Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Ψευδαισθήσεις, μελαγχολία, ελπίδες


Το αποτέλεσμα των πρόσφατων ευρωεκλογών είναι τέτοιο που συντηρεί ψευδαισθήσεις, επιφέρει στοχαστική μελαγχολία, και δημιουργεί ελπίδες. Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Πρώρα οι ψευδαισθήσεις. Το ποσοστό της ΝΔ (δεύτερο κόμμα με διαφορά 4 μονάδων από τον πρωτεύσαντα ΣΥΡΙΖΑ) είναι, όπως λένε τα παπαγαλάκια του συστήματος, «πολιτικά διαχειρίσιμο». Αυτό θα πει ότι δίνει στον Σαμαρά την ψευδαίσθηση ότι θα μπορέσει να εξακολουθεί να κυβερνά. Θα διαπιστώσει, βέβαια, μετά τη θερινή ραστώνη ότι θα δυσκολευθεί. Στο μέτρο που έχει καμφθεί (έστω χωρίς να συντριβεί) η νομιμοποίηση της κυβέρνησης, πλήττεται η κυβερνησιμότητα της χώρας, ιδιαίτερα η ικανότητά του πρωθυπουργού να πάρει μεγάλες, δύσκολες αποφάσεις (διαπραγμάτευση για το χρέος, ιδιωτικοποιήσεις, ασφαλιστικά ταμεία, κλπ). Οι όροι των δανειστών, πολλοί από τους οποίους επιφέρουν τον εξορθολογισμό του κράτους, θα υλοποιούνται όλο και πιο δύσκολα, αφού οι υπουργοί θα έχουν ως πρώτη έγνοια τους την πολιτική τους διάσωση στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές.

Η κυβέρνηση θα αμφισβητείται διαρκώς, τόσο από την ισχυροποιημένη αξιωματική αντιπολίτευση, όσο και από κομμάτια του ΠΑΣΟΚ, το οποίο για να επιβιώσει, θα αναζητεί λόγους διαφοροποίησης από την κυβερνητική πολιτική. Οι τριβές και η απορρέουσα ρευστότητα θα αποτυπωθούν, στη συνέχεια, και σε δημοσκοπήσεις, θα αρχίσουν να εμφανίζονται και τα σχετικά δημοσιεύματα στον έγκυρο ξένο Τύπο, με συνέπεια να απομειώσουν περαιτέρω το πολιτικό κεφάλαιο Σαμαρά. Εν ολίγοις, η εκλογολογία θα ενταθεί, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αμφισβητεί καθημερινά την νομιμοποίηση της κυβέρνησης, οι κυβερνητικοί πολιτικοί θα ενεργούν όλο και περισσότερο με το ένστικτο της προσωπικής τους επιβίωσης. Σε ένα τέτοιο κλίμα οι εκλογές δεν θα αργήσουν, η κυβερνησιμότητα της χώρας θα μειωθεί.

[Όλα αυτά, βέβαια, συνιστούν μια ακόμα εκδήλωση της ελλαδικής παθολογίας - της αδυναμίας μας να διεξάγουμε το πολιτικό παιχνίδι με κανόνες, ένας από τους οποίους είναι ότι οι εκλογές γίνονται στην ώρα τους, ότι το Σύνταγμα δεν γίνεται εργαλείο κομματικών επιδιώξεων, ότι σε μια λειτουργική δημοκρατία δεν μπορούν να υπάγονται οι επιμέρους εκφάνσεις του δημόσιου βίου στην κομματική τιτανομαχία για την εξουσία. Αλλά αυτά είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία].

Οι ψευδαισθήσεις όμως δεν σταματούν εδώ. Η εκλογική επίδοση του ΠΑΣΟΚ (η μάσκα της «Ελιάς» δεν ξεγελά κανέναν, στο μέτρο που οι συνιστώσες της είναι ο Λοβέρδος και ο Μόσιαλος, πρώην υπουργοί του ΠΑΣΟΚ!) είναι τέτοια που του δίνει την ψευδαίσθηση να νομίζει ότι είναι ακόμα ζωντανό! Πρόκειται για ένα κατ' εξοχήν καταπραϋντικό αποτέλεσμα, το οποίο αφενός μεν αποτρέπει την άμεση αμφισβήτηση του Βενιζέλου (άρα διασφαλίζει προσωρινή ηρεμία), αφετέρου δε αποτρέπει, για μιαν ακόμα φορά, τον χώρο αυτό από τον γενναίο αναστοχασμό, δίνοντάς του τη δυνατότητα να συνεχίσει να πορεύεται λίγο-πολύ ως έχει, με όλα τα λουλούδια στο βάζο (από τον Πρωτοπαππά και τη Γεννηματά, μέχρι τον Κουκουλόπουλο και την Αντωνίου!). Είναι, στην ουσία, κλινικά νεκροί, αλλά νομίζουν ότι διέφυγαν τον κίνδυνο! Στα συστημικά ΜΜΕ, βέβαια, προβάλλεται η «σωτηρία» του ΠΑΣΟΚ (το γεγονός δηλαδή ότι ό ασθενής βγήκε από την εντατική και εισήλθε στη μονάδα παρηγορητικής φροντίδας) ως επίτευγμα! Μυωπικά ενεργούντες, νοιάζονται περισσότερο για την επιβίωση των πυλώνων του καταρρέοντος συστήματος, παρά για την ανίχνευση των υπόγειων διαδρομών που λαμβάνουν χώρα στην ελλαδική κοινωνία.

Δεύτερο, η στοχαστική μελαγχολία. Ένα από τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα των ευρωεκλογών δεν είναι η αντοχή του ΠΑΣΟΚ, αλλά η αντοχή της Χρυσής Αυγής. Στην ελλαδική κοινωνία υπάρχει απίστευτη οργή (ακόμα και «μίσος», όπως μούλεγε ένας ταξιτζής τις προάλλες) για το «σύστημα» που κατέστρεψε τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων. Μόνο ένας υποκριτής ηθικολόγος ή ένας αφελής ρασιοναλιστής απλώς καταδικάζει αυτό το γεγονός, δίχως να εμβαθύνει στη γένεσή του. Όπως έχω γράψει σε ένα προγενέστερο (και σε ανύποπτο χρόνο) άρθρο μου, αντλώντας από τα έννοιες του αείμνηστου Αλμπερτ Χίρσμαν, οι άνθρωποι προσφεύγουν στην κυριολεκτική ή συμβολική βία όταν δεν βλέπουν δυνατότητα «εξόδου», ενώ νοιώθουν ότι η «φωνή» τους δεν ακούγεται. Η ΧΑ είναι παράγωγο του «συστήματος», υπάρχει ως κατοπτρικό του είδωλο: εκφράζει τη βία που θα ήθελε να ασκήσει στο «σύστημα» (ανταποδίδοντας τη βία που υπέστη) ο πληβειοποιημένος ανθρωπάκος, αλλά δεν μπορεί.

Τρίτον, η ελπίδα. Για πρώτη φορά, μέσα σε 3 μόλις μήνες, ένα νεόκοπο κόμμα, το «Ποτάμι», από το πουθενά, πήρε το αξιοσημείωτο 6,6%. Πρόκειται όχι μόνο για «άθλο» όπως σωστά παρατήρησε ο ιδρυτής του, αλλά για ένα ευοίωνο αποτέλεσμα – ανοίγει προοπτικές. Είχαμε κι άλλα κόμματα του ριζοσπαστικού κέντρου στο παρελθόν, αλλά αυτό είναι το μόνο που φτούρησε. Το «Π» εξέφρασε με υπεύθυνο, αδογμάτιστο, φιλοευρωπαϊκό τρόπο, το άφθαρτο, αξιόπιστο, και εξωσυστημικό πολιτικό στοιχείο που έχει ανάγκη η χώρα. Με το 6,6 % το «Ποτάμι» άρχισε ήδη να φουσκώνει. Από τις επιλογές που θα κάνει από δω και πέρα, εξαρτάται πόσο μεγάλο θα γίνει. Η εξαέρωση της ΔΗΜΑΡ και της Δράσης το καθιστά τον κύριο ποταμό (mainstream) του εξωσυστημικού, προοδευτικού μεταρρυθμισμού. Θα αναπτυχθεί αν οργανωθεί και σχεδιάσει με στρατηγική τα επόμενα βήματά του. Ως πολύτιμη δεξαμενή ψήφων, θα το προσεγγίσει, βεβαίως, ο πάντοτε αρπακτικός κ. Βενιζέλος, στο όνομα της δημιουργίας της «κεντροαριστεράς». Ελπίζω το «Π» να μην πέσει στην παγίδα. Η ιστορική κεντροαριστερά, όπως τη γνωρίσαμε, έχει χρεοκοπήσει ηθικοπολιτικά. Δεν έχει κανένα λόγο το «Π» να δώσε φύλλο συκής σε φθαρμένα άτομα του συστήματος (για να το πώς όσο πιο ευγενικά μπορώ) τύπου Λοβέρδου και Βενιζέλου, το φύλλο συκής που χρειάζονται για να κρύψουν την πολιτική γύμνια τους και τις ιδιοτελείς επιδιώξεις τους.

Ως συνήθως, για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ. Η ελληνική οικονομία και οι βιοτικές συνθήκες των πολιτών άλλαξαν ριζικά. Μόνο ένας αφελής δεν βλέπει ότι αντιστοίχως θα αλλάξει και η πολιτική ζωή. Τα συστημικά κόμματα της μίζας και της χρεοκοπίας θέλουν να μας πείσουν ότι το αύριο μπορεί να είναι διαφορετικό από το χθες, νοουμένου ότι αυτά θα εξακολουθούν να κρατάνε το πηδάλιο της χώρας. Είναι απίθανο να συμβεί, όπως το φαντάζονται τουλάχιστον. Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση θα καλούμαστε να ρισκάρουμε την αυθεντική πολιτική μας αναγέννηση (προσοχή, όχι αναπαλαίωση, όπως επιζητεί ο νεοδημαγωγός κ. Τσίπρας). Όσο ο «συντηρητικός» μας εαυτός υπερισχύει του «ριψοκίνδυνου» εαυτού, το πολιτικό τέλμα θα συνεχίζεται. Όταν ο «ριψοκίνδυνος» εαυτός πάρει το πάνω χέρι, τότε θα έχουμε δημιουργήσει τις συνθήκες της υπέρβασης. Δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβεί και δεν γνωρίζουμε πώς θα συμβεί. Όπως τόνιζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, η ιστορία είναι δημιουργία. Το τίμημα για κάθε καινούριο στην επιστήμη, στην αγορά, στην πολιτική, είναι η διακινδύνευση. Αν δεν ρισκάρεις, δεν θα αμειφθείς. Ζητούνται ηγέτες που θα καταφέρουν να πείσουν τον πολίτη ότι αξίζει να ρισκάρει, αν δεν θέλει να ζει μέσα στα λύματα που παράγει ένα διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό σύστημα.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Η ηθική της ανευθυνότητας


Εν όψει των αυτοδιοικητικών εκλογών, είναι χρήσιμο να διευρύνουμε τον προβληματισμό μας για να συμπεριλάβουμε και θέματα που αφορούν στην ηθική αντίληψη που έχουν οι υποψήφιοι για το αξίωμά τους. Παραδείγματος χάριν, πολύ χειρότερο από το να πάρεις μια εσφαλμένη απόφαση είναι να προσπαθείς να τη συγκαλύψεις. Το σφάλμα είναι, συνήθως, ανεπίγνωστο – μια απόφαση λ.χ. λαμβάνεται επιπόλαια ή ερασιτεχνικά, δίχως πλήρη γνώση των συνεπειών της. Η συγκάλυψη, όμως, είναι εσκεμμένη - δείχνει μικρόνοια, ανευθυνότητα και αδιαφορία. Το δημόσιο πρόσωπο που την επιχειρεί είναι ακατάλληλο να κατέχει δημόσιο αξίωμα.

Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου για το ατύχημα που επέφερε τα θάνατο ενός παιδιού σε λούνα παρκ, το οποίο λειτουργούσε παράνομα στον Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης, ο δήμαρχος κ. Κορτζίδης επιχείρησε αποποίηση ευθυνών. Στο λόγο του καθρεφτίστηκε η ποιότητα των πρακτικών διοίκησης του Δήμου του.

Γιατί το λούνα παρκ λειτουργούσε δίχως άδεια; Διότι, σύμφωνα με τον δήμαρχο, (α) «υπάρχει ένα πολυδαίδαλο θεσμικό πλαίσιο» , (β) «ως Δήμος δεν είχαμε ανάλογη εμπειρία» , (γ) η επιχείρηση δεν αιτήθηκε άδειας, και (δ) «θεωρήσαμε ότι ήταν μια προσωρινή εγκατάσταση». «Με βάση όλα τα παραπάνω» , ισχυρίστηκε ο δήμαρχος, «εκτιμήσαμε ότι δεν απαιτείται άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας». «Ήταν αυτό σωστό ή λάθος;» αναρωτήθηκε. «Θα το δείξει η έρευνα» , είπε.

Τι εντυπωσίασε στην εξήγηση του δημάρχου; Τρία συν ένα πράγματα.

Πρώτον, η μειωμένη ηθική αυτεπίγνωσή του. Ακόμη και μετά το θανατηφόρο ατύχημα, ουδόλως αναστοχάζεται τις αποφάσεις του Δήμου. Δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για την παράλειψή του να εκδώσει άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας του λούνα παρκ (και, άρα, να ζητήσει από την επιχείρηση να πάρει όλα τα μέτρα ασφαλείας που θα καθιστούσαν την έκδοση άδειας εφικτή). Ο δήμαρχος θεωρεί ότι έχει ευθύνες μόνο αν και εφόσον του αποδοθούν! Ούτε διανοείται να τις αναλάβει μόνος του, ως επικεφαλής του οργανισμού του. Προσπαθεί να διασωθεί πολιτικά, αυτο-διασυρόμενος ηθικά.

Δεύτερον, ο δήμαρχος δεν μιλά ως λήπτης αποφάσεων, αλλά ως παρατηρητής. Αν το θεσμικό πλαίσιο είναι «πολυδαίδαλο» ή αν η Δήμος δεν είχε την «ανάλογη εμπειρία» είναι σχόλια ενός παρατηρητή, όχι ενός επικεφαλής οργανισμού. Ο λόγος του επικεφαλής είναι ο λόγος του δρώντος (του λήπτη αποφάσεων), όχι του σχολιαστή. Ο δρων αφηγείται πράξεις και παραλείψεις του, δεν αντιμετωπίζει ως τρίτος τον εαυτό του. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει είναι δικό του θέμα. Ο Δήμος όφειλε να εργασθεί πιο σκληρά και ευφάνταστα για να ξεπεράσει τα όποια προσκόμματα στο έργο του. Για τους πολιτικάντηδες, όμως, αυτά είναι ασήμαντα. Επιλέγουν τις εύκολες, «επικοινωνιακές» μάχες: να αντιμάχονται λ.χ. το Μνημόνιο, όχι τον αρπακολισμό των υπηρεσιών που εποπτεύουν.

Τρίτον, ακόμα και η «προσωρινή λειτουργία» είναι λειτουργία. Έστω και μία μέρα λειτουργίας του λούνα παρκ χωρίς άδεια, θα εξέθετε σε κίνδυνο τους χρήστες του – μικρά παιδιά. Ο Δήμαρχος, όμως, θεωρεί ότι το σόφισμα της «προσωρινής εγκατάστασης» μειώνει τη βαρύτητα της απόφασής του. Όχι βέβαια. Μια εγκατάσταση δεν είναι λιγότερο επικίνδυνη επειδή είναι «προσωρινή» .

Τέλος, την κριτική που δέχθηκε ο κ. Κορτζίδης την απέδωσε σε πολιτικά «συμφέροντα». Δείτε το βαθύτερο μοτίβο. Όταν οι πολιτικοί κατηγορούνται, επικαλούνται δόλιες συνωμοσίες των αντιπάλων τους! (Τα ίδια δεν έλεγε και ο Τσοχατζόπουλος;). Ο πολωτικός κομματικός ανταγωνισμός παρέχει ρητορικά εφόδια στους «παίκτες», προκειμένου να αποκρύψουν τις ευθύνες τους: ενισχύει τον οπαδισμό (οι πωρωμένοι κλακαδόροι στη συνέντευξη του δημάρχου έφτιαχναν κλίμα) και επιδιώκει να στρέψει την προσοχή των ΜΜΕ σε άλλα θέματα.

Αν μας ενδιαφέρει η ορθολογική αντιμετώπιση των προβλημάτων και η λογοδοσία των ηγετών μας, ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε: να στιγματίζουμε τους ανεύθυνους πολιτικούς, αποπέμποντάς τους από τα αξιώματά τους όταν μπορούμε.

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Πολιτικός γενιτσαρισμός και πολιτικοποίηση της ιδιοτέλειας! Η κληρονομιά του κ. Κώστα Μπακογιάννη στο Δήμο Καρπενησίου

του Θανάση Καραγιαννόπουλου



Λίγες μέρες πριν τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές είναι χρήσιμο να κατανοήσουμε το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της δημοτικής περιόδου, της πρώτης «Καλλικρατικής», σε ότι αφορά τουλάχιστον στο Δήμο Καρπενησίου. Μιας περιόδου που είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά λόγω του προσώπου του δημάρχου, γόνου ισχυρής πολιτικής οικογένειας, άλλα κυρίως λόγω της νοοτροπίας και λειτουργίας που μετέφερε, προσαρμοσμένης αποκλειστικά και μόνο στους σχεδιασμούς και τις προσωπικές επιδιώξεις του.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

«Διαφανώς αδωρότατοι»;


Η σοφιστική είναι ίσως η σημαντικότερη δεξιότητα που αποκτούν οι πολιτικοί, ιδιαίτερα όταν λειτουργούν σε ένα αυτο-εξυπηρετικό πολιτικό σύστημα, με καχεκτικά θεσμικά αντίβαρα, και μειωμένες απαιτήσεις ορθής θεσμικής συμπεριφοράς. Η ικανότητα να ερμηνεύεις τα εκάστοτε δεδομένα που σε αφορούν όπως σε συμφέρει και να σώζεις λογικοφανώς τα προσχήματα, προσφέρει στους πολιτικούς βραχυπρόθεσμο επικοινωνιακό πλεονέκτημα. Αν έτσι η Πολιτική απαξιώνεται, λίγο ενδιαφέρει τους επαγγελματίες της.

Η σύζυγος του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας (δηλαδή ο Πρόεδρος) αγοράζει από την Αρχιεπισκοπή ένα οικιστικό ακίνητο 1739 τμ, σε μια πιο τις ακριβότερες περιοχές της Κύπρου. Η τιμή αγοράς (500.000 ευρώ) είναι αρκετά χαμηλότερη από την τιμή που αποδίδουν στο ακίνητο ανεξάρτητοι εκτιμητές γης (τουλάχιστον 870.000 ευρώ). Οι όροι είναι εξαιρετικά ευνοϊκοί για τον αγοραστή: το 60% του ποσού θα αποπληρωθεί σε 75 άτοκες μηνιαίες δόσεις! Και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Αρχιεπίσκοπος κάνουν λόγο για μια «ιδιωτική πράξη», η οποία έγινε υπό «συνθήκες ελεύθερης αγοράς». Κατά συνέπεια, συμπεραίνουν, ουδέν «μεμπτό» ή «επιλήψιμο» υπάρχει σε αυτή τη συναλλαγή.

Ας δούμε τη λογική δομή του συλλογισμού. Λένε: «Αν μια ιδιωτική πράξη γίνει με όρους ελεύθερης αγοράς, τότε είναι ηθική πράξη» (α). «Η συγκεκριμένη πράξη είναι ιδιωτική και έγινε σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς» (β). Συμπέρασμα: «Η αγορά του ακινήτου από τον Πρόεδρο είναι μια ηθική πράξη». Σε μια σύγχρονη κοινωνία το (α) είναι ευρύτατα αποδεκτό. Το (β), όμως, πώς γνωρίζουμε ότι αληθεύει;

Ο Πρόεδρος και ο Αρχιεπίσκοπος συνήψαν μια ιδιωτική συναλλαγή; Ναι, φυσικά. Αλλά όχι μόνον. Η ιδιωτική συναλλαγή επικαλύπτεται από τη βαριά θεσμική ιδιότητα των εμπλεκομένων. Μπορούν να διαχωριστούν τα δύο; Μερικές φορές ίσως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, δύσκολα. Γιατί; Διότι δεν ξέρουμε (και δεν υπάρχει τρόπος να το μάθουμε) αν οι όροι της συναλλαγής είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης διαπραγμάτευσης δύο ανεξάρτητων μερών που συναντώνται στον απρόσωπο μηχανισμό της αγοράς, και όχι αποτέλεσμα ιδιοτελών παραχωρήσεων (ή απαιτήσεων) της μιας προς (από) την άλλη.

Να το πω διαφορετικά: αν ένας απλός πολίτης ήθελε να αγοράσει το ίδιο οικόπεδο, θα του πωλούνταν στην ίδια τιμή, με τους ίδιους ευνοϊκούς όρους; Δεν το ξέρουμε. Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι ο πιο ισχυρός άνθρωπος στη χώρα αγοράζει ένα ακίνητο-φιλέτο για την οικογένειά του. Δεν είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι η θεσμική ισχύς του προσμετρήθηκε από τον πωλητή στην, κατά τα άλλα, ιδιωτική συναλλαγή;

Κι αν ο πωλητής επέλεξε να πουλήσει το οικόπεδό του με όρους που αυτός θεωρούσε συμφέροντες, εμάς τι μας νοιάζει; Μας νοιάζει διότι ο πωλητής είναι, αφενός, δημόσιο πρόσωπο (συμβολικά και υλικά πανίσχυρο) και, αφετέρου, δεν γνωρίζουμε αν οι όροι πώλησης επιβλήθηκαν, ρητά ή άρρητα, από τη θεσμική ιδιότητα του αγοραστή, ή αν αυτή η παραχώρηση δεν έγινε ως μέρος μιας άλλης, ευρύτερης, παρασκηνιακής δοσοληψίας μεταξύ δύο πολύ ισχυρών θεσμικών παραγόντων.

Κι αν η τιμή αγοράς είναι πολύ κοντά στην τιμή του Κτηματολογίου (όπως ισχυρίζεται η Πρώτη Κυρία); Και πάλι η καχυποψία δεν αίρεται: οι τιμές του Κτηματολογίου δεν προκύπτουν «αντικειμενικά» από πίνακες τιμών, αλλά εμπεριέχουν υποκειμενική κρίση. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η κρίση αυτή ήταν όντως αμερόληπτη – αν, δηλαδή, η θεσμική ιδιότητα του αγοραστή αγνοήθηκε. Αλλά και αν δεχθούμε ότι ήταν αμερόληπτη, προκύπτει το ερώτημα γιατί ο πωλητής (ο Αρχιεπίσκοπος) δεν ζήτησε μια καλύτερη τιμή, αφού σε αυτή την ακριβή περιοχή αυτή της Λεμεσού μπορούσε εύλογα να το κάνει (όπως θα έκανε κάθε ιδιώτης πωλητής στη θέση του). Το γεγονός ότι δεν το έκανε είναι άσχετο με τη θεσμική ιδιότητα του αγοραστή και τις μεταξύ τους επίσημες σχέσεις; Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε, άρα διατηρούμε την καχυποψία μας.

Βλέπετε ποιο είναι το πρόβλημα; Ακόμα και αν το (β) αληθεύει, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Θα υπάρχει πάντοτε η εύλογη καχυποψία ότι η θεσμική ιδιότητα των εμπλεκομένων μερών είχε καθοριστική επιρροή στην ιδιωτική συναλλαγή. Όπως, κατ’ αναλογία, θα ήμασταν καχύποπτοι αν μαθαίναμε ότι η οικογένεια του Προέδρου φιλοξενήθηκε, έναντι συμβολικής τιμής, στο υπερπολυτελές ξενοδοχείο Ριτζ του Παρισιού. Θα υποπτευόμασταν ότι η ιδιωτική πράξη επικαθορίστηκε από τη θεσμική ιδιότητα του πελάτη. Με λίγα λόγια, ο πιο ισχυρός άνθρωπος της χώρας δεν μπορεί να έχει αυστηρά ιδιωτικές συναλλαγές, όπως οι υπόλοιποι πολίτες. H ιδιότητά του είναι τέτοια που επισκιάζει οποιεσδήποτε άλλες πτυχές του φορέα της.

Γιατί είμαστε τόσο αυστηροί με τους ηγέτες μας; Διότι, γνωρίζοντας την ανθρώπινη φύση, είμαστε θεσμικά καχύποπτοι σε όσους εμπιστευτήκαμε να ασκούν εξουσία. Θα τη χρησιμοποιήσουν σωστά; Δεν το γνωρίζουμε και γι αυτό απαιτούμε λογοδοσία, θεσμοθετούμε θεσμικά αντίβαρα (checks and balances) στην ισχύ τους, και αναμένουμε να μην προβαίνουν σε πράξεις που δημιουργούν υποψίες για τα κίνητρά τους. Η οιονεί απουσία ιδιωτικής συμπεριφοράς είναι το τίμημα που πληρώνει όποιος ασκεί έλλογη εξουσία στη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Για να ασκήσει αποτελεσματικά την πειθώ του ένας Πρόεδρος δεν αρκεί η τυπική ισχύς τους αξιώματός του. Απαιτείται ηθικό-συμβολικό κεφάλαιο, το οποίο αποκτάται όταν, όπως παρατηρεί ο Θουκυδίδης, ο πολιτικός ηγέτης είναι αφενός μεν «δυνατός τω τε αξιώματι και τη γνώμη», αφετέρου δε «διαφανώς αδωρότατος» (δεν λαμβάνει δώρα). Τότε ο ηγέτης χαίρει εμπιστοσύνης, ο λόγος του αποκτά δραστικότητα, και, εδώ είναι το πιο σημαντικό, «στηριγμένος στο προσωπικό του κύρος [ο ηγέτης] αποτολμά και αντιλογία προς [το λαό]» (Θουκυδίδης), όταν αυτό απαιτούν οι περιστάσεις. Ο λαός χρειάζεται «καθοδήγηση» λέει ο Θουκυδίδης, την οποία μόνον ένας ηγέτης με «προσωπικό κύρος», απόρροια αυτο-περιοριστικής συμπεριφοράς, μπορεί να παράσχει. Ο «κατ’ αλήθειαν» πολιτικός, γράφει ο Αριστοτέλης, «θέλει να δημιουργεί αγαθούς πολίτες και πρόθυμους να υπακούουν τους νόμους». Το πετυχαίνει αυτό όταν, μεταξύ άλλων, αυτοπεριορίζεται στην άσκηση της εξουσίας, δίνοντας ο ίδιος το παράδειγμα του ενάρετου βίου.

Στις ανεπτυγμένες δημοκρατίες έχει εμπεδωθεί μια κουλτούρα δημόσιας ηθικής, από την οποία είναι πολύ δύσκολο να αποστασιοποιηθούν οι πολιτικοί. Δείτε, για παράδειγμα, τη Γερμανία. Το 2012 ο Πρόεδρος Δημοκρατίας παραιτήθηκε από το υψηλό αξίωμά του. Γιατί; Διότι αποκαλύφθηκε ότι έλαβε ένα ιδιωτικό δάνειο από τη σύζυγο πλούσιου φίλου του, όταν ήταν πρωθυπουργός της Κάτω Σαξονίας. Στην ανακοίνωση της παραίτησής του ο κ. Βόλφ ανέφερε: «οι πρόσφατες εξελίξεις έδειξαν ότι η εμπιστοσύνη [στο πρόσωπό μου] και στην ικανότητα να υπηρετώ [τη χώρα] έχει επηρεαστεί δυσμενώς. Γι αυτό το λόγο δεν είναι πλέον δυνατόν μα συνεχίσω να είμαι Πρόεδρος». Ακριβώς περί αυτού πρόκειται: η άσκηση δημόσιου αξιώματος προϋποθέτει εμπιστοσύνη στο φορέα του. Όταν ιδιωτικές πράξεις εγείρουν υποψίες για εμπλοκή της θεσμικής ιδιότητας στην άσκησή τους, η εμπιστοσύνη κλονίζεται.

Ο ηθικός πήχης στην άσκηση δημόσιου αξιώματος στη βόρεια Ευρώπη είναι, συνήθως, ψηλά. Σε μας είναι τόσος όσο πρέπει για να περνούμε εύκολα από πάνω! Όπως είπε και ο καλύτερος ίσως μπίζνεσμαν του νησιού, ο Αρχιεπίσκοπος, «αυτό μας εμάρανε τώρα;». Η δημόσια ηθική των πολιτικών μας είναι μια πολυτέλεια χωρίς την οποία μπορούμε να ζήσουμε μια χαρά.

Ο πρώην Πρόεδρος κ. Χριστόφιας είχε ιδιωτικές δοσοληψίες, επί της θητείας του, με τον εθνικό εργολάβο της χώρας, για κάποια «κουτσοδούλεια», ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ. Ένας άλλος πρώην Πρόεδρος, ο κ. Βασιλείου, συν-εγγυητής εταιρίας του γαμπρού του, ήρθε σε συμβιβασμό με την Τράπεζα Κύπρου για να διαγραφούν οφειλές 10 εκατομμυρίων ευρώ όταν η εταιρία χρεοκόπησε. Ο συμπέθερος του νυν Προέδρου έβγαλε από τη χώρα μερικά εκατομμύρια, λίγες μέρες πριν το «κούρεμα» του 2013. Η χρεοκοπία των τραπεζών έφερε στη προσκήνιο χαριστικά δάνεια, διαγραφές δανείων, και δάνεια χωρίς εξασφαλίσεις σε περίβλεπτα μέλη του πολιτικού-οικονομικού-συνδικαλιστικού κατεστημένου. Η Τράπεζα Κύπρου χάρισε 3.5 εκατομμύρια ευρώ στην ΠΕΟ, ενόσω το κόμμα που την υποστηρίζει κυβερνούσε. Η εταιρία Focus επιχορήγησε με 2 εκ. ευρώ το ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ. Οι συστάσεις GRECO για την χρηματοδότηση των κομμάτων ακόμη δεν εφαρμόζονται ουσιαστικά. Και ούτω καθεξής - ο κατάλογος είναι, δυστυχώς, μακρύς. «Στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας κανείς ποτέ δεν χάνει» (Σαββόπουλος).

Ετούτο δεν «μας εμάρανε», εκείνο δεν «μας εμάρανε», τελικά μαράθηκε χώρα!