Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα!


Οι κυβερνήσεις μπορεί να ανασχηματίζονται, το ηγετικό προσωπικό δημοσίων οργανισμών να πηγαινοέρχεται, νέες υποτίθεται κυβερνητικές πρωτοβουλίες να αναλαμβάνονται, αλλά μερικά πράγματα δεν αλλάζουν. Ο εμπεδωμένος τρόπος λειτουργίας του ελλαδικού πολιτικού συστήματος παραμένει ο ίδιος, όποιο κόμμα κι αν κυβερνά. Οι αλλαγές δίνουν την εντύπωση του νέου ακριβώς για να μην αλλάξει τίποτα.

Θα θυμάστε ίσως ότι τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης Σημίτη, το φθινόπωρο του 2001, ακολούθησε ένας καταιγισμός αλλαγών διοικητών ΔΕΚΟ, γενικών γραμματέων υπουργείων, κυβερνητικών συμβούλων, λες και συνέβη αλλαγή κυβερνήσεως. Οι «πράσινοι» έδιωξαν τους «πράσινους! Ακριβώς όπως σήμερα. Τις αλλαγές υπουργών και υφυπουργών στον πρόσφατο ανασχηματισμό της κυβέρνησης Καραμανλή διαδέχθηκαν σαρωτικές αλλαγές – ναι, σωστά μαντέψατε -, διοικητών ΔΕΚΟ, γενικών γραμματέων υπουργείων, κυβερνητικών συμβούλων, λες και προηγήθηκαν εκλογές! Το ίδιο μοτίβο.

Και στις δύο περιπτώσεις, μη νομίσετε ότι είχε προηγηθεί κάποια συστηματική διαδικασία αξιολόγησης της απόδοσης των πολιτικά διορισμένων κρατικών αξιωματούχων. Όχι, η αντίδραση είναι σχεδόν αυτόματη: όταν φεύγει ο πολιτικός προϊστάμενος, αποχωρούν και οι διορισθέντες από αυτόν. Οι επικεφαλής των κρατικών οργανισμών δεν αντλούν την εξουσία τους από την ευδόκιμη θητεία τους στην κρατική γραφειοκρατία αλλά από την εύνοια των πολιτικών τους αφεντικών. Οι διοριζόμενοι δεν απαιτείται να έχουν σχετική διοικητική πείρα, ουσιαστική συνάφεια με το αντικείμενο, και τη μαρτυρία της επιτυχίας σε προηγούμενες αντίστοιχες θέσεις, απλώς να τυγχάνουν της εμπιστοσύνης των υπουργών ή να είναι γνωστοί για την προσκόλλησή τους στο κυβερνών κόμμα..

Διαβάζουμε στον Τύπο π.χ. ότι διορίστηκε νέος πρόεδρος στον ΕΟΤ. Νέος, μόλις 35 ετών, ο καινούριος επικεφαλής κ.Κοφίνης, διετέλεσε επικεφαλής του Ελληνικού Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών και, παλαιότερα, διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του υφυπουργού Εξωτερικών κ.Ι. Βαληνάκη. Θαυμάσια όλα αυτά, αλλά ποια είναι η συνάφειά του με τον ΕΟΤ; Τι στοιχεία υπάρχουν στο βιογραφικό του που δείχνουν ότι κατέχει το αντικείμενο, ότι σταδιοδρομεί στο χώρο της διοίκησης οργανισμών, και ποιες συναφείς επιτυχίες έχουν καταγραφεί στο ενεργητικό του; Ποιόν χρειάστηκε να πείσει για τις ικανότητές του;

Δεύτερο παράδειγμα, ακόμη πιο μελαγχολικό. Η ευαίσθητη, όσο και σημαντική για την δίωξη του οικονομικού εγκλήματος, Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥπΕΕ) είναι σήμερα ουσιαστικά ακέφαλη. Από την πρώτη ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ, το 2004, η ΥπΕΕ έχει αλλάξει τρεις επικεφαλής! Με τον πρόσφατο ανασχηματισμό, ο ειδικός γραμματέας της ΥπΕΕ παραιτήθηκε, και τη θέση του κατέλαβε προσωρινά ο γενικός γραμματέας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων. Ακόμα κι όταν διοριστεί ο νέος- τέταρτος! - επικεφαλής, ο διορισμός του θα διαρκέσει πιθανότατα μερικούς μήνες, έως ότου τον διαδεχθεί ο επόμενος κομματικός κομισάριος.

Τι είδους επιτελικό σχεδιασμό, όμως, θα χαράξει κάποιος που είναι πολιτικά δοτός, με ισχνό βιογραφικό, με πιθανότερη διάρκεια ηγεσίας λιγότερη από δύο χρόνια; Τι συνέχεια θα υπάρξει στην υπηρεσία τόσο του ΕΟΤ όσο και της ΥπΕΕ όταν οι επικεφαλής τους διορίζονται και παύονται με πολιτικά κριτήρια; Τι ηθικό να έχουν και τι επαγγελματισμό να δείξουν οι υπάλληλοι σε αυτές τις υπηρεσίες, όταν διοικούνται από κατά κανόνα άσχετους και σίγουρα εφήμερους πολιτικούς «φίλους»; Πώς να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα όταν οι προτεραιότητες της ΥπΕΕ αλλάζουν κάθε φορά που αλλάζει ο επικεφαλής της; Το σίγουρο είναι ένα: άνθρωποι σαν τον εκδότη Θέμο Αναστασιάδη που μπήκαν στο στόχαστρο της ΥπΕΕ ως ύποπτοι για οικονομικά εγκλήματα θα πρέπει να χαίρονται. Στη διαρκή αναμπουμπούλα της ΥπΕΕ, η υπόθεσή τους πιθανότατα θα «ξεχαστεί».

Η ειρωνεία είναι ότι όσοι διοικητές ΔΕΚΟ διαθέτουν τα κατάλληλα για τη θέση τους προσόντα, δεν είναι συνήθως αρεστοί στο πολιτικό σύστημα – το πολιτικό τους κεφάλαιο είναι μειωμένο. Αυτοί οι λίγοι ικανοί άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να εκλιπαρούν την υποστήριξη λαϊκιστών βουλευτών, προκειμένου το πολιτικό σύστημα να τους αφήσει να κάνουν τη δουλειά τους απερίσπαστοι. Αναρωτιέμαι τι πρέπει να νοιώθει ο πρόεδρος της ΔΕΗ κ.Αθανασόπουλος όταν ακούει βουλευτές να εκφράζονται απαξιωτικά για το πρόσωπό του, χρησιμοποιώντας μάλιστα γλώσσα σωφρονιστικού ιδρύματος: «Αν υποτροπιάσει ως προς παλαιότερες προκλητικές τοποθετήσεις του, τότε να τον στείλετε στο σπίτι του», είπε, ενθουσιασμένος προφανώς με την ατάκα του, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ κ.Π. Παναγιωτόπουλος.

Εκλέγουμε λαϊκιστές πολιτικούς, οι οποίοι συνήθως διορίζουν τους «κολλητούς» τους, οι οποίοι είναι αφοσιωμένοι περισσότερο στα πολιτικά αφεντικά τους και λιγότερο στο έργο τους. Ένα αυτιστικό πολιτικό σύστημα αντιλαμβάνεται το κράτος σαν λάφυρο που κέρδισε στην πολιτική γιγαντομαχία. Δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν που αυτό το κράτος είναι αυτό που όλοι ξέρουμε, πληρώνουμε, και υφιστάμεθα. Για όλα υπάρχει μια εξήγηση.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

Ροκανίζοντας το χρόνο



Όποιος διάβασε τις εξαγγελίες του Προέδρου Ομπάμα για την «πράσινη» ανάπτυξη και την απεξάρτηση της Αμερικής από το πετρέλαιο μάλλον εντυπωσιάστηκε. Φυσικά, αυτές, όπως και όλες οι άλλες εξαγγελίες για την οικονομία, δεν έγιναν στο γόνατο, ούτε για να εντυπωσιασθούν απλώς τα ΜΜΕ. Μήνες πριν αναλάβει πρόεδρος ο Ομπάμα συγκρότησε επιτελείο συμβούλων και εν δυνάμει υπουργών υψηλής ποιότητας, το οποίο άρχισε να επεξεργάζεται προγραμματικές θέσεις για τις πρώτες εκατό μέρες διακυβέρνησης.

Το ελπιδοφόρο είναι ότι η νέα κυβέρνηση στις ΗΠΑ θέτει μακροχρόνιους στόχους για τη χώρα, οι οποίοι κυρίως περιλαμβάνουν την προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, και μια νέου τύπου οικονομία η οποία θα παίρνει στα σοβαρά υπόψη τη βιώσιμη ανάπτυξη. Δεν είναι τυχαίο, φυσικά, ότι όλες οι οραματικές προγραμματικές εξαγγελίες του Προέδρου Ομπάμα εκφέρονται σε μια χώρα της οποίας το 80% αισιοδοξεί ότι, με την εκλογή του νέου προέδρου, η χώρα μπαίνει σε μια διαφορετική, καλύτερη πορεία. Και ο νέος πρόεδρος, σερφάροντας στα κύματα αυτής της ελπίδας, χαράζει την πορεία για τη χώρα.

Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα στη δική μας χώρα! Εδώ, το ίδιο με τους Αμερικανούς ποσοστό Ελλήνων (80%) δηλώνει το ακριβώς αντίθετο: είναι απαισιόδοξο για την πορεία της χώρας. Και, φυσικά, αυτή την εθνική μελαγχολία εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο μια κυβέρνηση πρωτοφανούς διαχειριστικής ανικανότητας, λαϊκιστικής μικρόνοιας, αλλά εκπληκτικής, ωστόσο, ικανότητας παραγωγής σκανδάλων. Η χώρα βρίσκεται στο όριο της οικονομικής χρεοκοπίας, τα νοσοκομεία βουλιάζουν στα χρέη, η εκπαίδευση βρίσκεται σε αναβρασμό, η κάθε είδους εξουσία απο-νομιμοποιείται, η δημόσια τάξη αρχίζει να γίνεται σχήμα λόγου, και η (ανασχηματισμένη) κυβέρνησή μας αποφάσισε ότι είναι προτιμότερο να «διαλέγεται» παρά να κυβερνά, ροκανίζοντας απλώς το χρόνο.

Όχι ότι τα πράγματα είναι καλύτερα στην αξιωματική αντιπολίτευση: ο λόγος της είναι θαμπός, δεν πείθει ούτε εμπνέει, προσπαθεί μυωπικά να αλιεύσει ψήφους δίχως να σκέπτεται ότι το κύριο πρόβλημα για ένα κόμμα εξουσίας δεν είναι τόσο να κερδίσει τις εκλογές (θα συμβεί, αργά ή γρήγορα κι αυτό) όσο να μπορέσει να κυβερνήσει. Τα δύο κόμματα εξουσίας δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται ότι το μείζον πρόβλημα της χώρας αυτή τη στιγμή είναι ότι έχει περιέλθει σε κατάσταση μη κυβερνησιμότητας.

Σε ένα τόσο δυσάρεστο πολιτικό και οικονομικό κλίμα δεν εκπλήσσει ότι οι εθνικοί μας στόχοι, σε αντίθεση με τον οραματικό σχεδιασμό της νέας Αμερικανικής κυβέρνησης, είναι τόσο χαμηλοί, τόσο αμυντικοί, τόσο, τελικά, αρνητικοί. Εμείς δεν μπορούμε να οραματιστούμε την Ελλάδα του 2020 γιατί είμαστε απελπισμένοι με την Ελλάδα του 2009 και, βουτηγμένοι στο τέλμα, μας απασχολεί κυρίως η επιβίωση, όχι ο στρατηγικός σχεδιασμός.

Ρίξτε μια ματιά στην επικαιρότητα και προσέξτε ποιοι είναι οι στόχοι, είτε των κυβερνώντων, είτε των επιμέρους Αρχών: να μην κλείσουν οι δρόμοι από τα τρακτέρ των αγροτών• να μην κλείσουν τα πανεπιστήμια από καταληψίες φοιτητές• να μην καταστρέφονται τα πανεπιστήμια από «μπαχαλάκηδες» και «αντεξουσιαστές» μετά από συλλαλητήρια• να μη χαθεί το πανεπιστημιακό εξάμηνο, έστω κι αν αρκετοί φοιτητές έχασαν πάνω από δύο εβδομάδες και, εκ του νόμου, πρέπει να επαναλάβουν το εξάμηνο• να μην στερηθούν τα νοσοκομεία υγειονομικό υλικό, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν πληρώσει τους προμηθευτές τους εδώ και κάτι χρόνια…• να μην …Στην Ελλάδα δεν έχουμε πιο φιλόδοξους στόχους από το να αποτρέψουμε την κατάρρευση του αυτονόητου – να είναι οι δρόμοι ανοιχτοί, να λειτουργούν τα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία, να εφαρμόζεται ο νόμος…

Αυτός ο αμυντισμός δείχνει και το μέτρο της απόστασής μας από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Ξοδεύουμε τεράστια ενέργεια για το αυτονόητο, οι δημόσιες συζητήσεις μας μετατοπίζονται από κρίση σε κρίση, στο δημόσιο λόγο δεν μένει χώρος για το οραματικό, το στρατηγικό, το ρηξικέλευθο. Κι όταν αυτό παρουσιάζεται, το γειώνουμε στην άθλια πραγματικότητα που μας περιβάλλει – το προσαρμόζουμε στα μέτρα μας. Δεν μπορούμε να φανταστούμε ρεαλιστικά ότι τα πράγματα θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Το «μέλλον» ως έννοια έχει συρρικνωθεί στον ορίζοντα των αλλεπάλληλων δημοσκοπήσεων και των συχνών εκλογικών αναμετρήσεων.

Ποια «πράσινη» ανάπτυξη να σχεδιάσουμε τη στιγμή που είμαστε στα όρια της οικονομικής χρεοκοπίας; Τι είδους στρατηγικό σχεδιασμό να κάνει η ΔΕΗ, προκειμένου να συμβάλει καθοριστικά στην «πράσινη» ανάπτυξη, όταν η ηγεσία της είναι μονίμως στο στόχαστρο των λαϊκιστικών ΜΜΕ και των δημαγωγών πολιτικών; Τι μακροχρόνιο ορίζοντα να έχουν οι γενικοί γραμματείς υπουργείων και επικεφαλής ΔΕΚΟ όταν παύονται την επομένη ενός ανασχηματισμού; Πώς να μπορέσουμε να σκεφτούμε συγκροτημένα για το μέλλον όταν το παρόν κυριαρχείται από κοινωνικές συγκρούσεις μιας κατακερματισμένης κοινωνίας, στην οποία η κύρια μέριμνα των κοινωνικών ομάδων είναι ο σώζων εαυτόν σωθήτω; Πώς να σκεφτούν στρατηγικά και να δράσουν προγραμματικά Αρχές των οποίων η εξουσία αμφισβητείται διαρκώς; Πώς να λειτουργήσουν οι θεσμοί όταν δεν περιβάλλονται από (ή δεν αποσπούν την) κοινωνική εμπιστοσύνη;

Η Αμερική μπορεί να ελπίζει και να αισιοδοξεί γιατί, παρά τα προβλήματά της, υπάρχει μια ζωντανή κοινωνία πολιτών, μια ιστορικά εμπεδωμένη εμπιστοσύνη σε δημόσιους θεσμούς, και ένα πολιτικό σύστημα που, παρά τη σχετική απόστασή του από την κοινωνία, καταφέρνει να μη δεν λειτουργεί αυτιστικά – ξεπηδά ενίοτε από τα σπλάχνα του ένας αουτσάιντερ, ο οποίος εκφράζει τον πόθο για αλλαγή και διαμορφώνει συγχρόνως τη θεματική της αλλαγής. Ενώ το δικό μας πολιτικό σύστημα, χρονίως αυτο-εξυπηρετικό, αποκομμένο από τις έγνοιες της κοινωνίας, ανακυκλώνει το συνήθως χαμηλής ποιότητας προσωπικό των σκουριασμένων κομματικών σωλήνων και αναδεικνύει στην κορυφή καταφανώς ανεπαρκείς ανθρώπους, μόνο και μόνο γιατί έτυχε να έχουν το σωστό επώνυμο. Δεν ελπίζουμε τίποτα, ροκανίζουμε το χρόνο.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

Το ενοχλητικό Συμβούλιο της Επικρατείας!





Δεν έχει υπάρξει υπουργός ΠΕΧΩΔΕ τα τελευταία 20 χρόνια που να μην έχει καταφερθεί δημοσίως κατά του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Η φράση του Κώστα Λαλιώτη, «αυτή η απόφαση [του ΣτΕ για την εκτροπή του Αχελώου] δεν με αφορά» συνοψίζει τη θρασύτητα των (ουκ ολίγων) επηρμένων και λαϊκιστών πολιτικών μας. Οι ίδιοι άνθρωποι, οι οποίοι υποκριτικά επικρίνουν τη βία των «αντεξουσιαστών», δεν παραλείπουν να καταπατούν τις αρχές του κράτους δικαίου όταν αυτό τους συμφέρει.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι κάρφος στο μάτι των κυβερνήσεων. Λειτουργώντας ως θεσμικό αντίβαρο στην εξουσία τους, το ΣτΕ ενοχλεί πολύ. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι σε κάποια από τις πάμπολλες αναθεωρήσεις του Συντάγματος θα το ευνουχίσουν. Το κράτος δικαίου, συστατικό στοιχείο του οποίου είναι το ΣτΕ, θέτει εμπόδια στις επιδιώξεις των διαπλεκόμενων κυβερνήσεων και γι αυτό, όπου μπορούν, το παρακάμπτουν.

Το έκαναν με την ανέγερση του θηριώδους εμπορικού κέντρου «The Mall», στο Μαρούσι. Το κτίριο αυτό αρχικά θεωρήθηκε Ολυμπιακό έργο (Χωριό Τύπου), για τη δημιουργία του οποίου άλλαξε το 2001 η μέχρι τότε οικιστική χρήση γης και διπλασιάστηκε ο συντελεστής δόμησης. Μετά από προσφυγή κατοίκων, το ΣτΕ έκρινε ότι το (τότε) υπό κατασκευή μεγαθήριο επιβαρύνει ανεπανόρθωτα το οικιστικό περιβάλλον και ακύρωσε τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις. Αντί να σεβαστεί τη δικαστική απόφαση, ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ ψήφισε το 2003 ειδικό νόμο με τον οποίο εγκρίθηκαν όλες οι απαραίτητες διοικητικές πράξεις για την κατασκευή του επίμαχου κτιρίου! Οι κάτοικοι επανήλθαν με νέα προσφυγή. Το Ε’ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε και το νόμο του 2003 αντισυνταγματικό. Η υπόθεση ακόμα εκκρεμεί, αφού η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ αναμένεται τον Μάιο του 2009! Τι σημασία θα έχει όμως η δικαστική απόφαση πλέον; Το 60000 τ.μ. εμπορικό κέντρο χτίστηκε και λειτουργεί! Είπατε τίποτα για κράτος δικαίου;

Έχοντας αυτά κατά νου, δεν είναι σώφρων η πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), κατόπιν προσφυγής 131 πολιτών, να αναστείλει την εκτέλεση της οικοδομικής άδειας για την κατασκευή ενός νέου τεράστιου εμπορικού κέντρου στην περιοχή του Βοτανικού, μέχρις ότου το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο αποφασίσει οριστικά επί της προσφυγής τον προσεχή Μάρτιο; Κι όμως η απόφαση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις. Μερικές ήταν αναμενόμενες, καθότι προέρχονται από αθεράπευτα λαϊκιστές πολιτικούς. Άλλες, όμως, ήταν απροσδόκητες, στο μέτρο που προέρχονται από εκσυγχρονιστές διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Οι ευθέως επικριτικές για το ΣτΕ δηλώσεις του βουλευτή του ΛΑΟΣ κ.Γεωργιάδη και εμμέσως αιχμηρές του δημάρχου Αθηναίου κ.Κακλαμάνη ουδόλως εκπλήσσουν. Δεν θα περίμενε κανείς τίποτα διαφορετικό από έναν βουλευτή που περισσότερο κραυγάζει και λιγότερο σκέπτεται, ούτε από έναν πρώην υπουργό Υγείας που, σύμφωνα με αποκαλύψεις του Τύπου το 2006, αποδέχθηκε προεκλογική χρηματοδότηση φαρμακευτικών εταιριών.

Θα περίμενε όμως κανείς περισσότερο σεβασμό στους θεσμούς από αυτούς που σχολιάζουν καυστικά την παθολογία του δημόσιου βίου. Σε άρθρο του στο «Βήμα» (16/1/2009), με απροσδόκητα συνωμοσιολογικό ύφος, ο κ.Πρετεντέρης βλέπει «ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία κινούνται πίσω και από τους «ευαίσθητους» [προσφεύγοντες πολίτες] και από τους «αδέκαστους» [δικαστές]». Η γλώσσα του προβεβλημένου αρθρογράφου είναι αποκαλυπτική: «Κρίσιμες αποφάσεις […] δεν λαμβάνονται στους χώρους της δημοκρατικής εξουσίας αλλά μεταφέρονται σε σκοτεινές αίθουσες διαβουλεύσεων όπου ένας διαφωνεί και δύο αποφασίζουν». Στις «αίθουσες αυτές το κάθε επί μέρους συμφέρον μπορεί να πάρει το προβάδισμα απέναντι στη βούληση της ευρείας πλειοψηφίας»!

Προσέξτε τη ρητορική του ισχυρισμού: η δικαστική αίθουσα συσκέψεων χαρακτηρίζεται «σκοτεινή», γεγονός που συνειρμικά παραπέμπει σε γιάφκες τρομοκρατών, μαφιόζων και συνωμοτών. Σε τέτοιες «σκοτεινές αίθουσες», κατοικοεδρεύουν στρυφνοί και αλλόκοσμοι δικαστές, πιθανά ενεργούμενα ιδιωτικών συμφερόντων, τους οποίους, κατά τη ρήση του εθνικόφρονος κ.Γεωργιάδη, κανείς δεν ξέρει «ποιος τους έχει διορίσει και από πού κρατάει η σκούφια τους»! Η προσπάθεια για την απαξίωση του ΣτΕ είναι προφανής.

Ο αντιθεσμικός-λαϊκιστικός λόγος αποκρύπτει και παραπλανά. Πρώτον, διότι στο κράτος δικαίου οι αποφάσεις της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, όσο συναινετικά κι αν έχουν ληφθεί, υπόκεινται στον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας. Δεύτερον, διότι το ΣτΕ θέλησε να αποτρέψει τη δημιουργία ενός τετελεσμένου - δηλαδή, την κατασκευή ενός τεράστιου κτιρίου 70 χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, στον κατασκευαστή του οποίου παραχωρήθηκε διπλάσιος από τον προβλεπόμενο για την περιοχή συντελεστής δόμησης - μέχρις ότου αποφανθεί οριστικά. Έτσι λύνονται οι διαφορές σε ένα κράτος δικαίου – με προσφυγή στους αρμόδιους θεσμούς και σεβασμό των αποφάσεών τους.

Δείτε τι συνέβη σε μια παρόμοια περίπτωση στη Βρετανία. Όταν ανακοινώθηκε η πρόθεση κατασκευής του πέμπτου τέρμιναλ στο αεροδρόμιο Χήθροου, οικολογικές οργανώσεις και τοπικά δημοτικά συμβούλια ξεσηκώθηκαν και προσέφυγαν στα αρμόδια όργανα της πολιτείας. Η σχετική «δημόσια διαβούλευση» (public inquiry), διήρκεσε 4 ολόκληρα χρόνια (1995-1999) και περιελάμβανε: 700 μάρτυρες, 525 ημέρες ακροάσεων, 24.000 υπομνήματα, 100.000 σελίδες καταθέσεων, ενώ στοίχισε 80 εκατομμύρια στερλίνες! Κανείς φυσικά δεν μίλησε για «συμφέροντα», ούτε επέκρινε τη διαδικασία. Το κράτος δικαίου κοστίζει, σε χρόνο και χρήμα. Στην ανεπτυγμένη Ευρώπη τέτοιες διαδικασίες θεωρούνται αυτονόητες. Στη χώρα-«λίκνο της Δημοκρατίας», αντιθέτως, το κράτος δικαίου αποτελεί για μερικούς περιττή πολυτέλεια…

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

«Μέσα απ’ της βιτρίνας τα θρύψαλα ακούω τη φωνή σου…»



Κάθε αξιοπρόσεκτο κοινωνικό συμβάν, οσοδήποτε ασυνήθιστο κι αν είναι, στο μέτρο που συνιστά ένα ανθρώπινο δημιούργημα, μας απευθύνει μια ερμηνευτική πρό(σ)κληση: να κατανοήσουμε το νόημά του. Τον διαμαρτυρόμενο ταραχοποιό λ.χ. που σπάει τη βιτρίνα, μπορούμε να τον δούμε απλώς ως καταστροφέα, επιβεβαιώνοντας την αντίληψή μας ότι μερικοί άνθρωποι ενίοτε παρεκτρέπονται, οπότε πρέπει να υφίστανται τις συνέπειες του νόμου. Αν όμως θέλουμε να κατανοήσουμε πληρέστερα αυτή την πράξη, τότε αξίζει να τη δούμε όχι απλά ως παρεκτροπή αλλά ως ανθρώπινο δημιούργημα, το οποίο σημαίνει κάτι. Αξίζει, δηλαδή, να πάρουμε στα σοβαρά το στίχο του Σαββόπουλου, «μέσα απ΄ της βιτρίνας τα θρύψαλα ακούω τη φωνή σου».

Πρόκειται, βέβαια, για δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Η πρώτη (η οπτική γωνία της παρεκτροπής) αντανακλά την απαίτησή μας να ζούμε σε ένα κράτος δικαίου, μια οργανωμένη κοινωνία με προβλεψιμότητα και έλλογη θεσμική τάξη. Στη δεύτερη (την οπτική γωνία της κατανόησης) εκφράζεται η νεωτερική διάθεσή μας να διερωτηθούμε για τις παραδοχές, τα αποτελέσματα και τον τρόπο λειτουργίας της θεσμικής τάξης, ιδιαίτερα αν αυτός ο τρόπος λειτουργίας παράγει βίαιες κοινωνικές εκρήξεις. Με τον θεσμικό-κανονιστικό λόγο προστατεύουμε την εύτακτη συλλογικότητά μας. Με τον ερμηνευτικό-κατανοητικό λόγο αναγνωρίζουμε την ανοιχτότητα του έλλογου πλαισίου που συγκροτεί τη συλλογικότητά μας – ότι, δηλαδή, το νόημα των θεσμών μας δεν παγιώνεται ποτέ, είναι διαρκώς ανοιχτό στην εμπειρία. Το μεγάλο επίτευγμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι ακριβώς αυτό: ερείδεται, κατ’ αρχήν, σε ρητά θεσμιζόμενους και αυτο-αμφισβητούμενους θεσμούς.

Ο αυθεντικά ερμηνευτικός λόγος είναι σε κάποιο βαθμό αυτο-αναιρούμενος. Στο μέτρο που είμαστε πραγματικά ανοιχτοί στην εμπειρία ενός σημαντικού συμβάντος (π.χ. ένα διαζύγιο, κοινωνικές ταραχές, κλπ) και προσπαθούμε να το κατανοήσουμε, αναπόφευκτα αλλάζουμε – η εμπειρία μας μεταβάλλει, μας αλλοιώνει. Όπως παρατηρεί ο μεγάλος φιλόσοφος Χάνς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, η εμπειρία, στο μέτρο που μας διαπερνά, αναπλάθει τον ερμηνευτικό μας ορίζοντα. Όταν καταλαβαίνουμε τον άλλον, καταλαβαίνουμε πληρέστερα τον εαυτό μας.

Οι ταραχές του περασμένου Δεκέμβρη περιείχαν και μαζική κραυγή αγωνίας και βία. Για την ακρίβεια, η κραυγή εκφράστηκε ηχηρά και θυμωμένα κατά της θεσμικής τάξης, στρεφόμενη κατά πρώτο λόγο εναντίον των διωκτικών αρχών• στις ακραίες της δε εκφάνσεις πήρε και τη μορφή ποικίλων μορφών βίας. Αν στις ταραχές δούμε απλώς την επανάληψη των, δυστυχώς πληθωρικών τα τελευταία 35 χρόνια, συμβάντων βίας και ανομίας που συχνά συνοδεύουν συλλογικές διαμαρτυρίες στην Ελλάδα, τότε χάνουμε την ευκαιρία να δούμε την ιδιαιτερότητα του νεανικού ξεσπάσματος – την ξεχωριστή «φωνή» του.

Η «επανάληψη», παρατηρεί ο φιλόσοφος Ζιλ Ντελέζ, δεν είναι η επανάληψη ενός και του αυτού φαινομένου, αλλά εμπεριέχει τη διαφορά. Όπως η τηλεφωνήτρια ενός τηλεφωνικού κέντρου δεν επαναλαμβάνει απλώς πανομοιότυπες απαντήσεις σε πανομοιότυπα ερωτήματα πελατών, αλλά κάθε ερώτημα είναι ουσιωδώς διαφορετικό στις λεπτομέρειες του περιεχομένου του, τη χρονική στιγμή, την υφή της φωνής, και κυρίως στο πως εντάσσεται στην ακολουθία ερωτο-απαντήσεων της τηλεφωνήτριας, οπότε και οι απαντήσεις της είναι, έστω και ανεπαίσθητα, διαφορετικές, έτσι και οι Δεκεμβριανές ταραχές δεν ήταν απλώς η επανάληψη πανομοιότυπων φαινομένων ανομίας που συχνά βλέπουμε στους δρόμους της Αθήνας, αλλά εμπεριείχαν κάτι διαφορετικό: την άρθρωση μιας αυθόρμητης, γενικευμένης και πρωτόγνωρης αγανάκτησης με αφορμή το φόνο ενός εφήβου.

Αν και στις βίαιες στιγμές του το ξέσπασμα έδειχνε να είναι η επανάληψη της ίδιας νεανικής ανομίας που έχουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν, μια ερμηνευτική-κατανοητική προσέγγιση φανερώνει τις διαφορές του: την αυθόρμητη, μαζική εφηβική έκρηξη σε πολλές ελληνικές πόλεις, καθώς και την ένταξη του φόνου σε μια ακολουθία γεγονότων (κυρίως αλλεπάλληλων σκανδάλων διαφθοράς, επεισοδίων αστυνομικής βιαιότητας, επιλήψιμες συμπεριφορές δημοσίων προσώπων, γενικευμένης ατιμωρησίας, και ογκούμενης οικονομικής δυσπραγίας) που οδηγούν στην απαξίωση των θεσμών.

Όσοι βλέπουν κυρίως τη βία στις ταραχές του Δεκέμβρη, προκρίνουν μια μάλλον συντηρητική ερμηνεία - βλέπουν τα συντρίμμια της βιτρίνας χωρίς να ακούνε τη «φωνή» των βιαιοπραγούντων. Όσοι βλέπουν την ιδιαιτερότητα των ταραχών - την ειδοποιό διαφορά τους από προγενέστερες συλλογικές διαμαρτυρίες - κατανοούν ότι τα Δεκεμβριανά γεγονότα σηματοδοτούν μια βαθιά απέχθεια στους δημόσιους θεσμούς και πως αυτοί διακονούνται (τρόπος του λέγειν…) από το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Κάτι είναι βαθιά σάπιο στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία…

Όσοι αναγνωρίζουν αυτή την ιδιαιτερότητα αλλά την ερμηνεύουν με τα προκατασκευασμένα σχήματα περί «νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού», κλπ, αρνούνται στην ουσία να επιτρέψουν στην εμπειρία – στο Δεκεμβριανό ξέσπασμα - να τους μεταβάλλει. Τα έτοιμα ιδεοληπτικά σχήματά τους ακυρώνουν την γνωσιολογική σπουδαιότητα της πρωτόγνωρης αυτής εμπειρίας. Καλώς ή κακώς, η ελλαδική ιδιαιτερότητα δεν είναι ο δήθεν νεοφιλελεύθερος χαρακτήρας του νεοελληνικού καπιταλισμού, αλλά η χρεοκοπία ενός εν πολλοίς διεφθαρμένου, ανίκανου και αναποτελεσματικού πολιτικού συστήματος, το οποίο διαχειρίζεται χαμηλής ποιότητας συλλογικά (στην ουσία κρυπτο-ιδιωτικοποιημένα) αγαθά, αφήνει τα κοινωνικά προβλήματα να συσσωρεύονται, και οδηγεί στην καθολική απαξίωση των θεσμών. Αυτό είναι το γνωσιολογικό εύρημα των Δεκεμβριανών ταραχών: δόθηκε η τραγική αφορμή να διαπιστώσουμε τι ατμός συσσωρεύεται στην κοινωνική χύτρα. Πριν τις ταραχές, το υποψιαζόμασταν. Τώρα το γνωρίζουμε.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

Η ανομία είναι το μείζον πρόβλημα



Πολλά καταμαρτυρούνται στην Ελληνική Αστυνομία εδώ και ένα μήνα, μερικά δικαιολογημένα, άλλα αδικαιολόγητα. Το δυσκολότερο πράγμα σε περίοδο κρίσης είναι να κρατήσει κανείς τη ματιά του καθαρή. Να επιτρέψει στην εμπειρική πραγματικότητα να τον αγγίξει χωρίς να προσφύγει σε προκατασκευασμένα ιδεοληπτικά σχήματα κατανόησης. Δυστυχώς πολλοί δεν το καταφέρνουν. Μερικοί βλέπουν τα όποια απαράδεκτα κρούσματα αστυνομικής βίας και τα εντάσσουν στην εμφυλιοπολεμικής καταβολής αφήγηση περί κρατικής καταστολής, λες και η Ελλάδα παρέμεινε στη δεκαετία του 1950. Άλλοι βλέπουν το παθιασμένο ποτάμι νέων να ξεχύνεται στους δρόμους, διαμαρτυρόμενο για τον παντελώς αναίτιο φόνο του εφήβου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό, και επικεντρώνονται στις βίαιες υπερβολές του, χωρίς να θέλουν να ακούσουν την έστω συγκεχυμένη κραυγή αγωνίας που εκφράζει η νεανική οργή και οι ποικιλοτρόπως βίαιες εκδηλώσεις της. Οι μεν βλέπουν μόνο τις σπασμένες βιτρίνες, οι δε νομίζουν ότι αντιπαρατίθενται στο αστυνομικό κράτος του Μανιαδάκη και του Ιωαννίδη.

Όποιος επιμένει στη γνωσιολογική σημασία της εμπειρικής πραγματικότητας, όποιος θέλει να βλέπει την ιδιαιτερότητα των κοινωνικών συμβάντων αποφεύγοντας τους ιδεοληπτικούς νάρθηκες, αντιλαμβάνεται ότι το κυρίαρχο πρόβλημα της χώρας σήμερα, στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, δεν είναι η κρατική καταστολή, ούτε το αστυνομικό κράτος, αλλά τα ακριβώς αντίθετά τους: η διάλυση του κράτους, η διάχυση της ανομίας σε όλη την κοινωνία, η αυξανόμενη ανυποληψία της Αστυνομίας, η γενικευμένη ατιμωρησία. Δυστυχώς δεν είδα πολλούς να διαμαρτύρονται γι αυτά.

Όταν ο νεανίζων ασπρομάλλης συνθέτης λαϊκοπόπ μουσικής, συνοδευόμενος από φίλη του, αγνώστων προσόντων πλην της τηλεοπτικής φήμης της, αρνείται να σταματήσει το πολυτελές τζιπ του σε σχετικό νεύμα της αστυνομίας για έλεγχο και βρίζει τους αστυνομικούς, είναι απλώς θλιβερό. Υπάρχουν, δυστυχώς, και τέτοιο άνθρωποι! Όταν όμως ο ψωνισμένος συνθέτης αρνείται τον έλεγχο και ισχυρίζεται ότι το αυτοκίνητο του παρέχει «άσυλο», τότε το πράγμα σοβαρεύει. Κι όταν δε ο δικηγόρος του, αντί να ζητήσει συγγνώμη για λογαριασμό του πελάτη του, επέκρινε τους αστυνομικούς που έκαναν τη δουλειά τους, υποδεικνύοντας στην αστυνομία, με απίστευτο θράσος, ότι «θα πρέπει να υπάρχει σεβασμός προς τον πολίτη», τότε καταλαβαίνουμε ότι η «επώνυμη» ελίτ θεωρεί τον εαυτό της πάνω από το νόμο.

Δεν είναι όμως μόνο η επώνυμη ελίτ που νοιώθει άβολα όταν την ακουμπά ο νόμος. Το ίδιο άβολα νοιώθει και η ανώνυμη μάζα. Εθισμένη στη μικροπαρανομία, μαθημένη να αναζητά συχνά παράτυπους και παράνομους διεξόδους στα «λαϊκά» αιτήματά της, θεωρεί το κράτος δικαίου πολυτέλεια (εκτός φυσικά κι αν το κράτος αυτό κληθεί να προστατεύσει τα δικά της συμφέροντα). Τι ανέκραξαν οι αγριεμένοι οπαδοί του πρώην υπουργού κ.Κεφαλογιάννη στο δικαστήριο του Ρεθύμνου πρόσφατα, όταν είδαν τον προστάτη τους να καταδικάζεται τελεσίδικα για υπόθαλψη χασισοκαλλιεργητή; «Εσένα δεν μπορεί να σε δικάσει η Δικαιοσύνη, μόνο το Ρέθυμνο μπορεί να σε δικάσει» («Καθημερινή», 4/1/2009)! Οι θεσμοί του κράτους δικαίου είναι πολύ μικροί για να δικάσουν τους λαοπρόβλητους κοτζαμπάσηδες. Μόνο ο «λαός» ξέρει να απονέμει δικαιοσύνη…

Αν νομίζετε ότι το δείγμα μου είναι περιορισμένο, ξανασκεφτείτε το. Τα ειδοποιητήρια του υπουργείου Οικονομικών προς 12000 πυρόπληκτους της Πελοποννήσου και της Εύβοιας να καταθέσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τα επιδόματα που έλαβαν μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2007, ειδάλλως θα πρέπει να επιστρέψουν τα επιδόματα, συνάντησε καθολική αντίδραση όχι μόνο από τους θιγόμενους, αλλά κι από τοπικούς ηγέτες. «[Είμαστε] κατηγορηματικά αντίθετοι», δήλωσε ο νομάρχης Ηλείας κ.Καφύρας. «Δεν πρέπει να παρθεί πίσω το έκτακτο επίδομα από κανένα Ηλείο, ασχέτως υπερβολών και λαθών […]» («Καθημερινή», 23/10/2008). Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι ότι το πιθανό γεγονός ότι εισπράχθηκαν βοηθήματα δύο και τρεις φορές από το ίδιο άτομο ή την ίδια οικογένεια ουδόλως απασχολεί τον αξιότιμο νομάρχη. Το ανατριχιαστικά ενδιαφέρον είναι ότι κάποιος που ασκεί έννομη εξουσία υπερασπίζεται δημοσίως την παρανομία!

Θα μπορούσα να συνεχίσω με πολλά άλλα παραδείγματα - όπως τον πρόσφατο προπηλακισμό αστυνομικών (τρεις τραυματίες και τρία σπασμένα περιπολικά) από κατοίκους των Ζωνιανών, όταν η αστυνομία επεδίωξε να συλλάβει έναν κάτοικο του διεθνώς διακεκριμένου για την ποιότητα της καννάβεως χωριού, ως ύποπτο για ανθρωποκτονία συγχωριανού του – αλλά θα γίνω κουραστικός. Αυτό που βιώνουμε όλοι όσοι δεν έχουμε τα μάτια κλειστά και δεν έχουμε κυριευθεί από ιδεοληπτικές κρίσεις, είναι η διευρυνόμενη ανομία και η εκλογίκευσή της, η προσπάθεια όχι μόνο για την περιθωριοποίηση αλλά και για την απονομιμοποίηση της Αστυνομίας και της Δικαιοσύνης.

Όσα στραβά κι αν έχουν οι θεσμοί προστασίας της έννομης τάξης (και σίγουρα έχουν πολλά – πρόσφατα είδαμε τις συλλήψεις επί το πλείστον αθώων πολιτών από την Αστυνομία μετά το πέρας διαδήλωσης), είναι οι μόνοι που έχουμε σε μια δημοκρατία. Ο δικαιολογημένος θυμός που νοιώθουν όσοι φωνάζουν «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» δεν θάπρεπε να τους κάνει να ξεχνάνε ότι χωρίς τους «μπάτσους» δεν υπάρχει κράτος δικαίου. Χωρίς τους τρεις αστυνομικούς που είχαν το αξιοζήλευτο θάρρος να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας, ο κ.Κεφαλογιάννης θα μας κοίταζε ακόμη αφ΄ υψηλού περιαυτολογώντας για την «πεντηκονταετή προσφορά» του. Χωρίς μια αποτελεσματική και αξιέμπιστη Αστυνομία κυριαρχεί η άλογη και ουδαμού υπόλογη θέληση του ισχυρότερου. Η απαξίωση του κράτους των «μπάτσων» οδηγεί σταθερά στο κράτος των «Ζωνιανών». Μερικοί «μπάτσοι» ενίοτε είναι «γουρούνια», ενώ άλλοι, πολύ πιο σπάνια, γίνονται «δολοφόνοι», αλλά δείξτε μου εσείς μια επαγγελματική κατηγορία που δεν έχει αντίστοιχα κακές πρακτικές. Θα φωνάζαμε ποτέ «γιατροί, γουρούνια, δολοφόνοι» εξαιτίας θανατηφόρων ιατρικών λαθών; Τα πραγματικά ερωτήματα είναι: πως θα δημιουργήσουμε αποτελεσματικούς και υπόλογους διωκτικούς μηχανισμούς με υψηλό επαγγελματισμό; Και πως οι διωκτικοί μηχανισμοί θα κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών;

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

Αναξιοπιστία και ψοφοδεείς ηγεσίες


Τα μικρά παιδιά το ξέρουν καλά: αν οι γονείς υπαναχωρούν από τις δεσμεύσεις τους απέναντί τους (π.χ. δεν εφαρμόζουν τους κανόνες που οι ίδιοι θέτουν - «θα παίξεις μόνο αφού διαβάσεις»), τότε χάνουν την αξιοπιστία τους. Τα παιδιά συνειδητοποιούν ότι οι γονείς δεν εννοούν αυτά που λένε, άρα οι κανόνες είναι διαπραγματεύσιμοι. Ακόμη χειρότερα, όταν οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ή οι τυχόν ανεπίτρεπτες πράξεις δεν επισύρουν κυρώσεις, δημιουργείται η αντίληψη στα παιδιά ότι οι γονείς είναι υποχωρητικοί, γεγονός που ενθαρρύνει περαιτέρω ανεπίτρεπτες συμπεριφορές.

Αυτή την απλή αλήθεια που διαισθητικά γνωρίζουν τα μικρά παιδιά, παραβλέπουν οι «ώριμοι» διαχειριστές των δημοσίων πραγμάτων στη χώρα μας. Αν αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί οι φυγόστρατοι πολλαπλασιάζονται, γιατί τα φορολογικά έσοδα μακροπρόθεσμα δεν αυξάνονται, και γιατί τα πανεπιστήμιά μας καταστρέφονται από ορδές νεοβανδάλων, υπάρχει μια απλή, απλούστατη, εξήγηση: διότι το ελλαδικό κράτος είναι στρατηγικά αναξιόπιστο.

Κατηγορίες φυγόστρατων απαλλάσσονται συστηματικά από τις ποινικές κυρώσεις που επισύρει η ανυποταξία και εξαγοράζουν τη στρατιωτική τους θητεία. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι ο βουλευτής του ΛΑΟΣ κ.Αϊβαλιώτης. Με προβλέψιμη, πλέον, συχνότητα, οι κυβερνήσεις παρέχουν φορολογική αμνηστία σε κατηγορίες παραβατών. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι οι περυσινές κυβερνητικές ρυθμίσεις για ληξιπρόθεσμα χρέη και την αυτόματη φορολογική περαίωση επιχειρήσεων. Κάθε χρόνο τα πανεπιστήμια καταλαμβάνονται από φοιτητές και μη, με συνέπεια να προκαλούνται ανατριχιαστικές καταστροφές. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι οι καταλήψεις του περασμένου Δεκέμβρη, οι οποίες επέφεραν ζημιές ύψους 1 εκ. ευρώ!

Τι συνέχει όλα αυτά τα περιστατικά; Η αναξιοπιστία του κράτους. Το κράτος νομοθετεί, άρα ορίζει τα όρια του επιτρεπτού, αλλά παρακάμπτει ή διαπραγματεύεται τις συνοδευτικές κυρώσεις όταν οι νόμοι δεν τηρούνται, οπότε οι ανεπίτρεπτες συμπεριφορές ενθαρρύνονται στο διηνεκές. Γιατί να υπηρετήσω τη θητεία μου, αν μπορώ, μελλοντικά, να την εξαγοράσω; Γιατί να μη φοροδιαφύγω, αφού μπορώ βάσιμα να ελπίζω σε μια ευνοϊκή ρύθμιση στο μέλλον; Γιατί να μη χρησιμοποιήσω το πανεπιστήμιο σαν εργαστήριο κατασκευής μολότοφ ή σαν ορμητήριο επιθέσεων κατά της Αστυνομίας, όταν ξέρω ότι ο νόμος περί πανεπιστημιακού ασύλου δεν θα εφαρμοστεί;

Ολες αυτές οι περιπτώσεις είναι επαναλαμβανόμενα παίγνια μεταξύ παραβατών και κράτους (νοουμένου με την ευρεία έννοια των δημόσιων θεσμών). Όταν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται και κυρώσεις δεν επιβάλλονται, η αξιοπιστία του κράτους καταρρακώνεται. Ο υποψήφιος παραβάτης γνωρίζει ότι το κράτος είναι αναξιόπιστο (δηλαδή ότι δεν θα καταστήσει ενεργή τη δυνητική απειλή επιβολής κυρώσεων) και ενεργεί αναλόγως. Ο παραβάτης θα αλλάξει συμπεριφορά αν μεταβληθούν οι προσδοκίες του σχετικά με την απόκριση του κράτους στις πράξεις του. Πως θα συμβεί αυτό; Αν το κράτος εμπεδώσει τη φήμη ότι δεν υπαναχωρεί στην εφαρμογή του νόμου. Η αξιοπιστία εδραιώνεται όταν αποφεύγονται οι υπαναχωρήσεις – όταν, δηλαδή, η φήμη ενός στρατηγικού παίκτη είναι τέτοια που είναι προβλέψιμη η συμπεριφορά του στο μέλλον. Κοιτάξτε πως αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση του πανεπιστημιακού ασύλου.

Κτίρια του Πανεπιστημίου Αθηνών καταστράφηκαν από καταληψίες και ταραχοποιούς στα επεισόδια του περασμένου Δεκέμβρη, αλλά το πρυτανικό συμβούλιο δεν θεώρησε σκόπιμο να καλέσει την Αστυνομία. Η Νομική Σχολή του ΑΠΘ λεηλατήθηκε από κακοποιά στοιχεία, αλλά ο πρύτανης κ.Μάνθος απέκρουσε τις εκκλήσεις αυτοπτών καθηγητών να επέμβουν οι διωκτικές αρχές. Μπορεί η κατάληψη του Οικονομικού Πανεπιστημίου να δημιούργησε, κατά την ομολογία του πρύτανη κ.Πραστάκου, μια «πολύ άσχημη κατάσταση», αλλά ο πρύτανης τάχθηκε κατά της άρσης του ασύλου: «δεν μπορούμε να πιέσουμε την κατάσταση με μεγαλύτερη δόση βίας […]», δήλωσε. Με αφορμή την πρόσφατη κατάληψη του ιστορικού κτιρίου του Πολυτεχνείου από εξωπανεπιστημιακά άτομα, ο πρύτανης κ.Μουτζούρης παραδέχθηκε ότι καταπατήθηκε το άσυλο, αλλά επαίνεσε την «υπευθυνότητα» τόσο του πρυτανικού συμβουλίου όσο και του πολιτικού κόσμου, που δεν ζήτησαν την επέμβαση της Αστυνομίας! («Βήμα», 28/12/2008).

Προσέξτε τη συμπεριφορά των περιδεών πρυτάνεών μας. Δεν είναι μόνο ότι δεν διεκπεραιώνουν με επάρκεια το ρόλο τους, ο οποίος, κατ’ ελάχιστον, αφορά στην προστασία των ιδρυμάτων τους, αλλά, ακόμη χειρότερα, με την ενδοτικότητά τους, ενθαρρύνουν τις καταστροφές και στο μέλλον. Όταν οι ίδιοι ομολογούν ότι καταπατείται το άσυλο αλλά αρνούνται να εφαρμόσουν το νόμο περί ασύλου, μειώνουν δραματικά την αξιοπιστία τους ως πανεπιστημιακοί φύλακες, οπότε ενθαρρύνουν τους παραβάτες να επαναλάβουν τη δράση τους. Αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ και τριάντα χρόνια, το παίγνιο είναι επαναλαμβανόμενο: η πολιτική του κατευνασμού όχι μόνο δεν αποτρέπει τις καταστροφές όπως νομίζουν οι πρυτάνεις, αλλά, διαχρονικά, τις ενθαρρύνει. Οι πρυτάνεις επιλέγουν την κατευναστική στρατηγική, ενδίδοντας βραχυπρόθεσμα στη βία των τραμπούκων, προκειμένου να αποφύγουν τα χειρότερα. Μακροπρόθεσμα, όμως, δεν τα αποφεύγουν, αφού οι τραμπούκοι ενθαρρύνονται και η βία διαιωνίζεται. Η διαφορά είναι ότι, μακροπρόθεσμα, οι (εφήμεροι) πρυτάνεις θα έχουν αποχωρήσει, αλλά το πανεπιστήμιο θα είναι εκεί, υφιστάμενο τις συνέπειες της υποχωρητικότητάς τους.

Εξίσου εντυπωσιακή με την ενδοτικότητα των πρυτάνεων είναι η δειλία των διωκτικών αρχών και των πολιτικών. Η Αστυνομία έχει νομικά τη δυνατότητα να επέμβει αυτεπαγγέλτως στα Πανεπιστήμια όταν διαπράττονται αυτόφωρα εγκλήματα, αλλά δεν το κάνει διότι φοβάται ότι δεν θα έχει πολιτική κάλυψη. Οι αρμόδιοι υπουργοί, δεν διανοούνται να ζητήσουν από την Αστυνομία να επέμβει, διότι φοβούνται τα λαϊκιστικά ΜΜΕ, τη δημαγωγική εκάστοτε αντιπολίτευση, και τη χρόνια αμφιθυμία της κοινής γνώμης έναντι της αστυνόμευσης. Το αποτέλεσμα; Περάστε από τη Νομικές Σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, το ΕΜΠ, και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο για να το δείτε… Και δυστυχώς, θα το ξαναδείτε!