Κυριακή 12 Απριλίου 2009

«Νοιώθω ότι είμαι ένας από σας…»


Η σκηνή είναι γνωστή, πληκτική και άκρως μελαγχολική. Κομματική συγκέντρωση από εκείνες που κάλλιστα θα περνούσαν για συνάθροιση φιλάθλων. Στο βήμα στέλεχος της κυβέρνησης Καραμανλή Β’ (θα μπορούσε να είναι και οποιασδήποτε άλλης στην ιστορία του νεοελληνικού δημόσιου βίου). Δεν διατυπώνει κάποιον συγκροτημένο συλλογισμό (το τελευταίο, άλλωστε, που θα απαιτούσε ένα τέτοιο ακροατήριο), κλιμακώνει όμως προσποιητά τον τόνο της φωνής, και με το δεξί του χέρι σχεδόν κολλημένο στα πλευρά, έχοντας τον δείκτη προτεταμένο, διαγράφει αλλεπάλληλες, ζωηρές ημικυκλικές τροχιές. Η αστόχαστη κατηγορηματικότητα και η κενόλογη ρητορεία εκφράζονται και σωματικά.

Κάποια στιγμή κομπιάζει. Η ροή της ομιλίας στιγμιαία διακόπτεται: «Γιατί διαπιστώνω μια συσπείρωση, μια συσπείρωση που …». Ο ομιλητής ξαναβρίσκει τον ειρμό του προσφεύγοντας στο υμνολόγιο του Αρχηγού: «…με τις οδηγίες και την ομπρέλα του μεγάλου αρχηγού μας του Κώστα του Καραμανλή θα την κάνουμε πράξη στην κοινωνία, για να έχουμε πρωτιά στις ευρωεκλογές». Στη Βαρβάκειο Αγορά πιθανότατα μιλάνε καλύτερα ελληνικά και στη Βόρεια Κορέα οι ύμνοι στον Μεγάλο Ηγέτη ίσως είναι πιο ποιητικοί, αλλά, τουλάχιστον, το κυβερνητικό στέλεχος ξέρει να ξοφλά ένα μέρος του τεράστιου χρέους στον Ευεργέτη του: χωρίς την εύνοιά του δεν θα τον ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας του.

Ο στιγμιαίος «κόμπος» στη ροή της ομιλίας του ενεργοποιεί εσωτερικευμένες γνωστικές ρουτίνες. Οι πλείστοι κομματάνθρωποι που καταλήγουν να ασκήσουν δημόσια αξιώματα έχουν κοινωνικοποιηθεί στη λατρεία του Αρχηγού, από την εύνοια του οποίου, κυρίως, εξαρτώνται οι σταδιοδρομικές τους προοπτικές. Είναι εύλογο, λοιπόν, ο λόγος τους να βρίθει από δοξαστικούς ύμνους στον Μεγάλο Οδηγητή – είναι η μόνη γλώσσα που έμαθαν.

Έχοντας δοξολογήσει τον Αρχηγό του, το κυβερνητικό στέλεχος συνεχίζει το ίδιο ζωηρά σε άλλο, πιο προσωπικό αυτή τη φορά, τόνο: προσπαθεί να εκμαιεύσει την αγάπη του ακροατηρίου του, θυμίζοντας ότι η «άνοδος» σε δημόσιο αξίωμα δεν τον αποσπά απαραίτητα από τη μάζα από την οποία προέρχεται. «Θέλω να σας πω ότι νοιώθω απόλυτα ένας από σας και θα συνεχίσω να είμαι πάλι το ίδιο – ο ίδιος, ο φίλος σας […]». Η προς τα πάνω «οικειότητα», μέσω της αναφοράς στον Αρχηγό-Ευεργέτη («ο Κώστας ο Καραμανλής»), διαχέεται τώρα και προς τα κάτω: αγαπητοί μου ψηφοφόροι είμαι δικός σας άνθρωπος, «φίλος» σας, κολλητός σας. Οι λαϊκιστές πολιτικοί διαθέτουν μια αλτρουιστική αίσθηση συμμετρίας: το κολλητιλίκι που τους παρέχουν οι από πάνω, το διοχετεύουν στους από κάτω.

Διακηρύσσοντας στεντορείως την ταύτισή του με τους εκλογείς του, το κυβερνητικό στέλεχος αυτο-ισοπεδώνεται: καταργεί την αναπόφευκτη θεσμική απόσταση (και της εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις) μεταξύ εκπροσώπου και εκπροσωπούμενου, και παύει να λειτουργεί παιδαγωγικά προς το «δήμο». Εκλιπαρεί την αγάπη του «λαού» αφιστάμενος του θεσμικού ρόλου του ως κυβερνήτη – του ανθρώπου που, προκειμένου να προάγει έλλογα το δημόσιο συμφέρον, υπάγει τις λαϊκές διαθέσεις στην «ψυχρή» θεσμική λογική, δηλαδή σε ευρύτερους στόχους, κανόνες, διαδικασίες, και περιορισμούς. Όπως ο ανώριμος γονιός αποφεύγει να θέτει όρια στα παιδιά του, προκειμένου να εκμαιεύσει την αγάπη τους, ο λαϊκιστής πολιτικός προσποιείται ότι καταργεί την απόσταση από το «λαό» για να κερδίσει την ψήφο του.

Γνωρίζει, βεβαίως, ότι η απόσταση δεν καταργείται και γι αυτό «κατασκευάζει» ρητορικά την ταύτισή του: κατερχόμενος στη μάζα, της υπενθυμίζει εμμέσως το βάθρο από το οποίο κατέρχεται. Η εικονική «κάθοδος» συνοδεύεται από μια πολύ πραγματική «άνοδο»: του επαίτη ψηφοφόρου στο πολιτικό γραφείο. Τον φίλο σου, τον κολλητό σου, τον χρειάζεσαι σε μια στιγμή ανάγκης – να διορίσει λ.χ. την κόρη, να αποχαρακτηρίσει το οικόπεδο, να μεσολαβήσει για την προαγωγή.

Ενώ η χώρα διαθέτει εκ των πραγμάτων ηγέτιδα τάξη, η οποία διοικεί τους θεσμούς της, δεν διαθέτει ηγέτες με νοοτροπία κυβερνήτη (homo gubernator). Το βλέπουμε παντού. Οι πολιτικοί της κολακεύουν το «λαό» για να του υφαρπάξουν την ψήφο, οι πρυτάνεις διαπραγματεύονται τα όρια της νόμιμης εξουσίας τους με μειοψηφίες τραμπούκων, οι ανώτεροι δημόσιοι λειτουργοί είναι υποταγμένοι στα κελεύσματα των βλαχοπολιτικάντηδων, οι δήμαρχοι και οι νομάρχες ανέχονται (συχνά με το αζημίωτο…) τις αυθαιρεσίες τοπικών τσαμπουκάδων. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί Μαυρομιχαλαίοι και λίγοι Καποδίστριες.

Μερικές φορές αναρωτιέμαι τι είναι χειρότερο: να σε κυβερνάνε γόνοι πολιτικών δυναστειών σαν τους Κωστίκα και Γιωρίκα, βαλκάνιοι πολιτικάντηδες τύπου Βουλγαράκη, Μαγγίνα, Παυλίδη και άλλων, εγωπαθείς καραγκιόζηδες τύπου Μπερλουσκόνι, «ξαναγεννημένοι χριστιανοί» γελαδάρηδες τύπου Μπούς, ή λαοπρόβλητοι ναρκισιστές τσαρλατάνοι σαν τον Τσάβεζ; Δυσκολεύομαι να διαλέξω. Ξέρω όμως ότι μια δημοκρατία είναι άρρωστη όταν δεν είναι ο ψηφοφόρος που θέλει να μοιάσει στον πολιτικό, αλλά ο πολιτικός στον ψηφοφόρο.

Υ.Γ. Τη φωτογραφία τη βρήκα στο atsarantos.blogspot.com. Εξαιρετική δε συμφωνείτε;

Ο Θαλής, το πηγάδι και η κοινή λογική



Η σύγχρονη επιστήμη έχει μια σχέση αντιπαλότητας με την κοινή λογική (common sense, κοινός νους, κοινή αίσθηση)• τη θεωρεί ανεξέταστη, μη ορθολογική, και γι αυτό μια κατώτερη μορφή γνώσης. Ο Αϊνστάιν εξέφρασε χαρακτηριστικά αυτή τη στάση: «Η κοινή λογική είναι μια συλλογή προκαταλήψεων που αποκτά κανείς μέχρι τα δεκαοχτώ του». Ο μεγάλος επιστήμονας, βέβαια, παρακάμπτει κάτι ουσιώδες: ότι ακόμη κι ο ευφυέστερος των ανθρώπων δεν μπορεί ποτέ να απαλλαγεί πλήρως από τις «προκαταλήψεις» του – ούτε μετά τα δεκαοχτώ του! Οι πολιτικές πεποιθήσεις του Αϊνστάιν, λ.χ., ή οι μάλλον εκκεντρικές συμπεριφορές του ως συζύγου, δεν ήταν το ίδιο ορθολογικά θεμελιωμένες όπως οι επιστημονικές θεωρίες του! Ακόμα κι ένας Αϊνστάιν δεν μπορεί να αποσυρθεί από την κοινή λογική.

Η συμπεριφορά μας ως κοινωνικά όντα ερείδεται αναπόδραστα, κατά μη εξαλείψιμο τρόπο, στην κοινή λογική, στο sensus communis – σε άτυπους κανόνες συμπεριφοράς που ρυθμίζουν την ανθρώπινη συνύπαρξη. Θέλουμε δεν θέλουμε μετέχουμε της κοινής λογικής. Πρώτα μαθαίνουμε να μιλάμε και μετά αναλύουμε τη γλώσσα μας. Πρώτα αποκτούμε εμπειρική εξοικείωση με τον κόσμο και μετά τον υπάγουμε στην αναλυτική σκέψη μας.

Από τότε που οι οικονομολόγοι πήραν στα σοβαρά τους θεσμούς εντός των οποίων αναπτύσσεται η οικονομική δραστηριότητα, άρχισαν να αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητα των άτυπων κανόνων συμπεριφοράς που τη διαπερνούν – λ.χ. τους τύπους εμπιστοσύνης που επιδεικνύουν οι άνθρωποι στις συναλλαγές τους. Διαπιστώνουμε την αξία της κοινής λογικής όταν αυτή θραύεται – όταν η επιταγή μένει ακάλυπτη, η υπόσχεση δεν υλοποιείται, ο δάσκαλος προπηλακίζεται, η βιβλιοθήκη πυρπολείται.

Η κοινή λογική δεν είναι μόνο άτυποι κανόνες συμπεριφοράς• ως common sense - κοινή αίσθηση - είναι και ενεργητική μετοχή στην κοινή εμπειρική πραγματικότητα. Ο Πλάτων αναφέρει την περίπτωση του αμόρφωτου κοριτσιού από τη Θράκη, το οποίο ξέσπασε στα γέλια όταν είδε τον αστρονόμο Θαλή να πέφτει στο πηγάδι ενώ παρακολουθούσε τα ουράνια σώματα. «Ήταν τόσο πρόθυμος να μάθει τι υπήρχε στον ουρανό», αναφώνησε η κοπέλα, «που του διέφυγε τι υπήρχε στα πόδια του». Η κοινή λογική εδώ έχει να κάνει με την κοινά αναγνωρίσιμη εμπειρική πραγματικότητα, την οποία τείνει να αποστρέφεται η αφηρημένη σκέψη. Ο μορφωμένος Θαλής, απορροφημένος στην αστρονομική του παρατήρηση, αγνόησε το πηγάδι, στο οποίο κανείς λογικός άνθρωπος, όσο αμόρφωτος κι αν είναι, δεν θάθελε να πέσει!

Το δίδαγμα από την ιστορία αυτή το αναδεικνύει υπέροχα η Χάνα Αρέντ: η αφηρημένη σκέψη, ιδιαίτερα όταν καθίσταται αλλόκοσμα εμμονική, ανεπίγνωστα ιδεοληπτική, εσκεμμένα φενακιστική, ή προπαγανδιστικά εντυπωσιοθηρική, συχνά αποκόπτεται από την κοντινή κοινή εμπειρία, προκειμένου να επιτρέψει στο μακρινό «όλον», το «πραγματικό», το «αληθινό», το «ευγενές», να εμφανιστεί. Ό,τι είναι εμπειρικά πλησίον απομακρύνεται• ό,τι είναι θεωρητικά απόμακρο εμφανίζεται. Αυτό που εντοπίζουν οι αισθήσεις θεωρείται υποδεέστερο εκείνου που (συχνά αυτο-εξυπηρετικά) κομίζει η διάνοια. Σε αυτό, νομίζω, συνίσταται η πολιτική σημασία της κοινής λογικής στην Ελλάδα, σήμερα: είναι το όπλο ενάντια στο φενακισμό των κατεστημένων κομματικών εξουσιών, συμβιβασμένων ηγεσιών, εξουσιομανών διανοουμένων και ιδιοτελών συντεχνιών. Η υπεράσπιση της κοινή λογικής (common sense) είναι ομόλογη με την υπεράσπιση αυτού που ο Τζόρτζ Όργουελ τόσο εύστοχα αποκαλούσε «κοινή αξιοπρέπεια» (common decency).

Τι νόημα έχει να μιλάμε για «πράσινη ανάπτυξη» όταν δεν μπορούμε να διαχειριστούμε ούτε τα σκουπίδια; Πόσο αξιόπιστοι υπερασπιστές της «αξιοκρατίας» είναι οι αρχηγοί των δύο μεγάλων κομμάτων, όταν το κύριο προσόν για την ανάδειξη στο ηγετικό αξίωμά τους ήταν το επώνυμό τους. Γιατί να πιστέψουμε τις φενακιστικές ρητορείες των κομμάτων εξουσίας ότι υπηρετούν το «δημόσιο συμφέρον» όταν, αποδεδειγμένα, διαπλέκονται με επιχειρήσεις• φέρονται βασίμως να εισπράττουν πολιτικό χρήμα από κρατικές προμήθειες• και στελέχη τους δωροδοκούνται [1];

Γιατί να πάρουμε στα σοβαρά την δήθεν αυτοκριτική στάση του κ.Βενιζέλου ότι «Η Βουλή οφείλει να αποδείξει πως έχουμε πλήρη εικόνα της κατάστασης, πως αναγνωρίζουμε και σεβόμαστε τη δυσπιστία που κυριαρχεί στη συνείδηση του κόσμου για τη λειτουργία του Κοινοβουλίου» («Καθημερινή», 7/4/2009), όταν κι αυτός και το κόμμα του ψηφίζουν νόμους για τον απαράδεκτο διορισμό στενών συνεργατών (συχνά συγγενών) των βουλευτών στο Κοινοβούλιο, παρακάμπτοντας το ΑΣΕΠ; Όταν ο κ.Βενιζέλος επέκρινε τον ανακριτή (!) γιατί διαβίβασε τη δικογραφία του πρώην υπουργού και φερόμενου ως ύποπτου για διαφθορά κ.Παυλίδη στη Βουλή;

Πως θα «επανιδρύσουμε» (ή θα «μεταρρυθμίσουμε», ή θα «ανασυγκροτήσουμε», πείτε το όπως θέλετε) το κράτος όσο η δημόσια διοίκηση διοικείται από κομματανθρώπους; Τι είδους «εύρωστη οικονομία» θα έχουμε, όταν ασυλλόγιστα συσσωρεύουμε δημόσιο χρέος; Πως θα έχουμε ποιοτικό τουρισμό, υψηλής προστιθέμενης αξίας, όταν δεν μπορούμε ούτε τις άγονες ακτοπλοϊκές γραμμές να οργανώσουμε με διαφάνεια και εντιμότητα [2]; Πως θα διασφαλίσουμε την «αειφόρο ανάπτυξη» για την οποία τόσο κόπτονται οι πολιτικοί μας όταν στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα δεν έχουμε ούτε κτηματολόγιο, ούτε ολοκληρωμένους δασικούς χάρτες; Πως μεριμνούν τα κόμματα εξουσίας για την «υψηλής ποιότητας δημόσια υγεία» και την «κοινωνική αλληλεγγύη», όταν τα νοσοκομεία τα διοικούν οι «κολλητοί», όταν δεν δημοσιεύουν ισολογισμούς, δεν πληρώνουν τους προμηθευτές τους, όταν δεν μετράμε τι ξοδεύουμε και πως, όταν ανεχόμαστε την εκτεταμένη διαφθορά; Πως θα δημιουργήσουμε την «οικονομία της γνώσης» (άλλη μια αγαπημένη φράση των πολιτικών μας!) όταν τα πανεπιστήμια καταλαμβάνονται με την παραμικρή αφορμή, όταν μειοψηφίες τραμπούκων παρεμποδίζουν την πανεπιστημιακή διοίκηση, διδασκαλία και έρευνα, καταστρέφουν δημόσια περιουσία και προπηλακίζουν όποιον διαφωνεί μαζί τους;

Αυτή είναι η αξία της κοινής λογικής: μας καλεί να μην αγνοούμε την κοινή εμπειρική πραγματικότητα, να μην εγκλωβιζόμαστε σε αυτο-εξυπηρετικές ιδεοληψίες, καταπραϋντικούς μύθους, ψυχολογικές θωρακίσεις, φενακιστικές ρητορείες, και ψευδαισθησιογόνες ουτοπίες - να μην παραμυθιαζόμαστε. Όποιος δεν θέλει να πέσει στο πηγάδι, καλείται να κάνει αυτό που συμβούλευε ο Λούντβιχ Βιτγκεντάϊν: «Κοίτα, μη σκέφτεσαι». Κοίτα το χάλι μιας χώρας που φλερτάρει με την οικονομική χρεοκοπία, κοίτα την απίστευτη παρακμή των θεσμών, κοίτα τη δραματική παράλυση του κράτους, κοίτα τη θλιβερή ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, κοίτα την αναξιοπρέπεια που έχει διεισδύσει στη ζωή σου…Κοίτα, άκου, μυρίσου, άγγιξε.

Όχι δεν προκύπτουν συνταγές πολιτικής (policy prescriptions) από την κοινή λογική. Έχει δίκιο ο Γιώργος Παγουλάτος («Καθημερινή», 5/4/2009) να μας θυμίζει την ύπαρξη διαφορετικών ερμηνειών για τα πολιτικά προβλήματα. Το «δια ταύτα» δεν προκύπτει αυτομάτως σε μια υγιή δημοκρατία. Αυτός όμως είναι ένας αφηρημένος συλλογισμός. Όποιος συντονίζεται με την εμπειρική πραγματικότητα γύρω του γνωρίζει ότι, στην Ελλάδα, σήμερα, το μείζον δεν είναι π.χ. η σχέση κράτους-αγοράς, ο κύριος άξονας της πολιτικής διαμάχης στις προηγμένες δημοκρατίες, αλλά κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: να απαλλαγούμε από την αθλιότητα στην οποία έχουμε περιέλθει – τόσο απλά. Όταν ασυλλόγιστα έχεις πέσει στο πηγάδι, μπορείς φυσικά να κοιτάς χαζοχαρούμενος τα άστρα, αλλά, αν διαθέτεις κοινό νου, μάλλον θέλεις να βγεις.

Σημειώσεις
[1] Θυμηθείτε τα λόγια του κ.Κουτσερόϊτερ, οικονομικού διευθυντή του τομέα τηλεπικοινωνιών της Siemens στη Γερμανία: «[Ο κ.Χριστοφοράκος, διευθύνων σύμβουλος της Siemens Hellas] είπε ότι κάτι τέτοιο ήταν η συνηθισμένη διαδικασία στην Ελλάδα, η κομματική χρηματοδότηση λαμβάνει χώρα μέσω μεγάλων εταιρειών, που δραστηριοποιούνται σε αυτήν. Ήθελε έτσι να χρηματοδοτήσει και τα δύο μεγάλα κόμματα για να διασφαλίσει ότι σε κάθε περίπτωση οι πολιτικοί θα παρέμεναν ευνοϊκά προσκείμενοι στη Siemens» («Καθημερινή», 20/5/2008).)

[2] Θαυμάστε την πρόσφατη δήλωση του εφοπλιστή κ. Φ. Μανούση στη Βουλή: «Στη ζούγκλα των άγονων ακτοπλοϊκών γραμμών, αν δεν πλήρωνες δεν έπαιρνες δουλειά. Πλήρωνα προστασία σαν τους νονούς της νύχτας για να μην με πετάνε έξω από τους διαγωνισμού;» (Καθημερινή», 9/4/2009).

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Νέα κόμματα, φθαρμένες λέξεις




Λίγοι, υποθέτω, θα διαφωνούσαν με τον ισχυρισμό: «Είναι μάλλον εύκολο να συγκροτηθεί ένα επιπλέον στην Ελλάδα κόμμα. Μοιάζει δύσκολο έως ακατόρθωτο να γεννηθεί αληθινά καινούργιο κόμμα» (βλ. Χ. Γιανναράς, «Καθημερινή», 29/3/2009). Ο ισχυρισμός είναι πειστικός όχι τόσο γιατί είναι ομολογουμένως δύσκολο να βρεθούν άφθαρτοι και ικανοί πολιτικοί, ούτε γιατί το καινούργιο ουδέποτε προκύπτει από παρθενογένεση. Η πραγματική δυσκολία έγκειται αλλού: στη φθορά των λέξεων.
Όποιος σήμερα αναφερθεί σε «μεταρρυθμίσεις» παραπέμπει αναπόφευκτα στην ανεκδιήγητη κυβέρνηση Καραμανλή Β’. Όποιος τολμήσει να οικειοποιηθεί την «αλλαγή» ανακαλεί συνειρμικά τον αμοραλιστικό λαϊκισμό του Παπανδρέου Β’. Όποιος μιλά ακόμη για τον «εκσυγχρονισμό» της χώρας, πιθανότατα επαναφέρει στη μνήμη μας το ένα εκατομμύριο μάρκα που ο κ.Τσουκάτος παρέλαβε από τη Ζίμενς! Για όποιον επιμένει να σκέπτεται, η χρεοκοπία των λέξεων είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί – ασφυκτιά, πνίγεται, νοιώθει άλαλος.
Οι λέξεις όμως είναι δεδομένες, δεν αλλάζουν κατά το δοκούν. Εκτός κι αν πιστεύει κανείς, όπως λ.χ. οι κομμουνιστές, ότι μια μορφή γλωσσικής μηχανικής είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη «σωτηρία» της κοινωνίας. Ευτυχώς αυτοί είναι λίγοι. Οπότε τι κάνουμε; Αυτό που κάναμε πάντοτε στη φιλελεύθερη δημοκρατία: οξύνουμε την αντιληπτικότητά μας, απαλλασσόμαστε από ψευδαισθησιογόνες ιδεοληψίες, παραμερίζουμε ανεξέταστες προκαταλήψεις, ανα-σημασιοδοτούμε τις παλιές έννοιες - και προσπαθούμε να πείσουμε αλλήλους.
Ναι, το αρχέγονο πρόβλημα της χώρας είναι ο ατελής εκσυγχρονισμός της. Η Ελλάδα έχει πρόσοψη σύγχρονης χώρας, χωρίς πραγματικά να είναι• δυναστεύεται ακόμη από προ-νεοτερικές νοοτροπίες – λ.χ. τον κατακερματισμό, το ρουσφέτι, την οικογενειοκρατία, το φατριασμό. Ναι, η χώρα έχει ένα τεράστιο έλλειμμα ορθολογισμού. Δεν χρειάζεται νάχεις διαβάσει τον Καρτέσιο ή να έχεις εντρυφήσει στους ιστορικούς λόγους που παρήγαγαν αυτό το έλλειμμα, για να καταλάβεις ότι δεν είναι ορθολογικό να διοικούν το κράτος οι κομματικοί «φίλοι», δεν είναι φρόνιμο μια χώρα να συσσωρεύει τεράστιο δημόσιο χρέος, δεν είναι δίκαιο να μην συμβάλλουν όλοι στα φορολογικά βάρη, δεν είναι λογικό να διοικούν τα πανεπιστήμια οι φοιτητικές παρατάξεις, δεν είναι «έξυπνο» να καταστρέφεις το περιβάλλον, δεν είναι σώφρον να μεταθέτεις τα προβλήματά σου στο μέλλον, να καταπατάς τους νόμους που ψηφίζεις, να ανέχεσαι την ανομία...
Καλώς ή κακώς η πολιτική στη δημοκρατία είναι η έλλογη διαχείριση συγκεκριμένων προβλημάτων. Όσοι διοικούν ξέρουν καλά πόσο δύσκολη είναι αυτή η διαχείριση. Όσοι ασπάζονται μια εσχατολογική θεώρηση της κοινωνίας, όπως π.χ. οι παντός είδους θεμελιοκράτες (fundamentalists), πιστεύουν ότι τα προβλήματα λύνονται αυτομάτως όταν φθάσουμε σε μια διαφορετικού τύπου κοινωνία. Για αυτούς, όμως, που ζουν στον ενεστώτα χρόνο, δίχως παραμυθητικές ουτοπίες, και γνωρίζουν το «στραβόξυλο της ανθρώπινης φύσης» (κατά την έξοχη φράση του Ησαΐα Μπερλίν), η πολιτική είναι μια ταπεινή, «βρώμικη», χρονοβόρα, και αναπόφευκτη διαδικασία. Η πολιτική δεν φέρνει απαραίτητα την ευτυχία, αλλά μπορεί να απαλύνει τη δυστυχία. Απαιτεί οραματικό πραγματισμό, στόχους, συμμαχίες, δεσμεύσεις, συγκρούσεις όταν χρειάζεται και συμβιβασμούς όταν απαιτείται.
Ναι, είναι δύσκολο να γεννηθεί ένα αληθινά καινούργιο κόμμα, όπως είναι δύσκολο να παραχθεί κάτι νέο στην τέχνη ή την επιστήμη. Όχι μόνο γιατί το καινούργιο πρέπει να έχει νέες ιδιότητες, αλλά γιατί πρέπει κι εμείς να έχουμε τη διάθεση και την οξυδέρκεια να το αναγνωρίσουμε ως τέτοιο.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Η επανάσταση της κοινής λογικής




Επιτηρείτε εξετάσεις στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μια ομάδα ατόμων με αποκριάτικη αμφίεση εισβάλλει στην αίθουσα, πετά γιαούρτια, βιαιοπραγεί εναντίον σας, και αποχωρεί. («Καθημερινή», 5/3/09). Μιλάτε σε ημερίδα που διεξάγεται σε κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εισβάλλει ξαφνικά μια πολυμελής ομάδα μασκοφόρων, κραυγάζει, πετά μπογιές, σας κλωτσά και σας τραυματίζει («Ελευθεροτυπία», 19/2/09). Μόλις έχετε αποβιβαστεί από τον ηλεκτρικό στην Κηφισιά, όταν μασκαράδες (κυριολεκτικά) σπάνε τα παράθυρα του συρμού και αρχίζουν να ρίχνουν μολότοφ. Εννέα βαγόνια καταστρέφονται («Καθημερινή», 4/3/09).

Είστε ιδιοκτήτης καταστήματος στο Κολωνάκι. Ο κύριος που κοιτάζει τη βιτρίνα σας δεν είναι υποψήφιος πελάτης, αλλά μασκοφόρος που αρχίζει να σπάει τη τζαμαρία με λοστό («Καθημερινή», 14/3/09). Τυχαίνει να είστε μετανάστης, ιδιοκτήτης εστιατορίου στα Εξάρχεια. Μια παρέα 35 ατόμων τρώει και πίνει, αλλά αρνείται στο τέλος να πληρώσει το λογαριασμό («Καθημερινή», 15/2/09).

Πηγαίνετε στη Λυρική Σκηνή να απολαύσετε την όπερα «Ρούσαλκα». Έκπληκτος βλέπετε μουσικούς της ΛΣ να διαμαρτύρονται για ένα ομοφυλοφιλικό φιλί στην παράσταση. Την επομένη, μια ομάδα ακτιβιστών ομοφυλοφίλων εισβάλλουν στη ΛΣ, στη διάρκεια της παράστασης, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την «ομοφοβία» των μουσικών της ΛΣ («Καθημερινή», 10/3/09).

Κανένα από τα παραπάνω περιστατικά δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας, αλλά «ωμά γεγονότα». Δεν αποτελούν μεμονωμένες εξαιρέσεις• όλο και κάτι παρόμοιο (κι ακόμη χειρότερα) συμβαίνει με ανησυχητική συχνότητα εδώ και αρκετούς μήνες. Το δράμα της χώρας δεν είναι μόνο η άνοδος της εγκληματικότητας, η αναβίωση της τρομοκρατίας, η διαφθορά, και τόσα άλλα, αλλά κάτι πολύ χειρότερο: η κατάρρευση της κοινής λογικής.

«Μα υπάρχει κοινή λογική;», αναρωτιόνται οι σύγχρονοι σοφιστές. Όχι, η κοινή λογική είναι ένα «βολικό κατασκεύασμα» υπαινίσσεται ο έγκριτος αρθρογράφος κ.Π.Μπουκάλας («Καθημερινή», 20/3/2009). Αν όμως δεν υπάρχει κοινή λογική, πως εξηγείται ότι εκατομμύρια Έλληνες γελούν με τα αστεία του Λαζόπουλου, ότι η Βουλγαράκειος δήλωση πως «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» συνάντησε την καθολική αποδοκιμασία, ότι το σκάνδαλο του Βατοπαιδίου εξόργισε το πανελλήνιο; Γιατί πληρώνουμε οι περισσότεροι το λογαριασμό στο εστιατόριο, γιατί δεν κραυγάζουμε στο θέατρο ή δεν βάζουμε φωτιά στο τρένο; Τι είναι αυτό που μας κάνει να έχουμε μια λίγο-πολύ κοινή αίσθηση, ένα common sense, έναν κοινό προσανατολισμό στις δραστηριότητές μας;

Η κοινή αίσθηση, ο κοινός νους, δεν αποτελεί απλώς ένα άθροισμα ατομικών αντιλήψεων. Όπως ο Κάντ γνώριζε πολύ καλά, υπάρχει κάτι μη υποκειμενικό ακόμα και στην πιο υποκειμενική εμπειρία, στο μέτρο που αυτή διαμεσολαβείται από μια κοινή γλώσσα. Δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς κοινή λογική, χωρίς sensus communis. Η κοινή λογική είναι μια μοναδικά ανθρώπινη «έκτη αίσθηση», γράφει η Χάνα Αρέντ, η οποία «χρειάζεται για να συνέχει τις πέντε αισθήσεις μου και να συνταιριάζει τις εντυπώσεις που κομίζουν οι ιδιωτικές αισθήσεις μου με έναν κοινό κόσμο που τον μοιράζονται άλλοι». Αποκτούμε την κοινή λογική μετέχοντας στον κοινό λόγο και τις κοινές πρακτικές της κοινότητας.

Χωρίς την κοινή λογική δεν μπορούμε να διεκπεραιώσουμε ούτε την απλούστερη πράξη, να παραγγείλουμε λ.χ. έναν καφέ. Συνειδητοποιούμε την κοινή λογική όταν λείπει. Αν δυσκολευτείτε να μετάσχετε σε μια τελετή τσαγιού στην Ιαπωνία είναι διότι δεν διαθέτετε την κοινή αίσθηση των γηγενών, χάρις στην οποία η ροή της τελετής είναι όχι μόνο απρόσκοπτη, αλλά απολύτως φυσιολογική. Ο κόσμος της κοινής λογικής, παρατηρεί ο Γιούργκεν Χάμπερμας, απαρτίζεται από ένα «απόθεμα αυτονόητων, ακλόνητων πεποιθήσεων, από τις οποίες οι συμμέτοχοι στην επικοινωνία αντλούν στην επικοινωνία τους».

Η γνώση και η επι-κοινωνία προϋποθέτουν την κοινωνία. Πριν ακόμα αποκτήσουμε γνώση, ανήκουμε κάπου – σε μια κοινωνία, μια κουλτούρα, μια εποχή. Πρώτα μαθαίνουμε ότι δεν αγγίζουμε τη φωτιά και κατόπιν αναλύουμε τη χημεία της. Πρώτα μαθαίνουμε να πληρώνουμε το λογαριασμό στο εστιατόριο, να σεβόμαστε το δάσκαλό μας, να αγαπούμε το σχολείο μας, να μην καταστρέφουμε την περιουσία των άλλων, να πληρώνουμε τα χρέη μας, να τηρούμε τους νόμους, και μετά προβληματιζόμαστε για τις πρακτικές αυτές. Όταν οι πρακτικές αυτές κλονίζονται, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα, τότε κάτι είναι βαθιά σάπιο στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία.

Το χειρότερο όμως είναι ότι, όταν κλονίζεται η κοινή λογική που συνέχει την κοινωνία, τότε καθηλώνεται ο δημόσιος λόγος στα προφανή: καθίσταται αμυντικός (πώς να αποτραπεί η κατάρρευση του αυτονόητου) και εσωστρεφής (κυριαρχείται από τα ιστορικά φαντάσματα-μύθους του παρελθόντος)• δεν αναπτύσσεται, δεν εξελίσσεται, δεν εκλεπτύνεται. Ένα απλό παράδειγμα: ενώ όλες οι χώρες της προηγμένης Ευρώπης συζητούν τρόπους να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω την ανώτατη εκπαίδευση, να αυξήσουν την λογοδοσία των πανεπιστημίων στην κοινωνία, και να συζεύξουν αποτελεσματικότερα τα αντικείμενα σπουδών με τις ανάγκες της οικονομίας, ο πλέον φιλόδοξος στόχος που εμείς φαίνεται να μπορούμε να θέσουμε είναι πώς να αποτρέψουμε τις πανεπιστημιακές καταλήψεις και πώς να πάψουν τα πανεπιστήμια να είναι ορμητήρια αντικοινωνικών (και ενίοτε κακοποιών) στοιχείων! Όταν η δημόσια συζήτηση αναλώνεται με πάθος για το λεγόμενο πανεπιστημιακό άσυλο, που να μείνει χρόνος, ενέργεια και φαντασία να μιλήσουμε για τις προϋποθέσεις της διεθνούς αριστείας των πανεπιστημίων μας;

Η πληθώρα των περιπτώσεων ανομίας στη σημερινή Ελλάδα (τόσο από πολίτες, όσο και από αυτούς που θάπρεπε να ενσαρκώνουν την κοινή λογική - θεσμικούς φορείς και, κυρίως, το κράτος και τους πολιτικούς προϊσταμένους του) φανερώνει την αυξανόμενη κατάρρευση του αυτονόητου, την όλο και μεγαλύτερη διάβρωση του sensus communis. Για μια σύγχρονη χώρα, o δημόσιος λόγος μας είναι απαράδεκτα καθηλωμένος στα προφανή, συζητάμε με πάθος θέματα που σπάνια απασχολούν μια προηγμένη κοινωνία, είμαστε θλιβερά πίσω. Το ριζοσπαστικότερο πολιτικό πρόταγμα στην Ελλάδα, σήμερα, είναι η επανάσταση της κοινής λογικής. Την υποστηρίζει κανείς;

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Φτάνει πια! Δράση τώρα!

Εκ βαθέων: Γιατί υποστηρίζω τη «Δράση»



Είναι δύσκολο, σχεδόν αβίωτο, να ζει κανείς μέσα στην απελπισία. Όση ικανοποίηση κι αν αντλεί από τη δουλειά του, την οικογένειά του ή τους φίλους του, τίποτα δεν υποκαθιστά την αίσθηση αισιοδοξίας και περηφάνιας που προέρχεται από τη συμμετοχή του σε μια ζωντανή, εξελισσόμενη, και ευπρεπή κοινωνία. Δεν πρόκειται μόνο για το γεγονός ότι η ποιότητα ζωής που ο καθένας απολαμβάνει, και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να πραγματώσει τα όνειρά του, εξαρτώνται, εν μέρει τουλάχιστον, από την κοινωνία στην οποία ζει, αλλά και για την αίσθηση προοπτικής που η κοινωνία δίνει στα άτομα, ιδιαίτερα στους νέους. Η πεποίθηση ότι το μέλλον μπορεί να είναι καλύτερο από το παρόν, κινητοποιεί δυνάμεις, δίνει όραμα, παρέχει αυτοπεποίθηση, παράγει πλούτο και πολιτισμό.

Δεν έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια τέτοια κοινωνία. Αν είμαστε σήμερα τόσοι πολλοί, τόσο πολύ απογοητευμένοι, αυτό οφείλεται σε ένα δυσάρεστο αίσθημα εγκλωβισμού που αισθανόμαστε: είμαστε πολίτες μιας χώρας σε τροχιά απίστευτης και, φαινομενικά τουλάχιστον, ασυγκράτητης παρακμής, με παραπαίοντες δημόσιους θεσμούς, σαθρή οικονομία, διάχυτη ανομία, και μια κατακερματισμένη κοινωνία που δεν ελπίζει σε τίποτε παραπάνω από την απλή επιβίωση. Ενώ άλλες κοινωνίες, παρά τα προβλήματά τους, αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και οραματίζονται το μέλλον τους, οι υψηλότεροι στόχοι που εμείς μπορούμε να θέσουμε (για την ακρίβεια οι στόχοι που θέτουν οι κυβερνήτες μας εξ ονόματός μας) είναι η «τακτοποίηση» των ημιυπαίθριων χώρων, να μην καταστρέφονται δημόσιες και ιδιωτικές περιουσίες στο κέντρο της Αθήνας, να μην καταλαμβάνονται τα πανεπιστήμια, να μην κλείνουν οι αυτοκινητόδρομοι, να μην ξεμένουν τα νοσοκομεία από υγειονομικό υλικό, να μη δραπετεύουν οι κρατούμενοι! Τόσο ψηλά, τόσο απαιτητικά…

Αυτός ο εσωστρεφής αμυντισμός δείχνει και την απόστασή μας από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Ξοδεύουμε τεράστια ενέργεια για το αυτονόητο, η δημόσια συζήτηση μετακινείται από κρίση σε κρίση, στο δημόσιο λόγο δεν μένει χώρος για το οραματικό, το στρατηγικό, το ρηξικέλευθο. Ενώ και άλλες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν σημαντικά προβλήματα, καμία δεν έχει το είδος των δικών μας προβλημάτων: η Ελλάδα δίνει συχνά την εντύπωση ότι τα προβλήματά της είναι περισσότερο αυτά μιας πρώην κομμουνιστικής ή τριτοκοσμικής χώρας, παρά μιας χώρας της ευρωζώνης. Καμία, σχεδόν, ανεπτυγμένη χώρα της ΕΕ δεν συζητά θέματα που για μας είναι, δυστυχώς, καυτά προβλήματα: η πελατειακή χρησιμοποίηση του κράτους από τους πολιτικούς, η κομματικοποίηση της δημόσιας διοίκησης, η εκτεταμένη διαφθορά, η οικογενειοκρατία, ο φατριασμός, η αναξιοκρατία, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η αποσάθρωση κρίσιμων δημόσιων θεσμών, η γενικευμένη ανομία, η τεράστια φοροδιαφυγή, το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, η κρυπτο-ιδιωτικοποίηση συλλογικών αγαθών. Απότοκος όλων αυτών είναι η φοβική εσωστρέφεια, η έλλειψη εθνικής αυτοπεποίθησης, η κρίση φαντασίας.

Ξέρουμε τι φταίει. Τριάντα πέντε χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, η ανικανότητά μας να διαχειριστούμε αποτελεσματικά τα συλλογικά μας προβλήματα δεν είναι εγγεγραμμένη στα γονίδιά μας, αλλά στον τρόπο που λειτουργούν ιστορικά οι θεσμοί μας, δηλαδή στον τρόπο λειτουργίας της πολιτικής. Η πολιτική μας ζωή δεν έχει σημείο αναφοράς τα ζωτικά προβλήματα της κοινωνίας, αλλά εκφυλίστηκε είτε σε ένα καιροσκοπικό «επικοινωνιακό» παιχνίδι, μέσω του οποίου επιδιώκεται η χειραγώγηση της κοινής γνώμης και η βουλιμική απόκτηση της εξουσίας από τα δύο μεγάλα κόμματα, είτε στοχεύει στη συντηρητική υπεράσπιση των Μεταπολιτευτικών μύθων και την απαξίωση των θεσμών από τα κόμματα της λαϊκιστικής Αριστεράς (τόσο στην ολοκληρωτική, όσο και στη μηδενιστική εκδοχή της). Το πολιτικό μας σύστημα μετεξελίχθηκε σε ένα αυτιστικό σύστημα, του οποίου η κύρια μέριμνα είναι η αμοραλιστική αναπαραγωγή του με υποκριτικό λαϊκισμό, άμετρη πόλωση, διαβρωτικό κομματισμό, κενή υποσχεσιολογία, άφθονα ρουσφέτια και, φυσικά, πολλές μίζες. Κανείς αξιοπρεπής άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται ευτυχής σήμερα από την ποιότητα του πολιτικού λόγου, την ποιότητα των πολιτικών συμπεριφορών, και την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού. Ποτέ άλλοτε, μετά τη Μεταπολίτευση, δεν βίωνε κανείς τέτοια δυστυχία να είναι Έλληνας!

Ξέρουμε τι πρέπει να γίνει. Το απόστημα του σάπιου πολιτικού συστήματος πρέπει να σπάσει – ΤΩΡΑ, όχι αύριο!

Ξέρουμε τι θέλουμε: γενιές ολόκληρες μας εμπνέει το όραμα μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας. Που θα πει: θέλουμε αξιέμπιστο κράτος δικαίου, ανταγωνιστική οικονομία, ακομμάτιστη και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, ανάπτυξη των συλλογικών αγαθών, ακμαία κοινωνία πολιτών, ήθος και αξιοπρέπεια στο δημόσιο βίο. ΤΩΡΑ, όχι αύριο!




Συντάσσομαι με τη «Δράση» γιατί δεν θέλω απλώς να διαμαρτύρομαι, να γκρινιάζω και να επικρίνω• δεν θέλω μόνο να οικτίρω ή να ερμηνεύω το χάλι της χώρας μου, αλλά να συνεισφέρω, όσο μπορώ, στην αλλαγή της.

Συντάσσομαι με τη «Δράση» γιατί δεν με εμπνέει καμία μεγαλεπήβολη ουτοπία, αλλά με κινητοποιεί η ταπεινή απαίτηση να ζω, τόσο εγώ όσο και οι συμπολίτες μου, με αξιοπρέπεια.

Συντάσσομαι με τη «Δράση» γιατί έχω ανάγκη να ελπίζω, να αισιοδοξώ, να οραματίζομαι - όχι τόσο για μένα, όσο για τα παιδιά μου.

Μερικές εύλογες ερωτήσεις – και απαντήσεις
Μερικοί φίλοι μου υποδεικνύουν ότι θα ήταν προτιμότερο να αποφύγω να συνταχθώ με οποιαδήποτε πολιτικό φορέα, προκειμένου να διατηρήσω την ανεξαρτησία μου. Όσοι μου κάνουν την τιμή να με διαβάζουν ξέρουν ότι δεν ανήκω σε κανένα κόμμα, αν και ο χώρος της πολιτικής μου έμπνευσης είναι η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία. Δεν νοιώθω ότι θυσιάζω την ανεξαρτησία μου ούτε κατ’ ελάχιστον, υποστηρίζοντας τη «Δράση». Η ανεξαρτησία σκέψης είναι τρόπος ζωής για όποιον τη θεωρεί σημαντική. Απλώς θεωρώ ότι το να ερμηνεύεις τον κόσμο δεν είναι αρκετό, αν σε ενδιαφέρει η αλλαγή του. Όπως έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσελ, «η θεμελιώδης έννοια της πολιτικής είναι η ισχύς, όπως η ενέργεια είναι θεμελιώδης έννοια της Φυσικής». Η αλλαγή στη δημοκρατία περνά υποχρεωτικά μέσα από την αλλαγή των συσχετισμών ισχύος μεταξύ των κομμάτων. Σήμερα, ένα σάπιο πολιτικό σύστημα συστηματικά καταστρέφει τη χώρα – μπροστά στα μάτια μας… Πρέπει να κάνουμε κάτι. Έχουμε την υποχρέωση να κάνουμε κάτι. Πρέπει να αναλάβουμε δράση. Δεν ξέρω αν ο δικός μου τρόπος είναι ο καλύτερος, είναι όμως ένας τρόπος…

Άλλοι φίλοι δυσπιστούν απέναντι στους δύο πρώτους από τους τρεις πρωταγωνιστές της «Δράσης» (τους κκ.Μάνο, Κοντογιαννόπουλο και Μπουτάρη) και με προέτρεψαν να κρατήσω αποστάσεις. Δεν γνωρίζω κανέναν από τους τρεις προσωπικά. Ούτε συμφωνώ με όλες τις πολιτικές επιλογές των δύο πρώτων στο παρελθόν. Τους υπολήπτομαι όμως ως έντιμους, καλοπροαίρετους και εκσυγχρονιστές πολιτικούς – δεν έχουμε δα και πολλούς! Θεωρώ ότι, όπως παρατηρεί ο Αλέκος Παπαδόπουλος στα Βήματα του Εστερναχ, η κύρια πολιτική αντίθεση στη χώρα είναι μεταξύ των δυνάμεων της καθήλωσης και των δυνάμεων της εξέλιξης, των εκσυγχρονιστών και των λαϊκιστών. Οι υπόλοιπες, συνήθεις σε δυτικές δημοκρατίες, αντιθέσεις (π.χ. ύψος φορολογίας, ρόλος τους κράτους, κλπ) είναι παρεμπίπτουσες στα ελλαδικά συμφραζόμενα, και αφορούν κυρίως τις ανεπτυγμένες χώρες, οι οποίες έχουν ξεφύγει από το δικό μας «προ-πολιτικό» στάδιο (κατά την έκφραση του Κορνήλιου Καστοριάδη). Οι πρωταγωνιστές της «Δράσης» ήταν πάντοτε υποστηρικτές εκσυγχρονιστικών ιδεών. Τον κ.Μάνο τον διέκρινε ανέκαθεν η παρρησία και η φρεσκάδα απόψεων, το πρακτικό πνεύμα, η έγνοια για το περιβάλλον, κι ένας ενδιαφέρων εικονοκλαστισμός που τόσο σπανίζει στην ελλαδική πολιτική σκηνή. Ο κ.Κοντογιαννόπουλος εξέπεμπε πάντοτε ένα εκσυγχρονιστικό στίγμα. Ο κ.Μπουτάρης είναι ένας συνεπής, ευφάνταστος, και δραστήριος εκπρόσωπος της κοινωνίας των πολιτών – έξω από τα κατεστημένα κόμματα, με έντονο ενδιαφέρον για την τοπική αυτοδιοίκηση και πλούσια περιβαλλοντική δράση.

Ξέρω καλά ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση στην πολιτική, και ιδιαίτερα στην ελλαδική πολιτική σκηνή. Ολοι κουβαλάνε το φορτίο των προηγούμενων επιλογών τους. Το καινούριο σπάνια συνιστά ex nihilo δημιουργία, αλλά αναδύεται μέσα από την πρώτη ύλη που παρέχει το παλαιό. Ο ευρωπαϊστής Κωνσταντίνος Καραμανλής ηγήθηκε μιας, εν πολλοίς, επαρχιώτικης, διαπλεκόμενης, και μισαλλόδοξης εθνικοφροσύνης. Ο μεταρρυθμιστής Γκορμπατσόφ αναδύθηκε μέσα από τα σπλάχνα ενός ολοκληρωτικού μηχανισμού. Ο εκσυγχρονιστής Σημίτης έφθασε στην κορυφή ενός βαθιά λαϊκιστικού και αμοραλιστικού κόμματος. Και τους τρεις τους κρίνουμε σήμερα λίγο έως πολύ θετικά, κυρίως για τη συνολική πολιτική τους τροχιά και τα αποτελέσματά της, όχι για τους ποικίλους συμβιβασμούς ή τις αμφισβητούμενες επιλογές που σίγουρα αναγκάστηκαν να κάνουν στη διαδρομή τους. Διακρίνουμε στη συνολική πορεία τους ένα σαφές πολιτικό στίγμα, ένα ευρύτερο εκσυγχρονιστικό πρόταγμα, και μια σχετική συνέπεια στην εφαρμογή του.

Αν απομονώσουμε στιγμές από τη διαδρομή ενός πολιτικού (ακόμα και των αγαπημένων μου πολιτικών ηγετών, όπως είναι ο Τσόρτσιλ, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, ο Μαντέλα, ή ο Ομπάμα), πάντοτε θα βρούμε αμφισβητήσιμες επιλογές. Το θέμα όμως είναι να μη χάνουμε τη συνολική εικόνα, η κρίση μας να μη θολώνει με τα επιμέρους. Υπό αυτό το πρίσμα, πάντοτε θα υπάρχουν επιφυλάξεις για όψεις της πολιτικής διαδρομής οποιουδήποτε, αλλά το μείζον είναι να ερμηνεύουμε τη συνολική του πορεία. Η πολιτική υποστήριξη δεν αίρει απαραίτητα τις όποιες επιφυλάξεις, αλλά εστιάζει την προσοχή μας στη μορφή της συγκυρίας, τις επιλογές που έχουμε, τη συνολική αίσθηση που αποπνέει κάποιος. Οι επιφυλάξεις, μάλιστα, είναι ιδιαίτερα γόνιμες γιατί αποτρέπουν τον δογματισμό και την άκριτη συμπαράταξη. Όπως λέει ο διακεκριμένος ψυχολόγος Κάρλ Γουέηκ, «η αμφιθυμία είναι η βέλτιστη απάντηση». Εκτιμώ τους κκ.Μάνο και Κοντογιαννόπουλο για τη συνεπή προσήλωσή τους στο όραμα του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού της χώρας και σέβομαι τον κ.Μπουτάρη για την πολυσχιδή προσφορά του – στοιχεία επαρκή για να συνταχθώ, κατ’ αρχήν, μαζί τους.

Άλλοι φίλοι με ρωτάνε αν με ενδιαφέρει η πολιτική σταδιοδρομία. Κάθε άλλο. Αντλώ τεράστια ικανοποίηση από τη δουλειά μου και θέλω να έχω χρόνο να ασχολούμαι με την οικογένειά μου – η πολιτική σταδιοδρομία δεν ανήκει στις φιλοδοξίες μου, ούτε θα ήθελα να υποταχθώ στις υψηλές απαιτήσεις της. Προτιμώ να μελετώ τους πολιτικούς παρά να τους υποδύομαι. Από την άλλη μεριά, όμως, ξέρω ότι, όπως είπε ο σοφός Πλάτων, «μια από τις τιμωρίες [όταν] δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου». Δείτε τι συμβαίνει στη χώρα σήμερα, τι ποιότητας άνθρωποι μας κυβερνούν και ποιοι ετοιμάζονται να τους διαδεχθούν, και θα καταλάβετε γιατί, αν οι συνειδητοί πολίτες δεν ασχοληθούν ενεργά με την πολιτική, η Ελλάδα θα είναι καταδικασμένη οριστικά στην παρακμή.

Όποιος νοιάζεται για τη χώρα, όποιος αγωνιά για το μέλλον των παιδιών του, όποιος πικραίνεται από το κατάντημα του τόπου μας, ΤΩΡΑ πρέπει να κάνει κάτι – ό,τι του υπαγορεύει η κρίση του. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή για ένα νέο εγχείρημα. Ένα χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα παρασύρει και τη χώρα στη χρεοκοπία – κι αυτό, πλέον, όλοι το βλέπουμε. Τι άλλο πρέπει να δούμε για να αντιδράσουμε; Στις δημοσκοπήσεις οι πολίτες μπορεί να δηλώνουν την κύρια προτίμησή τους στα δύο κόμματα εξουσίας, αλλά εκφράζουν, συγχρόνως, την έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητά τους να βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο. Ο «κανένας» συγκεντρώνει ένα σταθερά υψηλό ποσοστό απαντήσεων. Η απαισιοδοξία, ο κυνισμός, και η έλλειψη εμπιστοσύνης στα κατεστημένα κόμματα κυριαρχούν.

Οι προσεχείς ευρωεκλογές είναι μια καλή ευκαιρία να πούμε στους ανάξιους πολιτικάντηδες «φτάνει πια, δεν πάει άλλο». Καιρός να γυρίσουμε σελίδα. Μπορούμε να ξεφύγουμε από την αθλιότητα. Μια πραγματικά σύγχρονη Ελλάδα είναι δυνατή – αρκεί να το θελήσουμε αρκετοί. Μια αξιοπρεπής κοινωνία είναι εφικτή – αρκεί να πασχίσουμε αρκετοί. Τα δύσκολα είναι η μοίρα όσων δεν θέλουν να συμβιβαστούν με την περιρρέουσα χυδαιότητα, την ιδιοτελή εξουσιολαγνεία, τον απαξιωτικό κυνισμό, την αδιέξοδη ιδιώτευση. Φτάνει πια! Δράση τώρα!

Σημείωση: Μια πολύ πιο συνοπτική εκδοχή αυτού του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση της Ιδρυτικής Διακήρυξης της «Δράσης», στις 17 Μαρτίου 2009, στο Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα. Για να δείτε την παρουσίαση και τη σχετική συνέντευξη Τύπου, καθώς και για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον ιστοχώρο www.drassi.gr

Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Τα καλά και συμφέροντα




Ήταν αναμενόμενο. Δίχως αμφιβολία, η χριστιανική αγάπη, η μεγαλοθυμία και συγχώρεση ώθησαν το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο να θέσει, με ψήφους επτά προς πέντε, την υπόθεση του έκπτωτου μητροπολίτη Αττικής Παντελεήμονoς στο αρχείο, διότι «αφού μελέτησε τον σχετικό ανακριτικό φάκελο, κατέληξε […] ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του εγκαλουμένου Αρχιερέως». Ο πρώην Αττικής, κατά κόσμον Αντώνιος Μπεζενίτης, εκτίει στον Κορυδαλλό ποινή κάθειρξης 6 ετών για υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθησιν 160000 ευρώ από τη Μονή Οσίου Εφραίμ.

Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς «είδαν» στον ανακριτικό φάκελο τα μέλη του Συνοδικού Δικαστηρίου. Είναι βέβαιο ότι ουδεμία αναφορά περιέχονταν στα ηχογραφημένα ηχητικά ντοκουμέντα, τα οποία κατέγραφαν τις ερωτικές συνομιλίες του «εγκαλουμένου Αρχιερέως» με άγνωστο νεαρό. Η Ιερά Σύνοδος ασχολήθηκε με το θέμα το 2002 και κατέληξε, εν τη σοφία της, ότι δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί το σχετικό υλικό ως παρανόμως ληφθέν. Η άψογη τήρηση των νόμων εκ μέρους των Ιεραρχών συγκίνησε τότε το σκανδαλισθέν πανελλήνιον, όπως συγκινεί σήμερα η εκ μέρους των αλληλεγγύη και φιλευσπλαχνία προς έναν πεπτωκότα αδελφό.

Άλλωστε υπάρχει και προηγούμενο: μετά την καταδίκη του κ.Πεντελεήμονος σε εξαετή κάθειρξη, όπως κάθε ομάδα πιέσεως «προσβάλλεται» όταν βλέπει έναν ομότεχνό της να καταδικάζεται, η Ιερά Σύνοδος ζήτησε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης να μην εκτίσει ο κ.Παντελεήμων την ποινή του σε κοινή φυλακή, αλλά σε μοναστήρι που θα διαμορφωθεί καταλλήλως έτσι ώστε να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά φυλακής!

Το ενδιαφέρον της Ιεράς Συνόδου ήταν ομολογουμένως συγκινητικό και δεν θα μπορούσε παρά να προέρχεται από ανθρώπους που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις δυσμενείς ψυχολογικές επιπτώσεις που επιφέρει σε έναν Ιεράρχη η μακροχρόνια στέρηση του ευσεβούς ποιμνίου του, η ζωή χωρίς την επισκοπική «Μερσεντές», μακριά από το επισκοπικό μέγαρο, δίχως υπηρετικό προσωπικό. Βεβαίως η Εκκλησία αναμένει ασκητική διαβίωση από τους λειτουργούς της, αλλά μην λησμονείτε ότι κάποιος βιώνει εντονότερα τον ασκητισμό όταν περιβάλλεται από πολυτέλεια. Αυτές οι λεπτές διακρίσεις μπορούν να γίνουν μόνον από ανθρώπους των οποίων η μακρόχρονη άσκηση εξουσίας και η υψηλή πνευματικότητα που απορρέει από αναμφίβολα απαιτητική θεολογική παιδεία, έχει οξύνει την αντιληπτικότητά τους και διαμόρφωσε καταλλήλως τις ποικίλες αντοχές τους.

Δεν είναι γνωστό αν οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις του κ.Μπεζενίτη, από δύο διαφορετικά δικαστήρια, καθώς και οι χιλιάδες σελίδων αποδεικτικού υλικού και μαρτυρικών καταθέσεων περιέχονταν στο φάκελο που εξέτασε το Συνοδικό Δικαστήριο. Δεν γνωρίζουμε λ.χ. αν οι Σεβασμιότατοι Ιεράρχες («Άγιοι» όπως ταπεινότατα αυτο-αποκαλούνται) διάβασαν το κείμενο της εισαγγελικής αγόρευσης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, στο οποίο αναφέρονταν, μεταξύ άλλων ότι «η φιλοχρηματία του [κ.Μπεζενίτη] τον οδήγησε σε όλες αυτές τις ενέργειες. Τα χρήματα τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ωφελήθηκε εκείνος και ζημιώθηκε η Ιερά Μονή. […]. Οι καταθέσεις των μαρτύρων δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ενοχή του […]».

Βεβαίως όποιος πιστεύει ότι έχει απευθείας πρόσβαση σε μια ανώτερη μεταφυσική πραγματικότητα, δεν εμπιστεύεται απαραίτητα τις αισθήσεις του και τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτές κομίζουν. Όπως στο «Όνομα του Ρόδου» οι αλλεπάλληλοι θάνατοι μοναχών αποδίδονται σε θέλημα Θεού, έτσι και οι καταθέσεις ύψους πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών, οι εξωχώριες εταιρίες, και η πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν στις δύο δίκες του κ.Μπεζενίτη, δεν στάθηκαν ικανά στοιχεία να πείσουν την πλειοψηφία του Συνοδικού Δικαστηρίου ότι συντρέχουν «αποχρώσες ενδείξεις» προκειμένου ο θεοφιλέστατος αδελφός κ.Παντελεήμων παραπεμφθεί στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο. Άλλωστε, όπως παρατήρησε συνοδικός ιεράρχης στην «Καθημερινή» (11/3/2009), η Εκκλησία για τα εσωτερικά ζητήματα είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί «μόνον τους Ιερούς κανόνες». Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω που στους Ιερούς Κανόνες αναφέρεται ότι το ιερατικό προσωπικό είναι δημόσιοι υπάλληλοι, ότι πρέπει να παίρνουν πριμ παραγωγικότητας, και ότι πρέπει να απολαμβάνουν ποικίλων κρατικών προνομίων, αλλά γνωρίζω ότι η μεταφυσική μου σκευή πάσχει, και γι αυτό δεν επιμένω

Αυτό που ξέρω όμως με (σωματική όχι εγκεφαλική) βεβαιότητα είναι ότι η κοινωνία βράζει, ότι αυτο-εξυπηρετικές συντεχνίες καταστρέφουν τους θεσμούς, ότι η ατιμωρησία κλονίζει το αίσθημα δικαίου, ότι δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο στη χώρα. Οι τραμπούκοι κουκουλοφόροι και οι κάθε λογής αυθαιρετούντες απλώς αποτελειώνουν, με τα δικά τους μέσα, το καταστροφικό έργο των ελίτ του κατεστημένου. Ψάχνεις απεγνωσμένα για ελπίδα και βλέπεις παντού ωμή ιδιοτέλεια και ξεδιάντροπη υποκρισία. Και μη χειρότερα…