Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Δεν ξεχνώ


Στις 3 Φεβρουαρίου 2012, στην πανεπιστημιούπολη, σε τελετή του Πανεπιστημίου Κύπρου, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Δ. Χριστόφιας θα θέσει το θεμέλιο λίθο του Κέντρου Πληροφόρησης - Βιβλιοθήκης «Στέλιος Ιωάννου». Τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας έχουν προσκληθεί στην τελετή και τη δεξίωση που θα ακολουθήσει.

Ως καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου, λυπούμαι, αλλά δεν μπορώ να αποδεχθώ την πρόσκληση. Κατανοώ τη συμβολική αναγκαιότητα τη τελετής, είμαι ευγνώμων στην Κυπριακή Δημοκρατία για τη συμμετοχή της στη χρηματοδότηση της Βιβλιοθήκης, και τιμώ το κορυφαίο αξίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γνωρίζω ότι, τόσο η ιδιότητα του καθηγητή δημόσιου πανεπιστημίου, όσο και η ιδιότητα του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπάρχουν στο μέτρο που υπάρχει συντεταγμένη πολιτική κοινότητα. Τόσο ο πολίτης όσο και ο δημόσιος λειτουργός, οφείλουν την ύπαρξή τους στους θεσμούς της «πόλεως». Η «πόλις» είναι το σπίτι μας.

Ακριβώς γι αυτό, έχουμε χρέος όλοι, άρχοντες και αρχόμενοι, να μεριμνούμε ενεργά για την καλή λειτουργία των θεσμών της πολιτείας στην οποία μετέχουμε. Όταν οι θεσμοί της «πόλεως» ευτελίζονται από τους ηγέτες που είναι κατ’ εξοχήν επιφορτισμένοι με την καλή λειτουργία τους, τότε, ως ενεργοί πολίτες, έχουμε υποχρέωση, αφενός μεν να διαχωρίσουμε το αξίωμα από τον αξιωματούχο, αφετέρου δε να εκφράσουμε έλλογα την αντίθεσή μας σε πρακτικές των ηγετών που απαξιώνουν το αξίωμα, μειώνοντας το κύρος και το σεβασμό που πρέπει να το περιβάλλουν.

Ως Πρόεδρος, ο κ. Χριστόφιας διαθέτει, βεβαίως, την πολιτική νομιμοποίηση να κυβερνά. Μετά, όμως, τη φονική έκρηξη στο Μαρί, στις 11/7/2011, έχει απολέσει την ηθική νομιμοποίηση να ηγείται. Η κρίση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά προκύπτει από την κοινή λογική.

Σύμφωνα με το Πόρισμα της συσταθείσης με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου «Μονομελούς Ερευνητικής Επιτροπής για τη Διεξαγωγή Έρευνας Σχετικά με την Έκρηξη που Επισυνέβη την 11η Ιουλίου 2011 στη Ναυτική Βάση “Ευάγγελος Φλωράκης” στο Μαρί», ο κ. Χριστόφιας «έχει σοβαρότατες θεσμικές και προσωπικές ευθύνες σε σχέση με […] την τραγωδία που ακολούθησε». Το Πόρισμα συμπεραίνει: «Οι ευθύνες του προέδρου για την τραγωδία είναι άμεσες, συγκεκριμένες, αδιαμφισβήτητες και σοβαρότατες. […] Η κύρια ευθύνη για την τραγωδία και τα συνεπακόλουθα, βαρύνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας» (σ. 459).

Με άλλα λόγια, το Πόρισμα της Ερευνητικής Επιτροπής θεωρεί ουσιαστικά τον κ. Χριστόφια ως τον κύριο ύποπτο ηθικής αυτουργίας στην τραγωδία του Μαρί, στην οποία, θυμίζω, δεκατρείς συμπολίτες μας έχασαν τη ζωή τους. Το Πόρισμα αυτό δεν είναι ένα οποιοδήποτε κείμενο γνώμης, αλλά συνιστά την πλέον έγκυρη γνώση που διαθέτουμε ως οργανωμένη πολιτική κοινότητα για το συγκεκριμένο θέμα. Σε ένα συντεταγμένο κράτος δικαίου, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, η διαδικασία παραγωγής του Πορίσματος προσδίδει εγκυρότητα στα συμπεράσματά του, τα οποία αυτονοήτως οφείλουν να γίνονται εξίσου σεβαστά με τις αποφάσεις των οργάνων της έννομης τάξης. Αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος που, στο διάγγελμά του την 14η Ιουλίου 2011, ο κ. Χριστόφιας δήλωσε, μεταξύ άλλων: «Η απαίτηση όλων είναι να εντοπιστούν και να αποδοθούν οι ευθύνες, όποιους κι αν αυτές βαρύνουν, από το χαμηλότερο μέχρι το ανώτατο επίπεδο. Οι ευθύνες, σας διαβεβαιώ, θα αποδοθούν και θα αναληφθούν».

Παρά τη ρητή δέσμευσή του, ο κ. Χριστόφιας απέρριψε κατηγορηματικά το Πόρισμα. Με άλλα λόγια, για λόγους ιδιοτελείς, αφού το Πόρισμα τον χαρακτηρίζει ως τον φέροντα την κύρια προσωπική και θεσμική ευθύνη για την τραγωδία, ο κ. Χριστόφιας έθεσε τον εαυτό του υπεράνω της «πόλεως», πέρα από κάθε κριτική που του ασκούν τα συντεταγμένα όργανά της. Αρνούμενος τα συμπεράσματα του Πορίσματος και παραβιάζοντας την ίδια τη ρητή του δέσμευση, ο κ. Χριστόφιας δεν σέβεται τις διαδικασίες του κράτους δικαίου, αρνείται να υπαγάγει τον εαυτό του στους κανόνες που χαρακτηρίζουν το ήθος της Δημοκρατίας, και καθίσταται, ως εκ τούτου, αναξιόπιστος. Ενεργώντας ως «ιδιώτης», θέτει το ίδιον συμφέρον πάνω από το δημόσιο· αποξενώνεται από τον «κοινόν λόγον» της «πόλεως» και κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Προσκολλημένος στην εξουσία, ο κ. Χριστόφιας ευτελίζει το υψηλό αξίωμά του και διαπαιδαγωγεί μια ολόκληρη κοινωνία στην ανευθυνότητα. Αντί με τις πράξεις του να επιβεβαιώνει και να ενισχύει το κύρος τους αξιώματός του, του αφαιρεί το συμβολικό κεφάλαιο, χωρίς το οποίο ο εκλεγμένος ηγέτης στερείται πειθούς. Η δύναμη του ηγέτη είναι συνάρτηση του προσωπικού του κύρους. Μετά την επίσημη απόδοση και μη ανάληψη εκ μέρους του των κολοσσιαίων ευθυνών του για την τραγωδία στο Μαρί, ο κ. Χριστόφιας έχει υπονομεύσει το προσωπικό του κύρος, απαξιώνοντας, κατά συνέπεια, το ύπατο αξίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Για τους ανωτέρω λόγους, αρνούμαι να παραστώ στην τελετή τοποθέτησης του θεμέλιου λίθου. Σέβομαι απεριόριστα το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά δεν τρέφω τα ίδια αισθήματα για έναν Πρόεδρο που φέρνει το υψηλό αξίωμά του στα μέτρα του δικού του ηγετικού αναστήματος. Αρνούμαι να επιπλώσω το μιντιακό σκηνικό των δημοσίων σχέσεων του κύριου ύποπτου ηθικής αυτουργίας στη σημαντικότερη ανθρωπογενή καταστροφή που συνέβη στην Κύπρο μετά το 1974. Αρνούμαι να τιμήσω με τη φυσική μου παρουσία τον ηγέτη που δεν τιμά το αξίωμά του. Αρνούμαι να σφίξω το χέρι του κορυφαίου αξιωματούχου που θέτει ανερυθρίαστα το ίδιον συμφέρον πάνω από την καλή λειτουργία των θεσμών. Αρνούμαι να σβήσω από τη μνήμη μου τους δεκατρείς νεκρούς του Μαρί. Αρνούμαι να ξεχάσω τον γοερό θρήνο των γονιών, των συζύγων, των παιδιών. Αρνούμαι να είμαι πολίτης με αμνησία.

Δεν ξεχνώ – και πράττω αναλόγως.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Η ηθική πυξίδα του Βάτσλαβ Χάβελ


Λίγοι είχαν το σθένος του, την ηθική οξύνοια, την οξυδέρκεια της γραφής του. Ακόμα λιγότεροι αυτοί που τα συνδύαζαν όλα. Ο Βάτσλαβ Χάβελ, πρώην πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας (αρχικά) και της Τσεχικής Δημοκρατίας (αργότερα), ηγέτης της Βελούδινης Επανάστασης του1989, «πολιτικός από καθήκον όχι από επιλογή» όπως έλεγε, ήταν η ενσάρκωση του ακάματου αγωνιστή, του φιλοσοφημένου πολιτικού, του διεισδυτικού θεατρικού συγγραφέα. Ο θάνατός του είναι απώλεια για κάθε ελεύθερα σκεπτόμενο άνθρωπο.
Ο Χάβελ δεν ήταν μόνο ένας θαρραλέος ακτιβιστής που αντιστάθηκε στη φρίκη του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού. Με στέρεα φιλοσοφική συγκρότηση και βαθιά Ευρωπαϊκή παιδεία (αυτοδίδακτος εν πολλοίς), υπήρξε ένας οξυδερκής στοχαστής της ανθρώπινης κατάστασης. Η οδυνηρή εμπειρία του κομμουνισμού τον έκανε να συλλάβει μερικές βαθύτερες αλήθειες για τον ολοκληρωτισμό, τη νεωτερικότητα, και τη δημοκρατία.

Τρεις, κυρίως, άξονες διαπερνούν τη σκέψη του. Πρώτον, ο αγώνας κατά του ολοκληρωτισμού είναι πρωτίστως αγώνας ενάντια στο ψεύδος. Στοχεύοντας στην εγκόσμια σωτηρία του ανθρώπου, ο κομμουνισμός είναι υποχρεωμένος να εκτρέφει το ψεύδος – τόσο περισσότερο, όσο η πραγματικότητα αποκλίνει από το «σχέδιο». Οι άνθρωποι έπρεπε να πεισθούν ότι ζουν σε έναν «εργατικό παράδεισο» ελευθερίας και ισότητας, άσχετα αν η εμπειρία τους ήταν ακριβώς η αντίθετη – μια ζωή γεμάτη καταπίεση, χαφιεδισμό, και φτώχεια. Το χάσμα μεταξύ (ιδεο)κρατικής προπαγάνδας και εμπειρικής πραγματικότητας έθετε τα άτομα σε ηθική κρίση: αποδέχομαι το ψέμα για να ζήσω με σχετική ασφάλεια και να εξελιχθώ επαγγελματικά ή δρω με βάση αυτό που βιώνω, καταλήγοντας στο περιθώριο, τα ψυχιατρεία και τα Γκουλάγκ;

Ο μανάβης που εθελοντικά αναρτά στο μαγαζί του την επιγραφή «Εργάτες όλου του κόσμου ενωθείτε», παρατηρεί ο Χάβελ, δεν το κάνει γιατί το πιστεύει, αλλά για να εξαγοράσει την ησυχία του από την ολοκληρωτική εξουσία. Το μέσον (η ανάρτηση της επιγραφής) είναι το μήνυμα! Η οικειοθελής υποταγή του συντελεί στην ηθικο-πνευματική απονέκρωσή του. Αναρτώντας εθιμοτυπικά την επιγραφή, δεν διερωτάται για την πράξη του• αποκρύπτει από τον εαυτό του τόσο την ηθική κατάπτωση της συμμόρφωσής του όσο και την αισχρότητα της ολοκληρωτικής εξουσίας.

Δεύτερον, το κομμουνιστικό δόγμα συνιστά την κορύφωση της νεωτερικής φαντασίωσης ότι η ανθρώπινη κοινωνία διαπερνάται από νόμους, με βάση τους οποίους είναι εφικτός ο ορθολογικός ανασχεδιασμός της. Παραπέμποντας στον Καρλ Πόπερ, ο Χάβελ ονομάζει αυτή τη στάση «ολιστική κοινωνική μηχανική». Πρόκειται για ένα επικίνδυνο δόγμα, στο μέτρο που αφενός μεν εκλαμβάνει την κοινωνία ως ένα εποπτεύσιμο και πλήρως προβλέψιμο όλον, αφετέρου δε καταργεί τη δημιουργική ανθρώπινη πράξη.

Η κοινωνία, παρατηρεί ο Χάβελ, «δεν είναι μια μηχανή που χτίστηκε με κάποιο γνωστό σε μας σχέδιο», αλλά διαπερνάται από απροσδιοριστία, πλουραλισμό αξιών, απρόβλεπτη εξέλιξη. Η επιστήμη μας δίνει τα εργαλεία να βελτιώσουμε τη ζωή μας, αδυνατεί όμως να δώσει νόημα στη ζωή: παρά τη γνώση που κομίζει, δεν μπορεί να μας πει γιατί ο θάνατος μας γεμίζει αγωνία, πώς να συμβιβάσουμε αντικρουόμενες αξίες, ή γιατί μας εμπνέει η αυτοθυσία. Ο ανθρώπινος βίος εκτυλίσσεται στον «βιόκοσμο» - εκεί όπου αυθόρμητα και μη εγκεφαλικά βιώνουμε κοινά αισθήματα (τη φιλία, την απώλεια, την υπερηφάνεια, την οργή, κλπ) και προβαίνουμε σε ηθικές επιλογές. Ο «βιόκοσμος» δεν είναι προϊόν σχεδιασμού, αλλά οργανικής εξέλιξης• παρέχει το κοινό πλαίσιο αυτο- και αλληλο-κατανόησης.

Η επιδίωξη της επιστημονικά σχεδιασμένης κοινωνίας οδηγεί σε ολοκληρωτικού τύπου εξουσία – στην επιβολή επιστημονικοφανών ιδεολογημάτων στον «βιόκοσμο». Μπορεί η κομμουνιστική εκδοχή να είναι η πιο βάρβαρη (καθότι πιο ακραία), αλλά ο πυρήνας της ολοκληρωτικής λογικής ενυπάρχει στη νεωτερική αναζήτηση (κοινή τόσο στο φιλελευθερισμό, όσο και στο μαρξισμό) της Τελικής Γλώσσας («επιστημονικής» φυσικά!) για την περιγραφή της ύπαρξης. Τόσο οι νεοφιλελεύθεροι όσο και οι μαρξιστές, λέει ο Χάβελ, διαπράττουν το ίδιο σφάλμα: θεωρούν ότι «λειτουργώντας με βάση τη θεωρία είναι εξυπνότερο από τη λειτουργία με βάση τη γνώση της ζωής».

Τρίτον, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης συνειδητοποιούμε την ανάγκη να θεμελιωθεί η δημοκρατία σε μια νέα υπερβατικότητα. Η αίσθηση της μετοχής σε μια υπερβατική κοσμική τάξη καλλιεργεί το σεβασμό ως στάση ζωής – σεβασμό στη Γη, στους άλλους, στον εαυτό μας. «Μόνο κάποιος που υπάγει τον εαυτό του στην ισχύ μιας καθολικής τάξης και δημιουργίας», λέει ο Χάβελ, «που εκτιμά το δικαίωμα να μετέχει σε αυτή, μπορεί αυθεντικά να εκτιμά τον εαυτό του και τους γείτονές του, και να τιμά έτσι τα δικαιώματά τους».

Η ειρωνεία είναι ότι είναι η ίδια η επιστήμη, στη μετανεωτερική της εκδοχή, αυτή που μας επιτρέπει να εμβαθύνουμε στην κοσμική διάσταση της ύπαρξής μας – να συνειδητοποιήσουμε, δηλαδή, ότι μετέχουμε σε έναν ευρύτερο, ανεξάλειπτα «μυστηριώδη» Κόσμο που μας υπερβαίνει. Αυτή η επίγνωση μας κάνει πιο ταπεινόφρονες και ανεκτικούς• μας οδηγεί, δυνητικά, στην αυθυπέρβαση: «στο χέρι που δίνουμε σε όσους είναι κοντά μας, στους ξένους, […] σε όλες τις ζωντανές υπάρξεις, στη φύση, στο σύμπαν» (Χάβελ). Ανακτούμε αυτό που ο ρασιοναλισμός της κλασικής επιστήμης πάσχισε να εξαλείψει: τη αίσθηση του Ιερού, τον ευρύτερο μεταφυσικό ορίζοντα που νοηματοδοτεί την πράξη.

Μπορεί η κομμουνιστική βαρβαρότητα να εξέλιπε (σχεδόν…), η ολοκληρωτική λογική όμως δεν έπαψε να είναι η σκιά της νεωτερικότητας. Ψήγματά της βλέπουμε στη νεοφιλελεύθερη πίστη στις αγορές, στην άκριτη λατρεία της επιστήμης, στη γραφειοκρατική γιγάντωση. Κοινό στοιχείο τους είναι η πίστη σε σωτηριολογικού τύπου «θεωρίες», η παραγνώριση της βιωμένης εμπειρίας, η πεποίθηση ότι η κοινωνία μπορεί να ανασχεδιασθεί «ορθολογικά». Ο αγώνας, το ήθος, και ο στοχασμός του Χάβελ θα εμπνέουν πάντοτε όποιον θέτει την αλήθεια της ζωής πάνω από ιδεοληπτικές σκοπιμότητες.