβάνεστε το πρόβλημά μας; Τα δύο μεγάλα κόμματα χρησιμοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο, με διαφορετικό πρόσημο. Μιλάνε για την εκάστοτε κυβέρνηση σα να είναι ξένη κυβέρνηση κατοχής, με την οποία δεν πρέπει ποτέ να συνεργαστούν! Βάση συναίνεσης θεωρούν μόνο τις απόψεις τους, τις οποίες δεν διαπραγματεύονται ποτέ! Η όλα ή τίποτα! Απορείτε που αυτό το μοτίβο αυτιστικής αδιαλλαξίας οδηγεί σε αυτο-εξυπηρετικές συμπεριφορές, και αναπαράγεται σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου; Αν η δημοκρατία είναι το κατ΄ εξοχήν πολίτευμα του λόγου, της θεσμοποιημένης συν-αναζήτησης, εμείς δυστυχώς είμαστε χρόνιοι μάρτυρες μιας κακοφωνίας ακοινώνητων μονολόγων.
Η χώρα καταρρέει μπροστά στα μάτια μας γιατί έχει την ατυχία να μη διαθέτει άξιους πολιτικούς ηγέτες. Άνθρωποι του «συστήματος», δίχως αίσθηση προτεραιοτήτων, με ιδεοληπτικές παρωπίδες, καιροσκόποι και ναρκισσιστές, ακόμα και τώρα, την εποχή της χρεοκοπίας, δεν μπορούν να υπερβούν τον εαυτό τους. Δεν έμαθαν ποτέ άλλες δεξιότητες, αυτό το παιχνίδι ξέρουν, αυτοί είναι. Και μας παρασύρουν στην καταστροφή…

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Νόμος είναι ό,τι τους εξυπηρετεί!



Γενεσιουργός αιτία πολλών προβλημάτων της χώρας είναι η κακή σχέση μας με το νόμο. Πολίτες και κυβερνήτες συχνά συμπεριφέρονται άνομα - είτε παρακάμπτουν, είτε παραβιάζουν, είτε προσαρμόζουν το νόμο στα μέτρα τους. Η ανομία όμως δεν αναπτύσσεται εν κενώ: θρέφεται (και) από την κακονομία. Ακόμα κι αν αγνοήσουμε περιπτώσεις «φωτογραφικών» νόμων, όταν οι νομοθέτες θεσπίζουν νόμους από τους οποίους λείπουν η τεχνική αρτιότητα, η αναλογικότητα, και η συμβατότητα με το ευρύτερο δικαιικό σύστημα, τότε παράγεται νομοθεσία κακής ποιότητας, η οποία απαξιώνει την έννοια του νόμου, ταλαιπωρεί τους πολίτες, ξεφτιλίζει τη χώρα, και τροφοδοτεί την ανομία.
Θέλετε ένα ενδεικτικό παράδειγμα; Δείτε την περίπτωση του διαβόητου νόμου 3037 για τα «φρουτάκια», ο οποίος ψηφίστηκε ομόφωνα (!) από τη Βουλή το 2002. Ο νόμος αυτός απαγόρευσε την εγκατάσταση και χρήση ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιχνιδιών σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, με εξαίρεση τα καζίνο. Προκειμένου να απαγορευτούν τα τυχερά παιχνίδια, απαγορεύτηκαν όλα!
Τι προκάλεσε μια τέτοια δρακόντεια νομοθεσία; Όπως μας θύμισε ο Π. Μανδραβέλης («Κ», 13/4/2011), ο νόμος 3037 ψηφίστηκε, κατόπιν πρωτοβουλίας του τότε υπουργού Οικονομικών κ.Χριστοδουλάκη, μετά από σκανδαλοθηρική τηλεοπτική εκπομπή, η οποία εμφάνισε προβεβλημένο βουλευτή του ΠΑΣΟΚ να παίζει «φρουτάκια». Η Βουλή ψήφισε υπό την πίεση του μιντιακού λαϊκισμού και του συνακόλουθου ηθικού πανικού. Οι νομοθέτες δεν πήραν σοβαρά τη γνωμοδότηση του Τμήματος Νομοτεχνικής Επεξεργασίας Σχεδίων και Προτάσεων Νόμων της Βουλής, η οποία εξέφρασε επιφυλάξεις τόσο για τη συνταγματικότητα του νόμου όσο και για τη συμβατότητά του με την κοινοτική νομοθεσία.
Διαβάζοντας τα σχετικά πρακτικά της Βουλής σε πιάνει απελπισία με την κενολογία και την ασυναρτησία των περισσότερων ομιλητών. Πλεονάζει η κενή ρητορεία, η πατερναλιστική ηθικολογία, τα σαθρά επιχειρήματα, τα non sequiturs. Αποκορύφωση είναι το καταγέλαστο συμπέρασμα του τότε υφυπουργού Οικονομικών κ.Φωτιάδη, ο οποίος, ενώ εμφανίζεται ρητορικά να συμμερίζεται τον προβληματισμό της γνωμοδότησης, τελικά τον απορρίπτει (!) διότι η σύγχρονη τεχνολογία δυνητικά καταργεί τη διάκριση «τυχερών» και «ψυχαγωγικών» παιχνιδιών, οπότε η απαγόρευση πρέπει να είναι καθολική! Σε απλά ελληνικά: παρακάμπτω το Σύνταγμα, αδιαφορώ για την κοινοτική νομοθεσία, εμένα με νοιάζει να θεσπίσω αυτό που εγώ θέλω! Ένα ακόμα δείγμα πολιτικού αυτισμού…
Ο νόμος 3037 προσεβλήθη από την Κομισιόν στο Δικαστήριο της ΕΕ, το οποίο έκρινε, το 2006, ότι παραβιάζεται η κοινοτική νομοθεσία. Στο μέτρο δε που η συμπεριφορά των «αρχόντων» αντανακλά την κυρίαρχη συμπεριφορά των «αρχομένων» (και αντιστρόφως), η Ελλάδα δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου και τιμωρήθηκε με πρόστιμο ύψους 12 εκατομμυρίων ευρώ! Η κακονομία και μας ξεφτιλίζει και μας κοστίζει...
Έμαθαν κάτι οι πολιτικοί μας από το φιάσκο; Ζητάτε πολλά, νομίζω…Σε πρόσφατη επιστολή του στην «Κ» (19/4/2011), ο κ.Χριστοδουλάκης υπερασπίζεται την τότε νομοθετική πρωτοβουλία του για τα «φρουτάκια». Τα επιχειρήματά του αποκαλύπτουν πόσο πατερναλιστικά λαϊκιστικό είναι, στον πυρήνα του, ακόμα και το πιο εκσυγχρονιστικό κομμάτι του πολιτικού συστήματος.
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών διατείνεται ότι το πρόστιμο των 12 εκ. ευρώ άξιζε τον κόπο διότι απέτρεψε, λέει, 12 εκ. Έλληνες από το τζόγο! Προσέξτε τη φενακιστική συλλογιστική: εικάζει ατεκμηρίωτα ότι όλοι οι Έλληνες θα τζόγαραν και ότι όλοι απετράπησαν από το νόμο του! Κατασκευάζει ρητορικά, δεν συνάγει λογικά, το συμπέρασμα που έχει προεπιλέξει! Ισχυρίζεται εμμέσως ότι ο νομοθέτης πρέπει να συμμορφώνεται με το «λαϊκό αίσθημα» (ο.π.), έστω κι αν αυτό συγκρούεται με την ευρύτερη έννομη τάξη. Λέει κάτι διαφορετικό ο Ψωμιάδης, ο Καρατζαφέρης και η Παπαρήγα; Ο πυρήνας του λαϊκισμού, σε όλες τις αποχρώσεις του, είναι ο ίδιος: «ένας είναι ο θεσμός, ο κυρίαρχος λαός»! Όπως τα νήπια, όμως, ο μυθοποιημένος «λαός» χρειάζεται καθοδήγηση από τους αυτοδιορισμένους κηδεμόνες του, οι οποίοι, όπως ο κ.Χριστοδουλάκης, αποφασίζουν ακόμη και που θα διασκεδάσει («οι ενήλικοι παίκτες μπορούν να εκτονωθούν αλλού», ο.π.).
Υποστηρίζει ο πρώην υπουργός ότι, όπως οι περισσότεροι νόμοι, ο συγκεκριμένος νόμος δεν εφαρμόστηκε τέλεια, χωρίς αυτό να μειώνει τη χρησιμότητά του. Προσέξτε: σαν την αλεπού με την κομμένη ουρά, η ενδεχόμενη νομική κακοτεχνία ανάγεται σε καθολική αρχή! Το πρόβλημα όμως με το νόμο 3037 είναι ότι ήταν εξ υπαρχής θνησιγενής – ήταν αντισυνταγματικός και ασύμβατος με την κοινοτική νομοθεσία. Ακόμα κι αν η εφαρμογή του ήταν τέλεια, πάλι θα κατέπιπτε στα δικαστήρια. Βουλευτές και υπουργοί είχαν αρμοδίως προειδοποιηθεί. Δεν έδωσαν σημασία.
Εννιά χρόνια αργότερα, διαβάζοντας την επιστολή του κ.Χριστοδουλάκη, καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί: ακόμα και διακεκριμένοι εκσυγχρονιστές πολιτικοί δεν μπορούν να απαλλαγούν από το σύνδρομο του βαλκάνιου πολιτικάντη. Ενδίδουν στον πειρασμό να νομοθετούν όχι τόσο με αφετηρία το σεβασμό στην έννομη τάξη, όσο με γνώμονα τις λαϊκιστικές, φατριαστικές ή ιδεοληπτικές τους επιδιώξεις. Και φυσικά δεν διανοούνται να αναστοχαστούν τις πρακτικές τους! Με τέτοια νοοτροπία «λογικό» δεν είναι οι βουλευτές μας να διορίζουν τους «κολλητούς» τους στη Βουλή ή να αυτο- και ετερο-απαλλάσσονται από αδικήματα που φέρονται να διαπράττουν; Πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε τη χώρα με πρόστιμο 19000 ευρώ γιατί η αυτιστική συντεχνία των βουλευτών μας αρνήθηκε να άρει τη βουλευτική ασυλία της κ.Αποστολάκη, εμποδίζοντας έτσι τον πρώην σύζυγό της να προσφύγει δικαστικώς εναντίον της για οικογενειακή τους διαφορά!
Νόμος είναι ό,τι τους εξυπηρετεί. Τις συνέπειες τις πληρώνουν άλλοι!

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Αυτο-συγκράτηση και το «κοινό αίσθημα δικαίου»

Αν δικαιούσαι κάτι, γιατί να μην το διεκδικήσεις; Διαφορετικά: Που σταματά η διεκδίκηση και που αρχίζει η αυτο-συγκράτηση;
Σύμφωνα με τη Βουλγαράκειο λογική το νόμιμο είναι και ηθικό. Ακόμη και με τη σχολική γνώση της «Αντιγόνης», γνωρίζουμε ότι αυτό δεν αληθεύει. Ο υπουργός Οικονομικών το εξέφρασε σωστά: οι διεκδικούντες αναδρομική αύξηση συνταξιούχοι βουλευτές «προσβάλλουν το κοινό αίσθημα δικαίου»: δεν δείχνουν αυτοσυγκράτηση• δεν λειτουργούν υποδειγματικά για τους πολίτες• δεν δίνουν το καλό παράδειγμα.


Η δήλωση αυτή έχει μεγαλύτερο βάθος απ΄ ότι φαίνεται. Αναγνωρίζει ότι υπάρχει όντως ένα αίσθημα δικαίου που συνέχει το «δήμο», μια κοινή σε όλους «έκτη αίσθηση» (Αρεντ). Το έργο των πολιτικών ταγών είναι, μεταξύ άλλων, να διερμηνεύουν και να διακονούν αυτό το κοινό αίσθημα δικαίου. Αλλά για να είναι πειστικοί πρέπει να είναι συνεπείς. Δυστυχώς δεν είναι.
Όταν ακόμη και τώρα, στην εποχή της χρεοκοπίας, δεν αίρουν την ασυλία από βουλευτές που κατηγορούνται για διάπραξη αδικημάτων του ποινικού δικαίου ή οι βουλευτές εξακολουθούν να αμείβονται επιπλέον για τη συμμετοχή τους σε επιτροπές της Βουλής, είναι δύσκολο να πεισθούμε για την ειλικρίνειά τους. Η ηθική συμπεριφορά δεν χρειάζεται εύκολους στόχους για να αποδειχθεί, αλλά έμπρακτη συμπεριφορά για να καταδειχθεί (και να πείσει).
Η αυτο-συγκράτηση προϋποθέτει αλλο-κεντρικούς ηγέτες – ανθρώπους που υπάγουν τη συμπεριφορά τους σε κάτι ευρύτερο από αυτούς. Να επιδιώκουν, για παράδειγμα, να αυτο-περιορίζονται, προτάσσοντας έτσι την ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών, προκειμένου να λειτουργούν παραδειγματικά στην πολιτική κοινότητα της οποίας ηγούνται (ή έστω ηγήθηκαν). Τους σωστούς ηγέτες διακρίνει πάντοτε μια λίγο-πολύ αυτοθυσιαστική συμπεριφορά. Άτομα σαν την συνταξιούχο βουλευτή κυρία Νόρα Κατσέλη δεν φαίνεται να απέκτησαν ποτέ αυτή τη νοο-τροπία και κατά, συνέπεια, δεν εκπλήσσουν οι εγωκεντρικές αντιδράσεις της.
Αλλά και όσοι χρησιμοποιούν την ηθική γλώσσα (το «κοινό αίσθημα δικαίου») για να επικρίνουν τους διεκδικούντες συνταξιούχους βουλευτές, θα πρέπει να γνωρίζουν τις ευρύτερα αυτο-δεσμευτικές συνέπειές αυτής της γλώσσας: το «κοινό αίσθημα δικαίου» υπηρετείται μόνο όταν αναγνωρίζεται η καθολικότητά του και οι εξ αυτής απορρέουσες συνέπειες. Δεν μπορείς να επικρίνεις την Κατσέλη αλλά να προσλαμβάνεις στενογράφους στη Βουλή. Δεν μπορείς να καταδικάζεις τη διαφθορά αλλά να αποσιωπάς τις χορηγίες της Μίζενς στα κομματικά σου ταμεία. Και δεν μπορείς να ζητάς θυσίες από τους πολίτες αλλά να προάγεις τη σπατάλη και την αναποτελεσματικότητα διορίζοντας κομματανθρώπους επικεφαλής των νοσοκομείων και ανεπαρκείς πολιτικάντηδες επικεφαλής υπουργείων. Πρέπει να είσαι η αλλαγή που επαγγέλλεσαι, αν όντως σε ενδιαφέρει η αλλαγή…

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Οι πολιτικάντηδες να νοιώσουν τη βοή της κοινωνίας






Συνέντευξη στη Θεσσαλική εφημερίδα «Ελευθερία» (1 Μαΐου 2011)


1. Εκτιμάτε ότι ο αντιδράσεις των ελλήνων πολιτών απέναντι στους πολιτικούς είναι δικαιολογημένες; Πρέπει αυτές να γίνουν πιο έντονες; Ποια η άποψή σας;

Όταν ανατρέπονται σχέδια και όνειρα ζωής, όταν περικόπτονται μισθοί και συντάξεις, όταν κλείνουν σωρηδόν επιχειρήσεις, όταν, με λίγα λόγια, το τσουνάμι της χρεοκοπίας αγγίζει κάθε κύτταρο της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αντιδράσουμε – να εκφράσουμε ειρηνικά την οργή μας για το χάλι στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα μας. 

Οι αντιδράσεις μας στους πολιτικάντηδες που είχαν την ευθύνη του σκάφους επί τρεις δεκαετίες και το οδήγησαν στα βράχια είναι δικαιολογημένα έντονες. Βεβαίως, πρέπει να παραμένουν ανυποχώρητα μη βίαιες – το όπλο του δημοκράτη είναι ο λόγος. Οι ανεπαρκείς πολιτικάντηδες όμως χρειάζεται να νοιώσουν τη βοή της κοινωνίας - την έλλογη οργή της. Να τους πούμε κατάμουτρα πόσο ανεπαρκείς και συχνά ιδιοτελείς υπήρξαν, πόσο πρόσδωσαν την εμπιστοσύνη μας, πόσο ιδιοτελώς αμελείς υπήρξαν στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, πόσο εκμαυλιστικοί υπήρξαν απέναντι στους εκλογείς τους και αυτο-εξυπηρετικοί απέναντι στους «δικούς» τους. Ο κάθε Αλογοσκούφης, ο κάθε Σιούφας, ο κάθε Σουφλιάς, ο κάθε Πάγκαλος, ο κάθε Κακλαμάνης, ο κάθε Σκανδαλίδης (και τόσοι αναρίθμητοι άλλοι όμοιοί τους) να νοιώσουν την οργή μας, όπως την ένοιωσε πρόσφατα στα Τρίκαλα ο κ.Χατζηγάκης, στην περιφορά του Επιταφίου.

Δεν περιμένω, βέβαια, να νοιώσουν ντροπή. Οι άνθρωποι του «συστήματος» έχουν εκπαιδεύσει τις συνειδήσεις τους κατάλληλα ώστε να αποφεύγουν τέτοια δυσάρεστα συναισθήματα. Αν όμως δεν είναι ικανοί να νοιώσουν τύψεις, είναι σίγουρα ικανοί να βιώσουν την απόρριψη, πιθανότατα και το φόβο. Βλέπετε πώς η οργή μας ήδη διαπερνά το λόγο τους σήμερα («θα μας πάρουν με τις πέτρες» (Παπανδρέου), «τα γιαούρτια θα γίνουν καλάσνικοφ» (Καμμένος)), ενδέχεται και τη συμπεριφορά τους αύριο. Η απαρχή μας νέας πορείας για τη χώρα περνά μέσα από τη βίωση συναισθημάτων αποστροφής, ενοχής και ελπίδας, τα οποία θέτουν τις βάσεις για μια διαφορετικού τύπου θέσμιση της «πόλεως», μια «προ-λογική βούληση», όπως παρατηρεί ο αείμνηστος Κορνήλιος Καστοριάδης.

Η οργή μας να γίνει ο φόβος τους. Η άλλη όψη του χειροκροτήματος είναι η μούντζα. Το να διαμαρτύρεσαι ειρηνικά και νόμιμα είναι θέμα αξιοπρέπειας.      


2. Ορισμένοι θα πουν ότι αυτούς τους πολιτικούς εκλέγει ο ελληνικός λαός... Επομένως η ευθύνη ίσως να είναι και μοιρασμένη, πιθανόν όμως και μεγαλύτερη που αναλογεί στους πολίτες αυτής της χώρας για τις επιλογές του. Ποιο είναι το δικό σας σχόλιο;

Όπως έχω γράψει αρκετές φορές, η δημοκρατία είναι ένα αυτο-αναφερόμενο πολίτευμα: δεν μπορούμε να μεμφθούμε έναν τρίτο για τις επιλογές μας. Σκεπτόμενοι ιδιοτελώς και δίχως την καθολική συνείδηση πολίτη, εκλέγουμε φαύλους πολιτικούς, οι οποίοι, στη συνέχεια, διοικούν με αναμενόμενη φαυλότητα τα κοινά και, κατά συνέπεια, εκφυλίζουν το δημόσιο ήθος και διαμορφώνουν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγονται δημόσια αγαθά χαμηλής ποιότητας.  Η δημοκρατία προϋποθέτει ανθρώπους με συνείδηση πολίτη όχι πολιτικού πελάτη. Όσο νοιώθουμε πελάτες των πολιτικών, τόσο αυτοί θα μας προσφέρουν αυτά που τους ζητάμε. Η ηθική ευθύνη για την κατάντια του τόπου μας είναι, λοιπόν, καθολική. Ουδείς αναμάρτητος.

Προσέξετε όμως. Την κοινή σε μια δημοκρατία ηθική ευθύνη πολιτών-πολιτικών χρησιμοποιούν οι πολιτικάντηδες για να μετριάσουν τις πολιτικές ευθύνες τους.  Πρόκειται για μια ακόμη απόπειρα εξαπάτησης της κοινής γνώμης: οι φαύλοι πολιτικάντηδες συναιρούν επίτηδες τις ηθικές και πολιτικές ευθύνες για να αυτο-απαλλαγούν. Ωστόσο, η σχέση πολιτικού - πολίτη δεν είναι ισοβαρής: λαμβάνει χώρα σε ένα ήδη δομημένο περιβάλλον, τη θεσμική ευθύνη για το οποίο έχει, κατ’ αρχήν και πρωτίστως, ο πολιτικός.  Όταν ξέρω ότι ο κύριος τρόπος για να βρει δουλειά το παιδί μου είναι ο ρουσφετολογικός, πιθανότατα θα τον χρησιμοποιήσω, όπως χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις μου, αδιαφορώντας για τις μακροχρόνιες περιβαλλοντικές συνέπειες. Εκ μέρους μου αυτό είναι βραχυπρόθεσμα ορθολογικό. Εκ μέρους του πολιτικού εκπροσώπου μου, όμως, είναι ανορθολογικό να ενθαρρύνει αυτή τη συμπεριφορά μου, στο μέτρο που είναι επιφορτισμένος με την αποτελεσματική διαχείριση των θεσμών. Ο πολιτικός εκπρόσωπός μου είναι θεσμικά υπεύθυνος για το σχεδιασμό του πεδίου εντός του οποίου δρω. Η δική μου ορθολογικότητα αναφέρεται στις επιλογές μου από ένα μενού που οι πολιτικοί,  ex officio, διαμορφώνουν. Η δική τους ορθολογικότητα συνίσταται στο να σχεδιάζουν το μενού, με γνώμονα το μακροχρόνιο δημόσιο συμφέρον. Αυτό, άλλωστε, ορκίζονται να προστατεύουν οι πολιτικοί...


3. Έχει μέλλον το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα με τη λειτουργική του δομή και τα πρόσωπα που κάθε φορά εκλέγονται;

Το υπάρχον πολιτικό σύστημα έχει οριστικά χρεοκοπήσει – όχι τώρα, αλλά από καιρό.  Μερικοί το διαισθανόμασταν εδώ και πολύ καιρό, αλλά τώρα πλέον το γνωρίζουμε όλοι. Η οικονομική χρεοκοπία δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο όπως μια σεισμική δόνηση, αλλά ένα πολιτικά παραχθέν αποτέλεσμα. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τη χώρα δεν τη διοικούν οι πολλοί, αλλά οι εκλεγμένοι λίγοι. Κι αυτοί οι τελευταίοι αποδείχθηκαν τραγικά κατώτεροι των περιστάσεων – πολιτικά μικρονοϊκοί, ηθικά αμβλύνοες, διαχειριστικά ανεπαρκείς. Αν σκεφτείτε τη χαμηλή ποιότητα του πολιτικού προσωπικού που κυβέρνησε τη χώρα μας, τότε θα πάψετε να εκπλήσσεσθε με την κατάντια της. Εκλέξαμε κατά κανόνα πολιτικούς πυγμαίους, και μας κυβέρνησαν ανάλογα με το ηθικο-πολιτικό-διαχειριστικό ανάστημα που διέθεταν. Σκέφτομαι μερικές φορές ποιοι διοίκησαν υπουργεία – ποιοι, δηλαδή, διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα, δημιούργησαν νόμους, και παρήγαγαν δημόσια πολιτική – και όχι μόνο δεν εκπλήσσομαι με το κακό αποτέλεσμα, αλλά αναρωτιέμαι γιατί άργησε η χρεοκοπία τόσο πολύ.
   

4. Το πρόβλημα είναι κατά την άποψή σας διακομματικό και στηρίζεται στην αδίστακτη κομματοκρατία που χαρακτηρίζει τη χώρα μας;

Σαφέστατα. Το πολιτικό μοντέλο της Μεταπολίτευσης είναι αυτό της κομματοκρατικής ολιγαρχίας.  Δεν λησμονώ ότι τα κόμματα είναι οι θεμελιώδεις θεσμοί της δημοκρατίας, αυτό δεν το αμφισβητώ. Το πρόβλημά μας όμως είναι η στρεβλή λειτουργία των κομμάτων εξουσίας, η οποία παράγει το δυσλειτουργικό φαινόμενο της κομματοκρατίας. Γιατί η κομματοκρατία συνιστά δυσλειτουργία της δημοκρατίας; Για το λόγο ότι διαστρέφει τη λειτουργία των θεσμών και, στο μέτρο που αυτό συμβαίνει, εκφυλίζει το ήθος της δημόσιας σφαίρας, παράγοντας δημόσια αγαθά χαμηλής ποιότητας. Η σχετική αυτονομία και εσωτερική λογική επιμέρους θεσμών, όπως η Δικαιοσύνη, οι Ένοπλες Δυνάμεις, η Παιδεία και η Υγεία, για να περιοριστώ στους πιο θεμελιώδεις, υπάγεται στην υπέρτερη κομματοκρατική λογική. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι θεσμοί χειραγωγούνται και, κατά συνέπεια, υπηρετούν κομματικούς, όχι αμιγώς επαγγελματικούς, σκοπούς.  Η θεσμική συνείδηση υποχωρεί και εξωυπηρεσιακά κριτήρια επαγγελματικής συμπεριφοράς εμπεδώνονται. Η ασθενής θεσμική συνείδηση διαμορφώνει δικαστικούς ηγέτες, πρυτάνεις, συνδικαλιστές, διοικητές νοσοκομείων, κοκ, οι οποίοι δευτερευόντως ενεργούν με γνώμονα την αυστηρή λογική του θεσμού που υπηρετούν και πρωτευόντως νοιάζονται να ικανοποιήσουν είτε προσωπικές-φατριαστικές επιδιώξεις είτε τα κομματικά αφεντικά που εν πολλοίς τους επέλεξαν (είτε και τα δύο).  Τα αποτελέσματα είναι ορατά γύρω μας.


5. Ποια είναι η ευθύνη των ΜΜΕ για όλη αυτή την κατάσταση; Πιστεύετε πώς κάποια εκτελούν συγκεκριμένες υπηρεσίες, οι οποίες στοχεύουν στη διατήρηση αυτού του συστήματος;

Τα ΜΜΕ συνιστούν ένα θεμελιώδες μέρος του προβλήματος. Από τη μια μεριά, έχουμε μια κατ’ ευφημισμόν δημόσια ραδιοτηλεόραση, η οποία υπακούει στα πολιτικά κελεύσματα των κομματικών αφεντικών της, ενώ από την άλλη, έχουμε μια εν πολλοίς χαμηλής ποιότητας ιδιωτική ραδιοτηλεόραση, η οποία, όταν δεν υπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα των πολλαπλών επιχειρηματικών ενδιαφερόντων ιδιοκτητών της, υιοθετεί το λαϊκιστικό-χυδαία αγοραίο τρόπο λειτουργίας.

Πολλοί λένε ότι το ΕΡΣ δεν είναι όσο πρέπει σκληρό απέναντι στα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Πιθανόν, αλλά η ρύθμιση σε μια δημοκρατία δεν είναι μόνο αποτέλεσμα εξωτερικών ελέγχων αλλά και εσωτερικών αυτο-ελέγχων. Η αποτελεσματική ρύθμιση προϋποθέτει ένα δημοσιογραφικό σώμα με υψηλή αυτο-αντίληψη και απαιτητικά κριτήρια επαγγελματικής λειτουργίας. Δείτε πόσο αυτο-ελεγχόμενο είναι το σινάφι των δημοσιογράφων, πως αντέδρασαν οι εκπρόσωποί τους σε περιπτώσεις σκανδάλων (π.χ. υπόθεση Ζαχόπουλου-Αναστασιάδη), πως αντιδρούν τα συνδικαλιστικά όργανά τους σε αποκαλύψεις εξοργιστικών αργομισθιών δημοσιογράφων, πόσο εφαρμόζουν οι ιθύνοντες τον κώδικα δεοντολογίας, και θα καταλάβετε. Το μιντιακό σύστημα είναι το δίδυμο αδελφάκι του πολιτικού συστήματος.   


6. Υπάρχει φως στον ορίζοντα;

Αν υπάρχει, δυσκολεύομαι για την ώρα να το δω.  Ο έσχατος εξευτελισμός που βιώνουμε είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας διάβρωσης των δημόσιων θεσμών. Δεν καταρρέει απλώς μια οικονομία, αλλά μια ολόκληρη αντίληψη για το δημόσιο βίο, μια νοοτροπία ζωής. Θυμηθείτε τους στίχους του Σαββόπουλου (ήδη από το 1989):

«Πίσω απ' τ' αυτάρεσκα τραγούδια μας η σήψη προχωρούσε/
Τις μπερδεμένες μας ζωές φαουστικά σκηνοθετούσε».

Φως θα υπάρξει όταν συνειδητοποιήσουμε πλήρως τη συλλογική παρακμή μας και πως αυτή παρήχθη. Χρειάζεται γενναία αυτοεξέταση για κάτι τέτοιο. Χωρίς μετατόπιση της συνείδησης, δίχως τη βίωση της υπαρξιακής αγωνίας που παράγει η αποτυχία, η ουσιαστική μετα-στροφή δεν είναι εφικτή. Όπως τραγουδά ο Σαββόπουλος πάλι: «Κι εγώ που είμαι ο πιο φριχτός πώς να βγω και να ξαναρχίσω/αν δε θερίσω ότι έσπειρα κι αν δεν μετανοήσω;»

Η υπαρξιακή αγωνία είναι μια εμπειρία σύγχυσης και συγχρόνως απο-κάλυψης: αισθάνεσαι αποξενωμένος και, συγχρόνως, αποκτάς επίγνωση της υπαρκτικότητάς σου, την οποία θεωρούσες δεδομένη, απορροφημένος καθώς ήσουν στις ρουτινώδεις δραστηριότητές σου. Η αγωνία που επιφέρει μια κρίση, όταν αφεθούμε να τη βιώσουμε ως τέτοια, απο-καλύπτει τις επιλογές που έχουμε ήδη κάνει και μας θυμίζει την ενδεχομενική φύση αυτών των επιλογών – άρα των διαφορετικών επιλογών που θα μπορούσαμε εφεξής να κάνουμε.

Η βιωματική γλώσσα της προσωπικής ευθύνης είναι μια χαμένη γλώσσα στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Αναζητούμε διαρκώς προσχήματα προκειμένου να απωθούμε τα υπαρξιακά ερωτήματα που θέτουν οι αστοχίες μας· πασχίζουμε να μη βιώσουμε την αγωνία. Όταν ο φοροφυγάς, ο αυθαίρετος οικιστής, ο διεφθαρμένος επιχειρηματίας, ο διαπλεκόμενος συνδικαλιστής, κι ο φαύλος πολιτικάντης αποποιούνται τις επιμέρους ηθικές ευθύνες τους, απωθούν τη δυνατότητα να ξαναδούν το ρόλο τους διαφορετικά, να σχετιστούν με τον εαυτό τους και τους άλλους πιο αυθεντικά. Αρνούνται να βιώσουν την αγωνία, για να μη χρειαστεί να αλλάξουν.

Η ελπίδα θα προκύψει όταν απελπιστούμε αρκετά. Όταν αγανακτήσουμε τόσο πολύ (και με τον εαυτό μας) ώστε να πούμε: ‘Ως εδώ, δεν πάει άλλο’. Τότε το ρήγμα στη συνείδησή μας θα επιφέρει και αλλαγή πολιτικού «παραδείγματος». Όπως κάθε αυθεντική μεταβολή, είναι, φυσικά, απρόβλεπτη. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει ούτε πότε, ούτε τι μορφή θα πάρει, ούτε ποιες θα είναι οι συνέπειες αυτής της ρήξης. Ο ενεργός πολίτης γνωρίζει να ζει με την αβεβαιότητα πασχίζοντας συγχρόνως να τη μορφοποιήσει. Δεν είναι εύκολο, αλλά μήπως να ζεις μέσα στην αθλιότητα είναι;