Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2008

Το μετα-πρόβλημα του ασφαλιστικού


Το ασφαλιστικό είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της χώρας. Αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα θα εξελιχθεί, μεσοπρόθεσμα, σε νάρκη μεγατόνων για την οικονομία. Σε μια ορθολογική κοινωνία, ένα τέτοιο πρόβλημα αντιμετωπίζεται ορθολογικά. Τι θα πει αυτό; Ότι μελετούμε το πρόβλημα, το συζητάμε μεταξύ μας (το συζητούν οι εκπρόσωποί μας, για την ακρίβεια) και σχεδιάζουμε ένα πεδίο λύσεων. Φυσικά δεν πρόκειται για μια αφελώς ρασιοναλιστική διαδικασία, δεδομένου ότι συγκρούονται συμφέροντα και διαφορετικές αντιλήψεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Αλλά αυτό ακριβώς δεν είναι η δημοκρατία; Μια διαδικασία έλλογης διαπραγμάτευσης;

Αυτό κάνει μια ορθολογική κοινωνία, όπως η Βρετανία ή η Γερμανία. Τι κάνουμε εμείς; Προσέξτε τον τρόπο που χειρίζεται το πρόβλημα η κυβέρνηση. Δεν εκπόνησε, ή τουλάχιστον δεν έδωσε στη δημοσιότητα, μια εμπεριστατωμένη, καλά τεκμηριωμένη και κοινά αποδεκτή μελέτη, την οποία θα μπορούσε να συντάξουν τεχνοκράτες αποδεκτοί από όλους τους κοινωνικούς εταίρους. Μια τέτοια μελέτη όφειλε να εκπονηθεί από μια ανεξάρτητη Αρχή, όπως είναι η Εθνική Αναλογιστική Αρχή. Αντιθέτως, τώρα που επιχειρείται μια τομή στο ασφαλιστικό, ο πρόεδρος της Αρχής παραιτήθηκε, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, έλλειψη πόρων για την επαρκή λειτουργία της Αρχής! Το αποτέλεσμα είναι ότι οι οικονομικές παράμετροι του ασφαλιστικού προβλήματος να μην είναι πλήρως γνωστές και, κυρίως, κοινά παραδεκτές. Δεν υπάρχει, με άλλα λόγια, μια κοινή βάση συζήτησης του προβλήματος. Σύμφωνοι, δεν είναι απαραίτητο να υιοθετήσουμε όλοι τις ίδιες παραδοχές, ή να καταλήξουμε στην ίδια ερμηνεία του προβλήματος, αλλά μπορούμε, τουλάχιστον, να ορίσουμε το πρόβλημα με σχετικά συναινετικό τρόπο. Αυτό δεν έγινε.

Θα μπορούσαμε επίσης να οργανώσουμε έναν σοβαρό κοινωνικό διάλογο για το θέμα αυτό. Το πρώτο πράγμα που κάνει όποιος ενδιαφέρεται για έναν εκτεταμένο κοινωνικό διάλογο είναι να δημιουργήσει έναν ιστοχώρο, στον οποίο παραθέτει όλες τις σχετικές πληροφορίες και επιζητά τη δημόσια διαβούλευση. Εννοείται ότι χρειάζεται και διαπραγμάτευση (μην μπερδεύουμε τη διαπραγμάτευση με το διάλογο), αλλά εδώ συναντάμε μια άλλη ιστορική παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος – δεν έχουμε μάθει να διαπραγματευόμαστε, αλλά να αξιώνουμε την υιοθέτηση των δικών μας απόψεων από τους άλλους.

Τα κόμματα και τα συνδικάτα αποχώρησαν από τον «διάλογο», και προτίμησαν τη διαμαρτυρία του πεζοδρομίου. Ουσιαστικά υπερασπίζονται το σύστημα ως έχει – την πολυδιάσπαση των Ταμείων, τις εμβαλωματικές λύσεις, τις ad hoc ρυθμίσεις. Όλοι ζητούν να εξαιρεθούν από τις σχετικές ρυθμίσεις που θίγουν «κεκτημένα». Οι ανακλαστικές αντιδράσεις των συνδικάτων στο ασφαλιστικό προδίδουν μια κατακερματισμένη κοινωνία, στην οποία κυριαρχεί η νοοτροπία «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Ο πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ ήταν αποκαλυπτικός: «Η κυβέρνηση σχεδιάζει τη δημιουργία επτά ενοποιημένων Ταμείων» είπε. «Ζητούμε το Ταμείο μας να μην είναι ένα από αυτά».

Όποια κυβέρνηση αποπειραθεί να κάνει συνολικές αλλαγές στο ασφαλιστικό θα συναντήσει έντονες, σχεδόν υστερικές, αντιδράσεις. Αυτό που έχει συμβεί μετά την αποτυχημένη προσπάθεια της κυβέρνησης Σημίτη να μεταρρυθμίσει το ασφαλιστικό το 2001 είναι η μετατροπή του ασφαλιστικού προβλήματος σε μετα-πρόβλημα: το θέμα δεν είναι πλέον μόνο η ουσία του ασφαλιστικού αυτή καθαυτή, αλλά ο τρόπος που χειριζόμαστε το ασφαλιστικό – οι υστερικές αντιδράσεις, η προχειρότητα στην αντιμετώπισή του, η απουσία ισχυρής πολιτικής βούλησης. Όλοι συμφωνούμε ότι υπάρχει πρόβλημα, αλλά προτιμούμε το ζούμε με το πρόβλημα παρά να κάνουμε κάτι ριζικό για την αντιμετώπισή του. Φοβούμαστε τον μεταρρυθμιστή περισσότερο από το πρόβλημα!

Το ασφαλιστικό, εξ ορισμού, έχει ορίζοντα δεκαετιών. Ενεργούμε τώρα για να αποτρέψουμε δυσμενείς εξελίξεις το 2030! Η ελληνική κουλτούρα δεν λειτουργεί με τέτοιο χρονικό ορίζοντα. Όταν οι πολίτες διεκπεραιώνουν τις υποχρεώσεις τους προς το κράτος την τελευταία στιγμή (με παράταση!), θα σκεφθούν τι θα γίνει μετά από τριάντα χρόνια; Η Ελλάδα είναι η χώρα της άμεσης ικανοποίησης των αναγκών, ποιος θα σκεφτεί το συλλογικό συμφέρον μακροπρόθεσμα; Και ποια κοινωνική ομάδα αισθάνεται αλληλέγγυα με τις άλλες σήμερα, για να αισθανθεί αλληλεγγύη με τις μελλοντικές γενιές;

Η αντιμετώπιση του ασφαλιστικού αποδεικνύει για μια ακόμα φορά τις βαθιές αδυναμίες μας: την προχειρότητα και μυωπία των κυβερνήσεων, τον άκρατο συντεχνιασμό των κοινωνικών ομάδων, την έλλειψη διάθεσης για συνεννόηση, την υστερική αντιμετώπιση καυτών προβλημάτων, την απουσία στιβαρής κοινωνικής αλληλεγγύης και, φυσικά, την ανικανότητά μας ως οργανωμένη κοινωνία να παίρνουμε στρατηγικού χαρακτήρα αποφάσεις. Τα πράγματα είναι δύσκολα…


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κέρδος στις 27 Δεκεμρίου 2007

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2007

Ευτυχώς που υπάρχουν οι Βρυξέλλες!


«Δεν έχουμε ελληνική κυβέρνηση. Έχουμε υποδιεύθυνση της Κομισιόν», δήλωσε πρόσφατα ο πρόεδρος του «Συνασπισμού» Αλέκος Αλαβάνος, μετά τη συνάντησή του με την Ομοσπονδία Σωματείων Πολιτικής Αεροπορίας. Φοβάμαι ότι ο κ.Αλαβάνος έχει άδικο. Μακάρι η κυβέρνησή μας να λειτουργούσε ως υποδιεύθυνση της Κομισιόν! Η ζωή μας θα ήταν καλύτερη, τα προβλήματά μας λιγότερα. Το εικοσαετές δράμα της Ολυμπιακής το επιβεβαιώνει περίτρανα.

Το εγχώριο πολιτικό σύστημα άρχισε να ασχολείται με την εξυγίανση της Ολυμπιακής μόνο όταν το επέβαλαν οι Βρυξέλλες το 1994, απαγορεύοντας τις κρατικές επιδοτήσεις. Όχι λιγότερα από επτά σχέδια σωτηρίας (!) της Ολυμπιακής τέθηκαν σε εφαρμογή και από τα δύο κόμματα εξουσίας από τότε, κοστίζοντας πάνω από 3 δισ. ευρώ στους φορολογούμενους (όσο περίπου η κατασκευή ενός μετρό, για νάχετε ένα μέτρο σύγκρισης). Το συνολικό χρέος της εταιρίας εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 2,4 δις. ευρώ. Από την έναρξη των Ολυμπιακών Αερογραμμών το 2003 μέχρι σήμερα υπολογίζεται ότι έχουν συσσωρευτεί ζημίες κοντά στα 500 εκατ. ευρώ.

Χειρότερη και από τις ζημίες είναι η απίστευτη διαπλοκή κράτους-Ολυμπιακής-κυβερνώντος κόμματος-συνδικάτων, κάτι που συναντούμε μόνο σε πρώην κομμουνιστικές ή τριτοκοσμικές χώρες. Η Ολυμπιακή χρωστά στο κράτος, μεταξύ άλλων, 200 εκατ. ευρώ από τέλη αεροδρομίων, 485 εκατ. στην Εφορία, 285 εκατ. στο ΙΚΑ, 8.5. εκατ. στον ΟΤΕ, νοθεύοντας έτσι τον ανταγωνισμό. Το κράτος πρέπει να της επιστρέψει, δυνάμει δικαστικής απόφασης, 850 εκατ. ευρώ, ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση αγωγής για άλλα 340 εκατ. ευρώ. Το εκάστοτε κυβερνών κόμμα χρησιμοποιεί την Ολυμπιακή σα να ήταν δική του εταιρία, για μεταφορές ψηφοφόρων, υπουργών, και διορισμούς ημετέρων. Τα συνδικάτα απέσπασαν σημαντικές οικονομικές παραχωρήσεις και επέβαλλαν το δικό τους μοντέλο εργασιακών σχέσεων, ασκώντας ουσιαστικά συνδιοίκηση. Στην Εισηγητική Έκθεση του νόμου 2601/1998 για την εξυγίανση της Ολυμπιακής αναφέρεται μέση ετήσια κατά κεφαλή αύξηση του κόστους εργασίας τη διετία 1996-97 51%. Ο νόμος αυτός υπονομεύθηκε στην εφαρμογή του από τις συμφωνίες διοίκησης-συνδικάτων για τη διατήρηση συνδικαλιστικών προνομίων. Η μέση θητεία των προέδρων της Ολυμπιακής υπολογίζεται σε 8.5 μήνες τα τελευταία τριάντα χρόνια. Την Ολυμπιακή τη διοικούν συνήθως κομματικοί ευνοούμενοι, άσχετοι με το επαγγελματικό μάνατζμεντ, ενώ στην ουσία το αφεντικό είναι ο εκάστοτε υπουργός Μεταφορών - πολιτικάντης, συνήθως, βαλκανικών προδιαγραφών.

Αντιλαμβάνεστε τα γενικότερο μοτίβο. Το ελλαδικό πολιτικό σύστημα συστηματικά απαξιώνει τις δημόσιες επιχειρήσεις. Κάθε φορά που επιχειρείται να κάνει η Ολυμπιακή μια νέα αρχή, η προσπάθεια αποδεικνύεται ατελέσφορη. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, το μοτίβο παραμένει. Η κακοδιαχείριση δεν οφείλεται μόνο σε κακές επιλογές μάνατζερ αλλά, κυρίως, στον ομφάλιο λώρο που συνδέει τις ΔΕΚΟ με το εγχώριο πολιτικό σύστημα. Η κακοδιαχείριση, σε ποικίλες εκφάνσεις, είναι δομικό στοιχείο της ελλαδικής δημόσιας σφαίρας – τη βλέπουμε στη λειτουργία του ΕΣΥ, στα τεράστια χρέη των νοσοκομείων, στην αθλιότητα των πανεπιστημίων, στη δημόσια διοίκηση.

Στο πρόσφατο βιβλίο του «Χρυσάφι είναι το Δημόσιο» (Εστία), ο Δ.Β. Παπούλιας, γνώστης των ΔΕΚΟ όσο λίγοι, με ευδόκιμη θητεία σε κορυφαίες θέσεις δημόσιων οργανισμών επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, αναφέρει την ΕΤΒΑ ως την επιτομή της παθολογίας των ΔΕΚΟ. Η ΕΤΒΑ ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από τράπεζα: μετά από κυβερνητικές πιέσεις δόθηκαν δάνεια σε ανθρώπους που δεν έπρεπε να δοθούν (μερικά από τα οποία δεν αποπληρώθηκαν ποτέ), διορίστηκαν υπάλληλοι ενώ δεν χρειάζονταν, αναλήφθηκαν μη κερδοφόρες δραστηριότητες που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Η εξυγίανσή της, μέχρι να ιδιωτικοποιηθεί, κόστισε 2 δις. ευρώ!

Το ελλαδικό πολιτικό σύστημα, όπως παραδοσιακά λειτουργεί, όχι μόνο δεν προσθέτει αξία στις ΔΕΚΟ, με μερικές φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά συστηματικά αφαιρεί – ότι ακουμπά το απαξιώνει. Να ζητά κανείς, ακόμα μια φορά, την «εξυγίανση» της Ολυμπιακής και μια «νέα αρχή», όπως ζητά σύμπασα η λαϊκιστική αριστερά, είναι τόσο ρεαλιστικό όσο να περιμένει την ενάρετη άσκηση της εξουσίας από τη Μαφία.

Ως Έλληνας πολίτης δεν είμαι περήφανος να με κυβερνάνε οι ξένοι, αλλά αν πρέπει να διαλέξω μεταξύ εθνικής υπερηφάνειας και ποιότητας θεσμών, αναντίρρητα επιλέγω το δεύτερο. Σχεδόν ότι βελτιώνει την ποιότητα της ζωής μας σε αυτή τη χώρα γίνεται με εντολή (ή με τη βοήθεια) των Βρυξελλών – από τα πρόστιμα για τις παράνομες χωματερές, μέχρι το κτηματολόγιο, την περιστολή των ελλειμμάτων, την προστασία του ανταγωνισμού, και την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι εγχώριοι πολιτικάντηδες, όταν δεν κτίζουν «αναψυκτήρια», δεν «φιλοξενούν» Ινδούς και δεν διεκπεραιώνουν ρουσφέτια, απολαμβάνουν την ηδονή της εξουσίας ως τρυφηλοί δεσπότες. Εν τω μεταξύ, η Ρώμη φλέγεται.


Δεν ξέρω πόσο ιδεώδεις χειριστές των κοινών είναι κοινοτικοί γραφειοκράτες σαν τον Μπαρό και τον Αλμούνια, ξέρω όμως ότι θα έδινα τα πάντα για να μη με κυβερνά ο Τσοχατζόπουλος και ο Λαλιώτης, ο Πολύδωρας και ο Μαγγίνας – και οι όμοιοί τους.



Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 23 Δεκεμβρίου 2007

Η καλοσύνη των ομοτέχνων


Ο κ.Αιμίλιος Μεταξόπουλος, πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου, καταδικάσθηκε σε υψηλή ποινή φυλάκισης 25 ετών για τις πρωτοφανείς οικονομικές ατασθαλίες του Παντείου την περίοδο 1992-1998. Σήμερα εκτίει την ποινή του και περιμένει την εκδίκαση της έφεσής του στο Εφετείο. Δυστυχώς ο κ.Μεταξόπουλος είναι βαριά ασθενής, όπως βεβαιώνουν οι γιατροί του, και ζητά την αποφυλάκισή του, την οποία στο παρελθόν αρνήθηκαν οι δικαστές. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η κοινή λογική και η στοιχειώδης ανθρωπιά υπαγορεύουν να γίνει δεκτό το αίτημά του.

Διακεκριμένοι συνάδελφοι του κ.Μεταξόπουλου υποστηρίζουν το αίτημά του και ζητούν επίσης την αποφυλάκισή του. Έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν. Η φωνή τους όμως θα ήταν πιο πειστική αν ήταν περισσότερο αμερόληπτη και συνεπής. Η καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου κυρία Φ. Τσαλίκογλου, υπερασπιζόμενη το αίτημα αποφυλάκισης του κ.Μεταξόπουλου, χαρακτηρίζει τον κρατούμενο ως «φερόμενο ως εμπλεκόμενο σε ένα σκάνδαλο ...» («Νέα», 21/12/2007). Προσέξτε τη λέξη «φερόμενο», λες και δεν έχει προηγηθεί δικαστική απόφαση κατά του κ.Μεταξόπουλου, με την οποία ο πρώην πρύτανης του Παντείου δεν «φέρεται» απλώς να συνετέλεσε στην υπεξαίρεση 2.7 δισ. δραχμών από το Πάντειο αλλά, κρίθηκε, μέσα από μια νομότυπη διαδικασία, ότι συμμετείχε σε αυτή. Όπως παρατηρεί ο φιλόσοφος Τζον Σήρλ, το τι είναι τι στη δημόσια σφαίρα δεν το αποφασίζουμε αυτοβούλως ο καθένας, αλλά ακολουθούμε κοινωνικά εμπεδωμένους και θεσμικά κατοχυρωμένους ορισμούς.

Ο κ.Δ. Τσάτσος, πρώην καθηγητής στο Πάντειο και διακεκριμένος νομικός, δηλώνει ότι «ο κ.Μεταξόπουλος καταδικάστηκε σε ασυνήθη για το αδίκημα που τέλεσε ποινή» («Νέα», 21/12/2007). Προσέξτε τον υπαινιγμό, διατυπωθείς και σε προηγούμενη συναφή αρθρογραφία του: ο κ.Μεταξόπουλος πιθανότατα δεν έχει καν ποινικές ευθύνες και, σε κάθε περίπτωση, το δικαστικό σύστημα υπήρξε υπερβολικά σκληρό απέναντί του. Προσέξετε την επιείκεια των ομοτέχνων, ένα ευρύτατα συνηθισμένο φαινόμενο στην Ελλάδα, όπως ξέρουμε και από τη λειτουργία των πειθαρχικών συμβουλίων σε επαγγελματικές οργανώσεις και στη δημόσια διοίκηση: δύο διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί, αντί να επιχαίρουν για την παραδειγματική τιμωρία των ομοτέχνων τους, η οποία, σε τελική ανάλυση, προστατεύει την υπόληψη του επαγγέλματός τους (δεν είμαστε όλοι ίδιοι), σπέρνουν αμφιβολίες ακόμα και για την ενοχή τους.

Τόσο ο κυρία Τσαλίκογλου όσο και ο κ.Τσάτσος μας θυμίζουν το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι να τελεσιδικήσει η απόφαση στο Εφετείο. Λησμονούν ότι κάποιος που καταδικάζεται και εκτίει την ποινή του δεν έχει το ίδιο τεκμήριο αθωότητας που είχε πριν την καταδίκη του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα ήταν μια χρήσιμη υπενθύμιση αν χρησιμοποιούνταν πιο συχνά, όπως, ας πούμε στην περίπτωση των φερομένων ως εμπλεκόμενοι στα σκάνδαλα των «κουμπάρων», των «ομολόγων», και του παραδικαστικού κυκλώματος.

Τέλος, αναρωτιέμαι: αν ο δεδηλωμένα φιλοναζιστής κ.Πλεύρης καταδικαζόταν σε ποινή φυλάκισης χωρίς αναστολή και ζητούσε επανειλημμένα την αποφυλάκισή του για λόγους υγείας, θα εκφράζονταν η ίδια «απελπισία», με την ίδια ένταση, για την «αναλγησία» της Δικαιοσύνης;


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 22 Δεκεμβρίου 2007

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007

Πολιτισμός ή βαρβαρότητα;


Αμφιβάλλω αν υπήρξε άνθρωπος που είδε τις καταστροφές του σχολικού συγκροτήματος Παγκρατίου και δεν συγκλονίστηκε. Το τσουνάμι της βαρβαρότητας που εδώ και δύο δεκαετίες συστηματικά πλήττει τη δημόσια εκπαίδευση, με τη μορφή των καταλήψεων, επέφερε στο Παγκράτι, όπως την προηγούμενη δεκαετία στο Πολυτεχνείο, τη σχεδόν απόλυτη καταστροφή – δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Σε 1 εκατομμύριο ευρώ υπολογίζονται οι ζημίες!

Αυτό που συμβαίνει στα ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη βαρβαρότητα της λεγόμενης Πολιτιστικής Επανάστασης στην Μαοϊκή Κίνα, στη δεκαετία του 1960. Οι εγχώριοι νεο-Βάνδαλοι καταστρέφουν τους χώρους της γνώσης με την ίδια βαναυσότητα που οι αφιονισμένοι Φρουροί της Επανάστασης προπηλάκιζαν τους δασκάλους τους και έκαιγαν «αντεπαναστατικά» βιβλία (διαβάστε τους «Αγριόκυκνους» της Γιούνγκ Τσάνγκ, Εστία, και θα ανατριχιάσετε).

Σταχυολογώ παραδείγματα της τελευταίας μόνον εβδομάδας. Οι ερυθροφρουροί του Παντείου Πανεπιστημίου διέκοψαν βίαια τη διαδικασία εκλογής αντιπρύτανη με καθολική φοιτητική ψηφοφορία, όπως προβλέπει ο νόμος 3549/2007. Η καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών κυρία Πολύμνια Αθανασιάδη κατήγγειλε στο «Βήμα» (2/12/2007) τον χυδαίο προπηλακισμό της από άγνωστης ταυτότητας νεαρό, από τον οποίο τόλμησε να ζητήσει να χαμηλώσει τη μουσική στη διπλανή αίθουσα, γιατί εμπόδιζε το μάθημά της. Ο καθηγητής της Ιατρικής κ.Χ. Μουτσόπουλος βρήκε το Εργαστήριό του κατειλημμένο γιατί ομάδα φοιτητών του θεώρησε τα θέματα εξετάσεων «δύσκολα».

Όπως στη Μαοϊκή Κίνα οι αφιονισμένοι ερυθροφρουροί είχαν την υποστήριξη της ανώτατης κομματικής ηγεσίας, έτσι και οι ημέτεροι τραμπούκοι, όταν δεν έχουν την υποστήριξη της «αντισυστημικής αριστεράς», έχουν τουλάχιστον την ανοχή της. Ακόμα και πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, παγκοσμίως άγνωστοι για το επιστημονικό τους έργο, αντί τουλάχιστον να σιγούν αιδημόνως, δεν ντρέπονται να υπερασπίζονται εμμέσως τη βία. Ο γενικός γραμματέας της ΠΟΣΔΕΠ κ.Γ. Μαΐστρος χαρακτήρισε το βίαιο τερματισμό της εκλογικής διαδικασίας στο Πάντειο «πολιτικό γεγονός», σπεύδοντας, ως άλλος Μαοϊκός κομισάριος, να συμπληρώσει ότι «η εφαρμογή του νόμου θα ακυρωθεί στην πράξη …». Ακριβώς έτσι είχε περιγράψει ο τρομοκράτης Κουφοντίνας τις δολοφονίες του στο δικαστήριο - «πολιτικές ενέργειες»!

Στην Ελλάδα έχει σχεδόν συντελεσθεί μια Οργουελικού τύπου αλλοίωση των εννοιών, όχι πολύ διαφορετική από αυτή που συντελέστηκε στη Μαοϊκή Κίνα. Η βία χαρακτηρίζεται «πολιτικό γεγονός», η κατάληψη «διαμαρτυρία», η προβολή των καταστροφών από τα ΜΜΕ «προβοκάτσια», η παρανομία «ανυπακοή», ο νόμος «αυθαιρεσία», η νόμιμη εξουσία «αυταρχισμός». Το Γραφείο Τύπου του «Συνασπισμού» επιδεικνύει την πολιτική του ακρισία ταυτίζοντας τις καταστροφές των νεο-Βανδάλων με την κυβερνητική πολιτική στην εκπαίδευση. «Με έκπληξη είδαμε τον κ. Υπουργό Παιδείας να σοκάρεται από τις καταστροφές», λέει η ανακοίνωση του Συνασπισμού. «Προς τι τα κροκοδείλια δάκρυα όταν η πολιτική της κυβέρνησης και του υπουργείου έχουν παρόμοια αποτελέσματα;».

Θαυμάστε τη χονδροειδή πολιτική σκέψη από ένα κόμμα που υποτίθεται ότι είναι απόγονος της κάποτε διανοητικά εκλεπτυσμένης ανανεωτικής αριστεράς. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι η κυβερνητική εκπαιδευτική πολιτική είναι «καταστροφική», δεν έχει καμία σχέση με τις (χωρίς εισαγωγικά) καταστροφές των τραμπούκων. Δεν εντυπωσιάζει μόνο η δυσκολία του «Συνασπισμού» να αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ μεταφορικής και κυριολεκτικής γλώσσας (ο ισχυρισμός «η κυβερνητική πολιτική είναι καταστροφική για την εκπαίδευση» διαφέρει ουσιωδώς από τον ισχυρισμό «άγνωστοι κατέστρεψαν τις αίθουσες διδασκαλίας»), αλλά, κυρίως, η αποκαλυπτική απέχθειά του στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Σε μια δημοκρατία, όσο «καταστροφική» κι αν είναι η πολιτική ενός θεσμού που ασκεί νόμιμη εξουσία, δεν παύει να είναι μια, κατ’ αρχήν, έλλογη πολιτική στο βαθμό στον οποίο οι παραδοχές της, ο τρόπος άσκησής της και οι συνέπειές της κρίνονται στο πλαίσιο θεσμοποιημένων ελλόγων διαδικασιών. Γι αυτό, άλλωστε, μια πολιτική είναι, εν δυνάμει, αναθεωρήσιμη. Τα αποτελέσματα μιας κυβερνητικής πολιτικής στη δημοκρατία ουδέποτε είναι «παρόμοια» με αυτά της (κυριολεκτικά) καταστροφικής βίας γιατί η κυβερνητική πολιτική, όσο «αντιλαϊκή» κι αν είναι, δίνει, τελικά, λόγο στους πολίτες, ενώ η καταστροφική βία, καθότι αυθαίρετη, δεν δίνει λόγο σε κανένα. Την ολιγωρία του υπουργού Παιδείας να προστατεύσει τη δημόσια περιουσία στο Παγκράτι έχουμε το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο και την απαραίτητη κοινή γλώσσα να την κρίνουμε – σε μια δημοκρατία λειτουργεί, κατ’ αρχήν, το «λόγον διδόναι». Η βία, όμως, του τραμπούκου είναι εκτός της έλλογης πολιτικής ζωής, δεν τίθεται στην κρίση μας. Το ξέρουμε και από την οικογενειακή ψυχοθεραπεία: ο βίαιος άνθρωπος δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη του Άλλου ως φορέα διαφορετικών αντιλήψεων, δεν υπάγει τη συμπεριφορά του σε κοινά κριτήρια συμβίωσης, επιδιώκει μόνο στανικά να υπερισχύσει ο εγωκεντρισμός του.

Η πολιτισμένη κοινωνία διαβρώνεται όταν χάνεται η διάκριση μεταξύ πολιτικής διαμαρτυρίας και καταστροφικής βίας, όταν εξισώνεται η έλλογη πολιτική με την κτηνώδη βαρβαρότητα, όταν, σε τελική ανάλυση, όπως σοφά παρατηρούσε η Χάνα Αρεντ, συγχέεται η νόμιμη εξουσία με την αυθαίρετη βία.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007

Η κουλτούρα της ανομίας


Αν ταξιδέψετε σε αυτοκινητόδρομους της Αυστραλίας θα συναντήσετε πινακίδες, όπως «Δέστε τη ζώνη ασφαλείας. Είναι νόμος» («Fasten your seat belt. It’s the law»). Για έναν Ελληνα, το εντυπωσιακό δεν είναι η υπενθύμιση-προτροπή, αλλά η αιτιολόγησή της: «Είναι νόμος». Στις εκλογικευμένες κοινωνίες, το γεγονός ότι μια συμπεριφορά ρυθμίζεται με νόμο αποτελεί, κατ’ αρχήν, επαρκή λόγο για να τηρείται. Αν πείτε σε έναν Ελληνα οδηγό ότι πρέπει να τηρεί τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας είναι σα να διαβάζετε Εμπειρίκο στους χασισοκαλλιεργητές των Ζωνιανών! Τίποτα δεν είναι πιο εντυπωσιακό και συνάμα θλιβερό σε αυτή τη χώρα από την περιφρόνηση του νόμου.

Βεβαίως, σε όλες τις χώρες υπάρχουν φαινόμενα παραβίασης της έννομης τάξης. Το αξιοπρόσεκτο, όμως, στην περίπτωση της Ελλάδας είναι ότι η περιφρόνηση του νόμου αποτελεί συστατικό στοιχείο της νεοελληνικής κουλτούρας, σε σημείο που να θεωρείται συχνά αυτονόητη, να επιδεικνύεται εκτεταμένη ανοχή απέναντί της, ακόμα και να προβάλλεται δημοσίως. Αν νομίζετε ότι υπερβάλλω, σκεφτείτε τα εξής.

Το 29% των ιδιωτικών δαπανών υγείας αφορούν «μαύρο» χρήμα, δηλαδή «φακελλάκι» σε γιατρούς δημοσίων νοσοκομείων και πληρωμές χωρίς απόδειξη σε ιδιώτες γιατρούς. Η φοροδιαφυγή υπερβαίνει το 30% του ΑΕΠ, η παραοικονομία είναι ιλιγγιώδης. Δεν είναι ασυνήθιστο, οι αγροτικές επιδοτήσεις να εισπράττονται παράνομα από μη δικαιούχους. Η εκτεταμένη διαφθορά μας κατατάσσει στις κορυφαίες θέσεις πανευρωπαϊκώς. Εκτιμάται ότι ένα στα τρία κτίσματα, είτε είναι παντελώς αυθαίρετο, είτε έχει παραβεί πολεοδομικές διατάξεις. Τρισήμισυ εκατομμύρια στρέμματα δημόσιας γης έχουν καταπατηθεί. Οι καταλήψεις δημοσίων χώρων είναι τόσο συνηθισμένες, όσο η εβομαδιαία επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ. Η ευνοιοκρατία συνιστά έναν βασικό μηχανισμό ικανοποίησης αιτημάτων, είτε αυτά αφορούν άτομα, είτε ομάδες.

Δεν χρειάζεται να συνεχίσω. Ο βιόκοσμος του νεοέλληνα απαρτίζεται συχνά από πρακτικές που είτε παρακάμπτουν το νόμο, είτε τον παραβιάζουν ανοιχτά, είτε κινούνται στα όρια της νομιμότητας. Σε κάθε περίπτωση, για διάφορους λόγους, ο Ελληνας πολίτης δεν νοιώθει να δεσμεύεται από αφηρημένες αρχές καθολικής εφαρμογής. Τι είναι νόμιμο και τι όχι δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα, ενίοτε μάλιστα ούτε καν το αντιλαμβάνεται, αρκεί να γίνει η δουλειά του. Η επίκληση του νόμου δεν επιφέρει αυτόματη συμμόρφωση, αλλά μάλλον έκπληξη, χλευασμό ή αναζήτηση μεθόδων παράκαμψης.


Η κουλτούρα της ανομίας καθιερώνει μη έλλογους τρόπους ικανοποίησης επιμέρους επιδιώξεων, κυρίως μέσα από την αυθαίρετη ιδιωτική δράση και την πρόσβαση σε κλειστά, και γι αυτό μη υποκείμενα σε δημόσιο έλεγχο, δίκτυα συμφερόντων. Σε μια τέτοια κουλτούρα, τα άτομα δεν θεωρούν ότι είναι υπόλογα σε κοινές, έλλογες αξίες που, κατ’ αρχήν, εκφράζει ο νόμος, αλλά αυτοαναφορικά επιδιώκουν να ικανοποιούν τις ιδιωτικές επιδιώξεις τους, Γι αυτό στην κουλτούρα της ανομίας συναντούμε όχι μόνο παράνομες πρακτικές, αλλά και ακοινώνητα άτομα, εκτεταμένη δυσπιστία και αγένεια, καχεκτικούς θεσμούς, ισχνή δημόσια σφαίρα.

Καθοριστικός παράγοντας για τη διαιώνιση της κουλτούρας της ανομίας αποτελεί η συμπεριφορά των «αρχόντων». Αν αυτοί που ασκούν έλλογη εξουσία δεν τηρούν το νόμο, η συμπεριφορά τους αντιγράφεται από τους πολίτες και διαχέεται σε όλο το κοινωνικό σώμα. Οταν οι βουλευτές δεν πληρώνουν τα τηλέφωνά τους ή αυτοαπαλάσσονται από τις συνέπειες του νόμου για την υπέρβαση του ορίου εκλογικών δαπανών, γιατί να μη φοροδιαφύγει ο πολίτης; Οταν οι πρυτάνεις αρνούνται να εφαρμόσουν το νόμο, γιατί να σεβαστεί ο φοιτητής τον πανεπιστημιακό χώρο;


Δείτε πως ορισμένα πανεπιστήμια υποδέχθηκαν τον πρόσφατο «νόμο-πλαίσιο». Σύμφωνα με το νόμο, το πανεπιστημιακό άσυλο προστατεύει μόνο χώρους στους οποίους γίνεται μάθημα και έρευνα. Τι λένε οι πρυτάνεις επ’ αυτού; «Εμείς θεωρούμε ότι το άσυλο ισχύει για όλους τους χώρους του πανεπιστημίου», δήλωσε ο πρύτανης του ΑΠΘ, κ.Α. Μάνθος. Με άλλα λόγια, ποιός νοιάζεται τι λέει ο νόμος, σημασία έχει τι λέμε «εμείς» – οι όποιοι εμείς, από τον πρύτανη, ως τον καταληψία συνδικαλιστή, μέχρι τον αυθαίρετο οικιστή και το φοροφυγάδα. Ο επικεφαλής του ΑΠΘ δεν διστάζει να ανακοινώσει ότι, για την πιθανή άρση του ασύλου, δεν θα απευθυνθεί στο αρμόδιο Πρυτανικό Συμβούλιο, όπως ορίζει ο νόμος. «Δεν θα εφαρμόσω τη διάταξη για συνεδρίαση του πρυτανικού συμβουλίου [...]», δηλώνει ανενδοίαστα. «Θα προσφύγω [...] στη Σύγκλητο» («Το Βήμα», 11/11/2007).

Η κουλτούρα της ανομίας κορυφώνεται όταν ακόμα και οι «άρχοντες» τείνουν να περιφρονούν το νόμο. Είναι λυπηρό, διότι ο νόμος είναι το εργαλείο αυτού που ασκεί έλλογη εξουσία. Αν το παραμερίσει, αυτοκαταργείται. Κι αν το περιφρονήσει, μειώνεται το ηθικό του ανάστημα. Τι θα πει στον καταληψία φοιτητή ο πρύτανης που αρνείται να εφαρμόσει το νόμο; Το πιο λυπηρό, όμως, είναι ότι, στην κουλτούρα της ανομίας, αυτές οι διακρίσεις δεν είναι καν αντιληπτές, αντί να θεωρούνται αυτονόητες.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ Κ. ΤΣΟΥΚΑ
ΕΝΑΡΘΡΗ ΚΡΑΥΓΗ
Κριτικές παρεμβάσεις στο δημόσιο λόγο
την Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007, στις 7 μ.μ.
στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης 104 (Θεμιστοκλέους 104, τηλ. 210-33.01.208)

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι
ΘΑΝΟΣ ΒΕΡΕΜΗΣ, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας
ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ, δημοσιογράφος της εφημερίδας Καθημερινή
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ, αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΠΕΠΕΛΑΣΗΣ, καθηγητής

Τη συζήτηση θα συντονίσει ο ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ, διευθυντής της εφημερίδας Καθημερινή.