Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Συστημικοί πολιτικάντηδες και αντισυστημικοί τραμπούκοι


Αύγουστος μήνας, σε ένα από τα όμορφα ορεινά χωριά κοντά στο Καρπενήσι, μια παρέα παλιών φίλων τρώει, πίνει και συζητά. Η κουβέντα καταλήγει στην πολιτική. Κυριαρχούν η κατήφεια, η ανησυχία, ο θυμός. «Στις επόμενες εκλογές σκέφτομαι να ψηφίσω Χρυσή Αυγή», δηλώνει ο οικοδεσπότης. Η ανορθόδοξη προτίμηση ενός μορφωμένου, ευκατάστατου, πρώην υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής, εκπλήσσει τους υπόλοιπους. «Μα αυτοί είναι υπόκοσμος», του αντιτείνει κάποιος. «Γιατί οι πρόεδροι και αντιπρόεδροι της Βουλής που διορίζουν τους συγγενείς τους στη Βουλή, τι είναι;», απαντά ο οικοδεσπότης. «Όσοι κάνανε τη χώρα ξέφραγο αμπέλι, όσοι μας φέρανε σ’ αυτή την κατάντια, οι μιζαδόροι και οι βολεψάκηδες πολιτικοί δεν είναι υπόκοσμος;».

Δύσκολη η συν-εννόηση όταν οι έννοιες χάνουν τη συμβατική τους σημασία. Ξέραμε διαισθητικά μέχρι τώρα τι σημαίνει «υπόκοσμος» (εγκληματική συμμορία). Όταν, όμως, η έννοια διευρύνεται για να χαρακτηρίσει τη συμπεριφορά μελών του πολιτικού κατεστημένου, τότε δεν έχουμε απλώς μια απλή περίπτωση μεταφορικής χρήσης της γλώσσας, αλλά μια ανα-ταξινόμηση της συμπεριφοράς, δηλαδή την υπαγωγή της σε ένα νέο σημασιολογικό πεδίο. Συμπεριφορές που μέχρι πρόσφατα αναφέρονταν ως «οικογενειοκρατία» ή «ρουσφετολογία» (με όλες τις αρνητικές συνδηλώσεις τους ως εκφάνσεις του «παλαιοκομματισμού»), τώρα, στο φως της επώδυνης κρίσης και της εκτεταμένης διαφθοράς (πραγματικής και εικαζόμενης) της πολιτικής ελίτ, περιγράφονται ως συμπεριφορές «υποκόσμου». Το πεδίο αναφοράς άλλαξε: από το πεδίο του «παλαιοκομματισμού» οδηγηθήκαμε σε αυτό της «συμμορίας».

Όλο και περισσότερο, οι συμβατικές έννοιες αδυνατούν να περιγράψουν αυτά που αισθανόμαστε για τους πολιτικούς μας. Σαν ελαφρά παυσίπονα, οι συνηθισμένοι χαρακτηρισμοί πλέον δεν επαρκούν - χρειαζόμαστε πιο ισχυρούς για να αποδώσουν αυτά που νοιώθουμε. Διολισθαίνουμε ανεπαίσθητα στο γλωσσικό εξτρεμισμό για να εκφράσουμε ακραία συναισθήματα που προκαλούνται από άθλιες πρακτικές των πολιτικάντηδων. Οι συνέπειες είναι τεράστιες.

Αν με τη συμπεριφορά τους οι πολιτικοί, όχι μόνο απαξιώνουν το λειτούργημά τους, αλλά το χρησιμοποιούν με ηθικά επιλήψιμο, ακόμη και παράνομο, τρόπο προς ίδιον ή κομματικό όφελος, τότε στην κοινή συνείδηση αποκτούν χαρακτηριστικά «συμμορίας». Αν ο Τσοχατζόπουλος και η παρέα του κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για «σύσταση συμμορίας», γιατί να μη θεωρήσει κανείς ότι και τα κόμματα εξουσίας λειτουργούσαν ως «συμμορίες», στο μέτρο που, με αγαστή σύμπνοια, διόριζαν τους συγγενείς και «κολλητούς» τους σε δημόσιες θέσεις, αυτο-απαλλάσονταν από τις δανειακές υποχρεώσεις τους προς κρατικές τράπεζες, ή εισέπρατταν «χορηγίες» από εταιρίες που συναλλάσσονταν με το κράτος, το οποίο αυτά διοικούσαν;

Αν, όμως, θεωρήσουμε ότι η επιλογή μας είναι μεταξύ αντίπαλων «συμμοριών», τότε, για αρκετούς συμπολίτες μας, η «συμμορία» των τραμπούκων νεοναζί δείχνει να είναι προτιμότερη από τη «συμμορία» των δήθεν ευπρεπών, βαθιά υποκριτών πολιτικάντηδων. Αν μη τι άλλο, επιλέγοντας τη «συμμορία» των νεοναζί νοιώθουν ότι αποδίδουν «δικαιοσύνη», αφού έτσι τιμωρούν τους «κλέφτες»! Η βία (λεκτική και σωματική) της ΧΑ είναι η βία που θα ήθελε να ασκήσει, αν μπορούσε, ο ανθρωπάκος που βυθίζεται στη φτώχεια και την απελπισία, και κυριεύεται από θολό θυμό. Η οργισμένη, συχνά χυδαία, πεζοδρομιακή γλώσσα του Κασιδιάρη και του Παναγιώταρου αναπαράγει τη γλώσσα του απολιτικά «αγανακτισμένου» παρία που μετατρέπεται σε χούλιγκαν.

Αλλά μήπως είναι καλύτερη η γλώσσα του προέδρου της Βουλής, κυρίου (προπαντός!) Μεϊμαράκη; ‘Η μήπως είναι καλύτερες οι πρακτικές των αναρχο-αριστερών νταήδων που καταλαμβάνουν δημόσια κτίρια, ματαιώνουν βιαίως εκλογές σε πανεπιστήμια, διαλύουν συνεδριάσεις πανεπιστημιακών οργάνων, χτίζουν τα γραφεία καθηγητών, κλείνουν δρόμους και λιμάνια, «δεν πληρώνουν», ή ασχημονούν, τρομοκρατούν, και βιαιοπραγούν κατά όσων διαφωνούν μαζί τους; Ιδού το δράμα μας: από τη μια οι χυδαία αυτο-εξυπηρετικοί, «συστημικοί» πολιτικάντηδες• από την άλλη, οι «αντισυστημικοί» ακροδεξιοί και ακροαριστεροί τραμπούκοι.

Στο δημοκρατικό πλαίσιο, βέβαια, κανείς, ούτε οι νεοναζί, δεν θέλει να χρεωθεί τη βία. Γι αυτό τη συγκαλύπτουν ρητορικά. Προσέξτε πόσο παρόμοια είναι η τακτική της συγκάλυψης από τα δύο πολιτικά άκρα. Σε επιστολή του στην «Καθημερινή» (18/9/2012), ο υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ κ. Σκουρλέτης διαμαρτύρεται γιατί «εξισώνεται η πολιτική και κινηματική δράση της Αριστεράς με τη φασιστική δράση της Χρυσής Αυγής». Ο βουλευτής της ΧΑ κ. Παππάς, επίσης σε επιστολή του στην «Καθημερινή» (17/10/2012), διαμαρτύρεται κι αυτός γιατί «η εξίσωση της αριστερής τρομοκρατίας με τον πολιτικό ακτιβισμό της Χρυσής Αυγής είναι […] ανιστόρητη και παραπλανητική». Η αποθέωση του πολιτικού αυτισμού: οι δικές μου βίαιες πράξεις είναι «κινηματικές» και «ακτιβιστικές», οι δικές σου είναι «τρομοκρατικές» και «παράνομες»! Για τους κκ. Σκουρλέτη και Παππά, η νομιμότητα δεν αποτελεί ένα σύνολο κοινών κανόνων με βάση τους οποίους κρίνεται η συμπεριφορά όλων, αλλά έχει πολιτικό πρόσημο!

Αν η ελληνική αριστερά διέθετε την απαιτούμενη τόλμη, θα έπρεπε να ομολογήσει τη δική της συμβολή στην υπονόμευση του Μεταπολιτευτικού κράτους δικαίου. Όχι μόνο επειδή ενθάρρυνε ή ανέχθηκε την καταπάτηση της νομιμότητας, αλλά και επειδή ενεργά υπέσκαψε τους θεσμούς που την προστατεύουν. Αγνοώντας (ατιμωρητί φυσικά) δικαστικές αποφάσεις, βάλλοντας αδιάκριτα κατά της Αστυνομίας, περιφρονώντας επιλεκτικά νόμους και θεσμικούς κανόνες, η αριστερά συνεισέφερε τα μέγιστα στην εκτεταμένη ανομία. Τώρα που οψίμως ανακάλυψε ότι χρειαζόμαστε τα «αστικά δικαστήρια» και τις «δυνάμεις καταστολής» για να μας προστατεύσουν από τους χουλιγκάνους νεοναζί, ας αναρωτηθεί τι έκανε τα τελευταία 38 χρόνια για να ενδυναμώσει τους θεσμούς αυτούς. Το χωράφι που σήμερα σπέρνει η Χρυσή Αυγή, το είχαν ήδη οργώσει άλλοι...

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ποιος θα υπερασπίσει με πάθος το δημόσιο συμφέρον;


Ως επικεφαλής των Γερμανικών Ταχυδρομείων για 19 χρόνια, ο κ. Κλάους Τσουμβίνκελ ήταν ένας από τους πιο ευυπόληπτους μάνατζερ στη Γερμανία. Είχε όμως μια κακή συνήθεια: απέφευγε να πληρώνει φόρους! Ιδιοκτήτης ενός ιδρύματος με έδρα το Λιχνενστάιν κατάφερε να αποκρύπτει συστηματικά την περιουσία του από τις Γερμανικές Αρχές.

Η λαμπρή σταδιοδρομία του κ. Τσουμβίνκελ τελείωσε με εξευτελιστικό τρόπο τον Φεβρουάριο 2008, όταν η αστυνομία, συνοδευόμενη από τηλεοπτικά συνεργεία (!), τον συνέλαβε στην πολυτελή κατοικία του στην Κολωνία. Καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση με αναστολή, πρόστιμο 1 εκ. ευρώ, και αναγκάστηκε, φυσικά, να παραιτηθεί από τη θέση του. Το ενδιαφέρον σε αυτή την ιστορία δεν είναι τόσο η φοροδιαφυγή ενός μέλους της ελίτ, όσο η αποφασιστικότητα του γερμανικού κράτους να πατάξει τη φοροδιαφυγή με όλα τα μέσα. Οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες δεν δίστασαν να γίνουν κλεπταποδόχοι, καταβάλλοντας 4,2 εκ. ευρώ σε πληροφοριοδότη, ο οποίος είχε καταφέρει να υποκλέψει στοιχεία για τους λογαριασμούς χιλίων ατόμων από τράπεζα του Λιχτενστάιν. Ένα από αυτά τα άτομα ήταν και ο κ. Τσουμβίνκελ.

Η χρήση πληροφοριών που αποκτήθηκαν παράνομα είναι πάντοτε επίμαχη σε ένα κράτος δικαίου. Το 2010, όταν ένα παρόμοιο θέμα ήρθε στη δημόσια συζήτηση, μερικοί Γερμανοί βουλευτές διαμαρτυρήθηκαν για τη χρήση τέτοιων πληροφοριών. Παρ’ όλα αυτά, το 2012 οι Αρχές της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας πλήρωσαν 3,5 εκ. ευρώ για να αγοράσουν υποκλαπείσες πληροφορίες φορολογικού ενδιαφέροντος. Ένα σοβαρό κράτος δικαίου γνωρίζει ότι δεν παύει να είναι κράτος και, άρα, να θέτει το δημόσιο συμφέρον πάνω απ’ όλα.

Ο Μακιαβέλι θα επικροτούσε αυτή τη στάση. Για τον Φλωρεντίνο στοχαστή, το συμφέρον της οργανωμένης πολιτικής κοινότητας υπερτερεί όχι μόνο έναντι όλων των άλλων επιμέρους συμφερόντων, αλλά και των συνηθισμένων ηθικών επιταγών. Το σημαντικότερο προσόν που πρέπει να διαθέτει ένας καλός κυβερνήτης, λέει ο Μακιαβέλι, είναι η «virtu» («πολιτική αρετή»), η οποία διαφέρει από την κλασική «αρετή» των ηθικολόγων στοχαστών. Για τον Μακιαβέλι, η «πολιτική αρετή» είναι εκείνο το προσόν που εμπεριέχει τη φιλοδοξία, τη βούληση του άρχειν, και το συνδυασμό δύναμης και απάτης, προκειμένου ο κυβερνήτης να υπηρετεί το κρατικό συμφέρον και να κερδίζει «τιμή και δόξα» για τον εαυτό του. Επικρίνοντας τον Κικέρωνα, ο Μακιαβέλι αναφέρει ότι, μερικές φορές, ακόμη και «παράνομες πράξεις» ίσως είναι απαραίτητες όταν το επιτάσσει το γενικό συμφέρον.

Ο κυβερνήτης δεν μπορεί να ενεργεί πάντοτε με γνώμονα τις κλασικές αρετές που θεωρούνται κοινώς αποδεκτές, όπως π.χ. η ειλικρίνεια, εξαιτίας του ότι «οι άνθρωποι δεν είναι αγαθοί», αλλά συχνά εμφορούνται από ιδιοτελή και ποταπά κίνητρα. Για να επιτύχει τον απώτερο σκοπό του, ο καλός κυβερνήτης πρέπει να καταλάβει ότι δεν είναι πάντοτε ορθολογικό να είναι ηθικός. Ενεργεί με αγαθό τρόπο όπου μπορεί, αλλά «γνωρίζει πώς να κάνει κακό όταν είναι αναγκαίο». Η «πολιτική αρετή» είναι η ικανότητα προσαρμογής στα γυρίσματα της Τύχης και στις επιταγές των εκάστοτε περιστάσεων. Ο καλός κυβερνήτης πρέπει να έχει το σθένος του λιονταριού και την πονηριά της αλεπούς.

Η ανάλυση του Μακιαβέλι είναι διαφωτιστική. Ουδείς αμφιβάλλει ότι το σύγχρονο γερμανικό κράτος είναι προσηλωμένο στις αρχές του κράτους δικαίου. Αλλά είναι, επίσης, αναμφίβολο ότι, σε έναν κόσμο ισχυρών συμφερόντων, οι γερμανικές Αρχές δεν θα υπηρετούσαν το κοινό καλό (τη συλλογή φόρων) αν, σε μερικές περιστάσεις, δεν χρησιμοποιούσαν ακόμη και αθέμιτα μέσα. Για λόγους αυτοπροστασίας, το κράτος δικαίου πρέπει να έχει τη σωφροσύνη να υπερβαίνει ενίοτε το γράμμα των κανόνων του. Δεν υπάρχουν, φυσικά, κανόνες για το πότε και πώς να ελαστικοποιούνται οι κανόνες. Γι αυτό είναι σημαντικό οι Αρχές να αποσπούν, με το κύρος τους, την εμπιστοσύνη των πολιτών αναφορικά με τη σύνεση της κρίσης τους. Ο καλός κυβερνήτης επιδιώκει να τηρεί τα προσχήματα, αλλά μεριμνά για την ουσία – το δημόσιο συμφέρον.

Οι χειρισμοί του υποκλαπέντος από ελβετική τράπεζα ψηφιακού αρχείου από τις ελληνικές Αρχές, επιβεβαιώνουν αυτό που ήδη γνωρίζουμε: αφενός μεν την αποσάρθρωση των θεσμών, αφετέρου δε τη μικρή σχέση που έχουν οι πολιτικοί μας με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Βλέπουμε ένα ξεδοντιασμένο ΣΔΟΕ, διοικούμενο κυρίως από κομματανθρώπους, ανίκανο να ενεργεί αυτοβούλως, με δυναμισμό και φαντασία, αλλά να οχυρώνεται πίσω από έναν άνευρο νομικό φορμαλισμό. Βλέπουμε υπουργούς Οικονομικών να μην εμπιστεύονται την υπηρεσία (Παπακωνσταντίνου) ή να περιέρχονται σε αμηχανία (Βενιζέλος). Ο ένας περνάει την υπόθεση στον άλλο, δίχως σαφείς εντολές. Ουδείς παίρνει πρωτοβουλία και, στο τέλος, το πολύτιμο ψηφιακό αρχείο παραμένει, φυσικά, αναξιοποίητο! Το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή η δίωξη της φοροδιαφυγής, δεν υπηρετείται, αφού ουδείς το προέταξε με αποφασιστικότητα. Η φράση του πρώην επικεφαλής του ΣΔΟΕ κ. Διώτη, «ατύπως το παρέλαβα [το ψηφιακό αρχείο], ατύπως το παρέδωσα», τα λέει όλα: δεν μας λέει πώς αξιοποίησε τις πολύτιμες πληροφορίες, αλλά ότι δεν υπήρχε «αριθμός πρωτοκόλλου»! Το ψηφιακό αρχείο δεν κατέστη μέρος της θεσμικής μνήμης της υπηρεσίας αλλά περιήλθε στην προσωπική κατοχή του κ. Βενιζέλου – ο υπουργός Οικονομικών το πήρε σπίτι του!

Ας θυμηθούμε, σε αντιδιαστολή, ότι οι γερμανικές αρχές και αξιοποίησαν τις μη νόμιμης προέλευσης πληροφορίες και συνήψαν διακρατική συμφωνία με την Ελβετία για τη θεσμική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Ο καλός κυβερνήτης, ενώ φροντίζει να ρυθμίζει τις κρατικές υποθέσεις με θεσμικό τρόπο εντός της νομιμότητας, γνωρίζει, συγχρόνως, ότι θα αντιμετωπίσει οριακές περιπτώσεις, τις οποίες, αν θέλει να υπηρετεί αποτελεσματικά το δημόσιο συμφέρον, οφείλει προσωρινά να χειριστεί στα όρια της νομιμότητας. Δεν υπάρχουν εύκολα διλήμματα όταν ασκείς έλλογη εξουσία.

Η χώρα δεν διαθέτει ούτε στιβαρούς θεσμούς, ούτε σοβαρούς κυβερνήτες, ενώ το εκμαυλισμένο από τους πολιτικούς εκλογικό σώμα αναζητά κάθε τρόπο να προασπίσει τα επιμέρους συμφέροντά του. Μια χώρα που έχασε την αίσθηση του κοινού καλού πνίγεται στα λύματα που παράγουν οι υπόνομοι του πολιτικού συστήματος. Μέχρι πότε;


Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Θ. Πάγκαλος - Χ. Τσούκας ΣΤΑ ΑΚΡΑ, ΝΕΤ, 19 Οκτωβρίου, 11μμ


ΝΕΤ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - ΤΜΗΜΑ ΤΥΠΟΥ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΣΤΑ ΑΚΡΑ - Νέος κύκλος εκπομπών με τη Βίκυ Φλέσσα
ΕΝΑΡΞΗ: Παρασκευή 19/10/2012, στις 23.00

Τα φάγαμε όλοι μαζί; Πόσα; Πότε; Ποιοι; Πώς; 

Ο κ. Θεόδωρος Πάγκαλος έρχεται «ΣΤΑ ΑΚΡΑ» με τη Βίκυ Φλέσσα και απαντά την Παρασκευή στις 19 Οκτωβρίου στις 11 το βράδυ στην πρώτη τηλεοπτική του συνέντευξη μετά την κυκλοφορία του ηλεκτρονικού βιβλίου του.
Συνομιλητής σε μία πολλά υποσχόμενη λογομαχία ο καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και Οργανωσιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Γουόρικ της Αγγλίας κ. Χαρίδημος Τσούκας.
Η εκπομπή φέτος συμπληρώνει 10 χρόνια στη δημόσια τηλεόραση και στη νέα τηλεοπτική περίοδο, που ξεκινά, η προβολή της μετατίθεται κατά μία ώρα, από τις 22.00 στις 23.00

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

«Ουδείς αναμάρτητος»: πώς οι πολιτικοί αποποιούνται τις ευθύνες τους


Ένας άντρας έχει απατήσει τη γυναίκα του. Αυτή το ανακαλύπτει και του ζητάει εξηγήσεις: «Γιατί το ‘κανες;». Ατάραχος αυτός, απαντά: «Ουδείς αναμάρτητος».

Γιατί θα έπρεπε να μας παραξενέψει μια τέτοια απάντηση; Πιο γενικά: τι είναι αυτό που καθιστά τέτοιου είδους απαντήσεις μη ικανοποιητικές;

Κατά πρώτο λόγο, μια τέτοια απάντηση δείχνει ότι ο ομιλητής δεν έχει συνειδητοποιήσει το σφάλμα του, άρα δεν δείχνει ειλικρινή μεταμέλεια. Παραπέμπει σε μια εγγενώς «αμαρτωλή» ανθρώπινη φύση, η οποία τον οδήγησε στη συγκεκριμένη πράξη. Αποσείει έτσι τη συγκεκριμένη ηθική ευθύνη που φέρει ως αυτόβουλο όν, χάριν μιας γενικής ανθρωπολογικής συνθήκης – «όλοι κάνουμε λάθη». Δεύτερον, δεν παρέχει μια αφήγηση που να ερμηνεύει τη συμπεριφορά του. Με τη γενική αναφορά στην ανθρώπινη φύση υπεκφεύγει, αφού δεν αναστοχάζεται τη δική του συγκεκριμένη συμπεριφορά. Αποφεύγοντας να δώσει συγκεκριμένη εξήγηση, αποφεύγει το «λόγον διδόναι».

Ένας πρωθυπουργός, ο κ. Σαμαράς, ερωτάται από δημοσιογράφο στο Βερολίνο για τη σφοδρώς αντιμνημονιακή του ρητορική τα προηγούμενα δύο χρόνια, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Ατάραχος αυτός απαντά, μιμούμενος το διαβόητο «mea culpa» του Α. Παπανδρέου: «ουδείς αναμάρτητος»! Με άλλα λόγια, ο κ. Σαμαράς είναι σαν να είπε: «όπως όλοι, έχω κάνει λάθη στη ζωή μου. Η αντίθεσή μου στο Μνημόνιο ήταν ένα από αυτά».

Η αφηρημένη ομολογία του ήταν μια απομίμηση ομολογίας ενοχής, μια ψευδεπίγραφη ανάληψη ευθύνης. Προσποιούμενος ότι αναγνωρίζει τις αστοχίες του, οικειοποιείται ― και, πονηρά, προσπερνά― την κριτική: αποφεύγει τη βάσανο της εξήγησης που θα έπρεπε να παράσχει. Η εξήγησή του αναπόφευκτα θα είχε αυτοκριτικό χαρακτήρα, με κίνδυνο απομείωσης του πολιτικού του κεφαλαίου. Αποφεύγοντας τη δημόσια αφήγηση των αστοχιών του, ξεφεύγει από τη δημόσια λογοδοσία.

Η υποψία μας για τη διπλή γλώσσα του πρωθυπουργού μετατρέπεται σε βεβαιότητα αν δούμε προηγούμενες παρεμφερείς δηλώσεις του. Τον Μάιο 2012, σε προεκλογική ομιλία στην Άρτα, είπε: «Εξακολουθώ και λέω ότι [το Μνημόνιο] είναι λάθος συνταγή». Σήμερα εμμέσως λέει: «η αντίθεσή μου στο Μνημόνιο ήταν λάθος». Θα προσέξατε ότι ο κ. Σαμαράς πιστεύει δύο αντιφατικά πράγματα συγχρόνως: και το Μνημόνιο ήταν λάθος και η αρνητική στάση του στο Μνημόνιο ήταν εσφαλμένη! Σχιζοφρενικό;

Θα αναρωτηθείτε πώς συμβιβάζει ένας άνθρωπος τόσο αντιφατικές απόψεις. Δεν υποφέρει από «γνωστική δυσαρμονία»; Απάντηση: ένας απορροφημένος από το εγώ του πολιτικός δεν βιώνει την αντιφατικότητα ως προβληματική. Ο ναρκισσιστικός εαυτός του κατασκευάζει ad hoc νοητικά σχήματα που εκλογικεύουν τη λογική ασυνέπεια. Τα προβλήματα που χειρίζεται ένας πολιτικός είναι άλλωστε τόσο σύνθετα, που μπορεί να απομονώσει εκείνες τις πτυχές που διευκολύνουν την εκλογίκευση του ιδιοτελούς καιροσκοπισμού του.

Έτσι, την υπερψήφιση του δεύτερου Μνημονίου ο κ. Σαμαράς την αποκαλεί, στην ομιλία του στην Άρτα, «ψήφο για το κούρεμα του χρέους». Το πακέτο των 11,5 δισ. περικοπών το βαφτίζει, στην ομιλία του στο Ζάππειο τον περασμένο Απρίλιο, «περικοπές σπατάλης». Αν και κανένας ισχυρισμός από μόνος του δεν είναι αναληθής, η διατύπωσή του είναι φενακιστική: αποκρύπτει τη μεγάλη εικόνα, αναδεικνύοντας επιλεκτικά επιμέρους όψεις της. Η λογικοφάνεια υποκαθιστά τη λογική συνέπεια.

Επιπλέον, στο μέτρο που κάθε ισχυρισμός διατυπώνεται ενώπιον ακροατηρίου (πραγματικού ή νοητού), η λογική ασυνέπεια αμβλύνεται από την πολλαπλότητα των ρητορικών πλαισίων: σε κάθε ακροατήριο λες διαφορετικά πράγματα! Στις προεκλογικές σου ομιλίες βάλλεις κατά του Μνημονίου, αυτοσυγχαίρεσαι για τη διορατικότητά σου, και υπόσχεσαι ότι θα βρεις ανώδυνα «ισοδύναμα» μέτρα. Στη Μέρκελ, ταπεινωμένος, δεσμεύεσαι ότι θα εφαρμόσεις πιστά το Μνημόνιο! Η ποικιλία των ρητορικών πλαισίων ενθαρρύνει την καιροσκοπική προδιάθεση του ομιλητή. Οι λαϊκιστές το ξέρουν καλά: λες αυτά που θέλουν να ακούσουν οι εκάστοτε ακροατές σου!

Φυσικά, η λαϊκιστική πλειοδοσία και η καιροσκοπική συμπεριφορά δεν χαρακτηρίζουν μόνο τον κ. Σαμαρά ― διαπερνούν όλο το πολιτικό φάσμα. Τα κόμματα προσποιούνται ότι αναλαμβάνουν δεσμεύσεις, τις οποίες καιροσκοπικά αγνοούν. Τελευταίο παράδειγμα η δήθεν «προγραμματική συμφωνία» των τριών κυβερνητικών κομμάτων: ένα κείμενο άνευ αξίας πλέον, αφού βασικές δεσμεύσεις του ήδη αθετήθηκαν!

Ποιο είναι το πρόβλημα με αυτό τον καιροσκοπικό («στρατηγικό») τύπο ομιλίας; Ευτελίζει την πολιτική γλώσσα και τις ηθικές δεσμεύσεις που εγγενώς αναλαμβάνουν οι συν-ομιλητές, προάγει την ασυνεννοησία, και ενθαρρύνει το ναρκισσισμό. «Άλλα μας λέγατε προεκλογικά», φώναζαν πρόσφατα οι συνδικαλιστές της ΝΔ. «Άλλα λέγαμε στην προγραμματική συμφωνία», επισημαίνουν οι διαφωνούντες βουλευτές της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ.

Η έλλογη συμμετοχή μας στην πολιτική κοινότητα προϋποθέτει ότι η επικοινωνία μας αποσκοπεί πρωτίστως στην αμοιβαία κατανόηση. Αυτό συμβαίνει όταν είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε ο ένας τους ισχυρισμούς του άλλου, το οποίο προϋποθέτει ότι οι ισχυρισμοί αντανακλούν αξιόπιστα τις πεποιθήσεις μας. Με άλλα λόγια, η συν-ομιλία μας διαπερνάται από την υπόρρητη προσδοκία «να ειπωθεί η αλήθεια». Όχι ότι δεν χρησιμοποιούμε «στρατηγικά» το λόγο μας, αλλά, ακόμη και αυτή η χρήση καθίσταται εφικτή στο μέτρο που συν-εννοούμαστε. Η «στρατηγική» χρήση της γλώσσας προϋποθέτει την κατανοητική («επικοινωνιακή») χρήση: για να παραπλανήσουμε πρέπει να προσποιηθούμε ότι δεν το κάνουμε! Ακόμα και ο Τσοχατζόπουλος διατείνεται ότι «υπηρέτησε την Ελλάδα»!

Το δράμα της χώρας δεν αποτυπώνεται μόνο στην οικτρή δημοσιονομική της κατάσταση, αλλά και στην ευτέλεια της γλωσσικής συμπεριφοράς των πολιτικών της.