Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Η ΣΗΜΑΙΑ, Η ΜΑΝΤΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ: ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ


Μπορεί μια αριστούχος μαθήτρια, μουσουλμάνα, αλλοδαπής καταγωγής, να συμμετέχει στην παρέλαση για τη Γιορτή της Εθνικής Ανεξαρτησίας; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, είναι διδακτικό να πάμε 20 και πλέον χρόνια πίσω. Μπορεί ένας αριστούχος μαθητής, αλβανικής καταγωγής, να κρατά την ελληνική σημαία στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου;

Αυτό το ερώτημα δεν τίθεται πλέον, είναι ξεπερασμένο. Δεν τίθεται όχι γιατί «λύσαμε» το πρόβλημα αλλά γιατί, όπως λέει ο Βιτγκενστάϊν, το «διαλύσαμε» - δεν υφίσταται πλέον. Έχουμε αποδεχθεί ότι η εθνική προέλευση του αριστούχου μαθητή δεν μας ενδιαφέρει, στο μέτρο που αριστεύει μετέχοντας της ημετέρας παιδείας. Όταν τέθηκε για πρώτη φορά το θέμα, προκλήθηκαν, όπως είναι φυσικό, αντιδράσεις. Εκφράστηκαν διαφορετικές απόψεις (ακόμα θυμάμαι τους «αγανακτισμένους» γονείς στη Θεσσαλονίκη να διαμαρτύρονται κατά της σημαιοφορίας του μαθητή Οδυσσέα Τσεναϊ, πετυχαίνοντας, τελικά, να αποτρέψουν τη συμμετοχή του στην παρέλαση) αλλά το θέμα έληξε. Τους μετανάστες της δεκαετίας του 1990 τους αφομοιώσαμε, τα παιδιά τους όχι μόνο μιλάνε άψογα ελληνικά αλλά τους επιτρέψαμε να κρατάνε την ελληνική σημαία, η πολιτική μας κοινότητα εμπλουτίστηκε. Η πρόκληση της δεκαετίας του 1990 μας ώθησε να αναστοχαστούμε την ελληνικότητα, να εκλεπτύνουμε την αυτο-κατανόησή μας. Οι δυσκολίες μας ωρίμασαν.

Προτείνω να δούμε το θέμα της μουσουλμανικής μαντήλας στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου με παρόμοιο τρόπο. Ιδού γιατί – φιλοσοφικά και πραγματιστικά.

Φιλοσοφικά, για τον John Rawls, τον μεγαλύτερο ηθικό φιλόσοφο του 20υ αιώνα, ο πολιτικός φιλελευθερισμός σέβεται τον την αρχή του «reasonable pluralism», ότι, δηλαδή, η «εύτακτη κοινωνία» (“well-ordered society”) οφείλει να δημιουργεί χώρο για την έκφραση των ηθικών πεποιθήσεων των μελών της, συμπεριλαμβανομένων των θρησκευτικών. Προσέξτε την κρίσιμη έννοια «reasonable pluralism» («εύλογος πλουραλισμός»). Το γεγονός ότι δυσκολευόμαστε να προσδιορίσουμε οριστικά τι είναι «εύλογο» δεν σημαίνει ότι η έννοια είναι άχρηστη. Αντιθέτως, στις φιλελεύθερες κοινωνίες προσπαθούμε κάθε φορά να ορίσουμε τι συνιστά «εύλογο», στα εκάστοτε συμφραζόμενα. Αυτή η ελεύθερη συζήτηση προσδιορίζει και τη φιλελεύθερη ταυτότητα της κοινωνίας – συζητούμε για να ανακαλύψουμε τι πεποιθήσεις θα υιοθετήσουμε (ο ορισμός του John Dewey για τη στοχαστική σκέψη).

Πριν από 100 χρόνια δεν θεωρούνταν «εύλογο» οι μαύροι να έχουν πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ, ενώ θεωρούνταν «εύλογο» σε πολλές χώρες να διώκονται ποινικά οι γκέι. Οι φιλελεύθερες κοινωνίες, ακριβώς επειδή είναι ανοιχτές κοινωνίες, δεν θεωρούν τετελεσμένο το νόημα που συνέχει τους κοινωνικούς θεσμούς, αλλά διαρκώς συζητήσιμο και δυνητικά αναθεωρήσιμο.

Έτσι, θεωρείται «εύλογο» σήμερα να σέβεται μια φιλελεύθερη κοινωνία το δικαίωμα του σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού του ατόμου, όπως θεωρεί «εύλογο» να προσφέρει τη δυνατότητα εναλλακτικής θητείας στους αντιρρησίες συνειδήσεως. Το γεγονός ότι είναι πλέον δικαίωμα του Αμερικανού στρατιώτη να ομολογεί ότι είναι γκέι, δεν σημαίνει ότι ο Αμερικανικός Στρατός θα δεχθεί τραβεστί – αυτό δεν θεωρείται «εύλογο». Το γεγονός ότι όλοι, δυνητικά, μπορούν να αποφύγουν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία (αν τους δοθεί η δυνατότητα της εναλλακτικής θητείας), δεν είναι «εύλογο» να τη στερούμε από όσους, για λόγους συνειδήσεως, αρνούνται να το πράξουν.

Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι μια φιλελεύθερη κοινωνία, όπως συνταγματικά και πολιτισμικά είναι η ελληνική, πρέπει να θεωρεί «εύλογη» τη χρήση της μαντήλας, όπως αυτή της αριστούχας μουσουλμάνας μαθήτριας που παρέλασε την 25η Μαρτίου, ως έκφραση της θρησκευτικής της ιδιοπροσωπίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρηθεί «εύλογη» η ένδυση της μπούρκας διότι αυτή, κυριολεκτικά, απο-προσωποποιεί το άτομο, κάτι το οποίο δεν γίνεται αποδεκτό σε μια φιλελεύθερη κοινωνία. Ο «εύλογος πλουραλισμός» πασχίζει να είναι ευρύχωρος αλλά έχει όρια.

Το αν η μαθήτρια οικειοθελώς φορά τη μαντήλα ή της την επιβάλλει η οικογένειά της είναι κάτι που δεν γνωρίζουμε. Το πιθανότερο είναι ότι, ως μουσουλμάνα γυναίκα, έμαθε να θεωρεί αυτονόητη τη χρήση της μαντήλας σε δημόσιο χώρο, όπως τη θεωρούσαν αυτονόητη οι μακαρίτισσες (χριστιανές) γιαγιές μου. Για πολλές μουσουλμάνες γυναίκες, ακόμα και μορφωμένες, ακόμα και γι αυτές που δεν ταυτίζονται με το Ισλάμ, η μαντήλα θεωρείται σύμβολο πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Την απόρριψη της μαντήλας από τους «δυτικούς» την εκλαμβάνουν ως πολιτισμική απόρριψη κα έκφραση ισχύος. Σε κάθε περίπτωση, τι συμβολίζει η μαντήλα δεν είναι μονοσήμαντα ορισμένο – το ίδιο το σύμβολο συνιστά ένα διακύβευμα.

Με άλλα λόγια, στη φιλελεύθερη νοο-τροπία, σημασία έχει η στοχαστική επεξεργασία λεπτών διακρίσεων, όχι η εφαρμογή καθολικής ισχύος συμπερασμάτων. Ο φιλελεύθερος θέλει να δώσει τη δυνατότητα «εύλογης» έκφρασης των ταυτοτικών πεποιθήσεων των συμπολιτών του. Με βάση αυτή τη φιλελεύθερη θεώρηση, δεν πρέπει να στερείται μια συμπολίτης μας τη δυνατότητα να εκφράσει την πολιτιστική της ιδιαιτερότητα στην Εθνική Εορτή μας.

Πραγματιστικά, πρέπει να χαιρόμαστε που το κάνει, διότι δείχνει επιθυμία ενσωμάτωσης στην κοινωνία μας. Μετέχοντας στα εθνικά μας σύμβολα, μετέχει στην πάντοτε-υπό-διαμόρφωση εθνική μας κουλτούρα, με τη δική της ετερότητα. Η συμμετοχή της στην παρέλαση και, γενικότερα, η συμμετοχή της σε ό,τι ιστορικά ορίζει το έθνος μας, την κάνει ελληνίδα. (Όπως έλεγε ο Πρίμο Λέβι, σε άλλα συμφραζόμενα, έγινα «εβραίος» στο Άουσβιτς). Γινόμενη ελληνίδα, εμπλουτίζουμε κι εμείς οι γηγενείς την κατανόηση της ελληνικότητας. Διαφορετικά: η μαντηλοφορούσα μαθήτρια θα γίνει ελληνίδα, στο μέτρο που της επιτρέπουμε να μετέχει στα σύμβολα τη κοινότητάς μας, κομίζοντας τη δική της «εύλογη» ετερότητα. Εκτός, λοιπόν, από το φιλοσοφικό επιχείρημα, υπάρχει και το πραγματιστικό – πρόκειται για μια κατάσταση «κερδίζω-κερδίζεις» (win-win situation). Ωφελείται και η κοινωνία (υποδοχής) και το (ετερόδοξο) άτομο.

Εν κατακλείδι, δεν χρειαζόμαστε την χονδροειδή προπαγάνδα της «Αυγής» για τη μαντήλα που «τσακίζει το ρατσισμό», ούτε την ανελεύθερη «εθνικοφροσύνη» ή τη μυωπική κοσμικότητα όσων καταδικάζουν τη χρήση της μαντήλας. Και στις δύο περιπτώσεις γίνεται ιδεολογική χρήση του θέματος, οπότε χάνεται η γόνιμη πρόκληση που μας θέτει για περαιτέρω στοχασμό της ελληνικότητας και των συμβόλων της.

Χρειαζόμαστε, αντιθέτως, φιλ-ελεύθερο πνεύμα, σύνεση, κατανόηση, και εμπιστοσύνη στον συλλογικό εαυτό μας. Αν κάτι μάθαμε από τις κοινωνίες του Νέου Κόσμου (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, κλπ) είναι ότι ακμάζουν εκείνες οι κοινωνίες που δεν περιθωριοποιούν αλλά γόνιμα ενσωματώνουν τον «άλλο», καθιστάμενες έτσι πολιτισμικά πιο πλούσιες. Αλλά μια τέτοια στάση μόνο κοινωνίες με αυτοπεποίθηση μπορούν να υιοθετήσουν.

Εκλεπτυσμένη σκέψη και ελεύθερη κοινωνία


Οι σωστές διακρίσεις είναι για τη σκέψη ότι είναι το οξυγόνο για τη ζωή. Όσο πιο λεπτές οι διακρίσεις, τόσο πιο οξεία η αντίληψή μας. Η έλλειψη λεπτών διακρίσεων καθιστά τον φορέα της ανίκανο να δει την πολλαπλότητα του ανθρώπινου βίου.

Δείτε τις αντιδράσεις που προκάλεσε η παράσταση της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου «Ισορροπία του Nash». Η παράσταση αυτή χρησιμοποιεί, εκτός από κείμενα του Καμύ για την τρομοκρατία, αποσπάσματα από βιβλίο του τρομοκράτη-δολοφόνου Σ. Ξηρού για την, κατ’ ισχυρισμόν, βάναυση μεταχείριση που υπέστη από τις ανακριτικές Αρχές όταν νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο. Οι περισσότεροι από όσους επέκριναν συγκροτημένα την παράσταση δεν το έκαναν με όρους δραματουργικούς, αλλά πολιτικούς-θεσμικούς: ένας δημοσίως χρηματοδοτούμενος οργανισμός όπως το Εθνικό Θέατρο, είπαν, δεν μπορεί να προβάλλει τις απόψεις ενός εγκληματία.

Μπορεί η φορολογία των πολιτών να χρηματοδοτεί έργα τέχνης που εξοργίζουν τους πολίτες; Σε μια ελεύθερη κοινωνία, όχι μόνο μπορεί αλλά επιβάλλεται. Η τέχνη – η πραγμάτευση, δηλαδή, θεμάτων που άπτονται της ανθρώπινης συνθήκης – δεν έχει όρια επειδή τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας δεν είναι γνωστά. Η φιλελεύθερη δημοκρατία θεμελιώνεται πάνω στην άρνηση της απόλυτης γνώσης: δεν ξέρουμε στ’ αλήθεια «τι είναι ο άνθρωπος», δεν γνωρίζουμε τα όρια τη ανθρώπινης εμπειρίας, και γι αυτό διαρκώς αναζητούμε. Ο ανθρώπινος βίος είναι αυτοδημιουργία. Μέσα από την τέχνη πασχίζουμε να στοχαστούμε το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όσοι διαμαρτύρονται θεωρούν ότι δημόσιοι θεσμοί, όπως το Εθνικό, οφείλουν να λειτουργούν με βάση την εικαζόμενη εθνική συνισταμένη. Δεν καταλαβαίνουν ότι η καλλιτεχνική πράξη πειραματίζεται, λειτουργεί στα όρια, προκαλεί, και, ενδεχομένως, εξοργίζει. Αντιλαμβάνονται τα καλλιτεχνικά έργα ως κατανεμημένα σε μια κανονική κατανομή, με τους κρατικά χρηματοδοτούμενους θεσμούς να παράγουν έργα στη μέση της καμπύλης. Η τέχνη, όμως, απαιτεί outliers, όχι συνισταμένες.

Όταν ο Σαββόπουλος γράφει το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο», δεν εξυμνεί έναν μαχαιροβγάλτη όπως ήταν ο Κοεμτζής αλλά αναζητά, με καλλιτεχνικούς όρους, τη διαμόρφωση του ψυχισμού του. Για ένα δικαστή, βέβαια, αυτό είναι (και πρέπει να είναι) δευτερεύουσας σημασίας, αφού, σε αυτό το θεσμικό πεδίο, προέχει η απόδοση δικαιοσύνης. Για τον καλλιτέχνη, όμως, δεν είναι η πράξη της δολοφονίας το μόνο στοιχείο που έχει ενδιαφέρον, αλλά και η κίνηση της ψυχής του δολοφόνου, η οποία πρέπει να κατανοηθεί ερμηνευτικά.

Στο μέτρο που κάθε πράξη ερμηνείας εμπεριέχει τη στοιχειώδη συμπάθεια, η κατανόηση ενός εγκληματία υπογραμμίζει ότι, παρά την απέχθεια που μας προκαλεί, δεν παύει να μετέχει της ανθρώπινης φύσης και, ως εκ τούτου, αξίζει, εκτός από την τιμωρία, τον οίκτο μας, ίσως και, υπό όρους, την ηθική συγχώρεσή μας. Στην ταινία Dead Man Walking, η Σούζαν Σάραντον υποδύεται το ρόλο μιας καλόγριας που προσεγγίζει αγαπητικά έναν θανατοποινίτη δολοφόνο, ο οποίος, λίγο πριν εκτελεστεί, μετανοεί και ζητά συγχώρεση. Η μετάνοια είναι αδιάφορη για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης αλλά δεν παύει να συνιστά ένα πνευματικό-ηθικό γεγονός. Η τέχνη αναζητά αυτό που οι άλλοι θεσμοί μας αφήνουν ανεξερεύνητο – το βάθος της ανθρώπινης εμπειρίας.

«Γιατί σε ενδιαφέρει περισσότερο η εμπειρία ενός εγκληματία όπως ο Ξηρός, στο νοσοκομείο που νοσηλεύθηκε, και δεν σε ενδιαφέρει το βίωμα του ανθρώπου που του δολοφόνησαν τον πατέρα;». Εύλογη η ερώτηση, αλλά τόσο πεπλανημένη όσο η παρατήρηση σε ένα ζωόφιλο γιατί νοιάζεται περισσότερο για τις γάτες από τους ανθρώπους που υποφέρουν. Σε μια ελεύθερη κοινωνία δεν υπάρχει προκαθορισμένη ιεραρχία στις ανθρώπινες ευαισθησίες. Στην τέχνη διερευνώνται, δυνητικά, όλες οι ανθρώπινες εμπειρίες. Στους πολιτικούς θεσμούς, αντιθέτως, ιεραρχούμε τις εμπειρίες μας: ο αποτροπιασμός που μας προκαλεί η δολοφονία μας κάνει να θέλουμε να αποδοθεί δικαιοσύνη, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τα βιώματα του δολοφόνου.

Σε μια ελεύθερη κοινωνία γνωρίζουμε ότι, σε τελική ανάλυση, δεν γνωρίζουμε: ξέρουμε ότι πάντα κάτι ίσως μας διαφεύγει και γι αυτό θέτουμε το Σωκρατικό ερώτημα: πράττουμε ορθά; Είμαστε αυτό που πρέπει να είμαστε; Πράξαμε ορθά ως κράτος δικαίου στον τρόπο που ανακρίναμε στο νοσοκομείο τον τρομοκράτη-δολοφόνο Ξηρό; Η «Ισορροπία του Nash» έθεσε δραματουργικά το ερώτημα.

Στην ελεύθερη κοινωνία δημιουργούμε θεσμούς (και) για να μας θέτουν ενοχλητικά ερωτήματα. Οι αυθεντικά φιλελεύθεροι είναι πρόθυμοι να χρηματοδοτούν με τους φόρους τους θεσμούς-«αλογόμυγες» ακριβώς γιατί, εμπνεόμενοι από το Σωκρατικό παράδειγμα, δεν εμπιστεύονται πλήρως το συλλογικό τους εαυτό και θέλουν να τον αποτρέψουν από το να διαπράξει, έστω αθέλητα, κάτι «άδικο και ανόσιο». Ως φιλελεύθεροι πολίτες αμφιβάλλουμε υγιώς για τα αγαθά κίνητρα των κρατικών μας οργάνων, δεν είμαστε βέβαιοι ότι η πολιτεία μας υπηρετεί πάντοτε τη δικαιοσύνη, και γι αυτό επιμένουμε να ρωτάμε: «πράττουμε ορθά;». Μόνο μια ελεύθερη κοινωνία μπορεί να συζητήσει αυτό το ερώτημα, μόνο μια φιλελεύθερη δημοκρατία ενδιαφέρεται να εγκύψει στην εμπειρία ενός εγκληματία, μόνο ένας φιλ-ελεύθερος δέχεται να πληρώνει για να τον ενοχλούν.