Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

Ισότητα ευκαιριών: η πεμπτουσία της αριστεράς


Συνέντευξη του διακεκριμένου καθηγητή του Πανεπιστημίου Γέηλ Τζον Ρόμερ στους Χρήστο Καμπόλη, Χαρίδημο Κ. Τσούκα και Αριστείδη Ν. Χατζή (*)

Ελάχιστοι διανοούμενοι έχουν την ικανότητα να συνεισφέρουν ταυτόχρονα σε τρία επιστημονικά πεδία – τα οικονομικά, την πολιτική φιλοσοφία και την πολιτική επιστήμη. Ακόμα λιγότεροι είναι οι διανοούμενοι για τους οποίους η επιστήμη δεν είναι «εσωτερική» ενασχόληση, αλλά εργαλείο ανάλυσης της κοινωνίας με σκοπό τη βελτίωσή της. Ο Τζόν Ρόμερ (John Roemer) είναι ένας κατ’ εξοχήν τέτοιος διανοούμενος. Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Οικονομικών στην Eδρα «Elizabeth S. και A. Varick Stout» στο Πανεπιστήμιο Γέηλ (Yale University) στις ΗΠΑ, ο Ρόμερ είναι ένας από τους κορυφαίους αριστερούς κοινωνικούς και οικονομικούς επιστήμονες στην εποχή μας. Το επιστημονικό έργο του πλούσιο, πολυσχιδές και αξιοζήλευτο, εκτείνεται από τις θεωρίες της εκμετάλλευσης και της ισότητας μέχρι την οικονομική ανάλυση της ξενοφοβίας και των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Στα κυριότερα βιβλία του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων: A General Theory of Exploitation and Class (1982), A Future for Socialism (1994,κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Στάχυ), Theories of Distributive Justice (1996), Equality of Opportunity (1998), Political Competition (2001), Democracy, Education & Equality (2006) και Racism, Xenophobia and Redistribution (2007).

Από τους πρωτοπόρους του λεγόμενου «αναλυτικού μαρξισμού» στη δεκαετία του 1980, το έργο του Ρόμερ ανανέωσε τη σοσιαλιστική επιστημονική σκέψη, ιδιαίτερα μετά το 1989, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα τόσο της αγοράς σε κάθε πολύπλοκη κοινωνία όσο και του εξισωτικού προτάγματος. Για τον Ρόμερ η σοσιαλιστική σκέψη δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη αν δεν λάβει υπόψη την ανάγκη της οικονομικής αποτελεσματικότητας, της ισότητας και της ελευθερίας. Η επίτευξη της ισότητας στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης αγοράς και της φιλελεύθερης δημοκρατίας αποτελεί τον μόνιμο προβληματισμό που διαπερνά το έργο του κορυφαίου οικονομολόγου. Πολιτικός ακτιβιστής στη δεκαετία του 1960, εντυπωσιακά ευρυμαθής και ευαίσθητος στα κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα, ο Ρόμερ υποστηρίζει με πάθος ότι δεν αρκεί να θέλει κανείς να αλλάξει τον κόσμο, πρέπει συγχρόνως να μοχθήσει να τον κατανοήσει. Ένα ανήσυχο και ανοιχτόμυαλο πνεύμα διαπερνά το έργο του: όπως τονίζει στη συνέντευξη αυτή, «η σκέψη μου αλλάζει όσο συνεχίζω να μελετώ».

Είχαμε τη χαρά να συζητήσουμε μαζί του στην Αθήνα τον περασμένο Μάιο, με αφορμή την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας & Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών, και τη διάλεξή του σε εκδήλωση του ALBA, με θέμα «Ένας δίκαιος τρόπος να μοιραστούμε τον εύθραυστο πλανήτη μας με τις επόμενες γενιές». Η συζήτησή μας διήρκεσε μιάμιση ώρα και σας μεταφέρουμε εδώ εκτενή, απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα, με δική μας επιμέλεια. Το πρωτότυπο κείμενο μετέφρασε η Μαρία Γιαμαλίδου, την οποία ευχαριστούμε θερμά. Απολαύστε τον αναλυτικό λόγο ενός κορυφαίου διανοούμενου της εποχής μας.

(*) Ο Χρήστος Καμπόλης είναι επίκουρος καθηγητής Οικονομικών και Χρηματοοικονομικής στο ALBA. Ο Χαρίδημος Κ. Τσούκας είναι καθηγητής Οργανωσιακής Θεωρίας στο ALBA (στην ερευνητική θέση «Γεώργιος Δ. Μαύρος») και στο University of Warwick. Ο Αριστείδης Ν. Χατζής είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας & Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών

Κύριε Ρόμερ, εξακολουθείτε να θωρείτε τον εαυτό σας σοσιαλιστή;

Ναι, αλλά ίσως είναι προτιμότερο να διευκρινίσουμε πρώτα τι σημαίνει σοσιαλισμός. Διότι δύο από τους κλασσικούς ορισμούς του σοσιαλισμού δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Επομένως αν ορίσετε τον σοσιαλισμό με αυτούς τους δύο τρόπους δεν θα με κατατάξετε στους σοσιαλιστές.

Ο πρώτος ορισμός περιστρέφεται γύρω από την έννοια της κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Πιστεύω ότι αυτή η έννοια αποτελούσε τακτική μάλλον παρά στόχο. Και ως τακτική απέτυχε εξαιτίας δύο άλλων παραγόντων: της μη χρήσης των αγορών και της πολιτικής δικτατορίας. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ο συνδυασμός αυτών των τριών πραγμάτων ήταν αποτυχημένος παρ’ ότι επετεύχθησαν κάποιοι στόχοι μέσω αυτού. Για παράδειγμα επετεύχθη η γοργή εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ένωσης στην δεκαετία του 1930, διότι κατέστη δυνατή η μετακίνηση μεγάλων μαζών αγροτών προς τα εργοστάσια. Αλλά μετά την επίτευξη αυτού του στόχου, γύρω στο 1965, το σύστημα δεν κατάφερε να παράξει περαιτέρω οικονομικές καινοτομίες. Εν κατακλείδι, δεν θα συμφωνούσα με τέτοιου τύπου ορισμούς του σοσιαλισμού.

Ένας δεύτερος ορισμός έχει να κάνει με την κοινωνική κατανομή. Σύμφωνα με τον Μαρξ, σοσιαλισμός είναι το σύστημα εκείνο στο οποίο ο καθένας εργάζεται ανάλογα με τις δυνατότητές του και αμείβεται ανάλογα με την εργασία του, σε αντίθεση με τον κομουνισμό που υποτίθεται ότι είναι το σύστημα εκείνο στο οποίο ο καθένας εργάζεται ανάλογα με τις δυνατότητές του και αμείβεται ανάλογα με τις ανάγκες του. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, σε μια επιστημονική εργασία μου έθεσα το ερώτημα: υπάρχει, άραγε, μία κατανομή που να είναι αποτελεσματική σύμφωνα με το κριτήριο Παρέτο (δηλαδή η κατανομή στην οποία δεν είναι εφικτό ένα άτομο να καλυτερέψει την θέση του χωρίς να επιβαρύνει κάποιο άλλο άτομο) και να μοιράζει το προϊόν ευθέως ανάλογα με την εργασία που δαπανάται. Και αποδείξαμε ότι, στην γενική περίπτωση, υπάρχει, όντως, μία τέτοια κατανομή, την οποία ονομάσαμε «αναλογική» λύση, και η οποία είναι όντως η ιδανική σοσιαλιστική λύση.

Το ερώτημα που τίθεται στο σημείο αυτό είναι: θα ήταν, άραγε, επιθυμητό να έχουμε έναν σοσιαλισμό τέτοιου τύπου; Έκανα κάποιους υπολογισμούς προσφάτως με βάση ένα μακρο-οικονομικό μοντέλο της οικονομίας των ΗΠΑ και κατέληξα σε ένα πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα: η κατανομή στις καπιταλιστικές ΗΠΑ (στις οποίες είναι ανάλογη τόσο με την εργασία όσο και με την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, ενώ παράλληλα υπάρχει και σημαντική αναδιανομή μέσω φορολογίας), είναι περισσότερο ίση από την αναλογική κατανομή. Αυτό συμβαίνει διότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές στους μισθούς στις σύγχρονες καπιταλιστικές οικονομίες. Και, κυρίως, διότι οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που βρίσκονται στην κορυφή της κατανομής εισοδήματος δεν αποκτούν το εισόδημά τους από το κεφάλαιο, αλλά από την εργασία, δηλαδή από μισθούς. Σκεφτείτε τους Διευθύνοντες Συμβούλους, για παράδειγμα, ή τους κινηματογραφικούς και αθλητικούς αστέρες. Αυτή είναι μία κατάσταση πολύ διαφορετική από εκείνη που αντιμετωπίζαμε πριν εκατό χρόνια, όταν οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην κορυφή της κατανομής εισοδήματος κέρδιζαν το εισόδημά τους από το κεφάλαιο, δηλαδή από μερίσματα. Για κάποιον όπως εγώ που είναι εξισωτιστής, αυτό σημαίνει ότι η αναλογική κατανομή δεν είναι η πλέον προοδευτική κατανομή. Αυτός είναι ο δεύτερος ορισμός του σοσιαλισμού που με βρίσκει αντίθετο. Διότι αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι να διανείμω το παραγόμενο προϊόν ανάλογα προς την δαπανούμενη εργασία. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να εδραιωθεί κάποιου τύπου εξισωτισμός.

Θα μου πείτε, που καταλήγουμε μετά από όλα αυτά; Πώς μπορούμε να συλλάβουμε την έννοια του σοσιαλισμού; Για μένα σοσιαλισμός, κι αυτή είναι η τρίτη εκδοχή, σημαίνει ισότητα ευκαιριών. Δηλαδή σημαίνει την δημιουργία μιας εξισωτικής κοινωνίας στην οποία θα δίνεται σε όλους τους ανθρώπους η δυνατότητα να βρεθούν σε εκείνη τη θέση στην οποία θα έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με όλους τους άλλους να κερδίσουν το εισόδημά τους και, επιπλέον, μιας κοινωνίας στην οποία θα επιτρέπονται οι ατομικές διαφορές στο επίπεδο της προσπάθειας και των επιλογών. Επομένως δεν θα υπάρχει πλήρης ισότητα στο τέλος. Αλλά θα υπάρχει ισότητα ευκαιριών. Μπορεί, λοιπόν, να ονομάσει κανείς αυτό το σύστημα σοσιαλισμό; Δεν ξέρω. Ίσως είναι ο επόμενος ορισμός, αλλά σίγουρα δεν είναι ο κλασσικός ορισμός.

Ποια είναι η σχέση σας με τον μαρξισμό;

Δεν αποκαλώ τον εαυτό μου Μαρξιστή πια, διότι διαφωνώ με τον Μαρξ σε πάρα πολλά σημεία. Υπάρχει ωστόσο ένα σημείο στο οποίο συμφωνώ απόλυτα με τον Μαρξ και αυτό αφορά στην διαπίστωση ότι στον καπιταλισμό οι εργάτες υπόκεινται σε εκμετάλλευση. Πιστεύω, βέβαια, ότι το επιχείρημα που θα εδραιώσει μία τέτοια θέση θα πρέπει να είναι περισσότερο εκλεπτυσμένο από το επιχείρημα που διατύπωσε ο ίδιος ο Μαρξ. Ο τεχνικός ορισμός που έδωσε ο Μαρξ για την έννοια της εκμετάλλευσης στηρίζεται στη σύγκριση του ποσού της εργασίας που δαπανά ο εργάτης και του ποσού της εργασίας που είναι ενσωματωμένη στα αγαθά που μπορεί να αγοράσει με τον μισθό του. Όμως γιατί να αποκαλέσουμε αυτή την κατάσταση εκμετάλλευση; Η απάντηση του Μαρξ στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού, δηλαδή στο γεγονός ότι η πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου ήταν, στην πραγματικότητα, αποτέλεσμα εκβιασμών, ληστειών, λεηλασιών, βιασμών και δολοφονιών. Και αυτό σημαίνει ότι οι καπιταλιστές δεν έχουν κανένα ηθικό δικαίωμα να κατέχουν αυτή την ιδιοκτησία.

Το πολύ ενδιαφέρον ερώτημα που θεωρητικοί όπως ο Robert Nozick θέτουν σε αυτό το σημείο είναι το εξής: τι θα αλλάξει στην θεώρησή μας αν υποθέσουμε ότι οι καπιταλιστές απέκτησαν το κεφάλαιό τους με ηθικό τρόπο; Υπάρχει, τελικά, αθώος καπιταλισμός; Ας υποθέσουμε ότι ανακαλύπτετε κάπου ένα κομμάτι γης που δεν ανήκει σε κανέναν και το οικειοποιείστε χωρίς αυτή η οικειοποίηση να επηρεάζει δυσμενώς την ζωή άλλων ανθρώπων. Τότε, σύμφωνα με τον Nozick, έχετε το ηθικό δικαίωμα να χρησιμοποιήσετε αυτή τη γη, να στήσετε εκεί μια επιχείρηση και να προσλάβετε εργάτες. Αν όλα αυτά ισχύουν, και αν οι συμβάσεις εργασίας είναι εθελούσιες τότε αυτή η διαδικασία δεν αποτελεί εκμετάλλευση. Αυτή είναι μία αθώα εκδοχή του καπιταλισμού που δεν απασχόλησε ποτέ τον Μαρξ, ο οποίος αρκέστηκε στο γεγονός ότι ο ιστορικός καπιταλισμός προέκυψε, όντως, με βρώμικο τρόπο και επομένως δεν έβρισκε κανέναν λόγο να προεκτείνει την ανάλυσή του μέχρις αυτού του σημείου. Σήμερα, βεβαίως, μπορούμε να δώσουμε παραδείγματα στα οποία η συσσώρευση του κεφαλαίου δεν φαίνεται να προέκυψε με ανήθικα μέσα. Ο Bill Gates, για παράδειγμα, είναι αυτοδημιούργητος δισεκατομμυριούχος που, απ’ όσο γνωρίζουμε, δεν εκβίασε κανέναν προκειμένου να γίνει δισεκατομμυριούχος. Επομένως, τι το κακό υπάρχει σε μια τέτοιου τύπου συσσώρευση κεφαλαίου;

Σε αυτό το σημείο γίνεται φανερό ότι χρειαζόμαστε ένα περισσότερο εκλεπτυσμένο επιχείρημα από αυτό του Μαρξ αν θέλουμε να ταχθούμε εναντίον του καπιταλισμού. Και υπάρχουν τέτοια επιχειρήματα, όπως αυτά του G.A. Cohen, που αμφισβητούν θέσεις όπως αυτή του Nozick, η οποία επιτρέπει την οικειοποίηση κάποιου αγαθού αρκεί αυτή η οικειοποίηση να μην επιδεινώνει την κατάσταση των υπολοίπων.

Σύμφωνα με τον John Locke είναι επιτρεπτό να οικειοποιηθείς ένα αγαθό αρκεί να αφήσεις αρκετά αγαθά και για τους υπόλοιπους. Είναι σαφές ότι αυτή η διατύπωση είναι αυστηρότερη από του Nozick, ο οποίος επιτρέπει την οικειοποίηση ενός αγαθού αρκεί αυτή η οικειοποίηση απλώς να μην δυσχεραίνει την κατάσταση των υπολοίπων. Παραδείγματος χάριν, εάν υπάρχει μία μόνο παραλία και εγώ την οικειοποιηθώ και την μετατρέψω σε πάρκο αναψυχής και χρεώνω είσοδο στους ανθρώπους που θέλουν να κολυμπήσουν σε αυτή την παραλία, αλλά αν ταυτοχρόνως καθαρίσω την παραλία και ξεφορτωθώ τους καρχαρίες, τότε οι υπόλοιποι άνθρωποι θα βρεθούν όντως σε καλύτερη θέση σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση στην οποία η παραλία δεν είχε ιδιοκτήτη, διότι τότε δεν μπορούσαν να κολυμπήσουν εξ αιτίας των καρχαριών. Έτσι δεν είναι; Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η κατάσταση των υπολοίπων ανθρώπων έχει βελτιωθεί. Από την άλλη μεριά όμως δεν έχω αφήσει αρκετά αγαθά για τους υπόλοιπους. Διότι δεν υπάρχει άλλη παραλία. Για τον Locke αυτή η οικειοποίηση δεν είναι αποδεκτή, αλλά για τον Nozick είναι.

Αυτό που με απασχολεί, φιλοσοφικά μιλώντας, είναι το εξής: γιατί θεωρούμε ως μόνη εναλλακτική της οικειοποίησης το να μείνει η παραλία χωρίς ιδιοκτήτη; Γιατί δεν λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας την πιθανότητα να είναι η παραλία ιδιοκτησία ολόκληρης της κοινότητας, κάτι που έτσι κι αλλιώς συνέβαινε ιστορικά; Αν τεθεί η έννοια της ιδιοκτησίας σε μια τέτοια προοπτική, η οικειοποίηση των αγαθών θα είναι αποδεκτή μόνο με την σύμφωνη γνώμη ολόκληρης της κοινότητας και υπό την προϋπόθεση ότι ένα μεγάλο μέρος της υπεραξίας θα επιστρέφει στην κοινωνία. Για παράδειγμα το 20% των εσόδων θα αποτελεί κέρδος για αυτόν που οικειοποιήθηκε την παραλία, και το 80% θα μοιράζεται στα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας.

Όμως, δεν θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο μία τέτοια ρύθμιση; Και δεν θα επηρεάσει την επιχειρηματικότητα;

Όχι δεν το νομίζω. Κατ’ αρχάς πιστεύω ότι το κέρδος ως κίνητρο έχει υπερτιμηθεί από πολλούς. Σύμφωνα με τον Σουμπέτερ, αυτό που υποκινεί τους επιχειρηματίες είναι κυρίως «η αγάπη του παιχνιδιού». Αν αυτό ισχύει, μπορεί η επιβολή υψηλής φορολογίας στα κέρδη να μην επηρεάζει τελικά την επιχειρηματικότητα. Και αυτή η εικόνα επαληθεύεται και από την δική μου εμπειρία. Το ξέρετε κι εσείς ότι στην ακαδημαϊκή μας την δουλειά, όπως και στην δουλειά των εφευρετών – γιατί εφευρέτες είναι, κατά κάποιο τρόπο, και οι καθηγητές πανεπιστημίου – τα χρήματα δεν είναι το μεγαλύτερο κίνητρο.

Θα λέγατε λοιπόν ότι η φορολογία είναι ένας μηχανισμός εξισωτισμού και θα συνηγορούσατε υπέρ της άποψης ότι το κράτος είναι ο βασικός μηχανισμός που θα παρεμβαίνει …

Το θέμα είναι πώς μπορεί κανείς να οργανώσει την κατανομή του πλούτου. Δεν είμαι απολύτως σίγουρος αν πρέπει να έχουμε ισχυρή συγκέντρωση στην ιδιοκτησία των εταιρειών. Στη σοσιαλδημοκρατία εξακολουθούμε να έχουμε ισχυρή συγκέντρωση στην ιδιοκτησία των εταιρειών. Και νομίζω ότι αυτό πρέπει να αλλάξει. Αν κοιτάξετε τις διαφορετικές μορφές εταιρικής διακυβέρνησης που υφίστανται στον κόσμο θα δείτε ότι η ορθή εταιρική διακυβέρνηση δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη υψηλή συγκέντρωση ιδιοκτησίας. Και αν ισχύει αυτό, τότε θα μπορούσαμε να διανείμουμε τα κέρδη εξίσου σε ολόκληρο τον πληθυσμό. Το μυστικό είναι να κρατήσει κανείς την ιδιοκτησία των εταιρειών όσο πιο εξισωτική γίνεται. Και αυτό σημαίνει ότι τα δικαιώματα ιδιοκτησίας θα ισχύουν μόνο για την διάρκεια της ζωής του κάθε ατόμου και μετά θα επιστρέφουν στο κράτος. Αυτό που με κάνει τόσο απόλυτα αντίθετο στο θέμα της συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας είναι η απλή σκέψη ότι τα άτομα που έχουν υπερβολικά συγκεντρωμένη ιδιοκτησία καταλήγουν να είναι άτομα των οποίων τα συμφέροντα διαφέρουν σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από τα συμφέροντα των υπολοίπων μελών της κοινωνίας, και αυτό παράγει πολλά δεινά.

Με αυτό τον τρόπο δεν στρεβλώνονται τα οικονομικά κίνητρα;

Θεωρώ ότι είναι καιρός να εξετάσουμε το ενδεχόμενο να υπάρξει μία αλλαγή στο ήθος της κοινωνίας. Στην σημερινή κοινωνία η επιτυχία ενός ανθρώπου μετριέται με βάση τον πλούτο του. Στην κοινωνία που περιγράφω εγώ η επιτυχία ενός ανθρώπου θα μετριέται με βάση την κοινωνική του προσφορά. Και θα υπάρχουν συγκεκριμένοι τρόποι μέτρησης της κοινωνικής προσφοράς. Γιατί πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι όντως ιδιοτελείς, αλλά νομίζω ότι αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι ο πλούτος αυτός καθ’ εαυτός, αλλά το να θεωρούνται σημαντικοί από τους συνανθρώπους τους. Στον καπιταλισμό η σημαντικότητα ενός ανθρώπου μετριέται με βάση τον τραπεζικό του λογαριασμό. Όμως γιατί θα πρέπει να αποκλείσουμε a priori το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί μία διαφορετική κοινωνία στην οποία επιτυχημένοι άνθρωποι θα θεωρούνται οι μεγάλοι εφευρέτες, οι μεγάλοι επιστήμονες, οι μεγάλοι καλλιτέχνες, ή τα επιτυχημένα διευθυντικά στελέχη;

Αναφέρεστε σε μία συνολική αλλαγή του κοινωνικού ήθους;

Ναι. Και πιστεύω ότι ο στόχος του σοσιαλισμού θα πρέπει να είναι να επεκτείνουμε στην κοινωνία το ήθος που έχουμε εντός της οικογένειας, ή, όπως λέει ο G.A. Cohen να επεκτείνουμε στην καθημερινή μας ζωή τις συμπεριφορές που αναπτύσσονται σε ένα ταξίδι κατασκήνωσης στην εξοχή, όπου όλα γίνονται συλλογικά, δεν υπάρχει ανταλλαγή χρημάτων, υπάρχει κατανομή εργασιών αλλά ο καθένας διαλέγει τα καθήκοντα που θέλει να εκτελέσει, όλοι κάνουν κάτι, κανείς δεν πληρώνει κάποιον άλλον για να κάνει την δική του δουλειά. Διότι τελικά όλοι συμφωνούν ότι η κατασκήνωση είναι μία υπέροχη εμπειρία. Μπορείτε να μου πείτε ότι αυτό είναι σκέτη ουτοπία, αλλά και πάλι πώς το ξέρετε; Γιατί θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι αυτό είναι ένα αδύνατο ενδεχόμενο. Υπάρχουν κοινωνίες, όπως είναι οι Σκανδιναβικές για παράδειγμα, που βρίσκονται εγγύτερα σε αυτή την περιγραφή.

Σε ποιο βαθμό το μοντέλο σας βασίζεται σε μια αλτρουιστική θεώρηση των ανθρώπων;

Δεν νομίζω ότι είναι αλτρουισμός. Αντιθέτως είναι κάτι ασθενέστερο από τον αλτρουισμό.

Ταυτοχρόνως όμως οι άνθρωποι είναι όντως ανταγωνιστικοί και όντως θέλουν να υπερισχύουν.

Συμφωνώ. Δεν το αρνούμαι. Αυτό που λέω είναι ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να υποκινηθούν οι άνθρωποι στην κατεύθυνση του να θέλουν να διαπρέψουν ως άτομα με σημαντική κοινωνική προσφορά και όχι ως άτομα που συσσώρευσαν σημαντικά πλούτη. Θα μπορούν να διαπρέψουν ως καλοί δάσκαλοι, ή καλοί γιατροί, και να υπάρχει μεγάλος κοινωνικός θαυμασμός γι αυτό.

Είναι όμως αυτό αρκετό; Για κάποιους είναι. Αλλά μπορεί αυτός να είναι στόχος για όλους τους ανθρώπους;

Πώς μπορούμε να ξέρουμε αν κρίνουμε μόνο με βάση τα δεδομένα της δικής μας κοινωνίας; Πιστεύω ότι αξίζει να αναρωτηθούμε υπό ποιες συνθήκες θα δινόταν η δυνατότητα σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο να υλοποιηθεί. Εγώ πιστεύω ότι το πρώτο βήμα είναι η κοινωνική ασφάλιση. Κοιτάξτε τις Σκανδιναβικές χώρες που διαπρέπουν στον τομέα της κοινωνικής ασφάλειας. Στην Σουηδία, για παράδειγμα, ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% του ΑΕΠ πηγαίνει στο κράτος, υπό την έννοια ότι κατακρατείται ως φορολογία του πληθυσμού, και επιστρέφεται στον πληθυσμό ως κοινωνική ασφάλεια και άλλα δημόσια αγαθά. Αυτό που έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε είναι το πώς προέκυψε μία τέτοια κοινωνία. Σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή θεωρία η επιτυχία αυτών των κοινωνιών βασίζεται στο γεγονός ότι είναι εθνικά, γλωσσικά και θρησκευτικά ομοιογενείς, και αυτή η ομοιογένεια εκφράζεται ως αλληλεγγύη των πολιτών μεταξύ τους. Αυτή η αλληλεγγύη είναι που ενσωματώνεται στο σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης. Η δική μου θεωρία ξεκινά από άλλη βάση. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάση ιδιοτελείς και ζητώ να βρω ποιος είναι εκείνος ο μηχανισμός που παράγει την κοινωνική αλληλεγγύη ως συμπεριφορά. Ομοιογένεια, όντως, υπάρχει σ’ αυτές τις κοινωνίες. Αλλά για μένα ομοιογένεια σημαίνει, κυρίως, ότι οι άνθρωποι αναλαμβάνουν παρόμοιους κινδύνους και αντιμετωπίζουν παρόμοιες καταστάσεις στην ζωή τους. Εικάζω λοιπόν – και λέω εικάζω διότι δεν έχω κάνει την απαιτούμενη εμπειρική-ιστορική μελέτη για να το αποδείξω – ότι σε μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι υπόκεινται στην ίδια στατιστική κατανομή κινδύνων είναι εύκολο να σχεδιάσουμε ένα καθολικό σύστημα ασφάλειας που να είναι προς το συμφέρον όλων. Σε ένα τέτοιο σύστημα όλοι θα πληρώνουν το ίδιο αντίτιμο, διότι όλοι θα έχουν τις ίδιες πιθανότητες να βρεθούν σε δυσχερή θέση.

Εννοείτε, δηλαδή, ότι δεν είναι η ομοιογένεια per se που καθορίζει την επιλογή ενός τέτοιου συστήματος κοινωνικής ασφάλειας αλλά το γεγονός ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν παρόμοιες καταστάσεις;

Ακριβώς. Διότι όταν οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν παρόμοιες καταστάσεις η επιλογή ενός τέτοιους συστήματος κοινωνικής ασφάλειας δεν απορρέει αναγκαστικά από την αγάπη για τον πλησίον. Και δεν την προϋποθέτει. Όμως στην πορεία, η εγκαθίδρυση ενός τέτοιου συστήματος κοινωνικής ασφάλειας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μία συνολική βελτίωση της κοινωνίας. Και τότε αρχίζουν οι άνθρωποι να προτιμούν την ισότητα. Τότε πάνε ένα βήμα πέρα από την ιδιοτέλεια. Η ασφάλεια λειτουργεί ως κίνητρο. Και αυτό νομίζω ότι συνέβη στις Σκανδιναβικές χώρες.

Δηλαδή η αλληλεγγύη είναι το αποτέλεσμα και όχι το αίτιο;

Ακριβώς. Η αλληλεγγύη είναι το αποτέλεσμα μιας ιστορικής διαδικασίας. Μόνο τότε, μόνο μετά από αυτό το πρώτο στάδιο, όταν οι άνθρωποι δουν τα αποτελέσματα που μπορούν να επιτευχθούν σε μία τέτοια κοινωνία, όταν δουν ότι μία τέτοια αντιμετώπιση δημιουργεί δημόσια αγαθά, ότι δεν υπάρχει φτώχεια, για παράδειγμα, ότι οι άνθρωποι επιδεικνύουν ευγένεια στην μεταξύ τους συμπεριφορά, ότι κανείς δεν πεινά, ότι δεν υπάρχουν ζητιάνοι τριγύρω, η κατάσταση αυτή τους αρέσει. Και μόνο τότε μπορούν να προχωρήσουν παραπέρα και να αλλάξουν τις προτιμήσεις τους. Προτιμούν την ισότητα και αυτό επάγει συμπεριφορές που ονομάζουμε αλληλέγγυες.

Κύριε Roemer είστε σαφώς ένας πολιτικοποιημένος επιστήμονας. Μπορεί να πει κανείς ότι η πολιτική σας κινητοποιεί, ότι η επιστήμη σας κινείται με άξονα την πολιτική σκέψη;

Κοιτάξτε, όταν μελετά κανείς ζητήματα όπως η αειφορία, για παράδειγμα, είναι υποχρεωμένος να πάρει, εξ αρχής, κάποιες αποφάσεις για τις μεταβλητές που θα υπεισέλθουν στο μοντέλο του. Οι αποφάσεις αυτές είναι ουσιωδώς πολιτικές υπό την έννοια ότι απορρέουν από πολύ συγκεκριμένες απόψεις για το τι δίνει νόημα και αξία στη ζωή. Πιστεύω ότι πολλοί οικονομολόγοι κατέληξαν σε απίστευτα απλοϊκές θεωρίες επειδή είχαν άγνοια της φιλοσοφίας. Και γι αυτό πολλές από τις μελέτες τους είναι ανεφάρμοστες. Όπως λέω συχνά, το θέμα δεν είναι να καταλήξουμε σε μία ορθή οικονομική θεωρία. Το θέμα είναι να καταλήξουμε σε μία ορθή φιλοσοφία. Αν γίνει αυτό, μετά θα είναι πανεύκολο να φτιάξουμε το οικονομικό μοντέλο που θα ενσωματώσει αυτή την θεωρία και θα την κάνει υλοποιήσιμη.

Στην περίπτωση αυτή, όμως, διατρέχετε τον κίνδυνο να κατηγορηθείτε ότι η πολιτική σας σκέψη συσκοτίζει την επιστημονική σας αντικειμενικότητα;

Προσπαθώ να είμαι αντικειμενικός. Οι απόψεις μου για τον σοσιαλισμό έχουν αλλάξει δραματικά τα τελευταία χρόνια ως αποτέλεσμα των παγκόσμιων εξελίξεων αλλά και ως αποτέλεσμα της μελέτης μου. Για πολλά θέματα έχω αλλάξει άποψη, όπως είναι η σημασία των αγορών, για παράδειγμα. Έγινα σοσιαλδημοκράτης ενώ ήμουν Λενινιστής. Η σκέψη μου αλλάζει όσο συνεχίζω να μελετώ. Και προσπαθώ, να είμαι αντικειμενικός. Θέλω να πιστεύω ότι όλοι προσπαθούμε να είμαστε αντικειμενικοί.

Και μια τελευταία ερώτηση. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη στην οποία απαγορεύεται η δημιουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων. Η ελληνική Αριστερά μάχεται σθεναρά να αποτρέψει το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν μη κρατικά πανεπιστήμια. Εσείς, αν και αριστερός, εργάζεσθε σε ένα από τα επιφανέστερα μη κρατικά πανεπιστήμια στον κόσμο. Ποια είναι η άποψή σας; Ένας αριστερός πρέπει να αντιτίθεται στη δημιουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων;

Η εμπειρία μου στις ΗΠΑ είναι ότι ο τομέας των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι πολύ καλός. Εννοώ, με δεδομένους τους περιορισμούς που υπάρχουν στην επιβολή φορολογίας, τουλάχιστον στις ΗΠΑ για πολιτικούς λόγους, πιστεύω ότι το σύστημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι πολύ καλή επιλογή. Και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από κληροδοτήματα πλουσίων και αποφοίτους. Επομένως δεν έχω καμία ουσιαστική αντίρρηση που να αφορά την ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων. Εννοώ ότι αν έχεις την δυνατότητα να έχεις μη κρατική χρηματοδότηση για ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα, θα το προτιμούσα. Ακριβώς εξ αιτίας του γεγονότος ότι είναι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, αυτά τα ιδιωτικά πανεπιστήμια στις ΗΠΑ ορίζουν τα δίδακτρα ανάλογα με το εισόδημα. Στα καλύτερα από αυτά αν δεν μπορείς να πληρώσεις τα δίδακτρα, δεν πληρώνεις δίδακτρα. Γίνεσαι δεκτός με βάση την αξία σου και το πανεπιστήμιο το ίδιο χρηματοδοτεί τις σπουδές σου. Η εισαγωγή των φοιτητών στο πανεπιστήμιο βασίζεται εξ ολοκλήρου στην αξία τους, αν και υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις, μια μικρή ποσόστωση, που αφορούν αθλητές και απογόνους αποφοίτων. Αλλά και σε αυτές τις περιπτώσεις, η ακαδημαϊκή αξία είναι προϋπόθεση της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο.

Για τα δίδακτρα τι γνώμη έχετε;

Δεν βρίσκω τίποτε κακό στην ιδέα ότι οι νέοι άνθρωποι θα πρέπει να πληρώνουν ένα μέρος από τα έξοδα της εκπαίδευσής τους. Δεν είναι απαραίτητο αυτό να γίνεται αμέσως. Μπορεί το κόστος να διαμοιραστεί στην διάρκεια της ζωής τους μέσω φορολογίας, για παράδειγμα, αφότου ξεκινήσουν να εργάζονται με βάση τα πτυχία τους. Δεν βρίσκω τον λόγο γιατί θα πρέπει το συνολικό κόστος των σπουδών να επιδοτείται από τους φορολογούμενους.

Στην Ελλάδα οι περισσότεροι αριστεροί είναι ενάντια στον ανταγωνισμό στην ανώτατη εκπαίδευση…

Ίσως αυτό συμβαίνει λόγω των εμπειριών που έχουν και επειδή δεν έχουν εμπειρία του πώς μπορεί να λειτουργήσει ένας μη κερδοσκοπικός τομέας εκπαίδευσης – η λέξη κλειδί είναι «μη κερδοσκοπικός». Πιστεύω ότι αν οι Έλληνες φοιτητές είχαν κάποια εμπειρία των Αμερικανικών πανεπιστημίων θα άλλαζαν γνώμη. Το βέβαιο είναι ότι η Αμερικανική Αριστερά δεν αντιτίθεται στην ιδέα των ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Μια αρκετά συντετμημένη εκδοχή της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 8 Ιουνίου 2008



Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

Τέλος εποχής


Έχω πάψει, εδώ και δύο χρόνια, να είμαι πελάτης του ΟΤΕ. Δεν είμαι, φυσικά, ο μόνος: 360.000 πελάτες εγκατέλειψαν τον ΟΤΕ μόνο το 2007! Ο ΟΤΕ εξακολουθεί, βέβαια, να είναι γίγαντας, αλλά συρρικνώνεται: από 97% το 2002, το μερίδιό του έπεσε στο 82% το 2006 - και εξακολουθεί να πέφτει. Στις τηλεπικοινωνίες σήμερα υπάρχουν πολλές επιλογές. Μπορεί να μεγαλώσαμε με τον ΟΤΕ, αλλά δεν τον παντρευτήκαμε κιόλας!

Ο ΟΤΕ, ωστόσο, είναι στρατηγικός παίκτης στην τηλεπικοινωνιακή αγορά και οι ενέργειές του έχουν ισχυρό αντίκτυπο. Αν η Ελλάδα έπεσε στον Δείκτη Δικτυακής Ετοιμότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ από την 34η θέση που βρισκόταν το 2003 στην 56η το 2008 (πιο κάτω από την Τουρκία και την Τυνησία)· αν η διείσδυση της ευρυζωνικότητας βρίσκεται στο 9%, έναντι 20% του μέσου όρου στον ΟΟΣΑ (26η από 30 χώρες)· κι αν οι τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, παρά την πτώση τιμών, είναι από τις ακριβότερες στην ΕΕ, ο ΟΤΕ έχει συμβάλλει ιδιαίτερα σε αυτά τα κατορθώματα. Για να παραφράσω την προσφυή ρήση του Αλέκου Παπαδόπουλου, ό,τι ελέγχει το ελλαδικό κράτος δεν υπηρετεί απαραίτητα το δημόσιο συμφέρον.

Αυτοί που θρηνούν σήμερα για τη συνδιοίκηση του ΟΤΕ με τη DT, ουδέποτε εκδήλωσαν τη δυσαρέσκειά τους για την εικοσιπενταετή συνδιοίκηση με τα συνδικάτα. Από το 1982, η χρονιά που ο κ.Αρσένης «κοινωνικοποίησε» τις ΔΕΚΟ, τα συνδικάτα κατέστησαν ο σταθερός πόλος εξουσίας σε ένα σκηνικό πρόσκαιρων, πολιτικά διορισμένων και, γι αυτό, συνήθως αδύναμων διοικήσεων. Τώρα τα χάνουν όλα: ευκαιρίες για ρουσφέτια, πολιτική επιρροή, μίζες. Η Siemens θα λυπηθεί ιδιαίτερα.

Όσοι στο ΠΑΣΟΚ διερωτώνται γιατί η κυβέρνηση πουλάει σήμερα τον ΟΤΕ, βολικά ξεχνάνε ότι η αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή είχε συμπεριληφθεί στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης Σημίτη το 2001. Ο σχετικός προβληματισμός υπήρχε από τότε, δεν είναι καινούριος. Το νέο στοιχείο σήμερα είναι η απροσδόκητη εξαγορά του 20% του οργανισμού από τη MIG, και το δυναμικό στρατηγικό παίγνιο που αυτή δημιούργησε. Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο υπερτίμημα από την παραχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ στη DT το εισπράττει, στην ουσία, η MIG και όχι το ελληνικό κράτος, δείχνει για μια ακόμη φορά ότι το ελλαδικό πολιτικό σύστημα είναι ανίκανο να προσθέσει αξία στους δημόσιους οργανισμούς.

Η προσφιλής τακτική των κυβερνήσεων και των δύο κομμάτων εξουσίας είναι οι σταδιακές μετοχοποιήσεις μεγάλων ΔΕΚΟ, κυρίως γιατί έτσι μειώνονται οι αντιδράσεις και, άρα, ελαχιστοποιείται το πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση. Πρόκειται για υποβέλτιστη τακτική που αποβλέπει σε βραχυπρόθεσμα οφέλη, δίχως στρατηγικό σχεδιασμό. Αν σταδιακά πουλάς μικρά κομματάκια των ΔΕΚΟ περνάς πιο εύκολα την αλλαγή ιδιοκτησίας στις οργανωμένες ομάδες συμφερόντων που σε αντιπολιτεύονται, αλλά μειώνεις το υπερτίμημα που θα έπαιρνες αν πουλούσες ένα μεγάλο πακέτο μαζί με τον διευθυντικό έλεγχο. Ο διευθυντικός έλεγχος μιας εταιρίας συνιστά σημαντικό τμήμα της συνολικής της αξίας. Σχετικές μελέτες αναφέρουν ότι η διαφορά τιμών πώλησης ατομικών μετοχών και πώλησης πακέτων μετοχών συν τον διευθυντικό έλεγχο ανέρχεται στο 14%. Η κατοχή του διευθυντικού ελέγχου αποφέρει σημαντικά οφέλη στον φορέα του [1].

Η ειρωνεία είναι ότι όσοι σήμερα δικαιολογημένα επικρίνουν τον κ.Αλογοσκούφη για την απώλεια του υπερτιμήματος από την πώληση του ΟΤΕ είναι συνήθως οι ίδιοι που, με τις ακραίες αντιδράσεις τους, αυξάνουν το πολιτικό κόστος για την όποια κυβέρνηση θελήσει να πουλήσει ένα μεγάλο πακέτο μετοχών συν τον διευθυντικό έλεγχο μιας ΔΕΚΟ (όπως συνέβη με τον ΟΤΕ το 1993, αλλά και το 2006) και, άρα, ωθούν τον εκάστοτε υπουργό Οικονομικών στην «ασφαλέστερη, πλην υποβέλτιστη, τακτική των πολλών μικρών μετοχοποιήσεων, την οποία μετά επικρίνουν!

Βέβαια, τα ίδια και χειρότερα έκαναν και οι κκ.Καραμανλής και Αλογοσκούφης όταν ήταν στην αντιπολίτευση, κι αυτό είναι το δράμα της πολιτικής στην Ελλάδα: σε ένα πολωμένο, λαϊκιστικό σύστημα, ο πολιτικός ανταγωνισμός αυξάνει υπέρμετρα το πολιτικό κόστος των οικονομικών αποφάσεων για την κυβέρνηση, με συνέπεια να υιοθετούνται τακτικές βραχυπρόθεσμης απόδοσης, οι οποίες, όμως, μακροπρόθεσμα, μειώνουν τη συνολική αξία των δημόσιων οργανισμών. Ακόμη χειρότερα, ο πολιτικός ανταγωνισμός καταλήγει σε λασπομαχία: μείζονες αποφάσεις των ΔΕΚΟ πολιτικοποιούνται και εκπίπτουν σε φθηνή σκανδαλολογία, με συνέπεια η ποιότητα του πολιτικού λόγου να απομειώνεται και οι θεσμοί να ευτελίζονται. Οι απειλές των κκ.Παπανδρέου και Πάγκαλου σήμερα διαιωνίζουν το μοτίβο απειλών που συστηματικά εκστόμιζαν οι κκ.Καραμανλής και Έβερτ όταν ήταν στην αντιπολίτευση.

Αν οι χειρισμοί του κ.Αλογοσκούφη σας δημιούργησαν εύλογες επιφυλάξεις για τη συμφωνία ελληνικού κράτος-DT, μια μικρή είδηση και μια φωτογραφία πιθανόν να τις άρουν. Η είδηση: «Χθες λόγω των καταλήψεων στο μέγαρο του ΟΤΕ, ο πρόεδρος του οργανισμού κ.Βουρλούμης εργάσθηκε σε γραφείο της Cosmote […]» («Καθημερινή», 27/3/2008)! Η φωτογραφία είναι ακόμη πιο εύγλωττη («Ελευθεροτυπία», 22/3/2008): Το γραφείο του προέδρου της ΔΕΗ έχει καταληφθεί, για πολλοστή φορά, από ένα τσούρμο συνδικαλιστών, αν και αυτή τη φορά, πρέπει να πούμε, χωρίς την εμψυχωτική συμπαράσταση της βουλευτού του ΠΑΣΟΚ κυρίας Ξενογιαννακοπούλου και του προέδρου του «Συνασπισμού» κ.Τσίπρα. Όρθιος ο πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ ωρύεται, απευθυνόμενος στον πρόεδρο της ΔΕΗ. Ο τελευταίος τον κοιτάζει στωικά, με σταυρωμένα τα χέρια, αναλογιζόμενος πιθανώς που έμπλεξε ο άνθρωπος. Πανδαιμόνιο! Προσέξτε το συμβολισμό: το γραφείο του προέδρου της ΔΕΗ δεν είναι τόσο το στρατηγείο της επιχείρησης, όσο προέκταση χαοτικής συνδικαλιστικής συνέλευσης!

Δυο εικόνες από τις δύο μεγαλύτερες ελληνικές επιχειρήσεις, εισηγμένες σε διεθνή χρηματιστήρια. Δυο εικόνες από την ανομία, την ανευθυνότητα και την ασυναρτησία που μαστίζουν τη σημερινή Ελλάδα. Ευτυχώς τελειώνουν (έστω και με τον βαλκανικό τρόπο που τελειώνουν)!

Παραπομπές

[1] βλ. Dyck, Al. & L. Zingales (2004) Private benefits of control: An international comparison, Journal of Finance, 59/2, 537-600. Βλέπε επίσης, Georganas, S. & M. Zähringer (2008), How to sell a company? Information revelation through partial IPO, αδημοσίευτη εργασία

Συντετμημένη εκδοχή του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 1 Ιουνίου 2008

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

«Συκοφαντίες» και πολιτική κριτική


Οι αγωγές της Marfin Investment Group (MIG) κατά του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και του προέδρου του «Συνασπισμού» δείχνουν, ακόμη μια φορά, πόσο υπανάπτυκτος είναι ο δημόσιος βίος της χώρας: ακραίοι πολιτικοί χαρακτηρισμοί από τη μια μεριά, ποινικοποίηση της πολιτικής κριτικής από την άλλη.

Πράγματι οι κκ.Παπανδρέου και Τσίπρας εκστόμισαν βαριές κουβέντες κατά της MIG. Η εξαγορά μετοχών του ΟΤΕ από τη Deutsche Telekom (DT) χαρακτηρίσθηκε, μεταξύ άλλων, «απάτη» (Τσίπρας), «μάθημα κλεπτοκρατικού καπιταλισμού», «έκφραση διαπλοκής και διαφθοράς», «υποκρύπτουσα παράνομη χρηματική συναλλαγή» (Παπανδρέου). Η MIG θεωρεί ότι «συκοφαντείται» με αυτούς του χαρακτηρισμούς και προσφεύγει δικαστικά κατά αυτών που τους διατύπωσαν.

Το πρόβλημα με τις εύθικτες επιχειρήσεις είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται πως λειτουργεί η δημοκρατία. Η αγορά των μετοχών της MIG στον ΟΤΕ από τη DT δεν είναι απλώς μια χρηματιστηριακή συναλλαγή μεταξύ δύο ιδιωτικώς συμβαλλομένων μερών. Στο μέτρο που αφορά μια από τις μεγαλύτερες, υπό κρατικό έλεγχο, επιχειρήσεις της χώρας· και στο μέτρο που είναι ο καταλύτης για την παραχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ στη DT, η συγκεκριμένη αγοραπωλησία μετοχών εισέρχεται στο δημόσιο λόγο και αποκτά, αναπόφευκτα, πολιτική διάσταση. Αυτό σημαίνει ότι κρίνεται δημοσίως ως προς τις εικαζόμενες προθέσεις των πρωταγωνιστών της, ως προς τους χειρισμούς τους, και ως προς τα πιθανά αποτελέσματα της συναλλαγής.

Η αντιπολίτευση θεωρεί ότι η χρηματιστηριακή συναλλαγή MIG-DT αποτελεί μέρος της ευρύτερης συμφωνίας κυβέρνησης-DT, και της εξ αυτής απορρέουσας απώλειας του υπερτιμήματος από το ελληνικό κράτος με την εκχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ στη DT. Το ελληνικό δημόσιο, με τους χειρισμούς του κ.Αλογοσκούφη, έχει διαφυγόντα κέρδη. Αντί να εισπράξει το ίδιο το υπερτίμημα, στην ουσία το εισπράττει η MIG. Ούτε η MIG, ούτε ο υπουργός Οικονομικών έκαναν κάτι παράνομο, αλλά η όλη συμφωνία είναι, με οικονομικούς όρους, υποβέλτιστη για το ελληνικό δημόσιο. Οι ακραίοι χαρακτηρισμοί «απάτη» και «εκκολαπτόμενο σκάνδαλο» πρέπει να ιδωθούν σε αυτά τα πολιτικά συμφραζόμενα. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί, ανήκοντες στον πολιτικό λόγο, δεν έχουν την ίδια σημασία με αυτή που έχουν στον κοινό λόγο.

Αν κατηγορήσω το γείτονά μου ότι καταπάτησε το χωράφι μου, δικαιούται να αγανακτήσει και να με μηνύσει. Η κατηγορία μου πρέπει να εδράζεται σε εμπειρικά δεδομένα, διαφορετικά είναι συκοφαντία. Αν, όμως, ένας πολιτικός χαρακτηρίσει τη συμφωνία MIG-DT «απάτη», η δήλωση αυτή είναι περισσότερο κρίση και λιγότερο εμπειρικός ισχυρισμός. Οι πολιτικές κρίσεις, αξιολογούν αποκλίσεις από κανονιστικές ή βέλτιστες πρακτικές, εικάζουν πιθανά κίνητρα και μη ομολογηθείσες πράξεις, και εκτιμούν πιθανές συνέπειες για το δημόσιο συμφέρον.

Η αντιπολίτευση λ.χ. θεωρεί ότι η συμφωνία MIG-DT έγινε επειδή δόθηκαν εγγυήσεις στη DT από την κυβέρνηση για την παραχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ. Η έννοια της «απάτης», αν και ακραία διατύπωση, περιγράφει «περίεργες» πρακτικές, πιθανές υποσχέσεις από την κυβέρνηση στη MIG και στη DT, εικαζόμενες παρασκηνιακές μεθοδεύσεις – με λίγα λόγια θεωρούμενες ως ασυνήθεις (και ανεπίτρεπτες) για χρηματιστηριακή συναλλαγή πρακτικές. Προσέξτε ότι δεν πρόκειται για εμπειρικές διαπιστώσεις: οι πολιτικοί δεν είναι δικαστές να καταλήξουν σε συμπεράσματα αφού ακούσουν τους μάρτυρες, ούτε επιστήμονες στο εργαστήριο να συλλέγουν εμπειρικά δεδομένα. Ενώ η δικαστική και εμπειρική επιστημονική κρίση οφείλουν να στηρίζονται πρωτίστως σε δεδομένα (εμπειρικά τεκμήρια), η πολιτική κρίση, στο μέτρο που αναφέρεται σε ένα πλέγμα πιθανών κινήτρων, εικαζόμενων μεθοδεύσεων και πραγματικών αποφάσεων, είναι περισσότερο αξιολόγηση – εκτίμηση, αποτίμηση - και λιγότερο εμπειρικός ισχυρισμός.

Αυτό είναι αναπόφευκτο. Καθότι διαχειρίζεται την εξουσία, η κυβέρνηση πάντοτε γνωρίζει περισσότερα απ’ ότι οι υπόλοιποι και, άρα, πλεονεκτεί: μπορεί να αποκρύψει, να ελέγξει, να αιφνιδιάσει. Στο μέτρο που η άσκηση της εξουσίας φέρνει την κυβέρνηση σε διαπραγματεύσεις με άλλα μέρη, η κυβέρνηση συχνά αποφεύγει να δημοσιοποιεί (ή τουλάχιστον μπορεί εκ των υστέρων να «κατασκευάζει») τις προθέσεις της για λόγους αποτελεσματικότητας, ενώ έχει κάθε κίνητρο να περιορίσει τη δημόσια λογοδοσία της, αφού, σε ένα ανταγωνιστικό πολιτικό σύστημα, τυχόν λάθη και παραλείψεις της αποφέρουν πλεονεκτήματα στους αντιπάλους της. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια ασυμμετρία γνώσης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Στη φιλελεύθερη δημοκρατία, αυτή την ασυμμετρία γνώσης την αντισταθμίζουμε με την ελευθερία του λόγου: κρίνουμε-αξιολογούμε τις κυβερνητικές πράξεις, ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε όσα γνωρίζουν οι κυβερνώντες. Οι κρίσεις μας κατ’ ανάγκην στερούνται πλήρους εμπειρικής επάρκειας – είναι περισσότερο εκτιμήσεις. Η υπερβολή που εγγενώς ενέχουν οι εκτιμήσεις-αξιολογήσεις είναι το τίμημα που καταβάλλουμε για τη λειτουργία της λογοδοσίας στη δημοκρατία.

Βέβαια, σε μια ώριμη δημοκρατία, πασχίζουμε να ελαχιστοποιούμε την υπερβολή. Οι κρίσεις μας οφείλουν να είναι ζυγισμένες: να είναι όσο το δυνατόν πιο ορθολογικές και ευλογοφανείς. Το γεγονός ότι οι πολιτικοί μας συχνά προσφεύγουν σε ακραίους χαρακτηρισμούς, στη συνωμοσιολογία και τη σκανδαλολογία, δείχνει όχι τόσο τη συκοφαντική τους πρόθεση, όσο αφενός μεν τη φτώχεια των επιχειρημάτων τους, αφετέρου δε το βαθύτερο μοτίβο που διαπερνά το ελλαδικό πολιτικό σύστημα: την ακραία πόλωση, τις «περίεργες» διαδικασίες διακυβέρνησης, την καχυποψία. Ακριβώς αυτό είναι το πραγματικό μας πρόβλημα, αλλά κανείς δεν μιλάει γι αυτό.

Συντετμημένη εκδοχή του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στο Κέρδος, 24 Μαΐου 2008.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Λίστα φαρμάκων: Αδήριτη αναγκαιότητα *


Σε αυτή τη χώρα ακόμα και η ικανότητα να ανακαλύπτουμε εκ νέου τον τροχό δεν είναι δεδομένη! Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, και ιδιαίτερα στις πιο ανεπτυγμένες, έχει καθιερωθεί, εδώ και αρκετά χρόνια, λίστα φαρμάκων. Πριν από 12 χρόνια, με πρωτοβουλία της τότε κυβέρνησης, αρμόδια επιτροπή ειδικών, υπό την προεδρία ενός από τους συγγραφείς (ΧΜΜ), συνέταξε, μετά από σχολαστική εργασία και με αμιγώς επιστημονικά κριτήρια, την πρώτη λίστα φαρμάκων. Ο στόχος ήταν να περιοριστεί δραστικά η πολυφαρμακία, να προστατευθεί η δημόσια υγεία, και να ελεγχθούν οι δαπάνες των αφαλιστικών ταμείων, δίχως να κινδυνεύσει η υγεία των πολιτών.

Η αντίδραση της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας ήταν σθεναρή. Ποικίλα δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο, όχι απαραίτητα αγαθών προθέσεων, δημιούργησαν σύγχυση και ένα αίσθημα ανασφάλειας στον Έλληνα πολίτη. Τα συμφέροντα που αντιστρατεύονταν το εγχείρημα της εφαρμογής της λίστας φαρμάκων, βρήκαν στην νέα κυβέρνηση, το 2004, τον εκφραστή τους. Η λίστα φαρμάκων καταργήθηκε από τον τότε υπουργό Υγείας κ.Ν. Κακλαμάνη. Ο στόχος της κατάργησης της λίστας δεν κατέστη γνωστός, αν και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία να τον εικάσει κανείς.


Τι είναι η λίστα φαρμάκων και σε τι αποσκοπεί; Η λίστα είναι ένας κατάλογος φαρμακευτικών ουσιών που επιλέγονται από επιτροπή ειδικών με βάση αυστηρώς επιστημονικά και οικονομικά κριτήρια. Σκοπός της είναι η προστασία της δημόσιας υγείας έτσι ώστε να συνταγογραφούνται ασφαλή φάρμακα αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας και, επιπλέον, να μειώνονται οι περιττές φαρμακευτικές δαπάνες. Από τη λίστα των φαρμακευτικών ουσιών δεν λείπει κανένα σημαντικό φάρμακο. Κανένας ασθενής δεν στερείται της κατάλληλης θεραπευτικής αντιμετώπισης. Η λίστα συνεχώς ανανεώνεται, διότι καθημερινά παράγονται νέες αποτελεσματικές και ασφαλείς φαρμακευτικές ουσίες. Λίστα φαρμακευτικών ουσιών υπάρχει τόσο για φάρμακα των νοσοκομείων, όσο και για φαρμακευτικές ουσίες της καθημερινής ιατρικής πρακτικής. Η εφαρμογή της λίστας αφ’ ενός περιορίζει άσκοπες φαρμακευτικές δαπάνες και, αφ’ ετέρου, λειτουργεί ως εκπαιδευτικό εργαλείο για τον μαχόμενο γιατρό. Δεν είναι τυχαίο ότι η πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών διαθέτει λίστες φαρμάκων.


Η κατάργηση της λίστας φαρμάκων από τον τότε υπουργό Υγείας είχε απολύτως προβλέψιμες δυσμενείς επιπτώσεις στα οικονομικά των αφαλιστικών Ταμείων και, μέσω αυτών, στην εξωφρενική διόγκωση των χρεών των κρατικών νοσοκομείων. Υπολογίζεται ότι, μετά την κατάργηση της λίστας, οι φαρμακευτικές δαπάνες αυξάνονται με ρυθμό 16% ετησίως, συμμετέχοντας σημαντικά στα χρέη των Ταμείων στα νοσοκομεία, ύψους 2 δισ. ευρώ.

Η συνταγογράφηση - δηλαδή, η εντολή ιατρού για χορήγηση φαρμάκων στον ασθενή - θυμίζει σήμερα «ξέφραγο αμπέλι» στη χώρας μας. Όποιος θέλει συνταγογραφεί ό,τι θέλει, με μόνο γνώμονα την «αυθεντία» του. Πάρτε το παράδειγμα μιας συνηθισμένης ασθένειας, της αμυγδαλίτιδας από στρεπτόκοκκο. Καλά τεκμηριωμένες θεραπευτικές μελέτες έχουν δείξει ότι φάρμακο πρώτης επιλογής για την αντιμετώπιση αυτής της νοσηρής κατάστασης είναι η πενικιλίνη. Κι όμως, αν εξεταστούν οι συνταγές εκατό τυχαίων ασθενών με αμυγδαλίτιδα, θα διαπιστωθεί ότι η πενικιλίνη συνταγογραφείται σπάνια. Tη θέση της παίρνουν άλλα, ακριβά, αντιβιοτικά, που δεν αποτελούν πρώτη επιλογή. Το αποτέλεσμα είναι αύξηση του κόστους νοσηλείας και αύξηση της ανάπτυξης αντίστασης των μικροοργανισμών στα αντιβιοτικά. Ποιος χάνει από την ανεξέλεγκτη συνταγογράφηση; Τα ασφαλιστικά ταμεία και ο ασθενής. Ποιος κερδίζει; Βρείτε το μόνοι σας!

Δημοσιογραφικές πληροφορίες φέρουν την κυβέρνηση να ξανασκέπτεται την επαναφορά της λίστας. Αλληλούια! Αφού γκρέμισαν αυτό που παρέλαβαν, τώρα θέλουν να το ξαναχτίσουν. Έστω κι έτσι, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Θα το κάνουν, όμως; Θα εξακολουθήσει η Ελλάδα να αποτελεί μια οπισθοδρομική εξαίρεση μεταξύ των προηγμένων υγειονομικά χωρών με δημόσιο σύστημα υγείας; Θα εξακολουθήσει η φαρμακοβιομηχανία να είναι το χαϊδεμένο παιδί των κυβερνήσεων; Θα συγκροτηθεί μια σύγχρονη λίστα φαρμάκων από ειδικούς, με αποδεδειγμένη γνώση και ήθος; Αυτονόητες θάπρεπε να είναι οι απαντήσεις σε αυτά τα απλά ερωτήματα. Στην Ελλάδα, όμως, δυστυχώς, τίποτα δεν είναι αυτονόητο – ούτε καν η εκ νέου ανακάλυψη του τροχού!


*Κοινό άρθρο των: Χαράλαμπου Μ. Μουτσόπουλου, καθηγητή Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Φωτεινής Ν. Σκοπούλη, καθηγήτριας Παθολογίας-Ανοσολογίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, και Χαρίδημου Κ. Τσούκα

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 18 Μαΐου 2008

Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

Χαιρόμαστε να μισούμε την Αστυνομία!


Ισως πρόκειται για τεχνοκρατική εμμονή, αλλά δύσκολα μου βγάζει κανείς από το μυαλό ότι το πλέον δυσεπίλυτο πρόβλημα αυτής της χώρας είναι η οργάνωση και διοίκηση. Δεν είναι τόσο απλό, όσο ενδεχομένως ακούγεται. Η οργάνωση και διοίκηση δεν είναι απλώς συστήματα και διαδικασίες. Κυρίως είναι πρακτικές και νοοτροπίες, οι οποίες εμπλέκουν ανθρώπινες συμπεριφορές, οι οποίες, με τη σειρά τους, νοηματοδοτούνται από ευρύτερες αξίες και μορφοποιούνται από κοινωνικώς αποδεκτά συστήματα κινήτρων και κυρώσεων.

Πάρτε το παράδειγμα της απόδρασης του τοξικομανούς στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και των τραγικών συνεπειών της. Το γενεσιουργό λάθος των αστυνομικών ήταν η μη «δέσμευση» του μεταγόμενου τοξικομανή. Η οικειότητα των αστυνομικών με τον όχι ιδιαίτερα επικίνδυνο κρατούμενο (δεκαεπτά φορές είχε προσαχθεί στο αστυνομικό τμήμα) τους ώθησε να μην του περάσουν χειροπέδες, ως όφειλαν.


Δεν πρόκειται απαραίτητα για έλλειψη επαγγελματισμού. Πολλές έρευνες δείχνουν ότι οι ρουτίνες συχνά τροποποιούνται στην πράξη απο τους χρήστες τους, προκειμένου να προσαρμοστούν στις εκάστοτε περιστάσεις. Οδηγείτε πάντοτε εντός των ορίων ταχύτητας; Ο υπάλληλος της τράπεζάς σας σας ζητά πάντοτε ταυτότητα; Ακολουθείτε ευλαβώς όλες τις διαδικασίες στη δουλειά σας; Η οργανωσιακή ζωή όχι μόνο βρίθει από παραλείψεις, αλλά, χωρίς αυτές – παραδόξως - δεν είναι εφικτή! Πόσες φορές διαμαρτυρόμαστε για «απαράδεκτη γραφειοκρατία» και για «έλλειψη κοινής λογικής», όταν ο υπάλληλος εμμένει στο «γράμμα» της τυπικής διαδικασίας; Μόνο σε έναν φανταστικό κόσμο, τα συστήματα, οι διαδικασίες και οι κανονισμοί υποκαθιστούν την ανθρώπινη κρίση.

Οσοι επικρίνουν τους αστυνομικούς της Σίνδου ότι δεν έπραξαν «τα αυτονόητα», μιλάνε εύκολα και αφηρημένα – πως, δηλαδή, θα έπρεπε να είναι τα πράγματα - και γι αυτό περιπίπτουν σε ανούσιο διδακτισμό. Οποιος προσεγγίζει το φαινόμενο εκ των ένδον, με βάση τη βιωμένη εμπειρία των μετεχόντων, γνωρίζει ότι, στην τριβή της καθημερινής ρουτίνας, τα άτομα «κόβουν δρόμο», προσαρμόζουν τις ρουτίνες, και ασκούν την κρίση τους σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Αν αυτό το θεωρήσουμε δεδομένο, το πραγματικό ερώτημα είναι: τι κάνει ένας οργανισμός προκειμένου η κρίση των μελών του να ασκείται «φρόνιμα»;

Δυστυχώς, αυτό το ερώτημα σπάνια τίθεται. Οι μεν πολιτικάντηδες κάνουν επιδείξεις επικοινωνακής πυγμής, οι δε γραφειοκράτες επικεφαλής της Αστυνομίας διατάζουν τη διεξαγωγή μιας ακόμη «ΕΔΕ»! Η νοοτροπία της Ελληνικής Αστυνομίας, και της δημόσιας διοίκησης γενικότερα, είναι τιμωρητική-αμυντική, δεν είναι προληπτική-δημιουργική. Πόσο συστηματικά εκπαιδεύει τα μέλη της η ΕΛΑΣ; Τι μαθαίνει η ΕΛΑΣ από τα λάθη της, και πως αξιοποεί τις εμπειρίες της; Πως διοικούνται τα αστυνομικά τμήματα; Εκπαιδεύονται ουσιαστικά τα ηγετικά στελέχη της αστυνομίας στη διοίκηση και ηγεσία; Πως ενθαρρύνονται οι αστυνομικοί να παίρνουν πρωτοβουλίες; Γίνονται ασκήσεις και έλεγχοι επιχειρησιακής ετοιμότητας; Πως αξιοποιούνται τα αποτελέσματα των ετήσιων αξιολογήσεων; Συγκρίνει επιδόσεις διαφορετικών αστυνομικών τμημάτων η ΕΛΑΣ, και τι μαθαίνει από αυτές; Συγκρίνει τις λειτουργίες και επιδόσεις της με αυτές των διεθνώς καλύτερων οργανισμών, όπως π.χ. της Βρετανικής Αστυνομίας, και πως αξιοποιεί τα σχετικά συμπεράσματα; Πως διαχέει τις άριστες πρακτικές; Διαθέτει η ΕΛΑΣ επαρκείς πόρους και τι κάνουν οι πολιτικοί της προϊστάμενοι γι αυτό; Λειτουργεί η ΕΛΑΣ με αμιγώς επαγγελματικές αξίες ή υπεισέρχονται στη λειτουργία της κομματικά κριτήρια;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα πεζά ερωτήματα θα καθορίσουν ουσιαστικά την ποιότητα του αστυνομικού έργου. Οι απαντήσεις, όμως, δεν είναι απλώς οργανωτικού-διοικητικού τύπου, αλλά εξαρτώνται και από το ευρύτερο αξιακό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται η αστυνομία. Ενας αστυνομικός μπορεί να διαθέτει επιχειρησιακή ετοιμότητα αλλά να μην μπορεί να την ασκήσει, αν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν τον ενθαρρύνει.

Είναι αξιοπρόσκετο ότι, κυνηγώντας τον τοξικομανή δολοφόνο στη Σίνδο, οι αστυνομικοί πυροβολούσαν στον αέρα (Τα Νέα, 5/5/08). Δεν είναι τυχαίο. Αν οι αστυνομικοί σκότωναν το νεαρό, αντιλαμβάνεστε τι θα γινόταν; Θα ξεσηκώνονταν οι κκ. Αλαβάνος και Τσίπρας, τα αιμοχαρή ΜΜΕ θα μιλούσαν για «ένα ακόμα κρούσμα αυταρχισμού», οι σχολιαστές εντύπων που ανήγαγαν τον φτηνό «αντιεξουσιασμό» σε επάγγελμα και σήμερα επικρίνουν τον «αντιεπαγγελματισμό και τη δυσλειτουργία της ΕΛΑΣ» («Ελευθεροτυπία», 5/5/08), θα εκτόξευαν μύδρους κατά των «ανάλγητων αστυνομικών».

Στην Ελλάδα ό,τι και να κάνει η αστυνομία είναι...λάθος! Απειλείται από διαδηλωτές ένας αστυνομικός και πυροβολεί στον αέρα; Απαράδεκτο. Πυροβολείται ο αστυνομικός από τοξικομανή, που λίγο μετά στοτώνει έναν ανυποψίαστο τρίτο, και ο αστυνομικός πυροβολεί στον αέρα; Αίσχος. Να βλέπεις τον κ.Αλαβάνο να διεκτραγωδεί τη «μειωμένη αποτελεσματικότητα» της αστυνομίας είναι σα να βλέπεις τον κ.Καρατζαφέρη να λυπάται για την ξενοφοβία! Ισως διαφεύγει του κ.Αλαβάνου ότι η «αποτελεσματικότητα» είναι και συνάρτηση του σεβασμού που απολαμβάνει ένας θεσμός. Ο επαγγελματισμός του αστυνομικού αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την υπόληψη με την οποία περιβάλλει η κοινωνία το έργο του.

Σε όλες τις χώρες του κόσμου οι υπηρεσίες ασφαλείας κάνουν λάθη (συχνά διαβάζει κανείς αντίστοιχα παραδείγματα στη Βρετανία και τς ΗΠΑ), αλλά μόνον εδώ οι παραλείψεις της ΕΛΑΣ εντάσσονται σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο απαξίωσης των θεσμών αστυνόμευσης. Αυτό το μακρο-πλαίσιο ερμηνείας απαιτείται χρόνος και συστηματική προσπάθεια από όλους τους οργανωμένους φορείς (και κυρίως, φυσικά, την αστυνομία) για να αλλάξει. Δεν είμαι βέβαιος, όμως, ότι θέλουμε να αλλάξει. Η αστυνομία στην Ελλάδα, όταν δεν είναι παράρτημα του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, είναι ο βολικός σάκος τους μποξ για να κάνει επίδειξη «αντιεξουσιαστικής» γυμναστικής ο κάθε πικραμένος. Την αστυνομία χαιρόμαστε να τη μισούμε.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 11 Μαϊου 2008

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

Λαφαζανιές


Το ξέρουμε κι από την καθημερινή μας ζωή: εξίσου σημαντικό με το τι λέει κάποιος, είναι πως το λέει. Η ρητορική ενός συλλογισμού δεν είναι απλό στολίδι· φανερώνει έναν τρόπο σκέψης, πιθανώς ανεπίγνωστο ακόμη και στο φορέα του, ο οποίος απαρτίζεται απο σιωπηλές παραδοχές και αξιολογικές κρίσεις. Οι αναλογίες και οι μεταφορές, τα επίθετα και οι χαρακτηρισμοί, οι παραδοχές και οι συγκρίσεις που κάποιος κάνει, απο-καλύπτουν τη νοο-τροπία του. Όταν μιλάμε, λέμε περισσότερα απ’ ότι γνωρίζουμε.


Αν νομίζετε ότι θεωρητικολογώ, ιδού ένα παράδειγμα. Σε πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή αναφορικά με το ενδεχόμενο στρατηγικής συνεργασίας του ΟΤΕ με την
Deutsche Telekom, ο κ.Λαφαζάνης είπε τα εξής: «Οι Γερμανοί ξανάρχονται σ’ αυτή τη χώρα ως δύναμη οικονομικής κατοχής κ.Αλογοσκούφη; Αυτό είναι το όραμά σας; […] Αυτό που κάνετε είναι εθνικό έγκλημα και θα οδηγήσει σε εθνική καταστροφή».


Προσέξτε τη ρητορική του κ.Λαφαζάνη. Δεν λέει απλώς ότι διαφωνεί με τη στρατηγική συνεργασία του ΟΤΕ με τον Ευρωπαϊκό τηλεπικοινωνιακό κολοσσό (το περιεχόμενο του συλλογισμού του), αλλά αρθρώνει ρητορικά την άποψή του με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Τι απο-καλύπτει; Δύο πράγματα.


Πρώτον, την ξενοφοβία που όλο και περισσότερο χαρακτηρίζει το λόγο της ελληνικής αριστεράς. Η Γερμανική εταιρία χαρακτηρίζεται «δύναμη κατοχής»! Η αναλογία είναι προφανής. Η Γερμανική «οικονομική κατοχή» παραπέμπει συνειρμικά στη Γερμανική στρατιωτική κατοχή. Όπως οι Γερμανοί κατέλαβαν στρατιωτικά την Ελλάδα το 1941, έτσι θα την καταλάβουν και τώρα, με οικονομικά μέσα αυτή τη φορά. Σε κάθε περίπτωση, οι Γερμανοί είναι κατακτητές. (Ότι αυτοί, εν πολλοίς, χρηματοδοτούν τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, από τα οποία τόσο ωφελείται η Ελλάδα, ουδόλως είναι αξιομνημόνευτο. Άλλωστε, συχνά οι κατακτητές μεταμφιέζονται σε καλούς Σαμαρείτες!). Η συνεργασία του κ.Αλογοσκούφη με τους «κατακτητές» είναι τόσο απαράδεκτη σήμερα, όσο ήταν και η συνεργασία της κατοχικής κυβέρνησης τότε. Ο κ.Λαφαζάνης δεν μασάει τα λόγια του: πρόκειται για «εθνικό έγκλημα» λέει, το οποίο «θα οδηγήσει σε εθνική καταστροφή». Δεν διευκρίνισε αν η καταστροφή αυτή είναι ισομεγέθης με την ιστορική Μικρασιατική καταστροφή, ούτε αν θα στείλει τους «εθνικούς εγκληματίες» στη Δικαιοσύνη. Επισημαίνω και μια αξιοπρόσεκτη παράλειψη: δεν χαρακτήρισε τον κ.Αλογοσκούφη προδότη ακόμα, αλλά υποθέτω ότι μάλλον είναι θέμα χρόνου.

Αν αυτή η ρητορική σας θυμίζει τη ρητορική της εθνολαϊκιστικής δεξιάς, είναι επειδή έχουν κάτι κοινό: την όξυνση των φοβιών του πολίτη για τους «ξένους» και την περιχαράκωσή του σε ένα «καθαρό» - αμιγώς εθνικό - πλαίσιο αναφοράς. Η κλειστή κοινωνία συγκροτεί το διανοητικό πυρήνα της εθνολαϊκιστικής δεξιάς και της νεοκομμουνιστικής αριστεράς. Λίγο-πολύ «μειοδότη» χαρακτήρισε ο κ.Εβερτ τον τότε πρωθυπουργό κ.Σημίτη, αναφορικά με τη στάση του στην κρίση των Ιμίων το 1996. Με καταστροφολογικούς όρους επικρίνει ο κ.Καρατζαφέρης τον χειρισμό του Μακεδονικού από την κυβέρνηση Καραμανλή σήμερα. Η ενδιαφέρουσα εξέλιξη, ωστόσο, είναι η όψιμη αυτοκατανόηση της αριστεράς με όρους εθνικοφροσύνης. Πρόσφατα, η κυρία Παπαρρήγα μίλησε για τον «κίνδυνο» να δημιουργηθούν «κόμματα μεταναστών» στην Ελλάδα, ενώ ο κ.Αλαβάνος έκανε λόγο «για τη γερμανική σημαία» που θα «ανεβαστεί» ακόμα και στη Βουλή!


Δεύτερο στοιχείο που αποκαλύπτει η κριτική Λαφαζάνη είναι η εκλεκτική συγγένεια του κρατισμού με τον εθνικισμό. Στερούμενος, πλέον, επιχειρημάτων για την ανωτερότητα του κρατικού σχεδιασμού της οικονομίας, και αντιλαμβανόμενος ότι η γλώσσα της «ταξικής πάλης» δεν έχει την ίδια πειθώ που κάποτε είχε, ο εγχώριος αριστερός λόγος, όλο και περισσότερο, προσφεύγει ρητορικά στα σχήματα του εθνολαϊκισμού. Το «έθνος» τείνει, πλέον, να υποκαταστήσει την «τάξη». Το ρητορικό σχήμα που επιτρέπει αυτή την εννοιολογική μετάλλαξη είναι η θεώρηση του ελληνικού έθνους ως «ανάδελφου», μικρού και αδύνατου, το οποίο πρέπει να αυτοπροστατευθεί. Ποιος μπορεί να προστατεύσει το έθνος; Το κράτος, φυσικά. Γι αυτό: «όχι στο ξεπούλημα του ΟΤΕ», «όχι στην ιδιωτικοποίηση των Λιμανιών», «κάτω τα χέρια από την Ολυμπιακή».


Στα κυπριακά ελληνικά, «λαφαζανιές» είναι (περίπου) οι σαχλαμάρες. Είναι ιδιαίτερα τιμητικό για τον κ.Λαφαζάνη να κάνει ό,τι μπορεί για να φανεί άξιος του ονόματός του, αλλά θα ήταν προτιμότερο να το απέφευγε. Το όνομά μας δεν είναι πάντοτε η ψυχή μας.