Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Φτάνει πια! Δράση τώρα!

Εκ βαθέων: Γιατί υποστηρίζω τη «Δράση»



Είναι δύσκολο, σχεδόν αβίωτο, να ζει κανείς μέσα στην απελπισία. Όση ικανοποίηση κι αν αντλεί από τη δουλειά του, την οικογένειά του ή τους φίλους του, τίποτα δεν υποκαθιστά την αίσθηση αισιοδοξίας και περηφάνιας που προέρχεται από τη συμμετοχή του σε μια ζωντανή, εξελισσόμενη, και ευπρεπή κοινωνία. Δεν πρόκειται μόνο για το γεγονός ότι η ποιότητα ζωής που ο καθένας απολαμβάνει, και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να πραγματώσει τα όνειρά του, εξαρτώνται, εν μέρει τουλάχιστον, από την κοινωνία στην οποία ζει, αλλά και για την αίσθηση προοπτικής που η κοινωνία δίνει στα άτομα, ιδιαίτερα στους νέους. Η πεποίθηση ότι το μέλλον μπορεί να είναι καλύτερο από το παρόν, κινητοποιεί δυνάμεις, δίνει όραμα, παρέχει αυτοπεποίθηση, παράγει πλούτο και πολιτισμό.

Δεν έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια τέτοια κοινωνία. Αν είμαστε σήμερα τόσοι πολλοί, τόσο πολύ απογοητευμένοι, αυτό οφείλεται σε ένα δυσάρεστο αίσθημα εγκλωβισμού που αισθανόμαστε: είμαστε πολίτες μιας χώρας σε τροχιά απίστευτης και, φαινομενικά τουλάχιστον, ασυγκράτητης παρακμής, με παραπαίοντες δημόσιους θεσμούς, σαθρή οικονομία, διάχυτη ανομία, και μια κατακερματισμένη κοινωνία που δεν ελπίζει σε τίποτε παραπάνω από την απλή επιβίωση. Ενώ άλλες κοινωνίες, παρά τα προβλήματά τους, αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και οραματίζονται το μέλλον τους, οι υψηλότεροι στόχοι που εμείς μπορούμε να θέσουμε (για την ακρίβεια οι στόχοι που θέτουν οι κυβερνήτες μας εξ ονόματός μας) είναι η «τακτοποίηση» των ημιυπαίθριων χώρων, να μην καταστρέφονται δημόσιες και ιδιωτικές περιουσίες στο κέντρο της Αθήνας, να μην καταλαμβάνονται τα πανεπιστήμια, να μην κλείνουν οι αυτοκινητόδρομοι, να μην ξεμένουν τα νοσοκομεία από υγειονομικό υλικό, να μη δραπετεύουν οι κρατούμενοι! Τόσο ψηλά, τόσο απαιτητικά…

Αυτός ο εσωστρεφής αμυντισμός δείχνει και την απόστασή μας από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Ξοδεύουμε τεράστια ενέργεια για το αυτονόητο, η δημόσια συζήτηση μετακινείται από κρίση σε κρίση, στο δημόσιο λόγο δεν μένει χώρος για το οραματικό, το στρατηγικό, το ρηξικέλευθο. Ενώ και άλλες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν σημαντικά προβλήματα, καμία δεν έχει το είδος των δικών μας προβλημάτων: η Ελλάδα δίνει συχνά την εντύπωση ότι τα προβλήματά της είναι περισσότερο αυτά μιας πρώην κομμουνιστικής ή τριτοκοσμικής χώρας, παρά μιας χώρας της ευρωζώνης. Καμία, σχεδόν, ανεπτυγμένη χώρα της ΕΕ δεν συζητά θέματα που για μας είναι, δυστυχώς, καυτά προβλήματα: η πελατειακή χρησιμοποίηση του κράτους από τους πολιτικούς, η κομματικοποίηση της δημόσιας διοίκησης, η εκτεταμένη διαφθορά, η οικογενειοκρατία, ο φατριασμός, η αναξιοκρατία, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η αποσάθρωση κρίσιμων δημόσιων θεσμών, η γενικευμένη ανομία, η τεράστια φοροδιαφυγή, το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, η κρυπτο-ιδιωτικοποίηση συλλογικών αγαθών. Απότοκος όλων αυτών είναι η φοβική εσωστρέφεια, η έλλειψη εθνικής αυτοπεποίθησης, η κρίση φαντασίας.

Ξέρουμε τι φταίει. Τριάντα πέντε χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, η ανικανότητά μας να διαχειριστούμε αποτελεσματικά τα συλλογικά μας προβλήματα δεν είναι εγγεγραμμένη στα γονίδιά μας, αλλά στον τρόπο που λειτουργούν ιστορικά οι θεσμοί μας, δηλαδή στον τρόπο λειτουργίας της πολιτικής. Η πολιτική μας ζωή δεν έχει σημείο αναφοράς τα ζωτικά προβλήματα της κοινωνίας, αλλά εκφυλίστηκε είτε σε ένα καιροσκοπικό «επικοινωνιακό» παιχνίδι, μέσω του οποίου επιδιώκεται η χειραγώγηση της κοινής γνώμης και η βουλιμική απόκτηση της εξουσίας από τα δύο μεγάλα κόμματα, είτε στοχεύει στη συντηρητική υπεράσπιση των Μεταπολιτευτικών μύθων και την απαξίωση των θεσμών από τα κόμματα της λαϊκιστικής Αριστεράς (τόσο στην ολοκληρωτική, όσο και στη μηδενιστική εκδοχή της). Το πολιτικό μας σύστημα μετεξελίχθηκε σε ένα αυτιστικό σύστημα, του οποίου η κύρια μέριμνα είναι η αμοραλιστική αναπαραγωγή του με υποκριτικό λαϊκισμό, άμετρη πόλωση, διαβρωτικό κομματισμό, κενή υποσχεσιολογία, άφθονα ρουσφέτια και, φυσικά, πολλές μίζες. Κανείς αξιοπρεπής άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται ευτυχής σήμερα από την ποιότητα του πολιτικού λόγου, την ποιότητα των πολιτικών συμπεριφορών, και την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού. Ποτέ άλλοτε, μετά τη Μεταπολίτευση, δεν βίωνε κανείς τέτοια δυστυχία να είναι Έλληνας!

Ξέρουμε τι πρέπει να γίνει. Το απόστημα του σάπιου πολιτικού συστήματος πρέπει να σπάσει – ΤΩΡΑ, όχι αύριο!

Ξέρουμε τι θέλουμε: γενιές ολόκληρες μας εμπνέει το όραμα μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας. Που θα πει: θέλουμε αξιέμπιστο κράτος δικαίου, ανταγωνιστική οικονομία, ακομμάτιστη και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, ανάπτυξη των συλλογικών αγαθών, ακμαία κοινωνία πολιτών, ήθος και αξιοπρέπεια στο δημόσιο βίο. ΤΩΡΑ, όχι αύριο!




Συντάσσομαι με τη «Δράση» γιατί δεν θέλω απλώς να διαμαρτύρομαι, να γκρινιάζω και να επικρίνω• δεν θέλω μόνο να οικτίρω ή να ερμηνεύω το χάλι της χώρας μου, αλλά να συνεισφέρω, όσο μπορώ, στην αλλαγή της.

Συντάσσομαι με τη «Δράση» γιατί δεν με εμπνέει καμία μεγαλεπήβολη ουτοπία, αλλά με κινητοποιεί η ταπεινή απαίτηση να ζω, τόσο εγώ όσο και οι συμπολίτες μου, με αξιοπρέπεια.

Συντάσσομαι με τη «Δράση» γιατί έχω ανάγκη να ελπίζω, να αισιοδοξώ, να οραματίζομαι - όχι τόσο για μένα, όσο για τα παιδιά μου.

Μερικές εύλογες ερωτήσεις – και απαντήσεις
Μερικοί φίλοι μου υποδεικνύουν ότι θα ήταν προτιμότερο να αποφύγω να συνταχθώ με οποιαδήποτε πολιτικό φορέα, προκειμένου να διατηρήσω την ανεξαρτησία μου. Όσοι μου κάνουν την τιμή να με διαβάζουν ξέρουν ότι δεν ανήκω σε κανένα κόμμα, αν και ο χώρος της πολιτικής μου έμπνευσης είναι η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία. Δεν νοιώθω ότι θυσιάζω την ανεξαρτησία μου ούτε κατ’ ελάχιστον, υποστηρίζοντας τη «Δράση». Η ανεξαρτησία σκέψης είναι τρόπος ζωής για όποιον τη θεωρεί σημαντική. Απλώς θεωρώ ότι το να ερμηνεύεις τον κόσμο δεν είναι αρκετό, αν σε ενδιαφέρει η αλλαγή του. Όπως έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσελ, «η θεμελιώδης έννοια της πολιτικής είναι η ισχύς, όπως η ενέργεια είναι θεμελιώδης έννοια της Φυσικής». Η αλλαγή στη δημοκρατία περνά υποχρεωτικά μέσα από την αλλαγή των συσχετισμών ισχύος μεταξύ των κομμάτων. Σήμερα, ένα σάπιο πολιτικό σύστημα συστηματικά καταστρέφει τη χώρα – μπροστά στα μάτια μας… Πρέπει να κάνουμε κάτι. Έχουμε την υποχρέωση να κάνουμε κάτι. Πρέπει να αναλάβουμε δράση. Δεν ξέρω αν ο δικός μου τρόπος είναι ο καλύτερος, είναι όμως ένας τρόπος…

Άλλοι φίλοι δυσπιστούν απέναντι στους δύο πρώτους από τους τρεις πρωταγωνιστές της «Δράσης» (τους κκ.Μάνο, Κοντογιαννόπουλο και Μπουτάρη) και με προέτρεψαν να κρατήσω αποστάσεις. Δεν γνωρίζω κανέναν από τους τρεις προσωπικά. Ούτε συμφωνώ με όλες τις πολιτικές επιλογές των δύο πρώτων στο παρελθόν. Τους υπολήπτομαι όμως ως έντιμους, καλοπροαίρετους και εκσυγχρονιστές πολιτικούς – δεν έχουμε δα και πολλούς! Θεωρώ ότι, όπως παρατηρεί ο Αλέκος Παπαδόπουλος στα Βήματα του Εστερναχ, η κύρια πολιτική αντίθεση στη χώρα είναι μεταξύ των δυνάμεων της καθήλωσης και των δυνάμεων της εξέλιξης, των εκσυγχρονιστών και των λαϊκιστών. Οι υπόλοιπες, συνήθεις σε δυτικές δημοκρατίες, αντιθέσεις (π.χ. ύψος φορολογίας, ρόλος τους κράτους, κλπ) είναι παρεμπίπτουσες στα ελλαδικά συμφραζόμενα, και αφορούν κυρίως τις ανεπτυγμένες χώρες, οι οποίες έχουν ξεφύγει από το δικό μας «προ-πολιτικό» στάδιο (κατά την έκφραση του Κορνήλιου Καστοριάδη). Οι πρωταγωνιστές της «Δράσης» ήταν πάντοτε υποστηρικτές εκσυγχρονιστικών ιδεών. Τον κ.Μάνο τον διέκρινε ανέκαθεν η παρρησία και η φρεσκάδα απόψεων, το πρακτικό πνεύμα, η έγνοια για το περιβάλλον, κι ένας ενδιαφέρων εικονοκλαστισμός που τόσο σπανίζει στην ελλαδική πολιτική σκηνή. Ο κ.Κοντογιαννόπουλος εξέπεμπε πάντοτε ένα εκσυγχρονιστικό στίγμα. Ο κ.Μπουτάρης είναι ένας συνεπής, ευφάνταστος, και δραστήριος εκπρόσωπος της κοινωνίας των πολιτών – έξω από τα κατεστημένα κόμματα, με έντονο ενδιαφέρον για την τοπική αυτοδιοίκηση και πλούσια περιβαλλοντική δράση.

Ξέρω καλά ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση στην πολιτική, και ιδιαίτερα στην ελλαδική πολιτική σκηνή. Ολοι κουβαλάνε το φορτίο των προηγούμενων επιλογών τους. Το καινούριο σπάνια συνιστά ex nihilo δημιουργία, αλλά αναδύεται μέσα από την πρώτη ύλη που παρέχει το παλαιό. Ο ευρωπαϊστής Κωνσταντίνος Καραμανλής ηγήθηκε μιας, εν πολλοίς, επαρχιώτικης, διαπλεκόμενης, και μισαλλόδοξης εθνικοφροσύνης. Ο μεταρρυθμιστής Γκορμπατσόφ αναδύθηκε μέσα από τα σπλάχνα ενός ολοκληρωτικού μηχανισμού. Ο εκσυγχρονιστής Σημίτης έφθασε στην κορυφή ενός βαθιά λαϊκιστικού και αμοραλιστικού κόμματος. Και τους τρεις τους κρίνουμε σήμερα λίγο έως πολύ θετικά, κυρίως για τη συνολική πολιτική τους τροχιά και τα αποτελέσματά της, όχι για τους ποικίλους συμβιβασμούς ή τις αμφισβητούμενες επιλογές που σίγουρα αναγκάστηκαν να κάνουν στη διαδρομή τους. Διακρίνουμε στη συνολική πορεία τους ένα σαφές πολιτικό στίγμα, ένα ευρύτερο εκσυγχρονιστικό πρόταγμα, και μια σχετική συνέπεια στην εφαρμογή του.

Αν απομονώσουμε στιγμές από τη διαδρομή ενός πολιτικού (ακόμα και των αγαπημένων μου πολιτικών ηγετών, όπως είναι ο Τσόρτσιλ, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, ο Μαντέλα, ή ο Ομπάμα), πάντοτε θα βρούμε αμφισβητήσιμες επιλογές. Το θέμα όμως είναι να μη χάνουμε τη συνολική εικόνα, η κρίση μας να μη θολώνει με τα επιμέρους. Υπό αυτό το πρίσμα, πάντοτε θα υπάρχουν επιφυλάξεις για όψεις της πολιτικής διαδρομής οποιουδήποτε, αλλά το μείζον είναι να ερμηνεύουμε τη συνολική του πορεία. Η πολιτική υποστήριξη δεν αίρει απαραίτητα τις όποιες επιφυλάξεις, αλλά εστιάζει την προσοχή μας στη μορφή της συγκυρίας, τις επιλογές που έχουμε, τη συνολική αίσθηση που αποπνέει κάποιος. Οι επιφυλάξεις, μάλιστα, είναι ιδιαίτερα γόνιμες γιατί αποτρέπουν τον δογματισμό και την άκριτη συμπαράταξη. Όπως λέει ο διακεκριμένος ψυχολόγος Κάρλ Γουέηκ, «η αμφιθυμία είναι η βέλτιστη απάντηση». Εκτιμώ τους κκ.Μάνο και Κοντογιαννόπουλο για τη συνεπή προσήλωσή τους στο όραμα του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού της χώρας και σέβομαι τον κ.Μπουτάρη για την πολυσχιδή προσφορά του – στοιχεία επαρκή για να συνταχθώ, κατ’ αρχήν, μαζί τους.

Άλλοι φίλοι με ρωτάνε αν με ενδιαφέρει η πολιτική σταδιοδρομία. Κάθε άλλο. Αντλώ τεράστια ικανοποίηση από τη δουλειά μου και θέλω να έχω χρόνο να ασχολούμαι με την οικογένειά μου – η πολιτική σταδιοδρομία δεν ανήκει στις φιλοδοξίες μου, ούτε θα ήθελα να υποταχθώ στις υψηλές απαιτήσεις της. Προτιμώ να μελετώ τους πολιτικούς παρά να τους υποδύομαι. Από την άλλη μεριά, όμως, ξέρω ότι, όπως είπε ο σοφός Πλάτων, «μια από τις τιμωρίες [όταν] δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου». Δείτε τι συμβαίνει στη χώρα σήμερα, τι ποιότητας άνθρωποι μας κυβερνούν και ποιοι ετοιμάζονται να τους διαδεχθούν, και θα καταλάβετε γιατί, αν οι συνειδητοί πολίτες δεν ασχοληθούν ενεργά με την πολιτική, η Ελλάδα θα είναι καταδικασμένη οριστικά στην παρακμή.

Όποιος νοιάζεται για τη χώρα, όποιος αγωνιά για το μέλλον των παιδιών του, όποιος πικραίνεται από το κατάντημα του τόπου μας, ΤΩΡΑ πρέπει να κάνει κάτι – ό,τι του υπαγορεύει η κρίση του. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή για ένα νέο εγχείρημα. Ένα χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα παρασύρει και τη χώρα στη χρεοκοπία – κι αυτό, πλέον, όλοι το βλέπουμε. Τι άλλο πρέπει να δούμε για να αντιδράσουμε; Στις δημοσκοπήσεις οι πολίτες μπορεί να δηλώνουν την κύρια προτίμησή τους στα δύο κόμματα εξουσίας, αλλά εκφράζουν, συγχρόνως, την έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητά τους να βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο. Ο «κανένας» συγκεντρώνει ένα σταθερά υψηλό ποσοστό απαντήσεων. Η απαισιοδοξία, ο κυνισμός, και η έλλειψη εμπιστοσύνης στα κατεστημένα κόμματα κυριαρχούν.

Οι προσεχείς ευρωεκλογές είναι μια καλή ευκαιρία να πούμε στους ανάξιους πολιτικάντηδες «φτάνει πια, δεν πάει άλλο». Καιρός να γυρίσουμε σελίδα. Μπορούμε να ξεφύγουμε από την αθλιότητα. Μια πραγματικά σύγχρονη Ελλάδα είναι δυνατή – αρκεί να το θελήσουμε αρκετοί. Μια αξιοπρεπής κοινωνία είναι εφικτή – αρκεί να πασχίσουμε αρκετοί. Τα δύσκολα είναι η μοίρα όσων δεν θέλουν να συμβιβαστούν με την περιρρέουσα χυδαιότητα, την ιδιοτελή εξουσιολαγνεία, τον απαξιωτικό κυνισμό, την αδιέξοδη ιδιώτευση. Φτάνει πια! Δράση τώρα!

Σημείωση: Μια πολύ πιο συνοπτική εκδοχή αυτού του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση της Ιδρυτικής Διακήρυξης της «Δράσης», στις 17 Μαρτίου 2009, στο Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα. Για να δείτε την παρουσίαση και τη σχετική συνέντευξη Τύπου, καθώς και για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον ιστοχώρο www.drassi.gr

Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Τα καλά και συμφέροντα




Ήταν αναμενόμενο. Δίχως αμφιβολία, η χριστιανική αγάπη, η μεγαλοθυμία και συγχώρεση ώθησαν το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο να θέσει, με ψήφους επτά προς πέντε, την υπόθεση του έκπτωτου μητροπολίτη Αττικής Παντελεήμονoς στο αρχείο, διότι «αφού μελέτησε τον σχετικό ανακριτικό φάκελο, κατέληξε […] ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του εγκαλουμένου Αρχιερέως». Ο πρώην Αττικής, κατά κόσμον Αντώνιος Μπεζενίτης, εκτίει στον Κορυδαλλό ποινή κάθειρξης 6 ετών για υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθησιν 160000 ευρώ από τη Μονή Οσίου Εφραίμ.

Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς «είδαν» στον ανακριτικό φάκελο τα μέλη του Συνοδικού Δικαστηρίου. Είναι βέβαιο ότι ουδεμία αναφορά περιέχονταν στα ηχογραφημένα ηχητικά ντοκουμέντα, τα οποία κατέγραφαν τις ερωτικές συνομιλίες του «εγκαλουμένου Αρχιερέως» με άγνωστο νεαρό. Η Ιερά Σύνοδος ασχολήθηκε με το θέμα το 2002 και κατέληξε, εν τη σοφία της, ότι δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί το σχετικό υλικό ως παρανόμως ληφθέν. Η άψογη τήρηση των νόμων εκ μέρους των Ιεραρχών συγκίνησε τότε το σκανδαλισθέν πανελλήνιον, όπως συγκινεί σήμερα η εκ μέρους των αλληλεγγύη και φιλευσπλαχνία προς έναν πεπτωκότα αδελφό.

Άλλωστε υπάρχει και προηγούμενο: μετά την καταδίκη του κ.Πεντελεήμονος σε εξαετή κάθειρξη, όπως κάθε ομάδα πιέσεως «προσβάλλεται» όταν βλέπει έναν ομότεχνό της να καταδικάζεται, η Ιερά Σύνοδος ζήτησε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης να μην εκτίσει ο κ.Παντελεήμων την ποινή του σε κοινή φυλακή, αλλά σε μοναστήρι που θα διαμορφωθεί καταλλήλως έτσι ώστε να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά φυλακής!

Το ενδιαφέρον της Ιεράς Συνόδου ήταν ομολογουμένως συγκινητικό και δεν θα μπορούσε παρά να προέρχεται από ανθρώπους που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις δυσμενείς ψυχολογικές επιπτώσεις που επιφέρει σε έναν Ιεράρχη η μακροχρόνια στέρηση του ευσεβούς ποιμνίου του, η ζωή χωρίς την επισκοπική «Μερσεντές», μακριά από το επισκοπικό μέγαρο, δίχως υπηρετικό προσωπικό. Βεβαίως η Εκκλησία αναμένει ασκητική διαβίωση από τους λειτουργούς της, αλλά μην λησμονείτε ότι κάποιος βιώνει εντονότερα τον ασκητισμό όταν περιβάλλεται από πολυτέλεια. Αυτές οι λεπτές διακρίσεις μπορούν να γίνουν μόνον από ανθρώπους των οποίων η μακρόχρονη άσκηση εξουσίας και η υψηλή πνευματικότητα που απορρέει από αναμφίβολα απαιτητική θεολογική παιδεία, έχει οξύνει την αντιληπτικότητά τους και διαμόρφωσε καταλλήλως τις ποικίλες αντοχές τους.

Δεν είναι γνωστό αν οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις του κ.Μπεζενίτη, από δύο διαφορετικά δικαστήρια, καθώς και οι χιλιάδες σελίδων αποδεικτικού υλικού και μαρτυρικών καταθέσεων περιέχονταν στο φάκελο που εξέτασε το Συνοδικό Δικαστήριο. Δεν γνωρίζουμε λ.χ. αν οι Σεβασμιότατοι Ιεράρχες («Άγιοι» όπως ταπεινότατα αυτο-αποκαλούνται) διάβασαν το κείμενο της εισαγγελικής αγόρευσης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, στο οποίο αναφέρονταν, μεταξύ άλλων ότι «η φιλοχρηματία του [κ.Μπεζενίτη] τον οδήγησε σε όλες αυτές τις ενέργειες. Τα χρήματα τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ωφελήθηκε εκείνος και ζημιώθηκε η Ιερά Μονή. […]. Οι καταθέσεις των μαρτύρων δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ενοχή του […]».

Βεβαίως όποιος πιστεύει ότι έχει απευθείας πρόσβαση σε μια ανώτερη μεταφυσική πραγματικότητα, δεν εμπιστεύεται απαραίτητα τις αισθήσεις του και τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτές κομίζουν. Όπως στο «Όνομα του Ρόδου» οι αλλεπάλληλοι θάνατοι μοναχών αποδίδονται σε θέλημα Θεού, έτσι και οι καταθέσεις ύψους πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών, οι εξωχώριες εταιρίες, και η πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν στις δύο δίκες του κ.Μπεζενίτη, δεν στάθηκαν ικανά στοιχεία να πείσουν την πλειοψηφία του Συνοδικού Δικαστηρίου ότι συντρέχουν «αποχρώσες ενδείξεις» προκειμένου ο θεοφιλέστατος αδελφός κ.Παντελεήμων παραπεμφθεί στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο. Άλλωστε, όπως παρατήρησε συνοδικός ιεράρχης στην «Καθημερινή» (11/3/2009), η Εκκλησία για τα εσωτερικά ζητήματα είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί «μόνον τους Ιερούς κανόνες». Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω που στους Ιερούς Κανόνες αναφέρεται ότι το ιερατικό προσωπικό είναι δημόσιοι υπάλληλοι, ότι πρέπει να παίρνουν πριμ παραγωγικότητας, και ότι πρέπει να απολαμβάνουν ποικίλων κρατικών προνομίων, αλλά γνωρίζω ότι η μεταφυσική μου σκευή πάσχει, και γι αυτό δεν επιμένω

Αυτό που ξέρω όμως με (σωματική όχι εγκεφαλική) βεβαιότητα είναι ότι η κοινωνία βράζει, ότι αυτο-εξυπηρετικές συντεχνίες καταστρέφουν τους θεσμούς, ότι η ατιμωρησία κλονίζει το αίσθημα δικαίου, ότι δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο στη χώρα. Οι τραμπούκοι κουκουλοφόροι και οι κάθε λογής αυθαιρετούντες απλώς αποτελειώνουν, με τα δικά τους μέσα, το καταστροφικό έργο των ελίτ του κατεστημένου. Ψάχνεις απεγνωσμένα για ελπίδα και βλέπεις παντού ωμή ιδιοτέλεια και ξεδιάντροπη υποκρισία. Και μη χειρότερα…

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Η τέχνη της θεσμικής ανικανότητας


Ανικανότητα είναι η αδυναμία να παράγεις αποτελέσματα που να ανταποκρίνονται στις προθέσεις σου. Θεσμική ανικανότητα είναι η αδυναμία ενός θεσμού να διεκπεραιώνει με επιτυχία βασικές πτυχές της αποστολής του. Αν λ.χ. η εγκληματικότητα ανεβαίνει, αν δραπετεύουν οι κρατούμενοι, ή αν οι αστυνομικοί δεν γνωρίζουν πώς και πότε να χρησιμοποιούν τα όπλα τους, τότε η Αστυνομία ως συγκροτημένος θεσμός μάλλον πάσχει από ανικανότητα: δεν εκπληρώνει με επάρκεια το ρόλο της.

Η θεσμική ανικανότητα προκύπτει με τόσο επιδέξιο τρόπο όσο και η ικανότητα: συλλογικές δραστηριότητες αποτελούμενες από αναποτελεσματικές ρουτίνες, χαμηλής ποιότητας διοίκηση, ανεπαρκείς υποδομές, και μια κουλτούρα αδιαφορίας, δημιουργούν αποτελέσματα τα οποία υπολείπονται των επιθυμητών. Προκειμένου να διαιωνίζεται, η θεσμική ανικανότητα δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή, γι αυτό και στηρίζεται σε συμπεριφορές απόκρυψης: οι θεσμικά ανίκανοι προσποιούνται ότι κάνουν κάτι, αλλά δεν το κάνουν• έχουν, υποτίθεται, τα απαραίτητα συστήματα, αλλά δεν τα χρησιμοποιούν• ψηφίζουν νόμους, αλλά δεν τους εφαρμόζουν. Η θεσμική ανικανότητα καμουφλάρεται με επιδέξιο τρόπο• χρειάζεται τέχνη για την αναπαραγωγή της.

Τα παραδείγματα αφθονούν. Κατά δική του ομολογία, ο ειδικός φρουρός που, τελείως απροσδόκητα, πυροβόλησε και σκότωσε (έστω δι εξοστρακισμού) τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, δεν είχε ποτέ επανεκπαιδευθεί στη χρήση όπλων στα εννιά χρόνια που εργαζόταν στην Αστυνομία. «Η εκπαίδευσή μας, όντως, είναι προβληματική», ομολογεί ο πρόεδρος των ειδικών φρουρών κ. Βασίλης Ντούμας («Νέα», 15.12.2008).

Ο νόμος του 2003 επέβαλλε την ψυχιατρική εξέταση όλων των αστυνομικών προκειμένου να διαπιστωθεί η ικανότητά τους να οπλοφορούν. Ο νόμος αυτός δεν εφαρμόστηκε ποτέ, τη στιγμή μάλιστα που σχετικές έρευνες δείχνουν ότι το επίπεδο ψυχικής υγείας των αστυνομικών, πιθανότατα λόγω συνθηκών εργασίας, είναι χαμηλότερο από αυτό του γενικού πληθυσμού.

Ο αστυνομικός που πυροβόλησε υπάλληλο ασφαλείας της πρεσβείας των ΗΠΑ ήταν γνωστό στους συναδέλφους του ότι ήταν ψυχικά άρρωστος (έπασχε από «ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου», αποφάνθηκαν οι ψυχίατροι της ΕΛΑΣ μετά το συμβάν). Ενημερώθηκε μάλιστα τρεις φορές από την πρεσβεία, σε ανύποπτο χρόνο, ο διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Αμπελοκήπων (!), ο οποίος ωστόσο δεν ενημέρωσε τους προϊσταμένους του, απέσυρε προσωρινά τον αστυνομικό από τις βάρδιες έξω από την κατοικία του Αμερικανού πρέσβη, και τον επανέφερε αργότερα!

Μετά την πρώτη εναέρια απόδραση Παλαιοκώστα ελήφθησαν κάποια μέτρα στις φυλακές, αλλά δεν έγινε το σημαντικότερο: δεν εκπονήθηκε ένα επιχειρησιακό σχέδιο εμπλοκής των φρουρών σε περιπτώσεις από αέρος αποδράσεων φυλακισμένων. Στο δύσκολο ερώτημα «Τώρα, τι κάνουμε; Πως ματαιώνουμε την απόδραση;», οι αρμόδιοι δεν έχουν απάντηση.

Προσέξτε το μοτίβο: οι διαδικασίες που θεσπίζονται (όταν θεσπίζονται) είναι κυρίως εικονικές – υφίστανται επειδή «πρέπει» να υφίστανται, δίνουν την εντύπωση του οργανωμένου κράτους, επιτελούν κυρίως «νομιμοποιητική» έναντι της κοινής γνώμης λειτουργία. Στην πράξη όμως είναι απαρχαιωμένες ή δεν χρησιμοποιούνται, ή, απλώς, δεν υπάρχουν. Το χειρότερο: οι αρμόδιοι προσποιούνται ότι οι θεσμοί λειτουργούν! Οι εξωτερικοί φρουροί φυλακών οπλοφορούν, αλλά δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν όταν φυλακισμένοι δραπετεύουν με ελικόπτερα! Το υπουργείο Δημόσιας Τάξης ως «σύγχρονο» που θέλει να εμφανίζεται, καθιερώνει την ψυχιατρική εξέταση των αστυνομικών, αλλά δεν ενδιαφέρεται να την εφαρμόσει – αρκεί που υπάρχει ο νόμος! Η διευθυντική ιεραρχία είναι εικονική: υπάρχει η «εικόνα» του προϊσταμένου αλλά είναι μόνο βιτρίνα, δεν ανταποκρίνεται σε διακριτά διευθυντικές λειτουργίες και ευθύνες.

Τα πράγματα στις δημόσιες υπηρεσίες ασφαλείας είναι τραγικότερα απ’ ότι φαίνονται, επειδή αφενός μεν παρέχουν ένα βασικό αγαθό σε ένα σύγχρονο κράτος (την ασφάλεια των πολιτών), αφετέρου δε διότι η θεσμική ανικανότητά τους πολλαπλασιάζεται από τον καρκίνο της δημόσιας ζωής, τον διαβρωτικό κομματισμό, και μια εσχάτως διευρυνόμενη απονομιμοποίηση, η οποία παράγει χαμηλή επαγγελματική αυτο-εκτίμηση, νευρικότητα και σύγχυση.

Στην Ελλάδα, μετά το 1974, έχει εμπεδωθεί μια πρωτοφανής παρανόηση (δεν είναι η μόνη): η δημοκρατικά ελέγξιμη βία του κράτους δικαίου (ακόμα κι όταν χρησιμοποιείται εσφαλμένα) εξισώνεται με τη θεσμικά ανέλεγκτη βία των τραμπούκων και κακοποιών. Το αποτέλεσμα; Σε ότι αφορά στην οπλοχρησία, οι διωκτικές αρχές είναι αμήχανες: αποφεύγουν να χρησιμοποιούν τα όπλα τους, ακόμα κι όταν αυτό επιβάλλεται, όπως λ.χ. στην απόδραση επικίνδυνων φυλακισμένων. Αυτή η αμηχανία έχει επενδυθεί με ένα ψευδοπασιφιστικό ιδεολόγημα, σύμφωνα με το οποίο ο φρουρός μιας φυλακής δεν πρέπει να πυροβολήσει τον δραπέτη Παλαιοκώστα, γιατί η «ανθρώπινη ζωή είναι ιερή».

Η σύγχυση είναι πλήρης. Ναι, πράγματι, για τον Αρχιεπίσκοπο η ζωή του Παλαιοκώστα είναι (και πρέπει να είναι) ιερή. Για τις διωκτικές αρχές, όμως, οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές: προέχει η προστασία της έννομης δημόσιας τάξης, έστω κι αν αυτή, σε πολύ ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να συνεπάγεται τραυματισμό και, δυνητικά, αφαίρεση ζωής. Το κράτος δικαίου δεν εξαλείφει τη βία, αλλά την εκλογικεύει, της θέτει κανόνες, οι φορείς της λογοδοτούν.

Στις ώριμες δημοκρατίες, με ένα ανεπτυγμένο κράτος δικαίου και ευυπόληπτες υπηρεσίες ασφαλείας, τα παραπάνω είναι αυτονόητα. Σε μας δεν είναι. Στην Ελλάδα έχουμε πρόσοψη κράτους, αλλά όχι κράτος. Πολλοί κρατικοί θεσμοί λειτουργούν με τέτοιο τρόπο που ξοδεύουν ενέργεια όχι για να διαχειρίζονται τα συλλογικά προβλήματα αλλά για να αποκρύπτουν τη χρόνια ανικανότητά τους. Το ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι γιατί δραπετεύουν οι φυλακισμένοι στην Ελλάδα, αλλά γιατί αυτό δεν συμβαίνει συχνότερα.

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Ο βάλτος, τα κουνούπια και οι τοτεμικοί χοροί


«Στο επίπεδο της κινηματικής αριστεράς, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί οι ενέργειες πρέπει να έχουν την πρωτόγονη, βίαιη υποχρεωτικά έκφραση και είναι ηλίθιοι αυτοί που λένε να καταδικάσουμε τη βία […]»
Γ. Βέλτσος, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, BHMagazino, 6/7/2008

Εκπλήσσομαι με την έκπληξη: χθες κουκουλοφόροι επιτέθηκαν βίαια στον καθηγητή Εγκληματολογίας Γιάννη Πανούση. Προχθές στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης άγνωστοι βιαιοπράγησαν κατά διευθυντή φυλακών, ο οποίος είχε προσκληθεί από καθηγητή της Νομικής Σχολής να μιλήσει στους φοιτητές του. Αντιπροχθές, φοιτητές του Παντείου διέκοψαν βιαίως την εκλογή αντιπρύτανη και έκαψαν την κάλπη στην οποία ψήφιζαν οι φοιτητές. Κάθε μήνα, και, τώρα τελευταία, κάθε βδομάδα, συμβαίνει κάτι βίαιο…

Αν η βάρβαρη επίθεση κατά του καθηγητή Πανούση σας κάνει δικαιολογημένα να ανατριχιάζετε, είναι χρήσιμο να θυμάστε ότι η βία, στις ποικίλες εκφάνσεις της, και πολύ περισσότερο η αυθαιρεσία, δεν συνιστούν μεμονωμένα φαινόμενα, αλλά πιθανώς το πιο ευδιάκριτο στην κοινή γνώμη μοτίβο των πανεπιστημίων μας τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ακόμα κι αν δεν διαθέτει κανείς την οξυμένη «κοινωνιολογική» ευαισθησία του κ.Μεϊμαράκη, καταλαβαίνει ότι η συστηματική αυθαιρεσία και η βία δεν παράγονται στο κενό, αλλά ευδοκιμούν υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Ποιες είναι αυτές;

Πρώτον, η συνδιοίκηση των πανεπιστημίων μεταξύ καθηγητών και φοιτητών, γεγονός που ωθεί τους πρώτους να συναλλάσσονται ποικιλοτρόπως με τις κομματικές ολιγαρχίες που δήθεν εκπροσωπούν τους δεύτερους. Η συνδιοίκηση ακυρώνει ουσιαστικά τη διοίκηση, στο μέτρο που θέτει υπό την αίρεση των φοιτητικών ολιγαρχιών κάθε προσπάθεια εφαρμογής του νόμου για την ομαλή λειτουργία των πανεπιστημίων. Δεύτερο, η συχνή έλλειψη αξιοκρατίας, επαγγελματισμού, σεβασμού των νόμων, ενίοτε και χρηστής διοίκησης που παρατηρείται στο καθηγητικό σώμα, και η διάχυτα κλικαδόρικη λειτουργία του πανεπιστημίου. Τρίτον, η κουλτούρα του «πανεπιστημιακού ασύλου», η οποία παρέχει κίνητρα σε ολοκληρωτικής νοοτροπίας μειονότητες, αλλά και σε άτομα του κοινού ποινικού δικαίου, να προβαίνουν σε βίαιες ενέργειες ατιμωρητί. Τέταρτον, η ανοχή της βίας και η ιδεολογική νομιμοποίησή της από την αντιδραστική αριστερά – το απόσπασμα του κ.Βέλτσου τα λέει όλα….

Με άλλα λόγια, το σύστημα διακυβέρνησης των πανεπιστημίων μας είναι τέτοιο που ευνοεί τη συναλλαγή, την απουσία στιβαρής διοίκησης, και, όχι σπάνια, την ανάρρηση στα ανώτερα διοικητικά αξιώματα καθηγητών που δεν έχουν (ας το πώς όσο πιο ευγενικά μπορώ) τα ηγετικά προσόντα να διοικήσουν τα ιδρύματά τους. Αυτό το «τοξικό» σύστημα διακυβέρνησης είναι ριζωμένο σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο διάχυτης ανομίας, αναξιοκρατίας, έλλειψης επαγγελματισμού, μη σεβασμού των δημοκρατικών κανόνων και θεσμών, και ανοχής της «επαναστατικής» βίας. Η βία είναι η πιο χτυπητή παθογένεια ενός βαθιά άρρωστου συστήματος.
Πως αντέδρασαν οι αρμόδιοι στην επίθεση κατά του καθηγητή Πανούση; Διαβάστε και θαυμάστε: Χ. Κίττας, πρύτανης Πανεπιστημίου Αθηνών: «Δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε. Όταν έχουμε τέτοιες συντονισμένες ενέργειες που εξελίσσονται μέσα σε λίγα λεπτά, πότε να προλάβει να συγκληθεί το Πρυτανικό Συμβούλιο για να αποφασίσει για το άσυλο; Αλλά και ποιος να ενημερώσει άμεσα την Αστυνομία, όταν οι ίδιοι οι φύλακες φεύγουν μόλις αντιληφθούν τέτοιες καταστάσεις, φοβούμενοι δικαίως για τη ζωή τους; Δεν ξέρω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε πια μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις, πέραν κάθε λογικής. Δηλαδή θα καταλήξουμε να φρουρούνται τα πανεπιστήμια από ενόπλους; […] Ακόμα κι αν κάποιος προφτάσει να καλέσει αμέσως την Αστυνομία, ώσπου να έρθει, οι κουκουλοφόροι θα έχουν ήδη φύγει. Η μόνη λύση που βλέπω, είναι να υπάρξει επιτέλους διακομματική συναίνεση».
Προσέξτε την αμηχανία, την αυτο-λύπηση και τη μοιρολατρία του επικεφαλής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Που να συγκαλείς τώρα το πρυτανικό συμβούλιο…δεν υπάρχει χρόνος. Αλλά και τι νόημα έχει να φωνάξεις την Αστυνομία, αφού μέχρι νάρθει, οι δράστες θάχουν φύγει…Και φύλακες όμως να έχεις, τι να τους κάνεις, αφού οι άνθρωποι φοβούνται, «δικαίως», για τη ζωή τους…Δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε…Η ζωή είναι ένα δράμα…Να ζει κανείς ή να μη ζει…
Φαντάζεστε τον επικεφαλής μιας μεγάλης τράπεζας που βλέπει την περιουσία της να βανδαλίζεται, να μιλά μ’ έναν αμήχανα μοιρολατρικό τρόπο; Θα του είχε υποδειχθεί πάραυτα να πάει σπίτι του. Όταν διοικείς, οφείλεις να δίνει προοπτική, να προτείνεις πρακτικές λύσεις, να δοκιμάζεις και να ξαναδοκιμάζεις μέχρις ότου πετύχεις το στόχο σου, να μην παραιτείσαι, να μάχεσαι διαρκώς με τα προβλήματα, όχι να λυπάσαι τον εαυτό σου δημοσίως και να ζητάς εμμέσως και από τους άλλους να σε λυπηθούν.
Κι όμως, ο κ.πρύτανης, μετά το μοιρολόγι του, βρήκε τη «λύση». Ότι η «λύση» αυτή δεν συνάγεται λογικά από τον συλλογισμό στον οποίο εντάσσεται, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Η έλλειψη λογικού ειρμού (κοινώς: ασυναρτησία) δεν θεωρείται μειονέκτημα στην Ελλάδα. Η λύση για τον κ.Κίττα, και μάλιστα η «μόνη λύση», είναι η «διακομματική συναίνεση». Δεν μας εξηγεί δυστυχώς πως η «διακομματική συναίνεση» θα διασφαλίσει την προστασία της σωματικής ακεραιότητας και της περιουσίας στα πανεπιστήμια. Η συναίνεση βοηθά, βέβαια, αλλά δεν είναι αυτή που φρουρεί τα πανεπιστήμια, όπως η διακομματική συναίνεση κατά του χουλιγκανισμού δεν αποτρέπει τα σχετικά συμβάντα.
Μήπως ο κ.πρύτανης θα διανοούνταν να προτείνει, και μάλιστα να επιμείνει με όλο το βάρος του αξιώματός του, να καταργηθεί το διαβόητο «άσυλο», προκειμένου να μπορεί να παρεμβαίνει η Αστυνομία με την έκκληση οποιουδήποτε πολίτη (από τον σερβιτόρο μέχρι τον πρύτανη) διαπιστώνει ότι διαπράττονται αδικήματα στους πανεπιστημιακούς χώρους; Μήπως, εναλλακτικά, μια εκπαιδευμένη και κατάλληλα εξοπλισμένη Πανεπιστημιακή Αστυνομία θα μπορούσε να αστυνομεύει τα πανεπιστήμια; Σκέφτηκε ποτέ ο επικεφαλής του μεγαλύτερου πανεπιστήμιου της χώρας να προτείνει προς υιοθέτηση από τη σπουδαιοφανή Σύνοδο των Πρυτάνεων το θεσμό της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, προκειμένου το αίτημα αυτό να προωθηθεί συντεταγμένα στον Υπουργό Παιδείας; Βέβαια τα ερωτήματα αυτά είναι μόνο ρητορικά. Είναι γνωστό ότι ο κ.πρύτανης δεν μαγαρίζει τη γλώσσα του με τέτοιες λέξεις, ούτε αμαυρώνει τα πέραν πάσης αμφιβολίας ‘δημοκρατικά’ φρονήματά του, προσόν, σημειωτέον, εκ των ων ουκ άνευ για να εκλεγεί κανείς πρύτανης! Άλλωστε οι «μπάτσοι» δεν είναι «γουρούνια» και «δολοφόνοι»; Τι γυρεύουν αυτοί οι ποταποί στους Οίκους του Πνεύματος;
Και ο Πινόκιο της πολιτικής τι είπε; «Είναι ευθύνη ολόκληρης της κοινωνίας, της πολιτείας, αλλά κατ’ εξοχήν και της ακαδημαϊκής κοινότητας να περιφρουρήσει το πανεπιστημιακό άσυλο […]» κατάφερε να ψελλίσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Αντώναρος (καμία δουλειά δεν είναι ντροπή)! Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Από πότε η πανεπιστημιακή κοινότητα «περιφρουρεί» το άσυλο; Πως θα το κάνει; Θα συλλαμβάνει ταραξίες; Μήπως θάπρεπε να περνάνε όλοι από σεμινάρια καράτε για να αποκρούουν τους κουκουλοφόρους; Ναι, τέτοιοι άνθρωποι μας κυβερνάνε…
Η επίθεση κατά του καθηγητή Πανούση είναι το πιο πρόσφατο δείγμα τραμπουκισμού, αλλά νάστε σίγουροι δεν θα είναι το τελευταίο, ούτε, φοβάμαι, το πιο απεχθές. Στον ελλαδικό πανεπιστημιακό βάλτο ευδοκιμούν δηλητηριώδη κουνούπια, τα οποία τσιμπάνε ανενόχλητα όποτε θέλουν, όποιον θέλουν. Οι περισσότεροι ανευθυνο-υπεύθυνοι χορεύουν γύρω από το τοτέμ του «ασύλου» (ο Πανούσης δε μετείχε στον χορό της φυλής, γι αυτό έγινε στόχος), «καταδικάζουν» σπαραξικάρδια τη βία, σκύβουν το κεφάλι, και εύχονται να περάσει η μπόρα – μέχρι την επόμενη μπόρα! Έτσι, άλλωστε, πορεύεται όλη η χώρα – με τοτεμικούς χορούς γύρω από βαθιά αναχρονιστικούς θεσμούς. Κανείς «αρμόδιος» δεν προτίθεται να αποξηράνει τον βάλτο• μπαίνουν μόνο στον κόπο να κάνουν, που και που, αέρα με τη βεντάλια για να απομακρύνουν τα κουνούπια…Τέτοια τόλμη!

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Όλα κυοφορούνται μέσα στη γλώσσα





«Μιλάμε για κατανόηση μιας πρότασης με την έννοια ότι αυτή μπορεί να αντικατασταθεί από άλλη που λέει το ίδιο πράγμα• αλλά και με την έννοια ότι δεν μπορεί να αντικατασταθεί από καμία άλλη. […] Στη μια περίπτωση η σκέψη της πρότασης είναι κάτι που το έχουν κοινό διαφορετικές προτάσεις• στην άλλη, κάτι που μπορούν να το εκφράσουν μόνο αυτές οι λέξεις, σε αυτές τις θέσεις (Κατανόηση ενός ποιήματος)»
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, §531

Σε πρόσφατη διαδήλωση συμπαράστασης στη συνδικαλίστρια εργάτρια καθαριότητας Κωνσταντίνα Κούνεβα, εναντίον της οποίας έλαβε χώρα δολοφονική απόπειρα με βιτριόλι, εμφανίστηκε το σύνθημα «Όχι στον εργασιακό Μεσαίωνα». Μετά το φόνο του εφήβου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, γεγονός που έτυχε να συμβεί την ίδια πάνω-κάτω περίοδο με τη δίκη των οκτώ αστυνομικών, κατηγορούμενων για τον αναίτιο, κτηνώδη ξυλοδαρμό του Κύπριου φοιτητή Αυγουστίνου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη το 2007, ο πατέρας του φοιτητή, αφού συλλυπήθηκε την οικογένεια Γρηγορόπουλου, πρόσθεσε: «τον 15χρονο τον σκότωσαν σωματικά, ενώ τον γιο μου ψυχικά». Στις συγκλονιστικές ταραχές του περασμένου Δεκέμβρη εμφανίστηκαν συνθήματα τα οποία ‘εκλογίκευαν’ τη βία που είδαμε στο κέντρο της Αθήνας: «ρημάξατε τη ζωή μας, θα ρημάξουμε τα πάντα», «πλιάτσικο στις κλεμμένες μας ζωές», «βία στη βία των αυτοκινήτων», και άλλα παρόμοια.

Και οι τρεις περιπτώσεις έχουν ένα κοινό στοιχείο: τη χρήση της μεταφορικής γλώσσας. Συνηθισμένες έννοιες οργανώνονται με λίγο ως πολύ ασυνήθιστο τρόπο για να παραχθούν νέα νοήματα. Για μερικούς οξυδερκείς σχολιαστές, η μεταφορική χρήση της γλώσσας πρέπει να αποφεύγεται στο δημόσιο λόγο, διότι εμποδίζει την «ακριβή περιγραφή» των προβλημάτων και, άρα, την ορθολογική συζήτησή τους (βλ. άρθρο Π. Μανδραβέλη, «Καθημερινή», 24/12/2008). Υπάρχει, όμως, «ακριβής» γλώσσα περιγραφής; Είναι λιγότερο μεταφορική η, ας πούμε, γλώσσα των οικονομολόγων περί «ύφεσης», «υπερθέρμανσης» «ρευστότητας», κλπ, από τη γλώσσα των επιχειρηματιών ότι π.χ. «δεν κινείται φύλλο στην αγορά»;

Γενικότερα, είναι δυνατόν να επινοήσουμε μια κυριολεκτική γλώσσα, με την οποία να περιγράψουμε τα κοινωνικά προβλήματα; Λίγο δύσκολο, στο μέτρο που οι οπτικές μας γωνίες είναι διαφορετικές, τα συμφέροντά μας αποκλίνουν, και οι εμπειρίες μας διαφέρουν. Για τον πατέρα του Κύπριου φοιτητή ο γιος του «σκοτώθηκε ψυχικά» από τους αστυνομικούς. Μπορούμε να ελέγξουμε την αλήθεια της πρότασής του; Το «πλιάτσικο» είναι παράνομη αρπαγή ξένης περιουσίας, όπως λένε τα λεξικά, ή μπορεί να ιδωθεί και ως προσπάθεια επανοικειοποίησης της «κλεμμένης ζωής», οπότε ίσως δεν είναι «πλιάτσικο»; Τι θέλουν να πουν όσοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα με τόσο ασυνήθιστο τρόπο;

Η μεταφορική γλώσσα δεν είναι αναγώγιμη στην «κυριολεκτική» (συμβατική) γλώσσα. Οι μεταφορές δεν ‘μεταφέρουν’ ένα γνωστό γνωσιολογικό περιεχόμενο, το οποίο αντλείται από κάποιον ήδη υπάρχοντα τρόπο χρήσης της γλώσσας, ένα εμπεδωμένο δηλαδή γλωσσικό παιχνίδι. Αν ο χρήστης της μεταφορικής γλώσσας ήθελε να ‘μεταφέρει’ ένα γνωστό μήνυμα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει συμβατική γλώσσα, στο πλαίσιο ενός δεδομένου γλωσσικού παιχνιδιού, αλλά δεν το κάνει. Αντιθέτως, οργανώνει οικείες έννοιες με ασυνήθιστο τρόπο, για να αναδείξει νέες εμπειρίες.

Η φράση λ.χ. «εργασιακός Μεσαίωνας» δεν είναι αναγώγιμη στη φράση «ο εργοδότης μου παραβιάζει τη σύμβαση εργασίας και με εκβιάζει». Ενώ και οι δύο φράσεις δηλώνουν απαράδεκτες συνθήκες εργασίας, η πρώτη, επιπλέον, αντιδιαστέλλει τις συνθήκες εργασίας που ταιριάζουν στη σύγχρονη εποχή με αυτές άλλης εποχής, τονίζει τα περιορισμένα έως ανύπαρκτα δικαιώματά μου, επισημαίνει την καθεστωτική ασυδοσία του εργοδότη μου. Η μεταφορική περιγραφή δεν είναι παραφράσιμη – δεν είναι, δηλαδή, εναλλάξιμη με μια «κυριολεκτική».

Με τις μεταφορές επιχειρείται ανα-ταξινόμηση εννοιών, μέσα από την απόδοση νέων ιδιοτήτων σε γνωστές έννοιες και, κατά συνέπεια, η δημιουργία νέων εννοιών. Παραδείγματος χάριν, στη φράση «η δουλειά της Κωνσταντίνας είναι φυλακή», η λέξη «φυλακή» έχει δύο σημασίες. Η μια είναι η κυριολεκτική (το κτίριο της φυλακής) και η άλλη είναι αυτό που εκφράζει η έννοια της φυλακής: ένα μέρος καταπιεστικό, δυσάρεστο, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Η απόδοση αυτού του χαρακτηρισμού στη «δουλειά» της Κωνσταντίνας, της προσδίδει νέες ιδιότητες και, κατά συνέπεια, ανα-ταξινομεί την έννοια της «δουλειάς» – την καθιστά έκφραση της νέας έννοιας «η δουλειά-είναι-φυλακή» και ό,τι αυτή εκπροσωπεί.

Η νέα έννοια - «η-δουλειά-είναι-φυλακή» - επιτρέπει νέες εμπειρίες να αναδειχθούν και νέες εννοιολογικές διακρίσεις να γίνουν. Κατά τούτο, η μεταφορική γλώσσα ανα-περιγράφει συμβατικές έννοιες και θραύει, προσωρινά τουλάχιστον, τον εμπεδωμένο τρόπο χρήσης της γλώσσας, επιτρέποντας έτσι νέες εκφραστικές δυνατότητες – ακριβώς όπως η ποίηση. Η ιστορία της επιστήμης και της επιχειρηματικής καινοτομίας βρίθουν από μεταφορικές ανα-περιγραφές.

Αν δεν υπάρχει ακριβής γλώσσα περιγραφής της πραγματικότητας, τότε πως συνεννοούμαστε; Όταν οι μεταφορές χρησιμοποιούνται ευρέως καθίστανται «νεκρές», οπότε παύουμε να έχουμε επίγνωση της μεταφορικότητάς τους (π.χ. «κατέρρευσε το χρηματιστήριο») και ελέγχουμε, κυρίως, την αλήθεια τους (truth value). Ένα μεγάλο μέρος της επικοινωνίας μας είναι εφικτό ακριβώς στο μέτρο που οι προτάσεις που χρησιμοποιούμε είναι παραφράσιμες, μπορούμε δηλαδή να πούμε το ίδιο πράγμα με διαφορετικά λόγια. Προκύπτουν όμως προτάσεις που δεν είναι παραφράσιμες (οι μεταφορικές), οπότε καλούμαστε να σκεφτούμε την ιδιοτυπία – τη μοναδικότητα - των συγκεκριμένων προτάσεων. Έτσι διαβάζουμε την ποίηση. Στην έκταση που κατανοούμε μια συγκεκριμένη λεκτική ιδιοτυπία, εμπλουτίζουμε τις εμπειρίες μας.

Τα κοινωνικά προβλήματα είναι πιθανότερο να τα διαχειρισθούμε αποτελεσματικά όχι αναζητώντας μια χιμαιρική «ακριβή» γλώσσα περιγραφής, αλλά διευρύνοντας τις δυνατότητες της επι-κοινωνίας μας, έτσι ώστε να αυξάνουμε την αλληλοκατανόηση και να διευρύνουμε το κοινώς αποδεκτό λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε (αν και αυτό ουδέποτε θα συμβεί πλήρως). Η αλήθεια δεν είναι ατομικό επίτευγμα αλλά μετοχή στον κοινό λόγο. Η μεταφορική χρήση της γλώσσας, όπως αυτή που είδαμε στις ταραχές του περασμένου Δεκέμβρη, δεν είναι ούτε αληθής ούτε εσφαλμένη – υπογραμμίζει εμφατικά τη θραύση του κοινού λόγου που μας συνέχει. Το αντίδοτο δεν είναι η απαξίωση της ιδιότυπης αυτής γλώσσας, αλλά η κατανόησή της και η κοπιαστική ύφανση ενός νέου κοινού λόγου μέσα από την έλλογη θεσμική μας τάξη. Δύσκολα πράγματα…

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Οταν όλα είναι «εικόνα»...



Η «εικονική δημοκρατία» δεν είναι αυτό που κάποτε νομίζαμε – κάτι σαν τον εικονικό γάμο, η υποκριτικά εξευγενισμένη πρόσοψη μιας ανομολόγητης πραγματικότητας. Στις μέρες μας, η «εικονική δημοκρατία» θυμίζει περισότερο ριάλιτι σόου: η συμπεριφορά των πολιτικών διαμορφώνεται κυρίως από την επίγνωση ότι απ-εικονίζεται στην τηλεοπτική οθόνη και ότι η «σκηνοθετημένη» εικόνα τους εξαργυρώνεται στις εκλογές.

Στην «εικονική δημοκρατία» οι κυβερνήσεις δεν ασχολούνται τόσο με τη διαχείριση συλλογικών προβλημάτων, όσο με τη διαχείριση της εικόνας διαχείρισης των προβλημάτων. Γνωρίζουν ότι δεν έχει τόση σημασία τι κάνουν, όσο τι φαίνεται ότι κάνουν. Μπορεί ο κρατικός μηχανισμός να αποδεικνύεται τραγικά ανίκανος να χειριστεί τις δασικές πυρκαγιές, αλλά αν η κοινή γνώμη δει τον πρωθυπουργό με στρατιωτικό αμπέχωνο σε κυβερνητικές συσκέψεις, πιθανόν να συμπεράνει ότι η κυβέρνηση συντονίζει αποφασιστικά την πυρόσβεση. Στην εικονική δημοκρατία, σε μεγάλο βαθμό, τα «γεγονότα» κατασκευάζονται και σκηνοθετούνται. Στο μέτρο δε που φθάνουν τηλεοπτικά σε πληθώρα αποδεκτών, διεισδύουν περισσότερο στην κοινή γνώμη. Η κύρια συνεισφορά του Θ. Ρουσόπουλου στην πολιτική ζωή της χώρας είναι ότι εξάσκησε με επάρκεια την τέχνη της προπαγάνδας στη μιντιακή εποχή: εξέλαβε την κύρια λειτουργία του κυβερνάν ως παραγωγή και σκηνοθεσία «γεγονότων».

Αν και όλες οι σύγχρονες δημοκρατίες έχουν χαρακτηριστικά της «εικονικής δημοκρατίας», στις χώρες με ένα στοιχειωδώς λειτουργικό πολιτικό σύστημα, εκλογικευμένο δημόσιο λόγο, και στιβαρούς δημόσιους θεσμούς, η «εικόνα» δεν έχει υποκαταστήσει πλήρως την έλλογη λήψη αποφάσεων. Αντιθέτως, σε χώρες με ένα αυτο-αναφερόμενο πολιτικό σύστημα, κατακερματισμένο και ιδεοληπτικό δημόσιο λόγο, και ισχνούς δημόσιους θεσμούς, η διαχείριση της εικόνας συνιστά την κύρια παράμετρο στη λήψη κυβερνητικών αποφάσεων. Τα αποτελέσματα είναι καθοριστικά για την ποιότητα ζωής των πολιτών: η αποτελεσματική διαχείριση των συλλογικών προβλημάτων στη δεύτερη κατηγορία χωρών υστερεί σε σχέση με την πρώτη, τα συλλογικά αγαθά δεν προστατεύονται επαρκώς, στρατηγικές αποφάσες αναβάλλονται. Η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση.

Πιθανότατα δεν υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη στην οποία οι δημοσκοπήσεις να συνιστούν (και να διαμορφώνουν) πολιτικά γεγονότα. Οταν η κυβέρνηση κλονίζεται δημοσκοπικά, κύριο μέλημά της καθίσταται η ανόρθωση της δημοτικότητάς της. Τα συλλογικά προβλήματα δεν αποτελούν τόσο αντικείμενο προβληματισμού για την ορθολογική διαχείρισή τους, από το αποτέλεσμα της οποίας θα αξιολογηθεί η κυβερνητική αποτελεσματικότητα, όσο το έναυσμα ενεργειών για να μην φθαρεί η «εικόνα» της κυβέρνησης. Η συνέπεια είναι να αλλάζει το πλαίσιο αναφοράς: η συζήτηση δεν στρέφεται πλέον γύρω από το πρόβλημα καθεαυτό, αλλά γύρω από την εικόνα των κυβερνητικών χειρισμών για τη διαχείριση του προβλήματος – δείτε τα λεγόμενα δελτία ειδήσεων των «Οκτώ».
Μετά την ήττα της κυβέρνησης Σημίτη στην αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, το 2001, το πρόβλημα άλλαξε. Για τις κυβερνήσεις έκτοτε δεν είναι πλέον το ασφαλιστικό αυτό καθαυτό το πρόβλημα, όσο η διαχείριση των αντιδράσεων που θα προκαλέσει η όποια ρηξικέλευθη αντιμετώπιση του ασφαλιστικού. Η διαχείριση του προβλήματος καθορίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τη διαχείριση της «εικόνας». Παρομοίως, τα πολλά και μεγάλα προβλήματα στην εκπαίδευση δεν καθίστανται αντικείμενο συστηματικής αντιμετώπισης, αλλά ενδιαφέρει περισσότερο η διαχείριση των αντιδράσεων σε όποιες προσπάθειες αλλαγής, γεγονός που επηρεάζει καθοριστικά τη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υπουργοί Παιδείας αλλάζουν, κυρίως για να αντιμετωπίσουν «επικοινωνιακά» τις αντιδράσεις που προκάλεσαν πρωτοβουλίες των προκατόχων τους!

Ο νέος υπουργός Παιδείας κ.Α. Σπηλιωτόπουλος αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Δεν εχει άποψη για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στην εκπαίδευση, αλλά είναι «ανοιχτός», λέει, σε όλες τις απόψεις. Ακούει τους πάντες για να μην αναγκαστεί να μιλήσει ο ίδιος. Βλέπει τον ρόλο του περισσότερο ως δημοσκόπος και λιγότερο ως φορέας κυβερνητικής εξουσίας. Οργανώνει διαδικασίες ατέρμονος (κυριολεκτικά) «διαλόγου», ακριβώς για να μη χρειαστεί να πάρει αποφάσεις. Διαχειρίζεται τη διαδικασία, αποβλέποντας στην κατασκευή μιας αρεστής στην κοινή γνώμη εικόνα «πράου» και «συναινετικού» πολιτικού, προκειμένου να μη διαχειριστεί το πρόβλημα. Αποσκοπεί κυρίως στην «κοινωνική ειρήνη» - την ακινησία που εξασφαλίζει η προστασία των συντεχνιακών συμφερόντων. Το πρόβλημα του υπουργού Παιδείας δεν είναι η διαχείριση του εκπαιδευτικού προβλήματος της κοινωνίας (πως να παρέχουμε στα παιδιά μας υψηλής ποιότητας δημόσια εκπαίδευση), αλλά η διαχείριση της κυβερνητικής εικόνας της διαχείρισης του εκπαιδευτικού προβλήματος.

Στην «εικονική δημοκρατία» οι κυβερνήσεις ενεργούν μελετώντας όχι τα προβλήματα αλλά τον εαυτό τους στην οθόνη της τηλεόρασης και τους δείκτες των δημοσκοπήσεων. Συνακόλουθα, ο χρονικός ορίζοντας δράσης τους είναι αναπόφευκτα βραχύς. Η «εικονική δημοκρατία» είναι ένα αμνήμον σύστημα: οι κτηματομεσιτικές εταιρίες του κ.Βουλγαράκη θα ξεχαστούν σύντομα, όπως ξεχάστηκαν ήδη η αυθαίρετη έπαυλη του κ.Μαγγίνα και ο πολιτικός καιροσκοπισμός των κκ.Αβραμόπουλου και Σαμαρά. Η εικονική «συγγνώμην», συνοδευόμενη από μιντιακές εμφανίσεις, αρθρογραφία, και την έκδοση ενός δήθεν βιβλίου, σε επαναφέρουν στο μιντιακό προσκήνιο – η τελευταία εικόνα σου επικαλύπτει αυτές του παρελθόντος. Στην «εικονική δημοκρατία» κυριαρχεί η ρηχότητα, ο ξύλινος λόγος, ατροφεί η πρωτότυπη σκέψη. Στις μάζες πρέπει να λες αυτά που (τους κάνεις να) θέλουν να ακούσουν. Στην «εικονική δημοκρατία» τα συλλογικά προβλήματα επιδεινώνονται, αλλά αυτό δεν αφορά τους εκάστοτε «εικονικούς» κυβερνήτες – ή θα έχουν αποχωρήσει πλούσιοι ή θα εγκαινιάσουν την επόμενη «επικοινωνιακή» διαδικασία «διαλόγου»...