Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Τα χειρότερα δεν τάχουμε δει ακόμη…



Ζούμε τη χειρότερη κρίση που θα μπορούσε να μας συμβεί, με εξαίρεση πολεμική σύρραξη ή την κατάλυση της δημοκρατίας. Ουσιαστικά πτωχεύσαμε, με ό,τι συνεπάγεται αυτό (και συνεπάγεται πολλά). Η σχεδόν υπαρξιακή περιδίνηση δημιουργεί τις προϋποθέσεις να αναστοχαστούμε τους ιστορικούς εθισμούς, τις συλλογικές πρακτικές,  που μας έφεραν εδώ. Μερικές φορές, όπου υπάρχουν άνθρωποι με ήθος, φαντασία και τόλμη, το κάνουν. Οι νοσοκομειακοί γιατροί της Σπάρτης, λ.χ., προτρέπουν με ανακοινώσεις και αφίσες τους ασθενείς τους να μη δίνουν φακελάκι. Η κρίση μας αναγκάζει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, όπου μπορούμε, όσες μας αναλογούν.
Το κάνουμε όλοι; Όχι, φυσικά. Το κάνουν οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι; Δυστυχώς, όχι. Η κρίση για το πολιτικό σύστημα αποδεικνύεται ότι δεν είναι ευκαιρία υπέρβασης, αλλά μια ακόμα περίπτωση εγκλωβισμού στους φαύλους κύκλους που ιστορικά έχουν παγιδεύσει τη χώρα. Τα παραδείγματα είναι πολλά, αλλά  θα σταθώ σε ένα.
Σήμερα και την επόμενη Κυριακή διεξάγονται τοπικές εκλογές. Είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συζητηθούν σημαντικά θέματα τοπικής διακυβέρνησης και ανάπτυξης. Τι κυριαρχεί στην πολιτική ημερήσια διάταξη; Το Μνημόνιο! Αρχικά η αντιπολίτευση, και, αργότερα, αφρόνως συρόμενη και η κυβέρνηση, πολιτικοποίησαν τις τοπικές εκλογές, δηλαδή τις διαμόρφωσαν με όρους της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Η εκλογή τοπικών αρχόντων ανήχθη σε έκφραση εμπιστοσύνης (ή μη) στην κεντρική κυβέρνηση!
Δεν είναι η πρώτη φορά, ούτε είναι το μόνο θέμα. Όπως η ΝΔ πολιτικοποιεί σήμερα τις τοπικές εκλογές για ίδιον όφελος, έτσι και το ΠΑΣΟΚ πέρυσι χρησιμοποίησε εργαλειακά το Σύνταγμα προκειμένου να εκβιάσει τη διεξαγωγή πρόωρων βουλευτικών εκλογών. Πάντοτε μετά τη μεταπολίτευση οι τοπικές εκλογές ετεροκαθορίζονται: τα θέματα τοπικής πολιτικής τίθενται από τα κόμματα με όρους διλημμάτων της κεντρικής πολιτικής διαμάχης, δηλαδή το εξής ένα: καταψηφίστε/υπερψηφίστε την κυβέρνηση! Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο ότι η εντολή διακυβέρνησης αμφισβητείται με κάθε ευκαιρία, αλλά και ότι η συζήτηση για τα επιμέρους θέματα διεξάγεται κυρίως με αλλότριους όρους. Η ποιότητα του δημόσιου λόγου εξασθενεί, στο μέτρο που τα επιμέρους θέματα πολιτικής (policy issues) διαρκώς ετεροπροσδιορίζονται.
Το φαινόμενο της κοντόφθαλμης επιβολής κεντρικών πολιτικών διλημμάτων στη λειτουργία επιμέρους θεσμών δεν είναι τυχαίο: παράγεται συστημικά, δηλαδή από έναν ιστορικά εμπεδωμένο τρόπο αλληλεπίδρασης των «παικτών» του πολιτικού μας συστήματος. Ποιος είναι αυτός; Η πάση θυσία (δηλαδή, η άνευ αρχών) μεγιστοποίηση του εφήμερου κομματικού οφέλους. Τα κόμματα δεν νοιώθουν ότι δεσμεύονται από κάποιους υπερκείμενους κανόνες συμπεριφοράς (γραπτούς ή μη), οι οποίοι ρυθμίζουν το δημόσιο βίο. Αντιθέτως, προσπαθούν να αποσπάσουν καιροσκοπικά οφέλη, όπου και όπως μπορούν, με κάθε τίμημα.
Αποτέλεσμα; Η διαμόρφωση μιας πολιτικής κουλτούρας ιδιοτελούς καιροσκοπισμού, η οποία: δεν σέβεται κανόνες, δεν αναζητά τη συνεννόηση (αλλά, αντιθέτως, σχεδόν αυτόματα, κλιμακώνει την αντιπαράθεση σε πόλωση), δεν αποκλείει (κάθε άλλο…) από ηγετικές θέσεις ανίκανους, μωροφιλόδοξους, και φαύλους, δεν ευνοεί τη διαμόρφωση ορθολογικών κριτηρίων στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων, και πλειοδοτεί σε ανεύθυνο λαϊκισμό. Οι συνέπειες είναι ψηλαφητές, παντού…
Αντιμέτωπα ακόμα και με τη χρεοκοπία της χώρας, τα κόμματα φαίνεται ότι αδυνατούν να απεγκλωβιστούν από την κουλτούρα του ιδιοτελούς καιροσκοπισμού. Οι κινήσεις τους εξακολουθούν να γίνονται μέσα στο υπάρχον πολιτικό «παιχνίδι», αδυνατούν να διαμορφώσουν ένα νέο. Τα παραδείγματα είναι άφθονα. Οι εξεταστικές επιτροπές της Βουλής για διάφορα σκάνδαλα, λ.χ., μετατρέπονται σε αγώνες κατίσχυσης της κομματικά συμφέρουσας εκδοχής των γεγονότων. Τα ομοφώνως διαφωνούντα πορίσματα των κομμάτων σηματοδοτούν εκπληκτική αδυναμία σύνθεσης απόψεων, αδιαφορία για την αλήθεια, υποκατάσταση του θεσμού από τις συνιστώσες του. Το κομματικώς ωφέλιμο υπερισχύει του θεσμικά επιβεβλημένου.
Ο ιδιοτελής καιροσκοπισμός όχι μόνο αντιστρατεύεται το κοινό καλό, αλλά παράγει γελοιότητα και ασυναρτησία. Εξεταστική επιτροπή για την οικονομία την περίοδο 2007-2009 συστήνει ο κ.Παπανδρέου. Τι απαντά ο κ.Σαμαράς; Ότι, αν εκλεγεί πρωθυπουργός, θα συστήσει εξεταστική επιτροπή διερεύνησης πως φτάσαμε στην υπογραφή του Μνημονίου! Τι απομένει; Μα να συσταθεί και μια εξεταστική επιτροπή η οποία θα εξετάσει πως συστήνονται οι εξεταστικές επιτροπές!
Καταδίκη της κυβέρνησης στις τοπικές εκλογές ζητά ο κ.Σαμαράς, αλλά σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν ζητά βουλευτικές εκλογές, αν ηττηθεί το ΠΑΣΟΚ! Τι επιδιώκει; Την με κάθε τρόπο φθορά του αντιπάλου…Αυτό αρκεί. Τις λογικές συνέπειες των επιλογών του δεν τις εξετάζει… Την κρισιμότητα των στιγμών για την εφαρμογή του Μνημονίου, προκειμένου η χώρα να συμμαζέψει τα δημόσια οικονομικά της, τονίζει ο κ.Παπανδρέου. Συγχρόνως δεν διστάζει να απειλήσει με προκήρυξη εκλογών αν οι υποψήφιοί του (πόσοι; ποιοι;) ηττηθούν, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την εφαρμογή του Μνημονίου που τόσο υπερασπίζεται! Οι πολιτικάντηδες είναι ανίκανοι να είναι συνεπείς ακόμη και με τον εαυτό τους.
Τα κολοσσιαία προβλήματα που δημιουργεί η κρίση δεν μπορούν να τα σηκώσουν οι ώμοι του πυγμαίου πολιτικού συστήματος. Οι πολιτικοί μας «ηγέτες», γέννημα-θρέμμα της φαύλης κομματοκρατίας τη μεταπολίτευσης, αναπαράγουν αυτό που έμαθαν, αδυνατούν να αναλάβουν τις ιστορικές τους ευθύνες. Ο ιδιοτελής καιροσκοπισμός των κομμάτων απειλεί πλέον ανοιχτά τη χώρα. Αντί η κρίση να γίνει το έναυσμα για ένα νέο πολιτικό «παιχνίδι», ενσωματώνεται στους όρους του παλαιού. Η πρόωρη προκήρυξη βουλευτικών εκλογών δεν θα καθυστερήσει πολύ. Τα αδιέξοδα θα πολλαπλασιασθούν... Τα χειρότερα, πιθανότατα, δεν τάχουμε δει ακόμη…

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

«Είμαι κατά της οικογενειοκρατίας, αλλά…»



Ουδόλως εκπλήσσει· πως θα δικαιολογούσε, άλλωστε, την πολιτική της σταδιοδρομία; Επίλεκτος γόνος ανατολίτικου τύπου πολιτικής δυναστείας, η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη αναφέρθηκε στη δημαρχιακή υποψηφιότητα του γιού της Κώστα Μπακογιάννη στο Καρπενήσι, με το εξής σχόλιο: πρόκειται για «φυσική εξέλιξη ενός τέκνου που μεγαλώνει σε πολιτική οικογένεια και όπως το παιδί ενός δικηγόρου έχει πολλές πιθανότητες να γίνει δικηγόρος ή ενός γιατρού να γίνει γιατρός, έτσι τα παιδιά των πολιτικών είναι πολύ πιθανόν να ασχοληθούν και αυτά με την πολιτική».
Λογικό ακούγεται. Μόνο που η λογική δεν συνίσταται μόνο σε στατιστικού τύπου διαπιστώσεις, αλλά και στη δεοντολογική-ηθική κατανόηση της λογικής που διαπερνά ένα κοινωνικό σύστημα. Φανταστείτε λ.χ. τον πρύτανη της Οξφόρδης να λέει ότι το πανεπιστήμιό του, καθότι υψηλών απαιτήσεων και (σύντομα) διδάκτρων, «έχει πολλές πιθανότητες» να προσελκύσει παιδιά των υψηλότερων εισοδηματικά οικογενειών. Στατιστικά μιλώντας, λογικά έγκυρος θα ήταν ο συλλογισμός του, αλλά θα μας εντυπωσίαζε η προσπάθεια του πρύτανη να περιορίσει τη λογική του σε μια δήθεν ουδέτερη καταγραφή στατιστικών τάσεων, αποποιούμενος τη δεοντολογική-ηθική διάσταση του αξιώματός του. Με άλλα λόγια: μάλλον έτσι είναι, αλλά πρέπει να είναι;
Από τους φίλους του κ.Χριστοφοράκου ίσως είναι υπερβολικό να ζητά κανείς τέτοιους λεπτούς συλλογισμούς. Άνθρωποι που έχουν μάθει να υπηρετούνται από άλλους, δυσκολεύονται να καλλιεργήσουν την ηθική οξύνοια. Όχι γιατί στερούνται ηθικής ευφυΐας, ούτε μόνο γιατί πρόκειται για ναρκισσιστικές προσωπικότητες, αλλά γιατί, στις νεωτερικές κοινωνίες, προκειμένου να κερδίσουν την ηθική νομιμοποίηση, είναι αναγκασμένοι να μετέρχονται πρακτικών απόκρυψης των συμπεριφορών τους· είναι υποχρεωμένοι να αυταπατώνται και να παραπλανούν.  
Όπως ο ρατσισμός ή ο χρηματισμός, η οικογενειοκρατία είναι μια πρακτική για την οποία δεν υπερηφανεύονται αυτοί που την ασκούν, γι αυτό προσπαθούν να την αποκρύψουν. Ένας τρόπος είναι η «φυσικοποίηση» της πρακτικής (για «φυσική εξέλιξη…» μίλησε η κυρία Μπακογιάννη). Ένας άλλος είναι η υποκρισία: υιοθετείς την πρακτική και συγχρόνως την καταδικάζεις· αποποιείσαι ρητορικά την οικογενειοκρατία, την ίδια στιγμή που την επιλέγεις, όπως ο ρατσιστής διακηρύσσει «εγώ δεν είμαι ρατσιστής», για να προσθέσει, «αλλά δεν θέλω μαύρους στη γειτονιά μου»!

Διαβάστε τις δηλώσεις πολιτικής υποστήριξης στον κ.Κώστα Μπακογιάννη και θα εντυπωσιαστείτε με την ομοιότητά τους. Λέει ο πρώην υφυπουργός (ωιμέ!) κ.Μιχαλολιάκος (επικεφαλής του Τομέα Αυτοδιοίκησης της ΝΔ): «Στην καινούργια ΝΔ δεν υπάρχει χώρος […] για οικογενειοκρατία. Παρά ταύτα, όμως, η καινούργια ΝΔ, σε ένδειξη τιμής στη μνήμη του Παύλου Μπακογιάννη, στη γενέτειρά του, το Καρπενήσι, δεν θα στηρίξει […] άλλον υποψήφιο». Λέει ο πρόεδρος Καρατζαφέρης: «Είμαι κατά της οικογενειοκρατίας. Όμως στην περίπτωση του Κώστα Μπακογιάννη, όσοι πιστεύουμε στη δημοκρατία έχουμε ένα χρέος απέναντι στον Παύλο Μπακογιάννη». Λέει ο «γαλάζιος» υποψήφιος περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας κ.Χειμάρας: «Ο Κώστας Μπακογιάννης είναι γιός του Παύλου Μπακογιάννη και της Ντόρας Μπακογιάννη που καλείται να συνεχίσει το έργο του πατέρα του».  
Με αλλά λόγια: δεν είμαι οικογενειοκράτης, αλλά θα υποστηρίξω έναν υποψήφιο με οικογενειοκρατικά κριτήρια! Ασυνάρτητο; Φυσικά. Ενοχλείται κανείς; Αμφιβάλλω. Στη χώρα των Παπανδρέου, Καραμανλή, και Σαμαρά μπορείς να υποστηρίζεις τα πάντα και τα αντίθετά τους, ατιμωρητί· να αλλάζεις βολικά την άποψή σου, χωρίς συνέπειες· να λες όποια μπαρούφα θες και να σε χειροκροτούν! Η γελοιότητα δεν έχει όρια στη χαριτωμένη μας χώρα...
Η υποκρισία, βέβαια, δεν είναι τυχαία· οι υποκριτές δεν είναι ανόητοι. Τι άλλο θετικό μπορείς να πεις για τον κ.Κώστα Μπακογιάννη ως υποψήφιο δήμαρχο Καρπενησίου, εκτός από το ότι είναι γιός του αείμνηστου πατέρα του; Άντε να εκθειάσεις και τη νεότητά του, την καλή οικογένειά του, και τις λαμπρές σπουδές του στην Αμερική! Είναι αρκετά;
Σε τι διακρίθηκε ο κ.Μπακογιάννης επαγγελματικά; Που είδαμε να ακονίζει την κρίση του μέχρι τώρα για να διαισθανθούμε πως θα ασκήσει το αξίωμά του αύριο; Πόσο καλά γνωρίζει τα προβλήματα της πόλης κάποιος που η μόνη σχέση με τη γενέτειρα του πατέρα του ήταν οι περιστασιακές, ολιγοήμερες διακοπές; Τι να συνάγουμε για την εκτίμηση που τρέφει για την πόλη που θέλει να διοικήσει κάποιος ο οποίος παντρεύεται σε τοπική εκκλησία και μεταφέρει τα εδέσματα (και τον σχετικό εξοπλισμό) της γαμήλιας δεξίωσης από υπερπολυτελές κέτερινγκ της Αθήνας;
Ότι οι υποστηρικτές του τον αντιλαμβάνονται κυρίως ως το «γιο του Παύλου» παρά ως αυτόβουλο πολιτικό ον είναι δηλωτικό όχι μόνο της μικρής πολιτικής βαρύτητας που αναγνωρίζεται στον κ.Μπακογιάννη, αλλά και των ανορθολογικών κριτηρίων που διέπουν την πολιτική ζωή. Όπως στην Ινδία τον δολοφονηθέντα Ρατζίβ Γκάντι διαδέχθηκε στην πολιτική αρχικά η σύζυγος και τώρα τα παιδιά, έτσι και τον δολοφονηθέντα Παύλο Μπακογιάννη διαδέχθηκε η Ντόρα και, τώρα, ο Κώστας. Στις τριτοκοσμικές κοινωνίες το κύριο κριτήριο αναφοράς στη λειτουργία του δημόσιου βίου δεν είναι τα προσόντα αλλά η συγγένεια.
Με την υποψηφιότητά του για δήμαρχος Καρπενησίου ο κ.Μπακογιάννης αξιοποιεί το συμβολικό κεφάλαιο του πατέρα του και το πολιτικό κεφάλαιο (συσσωρευμένο με πολύ ρουσφετολογικό κόπο …) της πρώην βουλευτή Ευρυτανίας μητέρας του. Ο εκλογικός μηχανισμός της μητέρας, ένα εκτεταμένο σύστημα ντόπιων αυλοκολάκων, διαμεσολαβητών και κομματανθρώπων, περνάει πλέον στο γιο.  Αν κρίνουμε από το πόσο ενδιέφερε η διοίκηση του Δήμου Αθηναίων τη μητέρα, μπορούμε να εικάσουμε πόσο θα ενδιαφέρει η διοίκηση του Δήμου Καρπενησίου το γιό...
Η βαλκάνια Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Πάγκαλος: Oι πολιτικοί είναι φαύλοι!


«Η απάντηση στην κατακραυγή των πολιτών “πώς φάγατε τα λεφτά;” είναι: “Σας διορίζαμε όλα αυτά τα χρόνια στο Δημόσιο. Τα φάγαμε όλοι μαζί σε μια πρακτική αθλιότητας, εξαγοράς και διασπάθισης του δημόσιου χρήματος”».
Θ. Πάγκαλος, Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης

Φανταστείτε ένα νεαρό να λέει αγανακτισμένα στον πατέρα του: «Που πήγαν τα λεφτά της οικογένειας μπαμπά; Γιατί δεν έμειναν χρήματα και για μένα να σπουδάσω;». Προβληματισμένος ο πατέρας απαντά: «Θα σου πω γιατί· τα φάγαμε όλοι μαζί. Εσύ και η αδερφή σου θέλατε διαρκώς ακριβά ρούχα, ξωτικές διακοπές, πολυτελή αυτοκίνητα. Όλα αυτά κόστιζαν. Με πιέζατε … Ήθελα να είμαι αγαπητός, σας τα έδωσα όλα…».
Τι το περίεργο έχει αυτή η απάντηση; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Στο παράδειγμα αυτό ο φέρων την ευθύνη πατέρας αυτο-εξισώνεται με τον υπαγόμενο στην ευθύνη του γιο. Ο νεαρός ζητούσε από τον πατέρα του αγαθά, τα οποία έμαθε ότι είναι απολύτως εύλογο και ορθολογικό να απαιτεί, αδυνατώντας να δει το μακροχρόνιο συμφέρον του. Ο πατέρας, ενδίδοντας στις πιέσεις, αποποιήθηκε την ευθύνη για τον τρόπο που συγκροτείται η σχέση με το παιδί του· λησμόνησε ότι το παιδί επιλέγει από ένα μενού που κυρίως διαμορφώνει ο γονιός.
Τι θέλω να πω; Ο θεσμικά υπεύθυνος διαμορφώνει και προ-επιλέγει. Ό,τι είναι βραχυπρόθεσμα επωφελές για το άτομο δεν είναι απαραίτητα μακροχρονίως ορθολογικό για το ίδιο ή για το σύνολο. Οι θεσμοί, όταν λειτουργούν καλά, προστατεύουν τα άτομα από τις μακροπρόθεσμες παρενέργειες της ενίοτε μυωπικής ορθολογικότητάς τους.
Πρώτο σφάλμα, λοιπόν, κ.Πάγκαλε: όπως η σχέση γονιού-παιδιού ή δασκάλου-μαθητή, έτσι και η σχέση πολιτικού-πολίτη δεν είναι ισοβαρής, αλλά λαμβάνει χώρα σε ένα ήδη δομημένο περιβάλλον, τη θεσμική ευθύνη για το οποίο έχει, κατ΄ αρχήν και πρωτίστως, ο πολιτικός.  Όταν ξέρω ότι ο κύριος τρόπος για να βρει δουλειά το παιδί μου είναι ο ρουσφετολογικός, πιθανότατα θα τον χρησιμοποιήσω, όπως χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις μου στην Αθήνα, αδιαφορώντας για τις μακροχρόνιες περιβαλλοντικές συνέπειες που προκαλώ. Εκ μέρους μου αυτό είναι βραχυπρόθεσμα ορθολογικό. Εκ μέρους σας, όμως, κ. αντιπρόεδρε είναι ανορθολογικό να ενθαρρύνετε αυτή τη συμπεριφορά μου, στο μέτρο που είστε επιφορτισμένος με την αποτελεσματική διαχείριση των θεσμών. Εσείς είστε θεσμικά υπεύθυνος για το σχεδιασμό του πεδίου εντός του οποίου δρω. Η δική μου ορθολογικότητα αναφέρεται στις επιλογές μου από ένα μενού που εσείς κυρίως διαμορφώνετε. Η δική σας ορθολογικότητα συνίσταται στο να σχεδιάσετε το μενού, με γνώμονα το μακροχρόνιο δημόσιο συμφέρον. Αυτό, άλλωστε, ορκίζονται να προστατεύουν οι πολιτικοί...
Φυσικά κι εσείς που ενδίδετε κι εγώ που εκμαυλίζομαι φέρουμε ακέραια την ηθική ευθύνη για τον ξεπεσμό του θεσμού στον οποίο μετέχουμε. Σε αυτό έχετε δίκιο. Η δική σας θεσμική ευθύνη, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερη. Εξισώνοντας τα δύο μέρη της συναλλαγής, λαϊκιστικά αυτο-απαλλάσσεστε· λησμονείτε ότι ρόλοι μας είναι διαφορετικοί, η ορθολογικότητά μας διαφέρει.
(Η αναλογία της σχέσης πολιτικού-πολίτη και γονιού-παιδιού έχει, ωστόσο, τα όριά της. Μπορεί ο γονιός να «εξαγοράζει» την αγάπη των παιδιών του αλλά καταβάλλει συχνά βαρύ προσωπικό τίμημα – κοπιάζει, αγχώνεται, στερείται. Ο πολιτικός εξαγοράζει ψήφους με τα λεφτά των άλλων!)
Δεύτερο σφάλμα. Η δήλωση «όλοι μαζί τα φάγαμε τα λεφτά» ανήκει σε εκείνη την κατηγορία δηλώσεων που οι φιλόσοφοι ονομάζουν «αυτο-αναφερόμενες», και οδηγούν σε παράδοξα. Κλασικό παράδειγμα  είναι η δήλωση του Επιμενίδη του Κρητικού, ότι «όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες», γνωστή ως «το παράδοξο του ψεύτη». Αν είναι αλήθεια ότι όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες, τότε ο Επιμενίδης, καθότι Κρητικός, ψεύδεται με τη δήλωσή του. Πότε λέει την αλήθεια; Όταν ψεύδεται. Πότε ψεύδεται; Όταν λέει την αλήθεια! Η δήλωση είναι και αληθής και ψευδής – είναι παράδοξη.
Λέει, λοιπόν, σε παράφραση, ο κ.Πάγκαλος στη δήλωσή του: «οι πολιτικοί είναι φαύλοι». Το γεγονός ότι συγχρόνως δείχνει τον ευρύτερο …φαύλο κύκλο εκμαυλισμένων πολιτών και ρουσφετολόγων πολιτικών, ουδόλως μειώνει τη διαπίστωση περί φαυλότητας των τελευταίων, απλώς επιχειρεί να ερμηνεύσει πως προέκυψε. Είναι και ο ίδιος, όμως, επαγγελματίας πολιτικός, άρα, σύμφωνα με τη δήλωσή του, είναι κι αυτός φαύλος. Προσέξτε: ένας φορέας δημόσιας εξουσίας, ο οποίος επί τρεις δεκαετίες ορκιζόταν να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή να συμπεριφέρεται ενάρετα, ομολογεί εμμέσως τη φαυλότητά του! Είναι σα να λέει: υπηρετώ (ή έστω: υπηρέτησα) φαύλα έναν ενάρετο δημόσιο θεσμό. Η τωρινή ειλικρίνειά του αποκαλύπτει τη φαυλότητά του. Πράττοντας όμως αυτό λογικά αυτο-αποκλείεται από την άσκηση δημόσιας εξουσίας, την οποία παρόλα αυτά ασκεί! Ιδού το παράδοξο: ένας πολιτικός ομολογεί την «πρακτική αθλιότητας, εξαγοράς και διασπάθισης του δημόσιου χρήματος» στην οποία συμμετείχε και εξακολουθεί να ασκεί δημόσια εξουσία!
Πως αίρεται το παράδοξο; Δεν χρειάζεται να έχεις σπουδάσει Λογική για να το βρεις, αρκεί η κοινή λογική: ζητώντας συγγνώμη και, συγχρόνως, παραιτούμενος από το αξίωμά σου. Ο κ.Πάγκαλος δεν έκανε τη δήλωσή του ως παρατηρητής της πολιτικής ζωής, αλλά ως ενεργός μέτοχός της, και μάλιστα από θέση κυβερνητικής ευθύνης (εξού και ο αυτο-αναφερόμενος χαρακτήρας της δήλωσής του). Αλλά, φυσικά, ποιος είχε ποτέ τέτοια ευαισθησία στην Ελλάδα για να τον μιμηθεί ο κ.Πάγκαλος! Εδώ ένας πρωθυπουργός ανέλαβε την «πολιτική ευθύνη» για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου και παρέμεινε, χειροκροτούμενος, πρωθυπουργός! Πως το είπε ο Γράουτσο Μαρξ; «Η ειλικρίνεια είναι σπουδαίο πράγμα, και αν την προσποιηθείς τα κατάφερες»! Η μεγαλύτερη «αθλιότητα» της δημοκρατίας μας δεν είναι η φαυλότητα των πολιτικών μας, αλλά να ομολογούν τη φαυλότητά τους και να παραμένουν στη θέση τους!

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

War Cabinet;



Η οδυνηρή προσπάθεια της χώρας να πετύχει τη δημοσιονομική προσαρμογή περιγράφεται συχνά με οιονεί πολεμικούς όρους. Ο πλέον χαρισματικός δημαγωγός των τελευταίων πενήντα ετών, γεννήτωρ του σημερινού πρωθυπουργού, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αρέσκονταν να παρατηρεί: «Ή θα αφανίσουμε το δημόσιο χρέος ή το χρέος θα αφανίσει τη χώρα». Ο ίδιος δεν πρόλαβε να το δει, αλλά το αποτέλεσμα της πρόγνωσης το μάθαμε! Την πατρογονική ρήση επανέλαβε πέρυσι τον Οκτώβριο ο πρωθυπουργός, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, περιγράφοντας την κατάσταση στην οικονομία «εκρηκτική», τη χώρα σε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», ενώ κήρυξε «τον πόλεμο» στο χρέος και τη σπατάλη.
Η αναλογία του πολέμου είναι, εν προκειμένω, κατ΄ αρχήν εύστοχη: υπογραμμίζει τη δραματικότητα των στιγμών που περνάμε ως οργανωμένη και κυρίαρχη κοινωνία. Κινητοποιεί επιπλέον το ένστικτο επιβίωσης των πολιτών και των οικονομικών δρώντων. Οι πολεμικές αναλογίες όμως χρειάζονται περαιτέρω ρητορική επεξεργασία και, κυρίως, ευθυγράμμιση με δραματικές πράξεις - αντισυμβατικές και ρηξικέλευθες τομές στον τρόπο διακυβέρνησης. 

Στον πόλεμο δεν μάχεται κανείς απλώς τον αντίπαλο, αλλά υπερασπίζεται αξίες. Αναγνωρίζει ότι πρέπει να κινητοποιήσει όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις για τη νίκη, υπερβαίνοντας επιμεριστικές αντιλήψεις που μειώνουν την καθολικότητα της προσπάθειας. Ο ηγέτης πρέπει να έχει διαμορφώσει ξεκάθαρη και συνεπή στρατηγική, ικανή να καταστεί σημείο αναφοράς, έμπνευσης και αυτοπειθαρχίας. Ο πόλεμος συγκεντρώνει το μυαλό, ξεκαθαρίζει προτεραιότητες, αλλάζει παραδεδομένες συνήθειες – έτσι θάπρεπε, τουλάχιστον.
Αν ο πρωθυπουργός μας έπαιρνε την αναλογία του πολέμου στα σοβαρά, το πρώτο πράγμα για το οποίο θα μεριμνούσε θα ήταν η δημιουργία ενός διακομματικού οιονεί War Cabinet. Έκτακτες συνθήκες, απαιτούν έκτακτες κυβερνήσεις. Ο συμβολισμός της ενότητας θα ήταν συναρπαστικός· ο αυτιστικός κομματισμός θα κλονίζονταν. Αλλά κι αν ακόμα αυτή η πρόσκλησή του δεν γίνονταν αποδεκτή, αφενός μεν θα ενίσχυε το συμβολικό κεφάλαιό του ως του ηγέτη που αντιμάχεται εμπράκτως την παθολογία της ελλαδικής πολιτικής ζωής (την κομματοκρατία), αφετέρου δε, εναλλακτικά, θα μπορούσε να κινητοποιήσει ανθρώπους εγνωσμένης πολιτικής βαρύτητας και αποτελεσματικότητας, οι οποίοι θα διεύρυναν το πολιτικό προφίλ της κυβέρνησής του: ποιος σοβαρός πρωθυπουργός δεν θάθελε να έχει υπουργούς τον Αλέκο Παπαδόπουλο, το Στέφανο Μάνο, και το Σταύρο Δήμα (πριν ακόμα τον στρατολογήσει, και πιθανότατα αχρηστέψει, ο κ.Σαμαράς); Κάτι τέτοιο όμως θα απαιτούσε πολιτικό ένστικτο, αυτοπεποίθηση κι ένα ριψοκίνδυνο άνοιγμα. Αυτά τα γνωρίσματα δεν είναι τα κύρια πλεονεκτήματα του κ.Παπανδρέου.

Ο πρωθυπουργός δεν είναι συνεπής με τη ρητορική του: μιλά για «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» αλλά κυβερνά με το παραδεδομένο μοντέλο διακυβέρνησης των τελευταίων τριών δεκαετιών: χαοτικά εναλλασσόμενους συμβούλους και συνεργάτες, πληθώρα διαγκωνιζόμενων για αλληλεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες υπουργούς, και παλαιοκομματικό πολιτικό προσωπικό σε κρίσιμες θέσεις. 

Μεταρρυθμιστές όπως οι Παπακωνσταντίνου, Ραγκούσης και Χρυσοχοϊδης συνυπάρχουν με εμβληματικούς εκπροσώπους της αυτιστικής νομενκλατούρας, όπως οι Παπουτσής και Γεννηματά. Πολιτικές μετριότητες των οποίων κύριο προσόν είναι το επώνυμο, η προσκόλληση στη ιδρυτική δυναστεία, η θητεία στην κομματική επετηρίδα ή η περιφρόνηση των θεσμών που τώρα καλούνται να διαχειριστούν, δεν διαμόρφωσαν νοοτροπία κυβερνήτη ούτε μπορούν να εμπνεύσουν ή να συμβολίσουν το νέο ήθος που έχουμε ανάγκη. Αποτέλεσμα; Αντί για στρατηγική διαύγεια, η (ανασχηματισμένη) κυβέρνηση Παπανδρέου παράγει δυσλειτουργική ετερογλωσσία, η οποία επιτείνεται από την αποστασιοποιημένο ύφος ηγεσίας του συχνά απουσιάζοντος πρωθυπουργού.
Σε κάποιο βαθμό, βέβαια, η ενδοκυβερνητική ετερογλωσσία είναι αναπόφευκτη. Καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όμως, είναι διαφορετικές. Το υψηλό διακύβευμα επιβάλλει τη γρήγορη επίτευξη σημαντικών αποτελεσμάτων: οι επιμέρους κυβερνητικές δράσεις πρέπει να είναι συνεπείς μεταξύ τους, αφού έτσι αυξάνεται η συνέργειά τους και καθιερώνουν ένα «υπόδειγμα πολιτικής» (policy paradigm) που νομιμοποιεί, εμπνέει και περαιτέρω εκλεπτύνει κυβερνητικές πολιτικές. Η ετερογλωσσία πρέπει να περισταλεί ή τουλάχιστον να τιθασευτεί σε ένα ηγεμονικό λογοπλαίσιο, το οποίο εμπεδώνεται και νομιμοποιείται, μεταξύ άλλων, από μια ισχυρή ηγετική παρουσία. Οι κρίσιμες στιγμές επιζητούν στιβαρή και ομοιογενή ηγεσία. Εν προκειμένω, δεν φαίνεται να υπάρχει σε επαρκείς ποσότητες.

Δυστυχώς αρκετοί από τους υπουργούς που καλούνται να εφαρμόσουν τις διαρθρωτικές αλλαγές του Μνημονίου δεν παραλείπουν να μας λένε πόσο λυπούνται γι αυτό· ταλαντεύονται, δεν διαθέτουν αυτοπεποίθηση, είναι κατώτεροι των περιστάσεων. Άλλοι, πάλι, διαχειρίζονται ευαίσθητους τομείς για τους οποίους είναι αμφίβολο πόσο είναι επαρκείς. Περιμένετε το πρώτο τρομοκρατικό χτύπημα ή τα πρώτα βίαια επεισόδια σε διαδηλώσεις και δείτε πως θα αντιδράσει ο κ.Παπουτσής. Παρακολουθείστε το υπουργικό έργο της κυρίας Γεννηματά, της κυρίας Αποστολάκη ή του κ.Κουσελά και ίσως σας εντυπωσιάσει ως προς την αποτελεσματικότητά του με αυτό του κ.Μαγκριώτη, της κυρίας Ξενογιαννακοπούλου, ή του κ.Βούγια.     

Τι συμπεραίνω; Σε κατάσταση πολέμου η χώρα χρειάζεται ένα σοβαρό War Cabinet, αλλά διαθέτει υπουργικό συμβούλιο με πολιτικούς του αναστήματος του Κουσελά, του Αηδόνη, και διάφορων παλαιοπασόκων. Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης η χώρα έχει ανάγκη από πολιτική ηγεσία με διαύγεια στρατηγικής, συνέργεια πολιτικών, ικανή να επιχειρήσει όσο και να συμβολίσει αντισυμβατικές τομές, αλλά διοικείται κυρίως από ανθρώπους που ευθύνονται σημαντικά για την παρακμή που τώρα διαχειρίζονται. Η χώρα έχει ανάγκη από έναν Τσόρτσιλ αλλά κυβερνάται από έναν Τσάμπερλεν. Η χώρα χρειάζεται συναίνεση αλλά βυθίζεται όλο και περισσότερο στους πολωτικούς φαύλους κύκλους που ιστορικά τη χαρακτήριζαν. Ίσως κερδίσουμε μερικές μάχες, αλλά μην εκπλαγείτε αν χάσουμε τον πόλεμο.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

«Δώστε την Ελλάδα μας πίσω»


Μου κίνησε την περιέργεια: τι εννοούσε ο πρόεδρος της ΝΔ κ.Σαμαράς όταν, σε ομιλία του στη Λέσβο, τον περασμένο Ιούλιο, ανέκραξε: «Δώστε την Ελλάδα μας πίσω»; Σε ποιόν απευθύνονταν; Ποιος πήρε την Ελλάδα για να τη ζητήσουμε πίσω;  
Διαβάζω το κείμενο της ομιλίας του για να μάθω. Δεν γίνομαι σοφότερος. Ανακαλύπτω όμως τι εννοεί ο ομιλητής όταν αναφέρεται στην Ελλάδα. Μέχρι τώρα θεωρούσα ότι ξέρω τι είναι η πατρίδα μου, αλλά ο κ.Σαμαράς αποδεικνύει τέτοιο – πλατωνικό - βάθος στη σκέψη του που μου αποκαλύπτει όψεις της Ελλάδας που μέχρι τώρα αγνοούσα. Λέει: «Την Ελλάδα που σέβεται τον εαυτό της. Όχι την Ελλάδα που εκλιπαρεί για δανεικά. Την Ελλάδα που σέβεται τον νόμο. Όχι την Ελλάδα που έχει εθιστεί στην παρανομία…Την Ελλάδα της Ανταγωνιστικότητας, όχι την Ελλάδα της ρεμούλας και της αρπαχτής.[…]. Γι’ αυτή την Ελλάδα θα σας μιλήσω σήμερα. Την άλλη Ελλάδα. Που την έχουμε όλοι μέσα στην καρδιά μας. Αλλά πολλοί φοβούνται να μιλήσουν γι’ αυτήν. Φοβούνται ότι δεν υπάρχει πια. Φοβούνται ότι την εξόρισαν. Και την εξόντωσαν». 
Ενδιαφέρον. «Η Ελλάδα που εκλιπαρεί για δανεικά» δεν είναι η χώρα που το κόμμα του οδήγησε στο χείλος της οικονομικής χρεοκοπίας; «Η Ελλάδα που έχει εθιστεί στην παρανομία» δεν είναι η χώρα που κυβερνήθηκε από ένα κόμμα του οποίου βασικοί υπουργοί τιμωρήθηκαν ή καταδικάστηκαν για παράνομες πράξεις (Μαγγίνας, Κεφαλογιάννης); Που απέσπασαν την εθνική οργή με την προκλητική ηθική τους αμβλύνοια (Βουλγαράκης); Που, σύμφωνα με επίσημες εκθέσεις αρμοδίων κρατικών οργάνων, διέπρεψαν στους ρουσφετολογικούς διορισμούς (π.χ. Στυλιανίδης Χατζηγάκης), στις παράτυπες πρακτικές ανάθεσης έργων (π.χ. στον ΕΟΤ επί υπουργίας Σπηλιωτόπουλου-Μαρκόπουλου), και στην αποστολή παραποιημένων στατιστικών στοιχείων στη Eurostat; Το κόμμα του κ.Σαμαρά δεν παρέσχε ασυλία στον διαβόητο κ.Παυλίδη; Η κυβέρνησή του  δεν ενεπλάκη στα σκάνδαλα των ομολόγων και του Βατοπεδίου; Που είναι η «Ελλάδα της ανταγωνιστικότητας» όταν, σύμφωνα με εκθέσεις διεθνών οργανισμών, η χώρα κατρακύλησε στους σχετικούς δείκτες ανταγωνιστικότητας τα τελευταία έξι χρόνια;

Ο κ.Σαμαράς δεν είναι αφελής, ξέρει για τι μιλάει. Στην πολιτική προπαγάνδα, η εμπειρική πραγματικότητα έχει ελάχιστη σημασία. Προέχει η ιδεολογική κατασκευή που κολακεύει το ακροατήριο, ερμηνεύει διχοτομικά τον κόσμο, και υπενθυμίζει τον δυνητικά σωτήριο ρόλο του αφηγητή. Αντιγράφοντας την αριστοτεχνική δημαγωγία του Ανδρέα Παπανδρέου, ο κ.Σαμαράς απευθύνεται στο πατριωτικό θυμικό των πολιτών, κατασκευάζοντας την αφήγηση του λαού-θύματος που τον πρόδωσαν, τον «εξόρισαν», και τον «εξόντωσαν». «Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό αμερικανονατοϊκή κατοχή» βροντοφώναζε ο Παπανδρέου το 1974. «Δώστε την Ελλάδα μας πίσω» κραυγάζει ο Σαμαράς σήμερα. Την Ελλάδα πάντα κάποιοι μας την παίρνουν, την «κατέχουν», την εκμεταλλεύονται. Ποιοι; Εξαρτάται…Όσο πιο ασαφείς είναι οι «κακοί», τόσο περισσότερο μεταλλάσσεται η ταυτότητά τους, ανάλογα με τις περιστάσεις. Χθες ήταν η «υποτελής Δεξιά», σήμερα είναι η «κατοχική» κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η τρόικα, αύριο κάποιοι άλλοι. Τα συμφραζόμενα αλλάζουν, το βαθύ λαϊκιστικό λογοπλαίσιο παραμένει αναλλοίωτο.

«Να φέρουμε την αληθινή Ελλάδα πίσω», προτρέπει το ακροατήριό του ο κ.Σαμαράς. Στην εθνολαϊκιστική, όπως και στην κομμουνιστική, μεταφυσική, η εμπειρική Ελλάδα – η χώρα που βιώνουμε - δεν παράγεται από πραγματικά ιστορικά υποκείμενα· αποτελεί μια πλατωνική παραίσθηση, μια χλωμή αναπαράσταση της «αληθινής Ελλάδας». Όταν η πραγματική Ελλάδα αποτυγχάνει, τα αίτια της αποτυχίας δεν αναζητούνται σε κοινωνικές διεργασίες, λειτουργία θεσμών, και πρακτικές διακυβέρνησης που εκτυλίσσονται στον ιστορικό χρόνο (τον μόνο χρόνο που έχει νόημα στο πολίτευμα που θεσμοποιεί το «λόγον διδόναι»), αλλά στις ενέργειες ενός δαιμονοποιημένου αντιπάλου που αποτρέπει την άχρονη «αληθινή Ελλάδα» να λάμψει.

Η κατασκευή της «αληθινής Ελλάδας» (όπως, σε άλλα συμφραζόμενα, του «αληθινού κομμουνισμού») επιφυλάσσει έναν προνομιούχο ρόλο στον αφηγητή, ο οποίος εμμέσως αυτοπροτείνεται ως ο αποκλειστικά αυθεντικός εκφραστής της. «Η λύση στην κρίση είναι αυτή η άλλη Ελλάδα», λέει ο κ.Σαμαράς, υπονοώντας ότι ο ίδιος την εκπροσωπεί, και περιγράφει πως, υποτίθεται, θα την ανακτήσει με το «Σχέδιο εξόδου από την κρίση». Η «αληθινή Ελλάδα» και το «Σχέδιό» του υπαινικτικά ταυτίζονται. Αυτό το αφηγηματικό σχήμα κολακεύει τον μυθοποιημένο λαό-θύμα, επιτρέπει την αυτοεπιβεβαιωτική αναπεριγραφή των προβλημάτων (προφυλάσσοντας έτσι τον εθνικό ναρκισσισμό), απαλλάσσει τον αφηγητή από τις δικές του ευθύνες, και, συγχρόνως, πολώνει το πολιτικό παιχνίδι.  Πρόκειται για ένα «κλειστό» σχήμα σκέψης που δεν μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε κριτικά τον εαυτό μας, να διαλεγόμαστε νηφάλια, να αναθεωρούμε, να εξελισσόμαστε.  

Την Ελλάδα δεν χρειάζεται να μας τη δώσει κανείς πίσω γιατί κανείς δεν μας την πήρε. Εμείς είμαστε η Ελλάδα - ατομικά, θεσμικά, συλλογικά -, με όλα τα καλά και τα κακά μας. Τις αιτίες της κακοδαιμονίας μέσα μας πρέπει να τις αναζητήσουμε. Η πρωτοφανής κρίση που μαστίζει τη χώρα δεν συμβαίνει επειδή η «αληθινή Ελλάδα» έχει «εξοριστεί», αλλά επειδή η ιστορική Ελλάδα (η μόνη που υπάρχει) λειτούργησε διαχρονικά όπως όλοι γνωρίζουμε: κομματοκρατικά, πολωτικά, διεφθαρμένα, φοβικά, άνομα, αντιθεσμικά, λαθρεπιβατικά, συντεχνιακά, κρατικιστικά. Ευκαιρία τώρα να την αλλάξουμε. Δεν θα το κάνουμε αν δεν αποκτήσουμε ηγέτες με ακεραιότητα, συνθετότητα σκέψης, και αντισυμβατικό ριζοσπαστισμό· ηγέτες που μιλάνε τη γλώσσα της αλήθειας και της ευθύνης, πονάνε τον τόπο, διαρρηγνύουν εμπράκτως τα καθιερωμένα μοτίβα πολιτικής συμπεριφοράς, δεν κολακεύουν το «δήμο», ενσαρκώνουν μια διαφορετική νοοτροπία.

Τέτοιους ηγέτες χρειαζόμαστε. Έτσι γεννιέται η ελπίδα.

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

«Φον Φούφουτοι» ή κατσαπλιάδες;



Κάντε το εξής πείραμα σκέψης. Υποθέστε ότι, παρά το τεράστιο έλλειμμα, παρά τον δυσθεώρητα υψηλό δανεισμό, παρά την κρίση ανταγωνιστικότητας, η χώρα δεν αντιμετώπιζε οξύτατο πρόβλημα δανεισμού μετά τον Οκτώβριο 2009. Θα βγαίναμε στις διεθνείς χρηματαγορές αγορές και θα δανειζόμασταν. Θα καλύπταμε τα ελλείμματά μας, θα βουλώναμε τις τρύπες, και θα συνεχίζαμε.

Τι ακριβώς θα συνεχίζαμε; Το αγαπημένο μας σπορ εδώ και τρεις τριετίες - τη λεηλασία των κοινών. Οι πολιτικάντηδες, μαιτρ της ανικανότητας και της φαυλότητας, θα συνέχιζαν τα ρουσφέτια τους, τις δωροληψίες τους, τις μίζες τους. Οι πολίτες, πρωταθλητές του μικροαστικού ωχαδερφισμού, θα συνέχιζαν να βρίζουν το κράτος, να φοροδιαφεύγουν, να χτίζουν αυθαίρετα, αλλά να απαιτούν και μια θεσούλα στο Δημόσιο. Και, φυσικά, με την ίδια άνεση που οι πολίτες εξαπατούν το κράτος, αυτό θα εξακολουθούσε να εξαπατά τους εταίρους του. Όλα είναι κύκλος. Μια λέξη αποδίδει την κυρίαρχη κουλτούρα της Μεταπολίτευσης: λαθρεπιβασία - πώς να καρπώνεσαι ιδιωτικά οφέλη, αλλά να πληρώνει άλλος το λογαριασμό!

Η αρχή του τέλους της λαθρεπιβασίας έγινε στις 6η Μαΐου 2010, ημερομηνία ψήφισης του Μνημονίου με τους δανειστές μας από τη Βουλή. Ανακαλύψαμε ξαφνικά τον οικονομικό νόμο της βαρύτητας: δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα. Δεν μπορείς να μεταθέτεις τα προβλήματά σου στο μέλλον εσαεί. Δεν μπορείς να εξαπατάς και να αυταπατάσαι στο διηνεκές. Υπάρχουν όρια. Η «αρχή της πραγματικότητας» δεν εξαφανίστηκε επειδή την περιφρόνησες.  

Οι λαϊκιστές ηγέτες χάιδεψαν το εγώ μας. Μας έπεισαν ότι μπορούμε να ικανοποιούμε όλες μας τις επιθυμίες. Καταπιεσμένοι ποικιλοτρόπως στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, δίχως ελευθερία στη χουντική επταετία, θεωρήσαμε μετά στη Μεταπολίτευση ότι η δημοκρατία είναι το πολίτευμα του κάνω-ό,τι-γουστάρω. Οι λαϊκιστές πολιτικοί, κολακεύοντας το πόπολο, εξέθρεψαν το ναρκισσισμό του, εκμαύλισαν το ήθος του, του πρόσφεραν «συμμετοχή» σε όλα, ακόμα και στη διαφθορά. Οι θεσμοί ταυτίστηκαν με τον μυθοποιημένο «λαό»: αποδυναμώθηκε η διηθητική λογική τους, χαλάρωσαν οι κανόνες τους. Έννοιες-κλειδιά ανασημασιοδοτήθηκαν: ο νόμος θεωρήθηκε αυθαίρετος περιορισμός, η νόμιμη εξουσία μεταφράστηκε σε παράλογη καταπίεση, η οικονομία εκλήφθηκε ως μια δευτερεύουσας σημασίας δραστηριότητα. Άντε τώρα να τα μαζέψεις…  

Προσέξτε πόσο δύσκολα, ακόμα και τώρα, ξηλώνονται οι «βαθιές δομές» που καθηλώνουν τη χώρα. Παρά τη χρεοκοπία, οι κυανέρυθροι λαϊκιστές κηρύσσουν την έναρξη ανένδοτου αγώνα «απαλλαγής» από το Μνημόνιο! Διεκτραγωδούν τη «μείωση της εθνικής κυριαρχίας», μιλάνε για «κατοχική» κυβέρνηση και άλλα φαιδρά.  Το μοτίβο της «εθνικής αντίστασης» αναβιώνει. Στη λαϊκιστική φαντασία ο «λαός» υπάρχει κυρίως ως «θύμα». Αυτή είναι η αγαπημένη εθνική μας αφήγηση, δεν μάθαμε άλλη...

Έχοντας επιδοθεί με ζήλο στη λαθρεπιβασία, συρρικνώσαμε το χρόνο στο «εδώ και τώρα». Αποφύγαμε επώδυνα διλήμματα και επιλογές. Όταν συνωστίζονταν πολλοί στην πόρτα, τη μεγαλώναμε για να περάσουν όλοι - αρκεί να μην επιλέξουμε. Έτσι και τώρα: απωθώντας την «αρχή της πραγματικότητας», οι λαϊκιστές αρνούνται τη διλημματική φύση της κρίσης: χρεοκοπία ή επώδυνα μέτρα;  Γι αυτούς διλήμματα δεν υπάρχουν, είναι φανταστικά ή προϊόντα συνωμοσίας. Στο λαϊκιστικό σύμπαν δεν υπάρχει τριβή, όλα είναι ελαστικά και ακόπως αντιστρέψιμα· οι πράξεις αποσυνδέονται από τις συνέπειές τους. Η φαντασίωση μετατρέπεται σε πραγματικότητα.

Η οικονομία ήταν ανέκαθεν ο κατ εξοχήν χώρος που συντρίβονται οι αυταπάτες. Ξέρετε γιατί; Διότι ζούμε σε έναν πεπερασμένο κόσμο, στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι και να επιλέγουμε και να υφιστάμεθα τις συνέπειες των επιλογών μας. Αν δεν είσαι νοικοκύρης, μοιραία θα σε κυνηγούν οι δανειστές σου. Για να μπορείς να είσαι κυρίαρχος της ζωής σου, πρέπει να δημιουργήσεις τις αντίστοιχες προϋποθέσεις. Η αυτο-κυριαρχία και η αξιοπρέπεια κοστίζουν. Αν θέλεις να αποφύγεις δυσάρεστα διλήμματα, πρέπει να ενεργήσεις με προβλεπτικότητα.           

Όπως ένας επαίτης χάνει το δικαίωμα της επιλογής, μια χρεοκοπημένη χώρα χάνει ένα κομμάτι της εθνικής κυριαρχίας της. Ας πρόσεχε…Όσο πιο πρωτόγονες είναι οι ανάγκες μας, τόσο πιο χονδροειδή είναι τα διλήμματά μας. Αν θέλουμε να αντιμετωπίζουμε τα λεπτεπίλεπτα ερωτήματα της Νορβηγίας («ποιος είναι ο πιο ηθικός τρόπος να επενδύουμε τις προσόδους από τις εξαγωγές πετρελαίου;»), ας φροντίσουμε να αποκτήσουμε τη λεπτότητα της νορβηγικής πολιτικής κουλτούρας και την ακμαιότητα της οικονομίας της.

Αν πρέπει να απαλλαγούμε από κάτι αυτό είναι οι χρόνιες κακές μας συνήθειες. Το Μνημόνιο είναι ιδιαιτέρως επώδυνο επειδή άργησε τόσο. Ας προσέχαμε…Δεν είχαμε το θάρρος να υπερβούμε τη χρόνια ακρασία μας και το πληρώνουμε. Όλα κοστίζουν. Το «έλλογο εγώ», λέει ο Φρόιντ, δεν κυβερνάται από την «αρχή της ηδονής», αλλά από την «αρχή της πραγματικότητας». Εμείς την αγνοήσαμε.

Ουδόλως με στεναχωρεί να με κυβερνούν οι βορειοευρωπαίοι «Φον Φούφουτοι», αφού οι δικοί μου εκπρόσωποι αποδείχθηκαν όλα αυτά τα χρόνια βαλκάνιοι κατσαπλιάδες. Δεν μειώνεται καθόλου η αξιοπρέπειά μου αν αύριο τις διοικήσεις των νοσοκομείων τις επιλέξει η τρόικα, αφού η δική μου υπουργός διαιωνίζει την παράδοση του φαύλου κομματισμού. Δεν με ενοχλεί καθόλου αν οι αλλοδαποί δανειστές μου εγκαταστήσουν επιτρόπους στις ΔΕΚΟ και τους ΟΤΑ, αφού οι δικοί μου νοιάζονται κυρίως για τη μίζα, την ψηφοθηρία, και το ρουσφέτι. Ξέρετε γιατί; Διότι ξέρω ότι, ενίοτε, τα διλήμματά μου δεν τα επιλέγω – μου τα θέτουν τα γεγονότα…

Όχι, δεν πενθώ για την Ελλάδα που χάνεται. Ντρέπομαι μόνο για την ανικανότητά μας να δημιουργήσουμε την Ελλάδα που ονειρευτήκαμε το 1974.