Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Άνθρωποι και «ανθρωπάκια»


Προκάλεσε εύλογη αίσθηση το άρθρο του κ. Αλέξη Παπαχελά, «Να συγκριθούν με έναν Κουμάντο» (9/12/2009, «Κ»). Δεν είναι σύνηθες να εγκαλείται το καθηγητικό κατεστημένο από τον διευθυντή μιας μεγάλης και έγκριτης εφημερίδας ότι, συχνά, αποτελείται από «ανθρωπάκια». Η σύγκριση και μόνο με τον Σβώλο, τον Κουμάντο, ή τον Μάνεση που κάνει ο κ.Παπαχελάς είναι αρκετή για να δείξει τη θλιβερή μειονεξία πολλών καθηγητών σήμερα, οι οποίοι αποποιούνται την καθ(οδη)γητική τους ιδιότητα στα πανεπιστήμια (η κύρια ιδιότητα ενός παιδαγωγού) χάριν της ταπεινωτικής οσφυοκαμψίας που χαρίζει αξιώματα, χρήματα και εξαργυρώσιμες δημόσιες σχέσεις.

Ο καθηγητής που έχει επίγνωση της ιδιότητάς του δεν αρκείται να χρησιμοποιεί τον τίτλο του κυρίως για να υπογράφει διοικητικές πράξεις, να αναζητεί πελάτες, ή να ψάχνει κονδύλια από την ΕΕ, αλλά τον θεωρεί δυσπρόσιτη τιμή που συνεπάγεται υποχρεώσεις. Ο κ.Παπαχελάς τονίζει ότι καθηγητές του διαμετρήματος Κουμάντου τους χαρακτήριζε το θάρρος, η τόλμη, και η παρρησία. Στην ιδεοτυπική του μορφή ο καθ-ηγητής πάνω απ’ όλα ηγείται, βρίσκεται σε διανοητική ετοιμότητα, διδάσκει όχι μόνο από το βήμα αλλά και με το ήθος του. Όταν «τη θέση των καθηγητών με κεφαλαίο Κ» παίρνουν «πολλές φορές «ανθρωπάκια»», λέει ο κ.Παπαχελάς, «που φοβούνται ακόμη και τον ίσκιο τους» και ξοδεύουν όλη τους την ενέργεια να συναλλάσσονται με φοιτητικές παρατάξεις, κόμματα, ακόμη και με βίαιους τραμπούκους, τα πανεπιστήμια παρακμάζουν.

Οι καθηγητές-πρότυπα που αναφέρει ο κ.Παπαχελάς ήταν διατεθειμένοι να ρισκάρουν, να συγκρουστούν με τους ισχυρούς, δεν επεδίωκαν να είναι αρεστοί. Τα «ανθρωπάκια», αντιθέτως, έχουν μάθει στη διαπλοκή, τους ενδιαφέρουν κυρίως τα αξιώματα, προσκολλώνται στους ισχυρούς, κάνουν ρουσφέτια (δικά τους ή/και άλλων). Το βλέπεις ξεκάθαρα στο λόγο τους, ακόμα και στη γλώσσα του σώματός τους. Για ποιόν να αποτελέσουν πρότυπο αυτοί οι άνθρωποι; Τι είδους πρότυπο μπορεί να είναι ο πρύτανης που προσλαμβάνει τα παιδιά του στο πανεπιστήμιο, που μεσολαβεί για μετεγγραφές παιδιών πολιτικών (για να μεσολαβήσουν κι αυτοί με τη σειρά τους να προσληφθούν συγγενείς του στο δημόσιο), που βροντοφωνάζει στα ΜΜΕ ότι θα παραιτηθεί αλλά δεν το κάνει, που παραιτείται τελικά με ένα χρόνο καθυστέρηση, ανακοινώνοντας την «ψυχική εκμηδένισή» του; Φαντάζεστε ένα Κουμάντο, έναν Μάνεση ή έναν Καράγιωργα να παραιτείται γιατί έχασε το κουράγιο του, γιατί τον «εκμηδένισαν ψυχικά» οι διώκτες του;

Σε απάντησή του στο άρθρο του κ.Παπαχελά, ο αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών κ.Καράκωστας (10/12/2009, «Κ») διατείνεται ότι «ανθρωπάκια» υπάρχουν παντού. Αφοπλιστικός ισχυρισμός! Ο κ. αντιπρύτανης δεν αντιτείνει ένα συγκεκριμένο επιχείρημα, απλώς γενικεύει: εφόσον υπάρχουν ανθρωπάκια παντού, γιατί όχι και στα πανεπιστήμια; Στατιστικά μιλώντας έχει δίκιο, αλλά αυτό το επιχείρημα, είναι τόσο σαθρό όσο αυτό συνδικαλιστών εφοριακών οι οποίοι αντιτείνουν ότι σε κάθε επαγγελματικό χώρο υπάρχουν διεφθαρμένοι, άρα και στην εφορία – όπερ έδει δείξε! Τέτοιοι σοφιστικοί συλλογισμοί προβάλλονται από τις επιμέρους εξουσίες για να συγκαλύψουν: αποκρούουν τη συγκεκριμένη κριτική που τους ασκείται, μεταθέτοντας το επιχείρημα σε ένα ευρύτερο πεδίο, έτσι ώστε η συγκεκριμένη επικρινόμενη συμπεριφορά να χαθεί μέσα στη γενικότητα. Οι συλλογισμοί που συγκαλύπτουν, απο-ηθικοποιούν το επίμαχο θέμα, ανάγοντάς το σε κάποια αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση, η οποία εκδηλώνεται μέσα από το νόμο των μεγάλων αριθμών!

Αντιθέτως, αυτός που παίρνει την κριτική στα σοβαρά διαλέγεται μαζί της, τη θεωρεί ευκαιρία να αναστοχασθεί τις πρακτικές του κλάδου του, και να αναδιατυπώσει τις παραμέτρους που επηρεάζουν τη συμπεριφορά του. Ο αντίλογός του δεν έχει στόχο να συγκαλύψει, αλλά να θέσει τους όρους ενός ηθικο-κοινωνιολογικού προβληματισμού που αποσκοπεί να φωτίσει τις επικρινόμενες συμπεριφορές, να διερευνήσει πως γεννώνται, και πως μεταβάλλονται. Ο κ.Καράκωστας παραδέχεται ότι υπάρχουν καθηγητές-«ανθρωπάκια», αλλά δεν μας λέει ούτε πως παράγονται, ούτε πως διαιωνίζονται, ούτε τι συνέπειες επιφέρουν στην ακαδημαϊκή λειτουργία.
Ουδόλως με εκπλήσσει. Με ελάχιστες εξαιρέσεις (σαν κι αυτή του πρύτανη του Πολυτεχνείου Κρήτης) δεν θυμάμαι πότε άκουσα για τελευταία φορά έναν ηθικά στιβαρό λόγο από πρύτανη ελλαδικού πανεπιστημίου. Η συστηματική έλλειψη παρρησίας είναι ευεξήγητη. Άνθρωποι που συναλλάσσονται με τις κομματικές νεολαίες για να εκλεγούν σε πανεπιστημιακά αξιώματα, είναι δύσκολο να διατηρήσουν το θάρρος της γνώμης (αν το είχαν). Προτιμούν τις διπλωματικές υπεκφυγές, τη σιγουριά του ξύλινου λόγου, τις «ισορροπίες». Ηγούνται των ιδρυμάτων τους κατ’ όνομα, στην ουσία διαχειρίζονται την ακαδημαϊκή αθλιότητα. Δεν ξέρουν ούτε πότε, πώς και για ποιο λόγο να παραιτηθούν!

Αν στα σημερινά πανεπιστήμια στην Ελλάδα κυριαρχούν άνθρωποι υποδεέστεροι του ηθικού αναστήματος του Κουμάντου και του Μάνεση είναι γιατί δεν υφίσταται ακαδημαϊκή κοινότητα ως τέτοια, αρθρωμένη γύρω από συστατικά της κοινότητας «ενδογενή αγαθά», με εμπεδωμένα «κριτήρια αριστείας» που καθοδηγούν ανθρώπινες συμπεριφορές στο εσωτερικό της. Οι ρωμαλέες κοινότητες θεσμίζουν και τον κατάλληλο ηγετικό ανθρωπότυπο. Οι εκφυλισμένες «κοινότητες» αναδεικνύουν «εξωγενή αγαθά» (χρήματα, αξιώματα, σταδιοδρομισμό), ανέχονται τον κατακερματισμό, και θεσμίζουν επιμεριστικές (συνήθως ιδιοτελείς) συμπεριφορές.

Το «δημοκρατικό» πανεπιστήμιο είναι η πιο μεγάλη φούσκα της μεταπολίτευσης. Τη συντηρούν εργολαβικά καθηγητές-«ανθρωπάκια», συνδικαλιστικές ολιγαρχίες, και αδιάφοροι και άτολμοι πολιτικάντηδες. Δεν πρόκειται να σπάσει σύντομα γιατί, όπως έλεγε ο Βίλχελμ Ράιχ, τα κάθε λογής «ανθρωπάκια» προτιμούν τη σιγουριά του κομφορμισμού και τα χνώτα της αγέλης, από τον «κίνδυνο» της ελευθερίας.

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Αυτοκαταστροφική μανία


Τον αναζήτησα τη Δευτέρα το πρωί στο γραφείο του, στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ήξερα ότι είναι πρωινός τύπος και του άρεσε ιδιαίτερα να δουλεύει το πρωί. Τηλεφώνησα πολλές φορές, αλλά δεν το σήκωνε κανείς. Παραξενεύτηκα. Του τηλεφώνησα στο κινητό. «Έχουμε κατάληψη, δεν ξέρεις;», μου είπε. Δεν ήξερα. «Για ποιο λόγο;», ρώτησα; «Δεν είμαι σίγουρος, αλλά έχω την εντύπωση ότι έχει να κάνει με την επέτειο του φόνου του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, πέρυσι τον Δεκέμβριο».

«Καλά είναι δυνατόν να τιμά κανείς την επέτειο ενός φονικού με κατάληψη;», ρώτησα. «Δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι; Ένα μνημόσυνο, μια εκδήλωση, μια συγκέντρωση;». «Μη ρωτάς εμένα», μου είπε μελαγχολικά ο συνομιλητής μου. «Ρώτα τα εικοσάχρονα παιδιά που τα κάνουν αυτά». «Και όταν το γραφείο σου είναι κατειλημμένο πως δουλεύεις;», ρώτησα με προσποιητή αφέλεια.

Έβγαλε έναν αναστεναγμό, σιώπησε για μερικά δευτερόλεπτα, και συνέχισε με πιο ζωηρή φωνή: «Να σου πω κάτι; Εγώ έχω πολλά πράγματα να κάνω, μην αμφιβάλλεις. Διαβάζω, γράφω, κάνω βόλτες, επισκέπτομαι εκθέσεις ζωγραφικής, βλέπω ασθενείς στο ιδιωτικό μου ιατρείο, πληρώνομαι για τις γνωματεύσεις μου, καλά περνάω…. Το θέμα είναι άλλο. Τα παιδιά που έφτυσαν αίμα για να μπουν στην Ιατρική πότε θα μάθουν Ιατρική; Τι γιατροί θα γίνουν; Γιατί οι παράπλευρες δραστηριότητές μου να γίνονται το κύριο έργο μου; Γιατί να μην μπορώ να κάνω τη δουλειά μου, διδακτική και ερευνητική, απρόσκοπτα; Γιατί με πληρώνει ο φορολογούμενος; Για να κάθομαι σπίτι μου και να πλουτίζω από τους ιδιωτικούς ασθενείς μου; Όχι βέβαια.…».

Πήρε μια ανάσα και συνέχισε: «Κάτι βαθιά λάθος υπάρχει σε αυτή τη χώρα. Τα παιδιά που δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει ακαδημαϊκή αριστεία, έρευνα, και ιατρική είναι τόσο παραπλανημένα που δεν καταλαβαίνουν ότι μόνο στον εαυτό τους κάνουν κακό. Οι γονείς τους όμως γιατί σιωπούν; Η κοινωνία γιατί δεν εξεγείρεται; Εντάξει, εμείς είμαστε το «κατεστημένο», δεν έχουμε ανάγκη. Τα παιδιά όμως έχουν ανάγκη από τη γνώση μας και την εμπειρία μας. Δεν σκέπτονται το μέλλον τους;».

Ο τόνος της φωνής του υψώθηκε κι άλλο, ήταν φανερό πως ήταν ενοχλημένος. «Χρειάστηκε να πάρω ένα φάκελο κι έπρεπε να ζητήσω την άδεια των καταληψιών να μου επιτρέψουν να μπω στο γραφείο μου», συνέχισε. «Ένοιωσα να εξευτελίζομαι. Παιδιά που θάπρεπε να με ακούν με σεβασμό, να κρέμονται από τα χείλη μου για γνώσεις, να διεκδικούν το χρόνο μου, έχουν μετατραπεί σε φοιτητικές «μιλίτσια». Όταν η σχέση δασκάλου-μαθητή εκπίπτει σε αυτό το επίπεδο, είναι ποτέ δυνατόν να υπάρξει κοινότητα μάθησης και έρευνας, είναι ποτέ δυνατόν το πανεπιστήμιο να επιτελέσει την αποστολή του;»

Τον άφησα να μιλάει, ήθελε να τα πει. Ήταν κάτι περισσότερο από θυμωμένος• ήταν απογοητευμένος, στα όρια της παραίτησης. Τον άκουγα σκεπτόμενος πόσο τυχερός είμαι που δεν εργάζομαι σε κρατικό πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, πόσο ορθή ήταν η απόφασή μου να παραιτηθώ από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο πριν από 11 χρόνια.

Έκλεισα το τηλέφωνο με ένα αίσθημα μελαγχολίας. Σκεπτόμουν ότι ο συνομιλητής μου είναι καθηγητής Ιατρικής παγκόσμιας ακτινοβολίας. Πλήθος διεθνών βραβείων και διακρίσεων κοσμούν το γραφείο του. Το ερευνητικό του έργο είναι σημείο διεθνούς αναφοράς. Σε διεθνή συνέδρια είναι περιζήτητος ομιλητής. Ξένα πανεπιστήμια επιζητούν τη συμμετοχή του σε διαλέξεις και σεμινάρια. Φαρμακευτικές εταιρίες είναι διατεθειμένες να τον χρυσοπληρώσουν για μερικά λεπτά συνομιλίας που ενδεχομένως τους δώσουν νέες ιδέες για φάρμακα. Ασθενείς από όλο τον κόσμο ζητούν τις συμβουλές του.

Όλοι ζητούν λίγο από τον πολύτιμο χρόνο του. Όλοι, εκτός από τους φοιτητές του! Οι ψευδο-φοιτητικές τσογλανοπαρέες που διαφεντεύουν τα ελλαδικά πανεπιστήμια κάνουν ό,τι μπορούν για να μην προφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του στους φοιτητές και στην κοινωνία ένας άνθρωπος με το δικό του αναγνωρισμένο τάλαντο. Είναι σα να έχεις στα χέρια σου ένα θησαυρό και να τον πετάς γιατί δεν ξέρεις την αξία του. Τι αυτοκαταστροφική μανία: να απαξιώνεις τους θεσμούς σου, να σπαταλάς δυσεύρετο ανθρώπινο ταλέντο, να τρως τις σάρκες σου…

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Η απρόβλεπτη «ευφυΐα» του πλήθους


Πάνω από οκτακόσιες χιλιάδες οπαδοί της «Νέας Δημοκρατίας» ψήφισαν στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη του νέου προέδρου. Επίσης εντυπωσιακά μεγάλος ήταν ο αριθμός στις αντίστοιχες εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ. Αν αμφιβάλλατε ότι ο δικομματισμός έχει μέλλον, ιδού η διάψευση.

Ευκαιρίας δοθείσης, οι πολίτες εκφράζουν τις προτιμήσεις τους, δεν παραμένουν απαθείς. Όταν τους δίνουν το λόγο, ενδέχεται να τον πάρουν. Μερικές φορές δε, λένε απροσδόκητα πράγματα.... Ότι μπορεί λ.χ. η κόρη του πρώην αρχηγού, η κυρία με το χαμόγελο-μάσκα, που θεωρούσε αυτονόητο ότι τα αξιώματα πλάστηκαν για ανθρώπους της δυναστείας της, να χάσει τις εκλογές! Η δημοκρατική πολιτική είναι ένα ανοιχτό, πολύπλοκο σύστημα. Η εκλογή δυναστειακών ηγετών είναι ενδεχομενική• το φαινόμενο δεν είναι απαραίτητα επαναλαμβανόμενο. Η έκπληξη καραδοκεί. Μόνο οι αιτιοκράτες ή οι επηρμένοι δεν την περιμένουν.

Η εκλογή των προέδρων των ελλαδικών κομμάτων εξουσίας από τη βάση συνιστά ένα νέο φαινόμενο. Ξεκίνησε το 2004 ως μια εκ του ασφαλούς επιλογή του τότε υποψήφιου για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Παπανδρέου. Διαθέτοντας αντίστοιχα βιώματα ανοιχτών διαδικασιών στην Αμερική και έχοντας όχι μόνο το δαχτυλίδι της διαδοχής, αλλά και την απήχηση του ιστορικού του επωνύμου, ήταν βέβαιο ότι θα εκλεγόταν με τη νέα ανοιχτή διαδικασία. Η εκλογή από τη βάση καθιστούσε πραγματικότητα τη «συμμετοχή» που ευαγγελιζόταν ο κ.Παπανδρέου και έδενε με το γενικότερο πασοκικό αφήγημα περί «λαϊκής κυριαρχίας».

Ο μαζικός τρόπος εκλογής προέδρου στο ΠΑΣΟΚ δημιούργησε νέα δεδομένα στη λειτουργία των κομμάτων. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο για τη ΝΔ να αρνηθεί την εκλογή προέδρου από τον κόσμο της. Θα φαινόταν φοβική και ελιτίστικη, στην εποχή που το κυρίαρχο λογοπλαίσιο (discourse) ευνοεί την «ανοιχτότητα», την αδιαμεσολάβητη προσβασιμότητα, και την άμεση έκφραση ατομικών προτιμήσεων. Όταν ψηφίζεις για τον «Μπιγκ Μπράδερ» και τους «Μεγάλους Έλληνες», γιατί να μην ψηφίζεις και για τον αρχηγό του κόμματός σου; Ο μιμητικός ισομορφισμός παρήγαγε έναν νέο τρόπο λειτουργίας των κομμάτων εξουσίας. Το πολιτικό σύστημα μεταλλάχθηκε δίχως εμπρόθετο σχεδιασμό.

Η εκλογή από τη βάση μπορεί να αναπαράγει, σε μικρογραφία, την πόλωση των εθνικών εκλογών, προσδίδει όμως υψηλή νομιμοποίηση στον εκάστοτε πρόεδρο. Συγχρόνως, περιθωριοποιεί το κόμμα ως θεσμό στο οποίο ο πρόεδρος λογοδοτεί και από τις αποφάσεις του οποίου δεσμεύεται. Διαθέτοντας την άμεση λαϊκή εντολή, ο πρόεδρος αίρεται σημαντικά πάνω από τα κομματικά όργανα. Για την ακρίβεια, ο πρόεδρος μετατρέπεται σε αρχηγό.

Η περιθωριοποίηση του κόμματος αναδεικνύει την ηγετική ομάδα που πλαισιώνει τον αρχηγό και στον οποίο αποκλειστικά αναφέρεται. Το κόμμα μεταβάλλεται κυρίως σε μηχανισμό κινητοποίησης στις εκλογές, κατά τα αμερικανικά πρότυπα. Η διακριτότητά του από την υπόλοιπη κοινωνία περιορίζεται σημαντικά όταν δεν ψηφίζουν μόνο τα μέλη, αλλά οποιοσδήποτε το επιθυμεί. Στο μέτρο που αυτό συμβαίνει, τα κόμματα τείνουν να απισχνούνται. Όταν μπορείς απροϋπόθετα να συμμετέχεις στις κρισιμότερες κομματικές αποφάσεις, ποιος είναι ο λόγος να γίνει μέλος;

Η παρακμή των κομματικών οργανισμών είναι πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Συγχρόνως, παρατηρείται αύξηση των μελών των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Η Βασιλική Ορνιθολογική Εταιρία στη Βρετανία έχει περισσότερα μέλη από όλα τα κόμματα μαζί! Οι καθολικές αφηγήσεις που προβάλλουν τα κόμματα συγκινούν όλο και λιγότερο τους πολίτες στις διαφοροποιημένες κοινωνίες της άμεσης, γενικευμένης επικοινωνίας. Μπορείς να κινητοποιείσαι για τα επιμέρους θέματα που παθιάζεσαι, χωρίς να χρειαστεί να έχεις άποψη για όλα.

Αυτό αλλάζει ακόμα και τον τρόπο που οι πολίτες ψηφίζουν. Μπορεί η επιλογή σου να είναι κατ΄ ανάγκην καθολική (στο μέτρο που ένα κόμμα εξουσίας κατ’ ανάγκην προτείνει μια γενική αφήγηση διακυβέρνησης), αλλά η ψήφος σου ενδέχεται να εκφράζει κυρίως επιμέρους προτιμήσεις. Το γεγονός ότι ψήφισες ΠΑΣΟΚ για να απαλλαγείς από την αθλιότητα της κυβέρνησης Καραμανλή δεν σε σταματά να διαμαρτύρεσαι για τις αλλαγές στο ασφαλιστικό.

Οι ανοιχτές διαδικασίες καθιστούν την πολιτική ένα οιονεί απρόβλεπτο σύστημα, το οποίο, στην κατάλληλη συγκυρία (απρόβλεπτη φυσικά), ενδέχεται να παραγάγει απροσδόκητη καινοτομία (όχι απαραίτητα θετική). Στην παραδοσιακή πολιτική τα κόμματα λειτουργούν όπως οι μεγάλες επιχειρήσεις στην οικονομία: η ολιγαρχική δομή τους και η ολιγοπωλιακή λειτουργία τους σταθεροποιούν το σύστημα. Αντιθέτως, η μαζική, δημοψηφισματικού τύπου, συμμετοχή των πολιτών δυνητικά το αποσταθεροποιεί, στο μέτρο που οι διαθέσεις του πλήθους, εξαρτώμενες από τη συγκυρία και υποκείμενες ευκολότερα απ’ ότι οι ελίτ σε παρορμητικές επιλογές, καθιστά εφικτή την παραγωγή νεωτερισμών (είτε αυτοί είναι η εκλογή του προοδευτικού Ομπάμα, είτε του εθνολαϊκιστή Σαμαρά• είτε η καταψήφιση του Σχεδίου Ανναν στην Κύπρο, είτε η απαγόρευση ανέγερσης μιναρέδων στην Ελβετία).

Η πολιτική είναι μια διαδικασία στην οποία οι επιλογές των πολιτών δεν διαμορφώνονται κυρίαρχα από τη λογική αλλά από ένα μίγμα εξωλογικών διαθέσεων, συναισθημάτων και αξιών. Αυτό δεν καθιστά τις πολιτικές επιλογές απαραίτητα μη ορθολογικές, απλώς υπογραμμίζει ότι, όπως έλεγε ο αείμνηστος Καστοριάδης, στη βάση του ορθού λόγου κείται το πάθος, η «αστυνόμος οργή». Αν η κυρία Μπακογιάννη θέλει να μάθει κάτι από την ήττα της, ας ξαναδεί το χαμόγελό της στον καθρέφτη των ΜΜΕ. Ισως δει τότε αυτό που είδαν οι περισσότεροι οπαδοί του κόμματός της...

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Η φυλή, η «πόλις» και η ΝΔ


Όποιος έχει την υπομονή να παρακολουθήσει την πληκτική ρητορική που συνοδεύει την προεκλογική εκστρατεία για την ανάδειξη αρχηγού της ΝΔ, θα προβεί σε μερικές ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις.

Πρώτον, θα διακρίνει, για μια ακόμη φορά, τον ελλαδικού τύπου ανορθολογισμό που διαπερνά τα κόμματα εξουσίας (όχι ότι τα άλλα είναι καλύτερα δηλαδή…). Οι υποψήφιοι για την προεδρία της ΝΔ αρνούνται στην ουσία τον πολιτικό (άρα έλλογο, ανταγωνιστικό, και δημόσιο) χαρακτήρα της εκλογικής διαδικασίας, χάριν της «αλληλεγγύης» μιας οιονεί συγγενικής ομάδας.

Ο κ.Σαμαράς λ.χ. δεν θέλει να εμπλακεί σε τηλεοπτικό διάλογο με την κυρία Μπακογιάννη για «να μη γίνουν», λέει, «τα εσωτερικά μας τηλεοπτικό θέαμα»! Στη σαμαρική εκδοχή της δημοκρατίας «δεν υπάρχουν αντίπαλοι», μόνο «συμμαχητές»! Τι περίεργο. Κι εγώ νόμιζα ότι κάθε διαδικασία εκλογής, στην οποία για μία θέση υπάρχουν πάνω από ένας υποψήφιος, είναι εγγενώς ανταγωνιστική. Δεν διαλέγεσαι μόνο με τους αντιπάλους του άλλου κόμματος, αλλά και με τους εσωκομματικούς σου αντιπάλους. Ομολογουμένως, η φύση της αντιπαλότητας στις δύο περιπτώσεις είναι διαφορετική, αλλά αυτό δεν αναιρεί τον αντιπαραθετικό χαρακτήρα της σχέσης των υποψηφίων. Μια εκλογική διαδικασία, η οποία μάλιστα διεξάγεται ανοιχτά με την οργανωμένη συμμετοχή της βάσης, είναι κατ’ ανάγκην αντιπαραθετική. Μόνο ολοκληρωτικά καθεστώτα δεν αναγνωρίζουν τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της πολιτικής.

Στη ΝΔ οι ανθυποψήφιοι ζητούν την ψήφο των οπαδών τους χωρίς να εξηγούν, ευθέως και αντιπαραθετικά, τους λόγους. Σημείο αναφοράς δεν είναι η έλλογη δημόσια σφαίρα, αλλά το πανηγύρι της ιδιωτικής σύναξης. Απευθύνονται μονολογικά σε επιλεγμένα κομματικά ακροατήρια που τους επευφημούν, δεν διαλέγονται μεταξύ τους, εις επήκοον, ή με τη συμμετοχή, των οπαδών τους. Ο διάλογος, η αντιπαράθεση, θεωρείται ότι διχάζει, δεν αποτελεί την ευκαιρία να κατατεθούν και να συγκριθούν απόψεις.

Οι υποψήφιοι νομίζουν ότι αναλύουν τα αίτια της παταγώδους ήττας της ΝΔ στηλιτεύοντας «συμπεριφορές που πλήγωσαν την παράταξη». Προσέξτε τον συναισθηματιστικό-τριμπαλιστικό χαρακτήρα της γλώσσας. Όπως σε ένα ζευγάρι η συμπεριφορά του ενός μπορεί να πληγώσει ιδιωτικά τον άλλο, έτσι και στην πολιτική, η έκνομη ή ανάρμοστη συμπεριφορά ενός υπουργού (λ.χ. Μαγγίνας και Βουλγαράκης αντιστοίχως) «πληγώνει» την παράταξη, όχι τη Δημοκρατία. Ο υπουργός δεν παραβιάζει το νόμο της «πόλεως», ούτε τα άγραφα ήθη του δημόσιου βίου. Ο υπουργός κυρίως προδίδει τους οπαδούς του, τη φυλή του• δευτερευόντως παραβαίνει τη δημόσια αποστολή του. Η «φυλή» προηγείται της «πόλεως». Απορεί κανείς γιατί αυτοί οι άνθρωποι οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία;

Δεύτερη διαπίστωση. Αν ο χαρακτήρας είναι αυτό που κυρίως συνιστά τον ηγέτη, η πολιτική διαδρομή των υποψηφίων δημιουργεί ερωτηματικά για την ελκυστικότητα των υποψηφιοτήτων τους.

Τι είδους σοβαρό κόμμα είναι αυτό που δέχεται να είναι υποψήφιος για την αρχηγία ένας γραφικός νομάρχης που καταδικάστηκε πρωτοδίκως για παράβαση καθήκοντος;

Τι είδους κόμμα αρχών είναι αυτό που επιβραβεύει την καιροσκοπική συμπεριφορά πρώην κορυφαίου υπουργού του, παραχωρώντας του σήμερα τη θέση του υποψηφίου αρχηγού; Το πρόβλημα με τον κ.Σαμαρά δεν είναι μόνο ο ανδρεοπαπανδρεϊκής κοπής εθνολαϊκισμός του (πράγμα εξόχως σημαντικό φυσικά), ούτε τόσο η περιλάλητη αποστασία του το 1993, όσο η μη διάθεσή του να αναλάβει εμπράκτως το ρίσκο των επιλογών του.

Σε ορθολογικά πολιτικά συστήματα, οι πολιτικοί λειτουργούν, κατ’ αρχήν, βάσει αρχών, και λιγότερο βάσει κριτηρίων προαγωγής της σταδιοδρομίας τους. Σε έναν ορθολογικό δημόσιο βίο λειτουργεί το «λόγον διδόναι». Αν ο κ.Σαμαράς έκρινε ότι έπρεπε να επανέλθει στο κόμμα από το οποίο θορυβωδώς αποχώρησε, όφειλε να εξηγήσει δημοσίως τους λόγους της επανόδου του. Ουδέποτε το έκανε. Στερείται συνεκτικής αφήγησης η οποία να ερμηνεύει πειστικά την πολιτική διαδρομή του. Γιατί να μην του προσαφθεί ο ψόγος του καιροσκόπου; Ασπόνδυλος καιροσκοπισμός συν προγραμματικός εθνολαϊκισμός συνιστούν ένα επικίνδυνο μίγμα. Η ΝΔ φαίνεται ότι θέλει να το δοκιμάσει. Καλή της τύχη…

Η κυρία Μπακογιάννη συνιστά την υποδειγματική ενσάρκωση του ελλαδικού πολιτικού «συστήματος». Φίλη του Χριστοφοράκου, το όνομά της ενεπλάκη στην υπόθεση Ζήμενς, συμβολίζει αναπόφευκτα την οικογενειοκρατία στην ελλαδική πολιτική ζωή. Η θητεία της στο Δήμο Αθηναίων ήταν μια μεθοδευμένα μιντιακή υπόθεση στη σταδιοδρομική της άνοδο προς την αρχηγία της ΝΔ (εξ ου και το «έργο» της συνίστατο κυρίως σε ταξίδια στο εξωτερικό!), παρά ευκαιρία δημόσιας προσφοράς. Τα αξιώματα για την κόρη του κ.Μητσοτάκη φαίνεται να είναι απλώς σκαλοπάτια στη σκάλα της ισχύος προς την πρωθυπουργία, παρά δυνατότητες δημιουργικού έργου.

Το έκδηλα αυτάρεσκο χαμόγελό της δείχνει άνθρωπο που θεωρεί ότι τα αξιώματα του ανήκουν, κι όλοι πρέπει να δουλεύουν γι αυτόν. Ο δημόσιος λόγος της είναι σκηνοθετημένα μιντιακός. Αν και δεν τη διακρίνει ο εμετικός εθνολαϊκισμός του κυρίου αντιπάλου της, δεν παρέλειπε να εκδηλώνει τη συμπάθειά της για το Χριστόδουλο, ενώ σε αρκετά επίμαχα πολιτικά θέματα υπήρξε εντέχνως ασαφής. Σε ερώτηση μαθητών «αν έχει κάνει ρουσφέτια», απάντησε ωμά, με το ύφος των «επιτυχημένων» που θεωρούν τον εαυτό τους πάνω από το νόμο: «ναι, έχω κάνει» («Το SchoolΗΚΙ», Ιούνιος 2003). Να προβάλλει η κυρία Μπακογιάννη σήμερα ως ο αρχάγγελος του φιλελευθερισμού είναι τόσο πειστικό, όσο οι ομολογίες χριστιανικής πίστης του Μπερλουσκόνι.

Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δύο επικρατέστερων «σοβαρών» υποψηφίων; Βεβαίως υπάρχουν και έχουν τη σημασία τους. Αρκεί να μην ξεχνάμε όμως ότι οι διαφορές δευτερευόντως πηγάζουν από διαφορετικές αξιακές αφετηρίες και πολιτικές θεωρήσεις. Κυρίως, αποτελούν ιδεογίζοντα επιχρίσματα για να συγκαλυφθεί η πραγματικότητα: αυτό που κυρίως υποκινεί τους υποψήφιους για την προεδρία της ΝΔ είναι λιγότερο η συγκροτημένη και βάσει αρχών διάθεση για πολιτική παρέμβαση και δημόσια προσφορά, και περισσότερο η ικανοποίηση των ιδιωτικών φιλοδοξιών τους.

Δεν υπάρχει, φυσικά, τίποτα το μεμπτό με τις φιλοδοξίες, αρκεί αυτές να εγκιβωτίζονται σε αρχές, αξίες και προγραμματικές θεωρήσεις. Να μην είναι δηλαδή αμιγώς συστατικά στοιχεία της προσωπικότητας του φορέα τους. Μόνο τότε οι φιλοδοξίες καθίστανται κοινωνικά επωφελείς και όχι απλά αυτό-εξυπηρετικές. Δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει στην περίπτωσή αυτή.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Μπροστά στη χρεοκοπία…



Η χώρα είναι αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία: όχι μόνο την επερχόμενη οικονομική, όσο αυτή που έχει ήδη επέλθει – την ηθικο-πολιτική. Φαίνεται, άλλωστε, στις δηλώσεις των ευρωπαίων αξιωματούχων. Δεν μας επικρίνουν τόσο για εσφαλμένη οικονομική πολιτική, όσο για ανυπαρξία πολιτικής («η Ελλάδα δεν έλαβε κανένα διορθωτικό μέτρο, βυθίζεται στα χρέη και στα ελλείμματα…» - Αλμούνια) και, κυρίως, για αναξιόπιστη πολιτική («το παιχνίδι τελείωσε» - Γιούνγκερ). Στις Βρυξέλλες ο όρος «Greek statistics» χρησιμοποιείται συνεκδοχικά ως δηλωτικός ψεύδους και αναξιοπιστίας. Με άλλα λόγια μας λένε: σας διακρίνει η ακρασία, η πονηριά και η αναξιοπιστία. Ξέρετε τι πρέπει να κάνετε αλλά δεν το κάνετε (ακρασία)• παίζετε με τα ευρωπαϊκά όργανα για τους δικούς σας μικροπολιτικούς λόγους (πονηριά)• αλλάζετε κάθε λίγο τα στοιχεία που μας στέλνετε (αναξιοπιστία). Δεν είστε σοβαρή χώρα.

Οι προκαταλήψεις που αντιμετώπισαν αρχικά οι Έλληνες μετανάστες στον ανεπτυγμένο κόσμο αναβιώνουν: καιροσκόποι ανατολίτες, πονηροί λαθρεπιβάτες, ανάξια εμπιστοσύνης άτομα. Το δυστύχημα είναι ότι τα στερεότυπα αυτά δεν αφίστανται, πλέον, της πραγματικότητας. Η χώρα συμπεριφέρεται στους εταίρους της με τον ίδιο τρόπο που το ελλαδικό κράτος συμπεριφέρεται στους πολίτες του, και αντιστρόφως. Το μοτίβο της αναξιόπιστης, καιροσκοπικής και ιδιοτελούς συμπεριφοράς αναπαράγεται ισομορφικά σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής συμβίωσης. Γι αυτό και τα γενικευμένα φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης που παρατηρούμε…

Στην Ελλάδα είτε δεν υπάρχουν κανόνες, είτε δεν τηρούνται, είτε αλλάζουν αυθαίρετα (π.χ. χωροταξία, φορολογία). Ένα πράγμα δεν υπάρχει: σαφήνεια, προβλεψιμότητα, σεβασμός στη νομιμότητα. Στο αναξιόπιστο κράτος οι πολίτες συμπεριφέρονται αυστηρώς συμφεροντολογικά. Φοροδιαφεύγουν, χτίζουν αυθαίρετα, πιέζουν για ρουσφέτια, χαριστικές παροχές και εξαιρέσεις, απεχθάνονται τον ανταγωνισμό, προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν τα ατομικά τους οφέλη με κάθε τρόπο.

Το κράτος, ιστορικά, δεν αποτελεί μια πολιτικώς ουδέτερη οντότητα, αλλά λάφυρο του εκάστοτε κόμματος εξουσίας. Οι πολιτικάντηδες, εντελώς ξεδιάντροπα, διορίζουν ποικιλοτρόπως ψηφοφόρους τους στην κρατική μηχανή, ενώ επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους και τους συγγενείς τους τα μεγαλύτερα προνόμια. Λιλιπούτειου αναστήματος πολιτικοί, βαλκανικής κοπής ασημαντότητες, ανέρχονται σε κορυφαία αξιώματα και μεριμνούν ανερυθρίαστα για τους «κολλητούς» τους. Δείτε: τα τελευταία πέντε χρόνια η Βουλή διπλασίασε, κυρίως με ρουσφετολογικές προσλήψεις, τον αριθμό των υπαλλήλων της! Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η θυγατέρα, καθώς και στενοί συνεργάτες, του πρώην προέδρου κ.Σιούφα.

Κυρώσεις δεν επιβάλλονται, δικαιοσύνη δεν αποδίδεται. Οι ισχυροί απολαμβάνουν ιδιότυπη ασυλία, η ατιμωρησία παραλύει τα πάντα. Ο Χριστοφοράκος θα παραμείνει για πάντα ατιμώρητος, όπως ατιμώρητος έμεινε ο Βουλγαράκης και ανεξερεύνητη η δυσώδης υπόθεση Παυλίδη. Ναταν οι μόνες…

Η φαυλότητα του δημόσιου βίου αντανακλάται στο αυτοεξυπηρετικό πολιτικό σύστημα, διαπερνά ιδιωτικές συμπεριφορές, και δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Υπάρχει στενή νοηματική συνάφεια μεταξύ πολιτικής φαυλότητας και του φαύλου κύκλου στον οποίο έχουμε περιπέσει. Πολύ πριν η Ελλάδα καταστεί αναξιόπιστη στην ΕΕ, εξέθρεψε διαχρονικά φαύλες συμπεριφορές στο εσωτερικό της. Σπέρνουμε τώρα, ό,τι θερίσαμε για δεκαετίες.

Ενας χυδαίος πολιτικάντης που χρησιμοποιεί το κράτος σαν να ήταν ιδιοκτησία του, γιατί να είναι «αξιόπιστος» στους ευρωπαίους εταίρους; Ο υπουργός που κλείνει τα μάτια σε ψεύτικες δηλώσεις αγροτών για να πάρουν επιδοτήσεις από την ΕΕ, γιατί να μη θελήσει να παραπλανήσει τους ομολόγους του στην ΕΕ; Οι πολιτικάντηδες που συστηματικά διαπλέκονται με οργανωμένα συμφέροντα, κάνουν ρουσφέτια, θέτουν διεφθαρμένους συναδέλφους τους πάνω από το νόμο, και παραβαίνουν τους νόμους που οι ίδιοι ψηφίζουν, πως ξαφνικά θα μετατραπούν σε ορθολογικούς πολιτικούς, αξιόπιστους εταίρους, ειλικρινείς συνομιλητές, σοβαρούς διαπραγματευτές, αξιέμπιστους υπηρέτες της νομιμότητας και του δημοσίου συμφέροντος; Δεν γίνεται…

Η Ελλάδα έχει χρεοκοπήσει εδώ και καιρό, απλώς τώρα περιμένουμε την ΕΕ να θυροκολλήσει την επίσημη ανακοίνωση. Το μεταπολιτευτικό παιχνίδι του άκρατου κομματισμού, του γλοιώδους λαϊκισμού, του υπερτροφικού κρατισμού, του πολιτικού καιροσκοπισμού, των «στημένων» κανόνων, και της συντεχνιακής ιδιοτέλειας, τελειώνει με πάταγο. Μια χρονίως ανορθολογική χώρα τίθεται υπό τη στενή επιτήρηση της ορθολογικής Ευρώπης. Όσο μειωτικό κι αν είναι, όσο «αποικιοκρατικό» κι αν ακούγεται, είναι το καλύτερο που μπορεί να μας συμβεί.

Αποδειχθήκαμε ανίκανοι να βάλουμε σε τάξη τα του οίκου μας. Καταντήσαμε ανάξιοι να είμαστε μια αυτοκυβερνώμενη πολιτική οντότητα Αναδείξαμε πυγμαίους σε ηγετικά αξιώματα (κοιτάξτε ποιοι διαγκωνίζονται για την προεδρία της ΝΔ!), αφεθήκαμε να παρασυρθούμε από τα γλυκά ψέματα των δημαγωγών, καταχρεωθήκαμε ασύνετα, νομίσαμε σαν κακομαθημένα παιδιά ότι μπορούμε να τάχουμε όλα για πάντα. Συμπεριφερθήκαμε ανεύθυνα. Ευτυχώς που υπάρχουν οι Βρυξέλλες να μας προστατεύσουν από τον κακό μας εαυτό. Δεν μας τιμά, αλλά μας σώζει.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Που είναι οι έλληνες Sir Humphrey;



Γελάμε με τα καμώματα του σερ Χάμφρευ στην κλασική βρετανική κωμική σειρά «Μάλιστα κ.Υπουργέ» - τις γραφειοκρατικές δολοπλοκίες του, την έπαρση και τον συντηρητισμό του -, αλλά ο χαρακτήρας του σερ Χάμφρεϋ μόνο σε μια χώρα με ανεξάρτητη και ρωμαλέα δημόσια διοίκηση είναι κατανοητός. Η υπέροχη κωμωδία του Αντονι Τζέϋ σατιρίζει μια δημόσια διοίκηση η οποία όχι μόνο δεν είναι τσιράκι των πολιτικών (όπως εδώ), αλλά έχει φτάσει στο άλλο άκρο: να θεωρεί τους πολιτικούς εγγενώς ανίκανους να υπερασπίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο οι γραφειοκράτες ταυτίζουν με το συμφέρον της δημοσιοϋπαλληλίας.

Η πραγματική ισχύς του σερ Χάμφρεϋ προέρχεται από την κομβική θέση του στον κρατικό μηχανισμό. Οι κυβερνήσεις έρχονται και φεύγουν, αλλά αυτός παραμένει σταθερό σημείο αναφοράς. Κατέχοντας τη θέση του Μόνιμου Γραμματέα του (φανταστικού) υπουργείου Διοικητικών Υποθέσεων, διοικεί το υπουργείο και διασφαλίζει τη θεσμική μνήμη της κρατικής μηχανής. Αν πρέπει να διαλέξω με ποιου τα καμώματα να γελώ, προτιμώ χίλιες φορές αυτά του επηρμένου και δολοπλόκου, πλην ικανού και έντιμου γραφειοκράτη σερ Χάμφρευ, παρά αυτά του στερεότυπα ερασιτέχνη, συνήθως ανίκανου, και όχι σπάνια διαπλεκόμενου πολιτικάντη.

Όλες οι εκθέσεις για την κατάσταση της δημόσιας διοίκησης (δδ) στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο εντοπίζουν ως θεμελιώδες πρόβλημα την κακή διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της: την απουσία αξιοκρατίας και την έλλειψη ικανών στελεχών να υλοποιήσουν δημόσιες πολιτικές σε έναν πολύπλοκο, διεθνοποιημένο, και ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο. Η Ελλάδα δεν έχει σερ Χάμφρευ και δεν κάνει τίποτα να τους αποκτήσει.

Η δημιουργία της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης το 1983 υποτίθεται ότι θα διόρθωνε τα πράγματα, αλλά απέφερε πενιχρά αποτελέσματα. Όχι γιατί δεν έκανε καλή δουλειά, αλλά γιατί τα ικανά στελέχη που παρήγαγε ουδέποτε αξιοποιήθηκαν. Δεν είναι τυχαίο λ.χ. ότι η πρόνοια για ποσοστώσεις σε θέσεις διοικητικής ευθύνης σπάνια τηρήθηκε. Αρκετές εκατοντάδες μορφωμένοι και ικανοί δημόσιοι λειτουργοί, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον καταλύτη αλλαγών στο δημόσιο, φυτοζωούν επαγγελματικά.

Η πρόσφατη προκήρυξη των θέσεων γραμματέων στα υπουργεία προκάλεσε εύλογη αίσθηση: για πρώτη φορά δημιουργείται μια ρωγμή στο στενά κομματικό κράτος. Η διαδικασία όμως είναι κλασικά ελλαδική: πρόχειρη και ερασιτεχνική. Οι σχετικές περιγραφές θέσεων εργασίας, αν υπάρχουν, ουδέποτε ανακοινώθηκαν. Η διαδικασία της αξιολόγησης είναι κάθε άλλο παρά διαφανής: δεν ξέρουμε επίσημα ποιοι θα πάρουν τις σχετικές αποφάσεις, πως, και με τι κριτήρια. Στελέχη του ΙΣΤΑΜΕ (δηλαδή ενός κομματικού οργανισμού) μετεξελίχθησαν σε ειδικούς της διοίκησης προσωπικού, προβαίνοντας σε πρώτη διαλογή των δεκάδων χιλιάδων αιτήσεων! Αυτοσχεδιάζουν, όλα γίνονται εκ των ενόντων.

Αν όμως η κυβέρνηση ήθελε πράγματι να επιλέξει τους άριστους για τόσο υψηλές θέσεις, θα έκανε αυτό που κάνουν οι μεγάλες καλές επιχειρήσεις: θα ανέθετε τη διαδικασία προσλήψεων σε μια εταιρία με τη σχετική τεχνογνωσία και, συγχρόνως, θα της ζητούσε να προσκαλέσει αποδεδειγμένα ικανούς ανθρώπους να θέσουν υποψηφιότητα. Τους άριστους πας να τους βρεις, δεν περιμένεις να σου έρθουν από το διαδίκτυο.

Μπορεί όμως να δείξει κανείς ανοχή στον καλοπροαίρετο ερασιτεχνισμό. Το πλέον προβληματικό στοιχείο είναι άλλο: ακόμα και μια ανοιχτή διαδικασία δεν αντιμετωπίζει το κατ’ εξοχήν πρόβλημα της ελλαδικής δδ – την πολιτικοποίησή της. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι οι θέσεις γραμματέων, δηλαδή οι κορυφαίες θέσεις της διοικητικής πυραμίδας, δεν ανήκουν σε ανθρώπους που σταδιοδρομούν στη δδ, αλλά είναι «θέσεις πολιτικής ευθύνης». Δεν μας εξηγεί, βέβαια, γιατί οι γραμματείς του (πρώην) ΣΔΟΕ, Αθλητισμού, Πολιτικής Προστασίας, ή ακόμη και του Εθνικού Τυπογραφείου (!) πρέπει να είναι πολιτικά πρόσωπα. Δεν μας λέει πως θα διασφαλιστεί η συνέχεια του κράτους και θα ενισχυθεί η θεσμική μνήμη, όταν οι κορυφαίοι της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας είναι μετακλητοί. ‘Η τι επιπτώσεις έχει η συνεχιζόμενη πολιτικοποίηση στο ηθικό των άξιων δημόσιων λειτουργών, οι οποίοι γνωρίζουν ότι δεν θα φτάσουν ποτέ στη διοικητική κορυφή του υπουργείου τους.

Η αποπολιτικοποίηση της δδ είναι το υπ’ αριθμόν ένα ζητούμενο σήμερα, αλλά το πολιτικό σύστημα το υποβαθμίζει. Χρειαζόμαστε επειγόντως ικανούς γραφειοκράτες να διοικήσουν το κράτος, όχι πολιτικά πρόσωπα, όσο ικανά κι αν είναι. Η χώρα χρειάζεται θεσμική μνήμη, όχι διαδικτυακά πυροτεχνήματα. Είναι προτιμότερο το κράτος να διοικείται από μόνιμους γραμματείς σαν τον σερ Χάμφρευ, οι οποίοι στη συνέχεια να σατιρίζονται για τις εμμονές τους, παρά από εφήμερα πολιτικά πρόσωπα που δεν σταδιοδρομούν επαγγελματικά στη δδ και δεν έχουν αίσθηση διαχρονικής υπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος.