Ξεκίνησα τη μέρα μου με μια μάλλον μέση διάθεση. Αλλαξε με την ανάγνωση της επιστολής του κ. Πολύδωρα. Δεν είναι μόνο ότι ικανοποιήθηκε η ματαιοδοξία του συγγραφέα ―τουλάχιστον ένας με διαβάζει!―, αλλά και ότι ο άνθρωπος μου αφιέρωσε λίγο απο τον πολύτιμο χρόνο του. Για σκεφτείτε τι υποχρεώσεις έχει ένας βουλευτής, αλλά και τι άγχος ένας πατέρας να εξασφαλίσει εργασία στα παιδιά του! Παρ' όλα αυτά, ο κ. Πολύδωρας βρήκε λίγο χρόνο και για μένα. Η ταπεινότης μου συγκινήθηκε...
Βέβαια, δεν σας κρύβω ότι ο ανοίκειος ενικός της επιστολής με εξέπληξε, αλλά γρήγορα ενεργοποίησα τό βρετανοτραφές μέρος του εαυτού μου και παρέκαμψα την ελαφρά ενόχληση. Η διάθεσή μου ελάφρυνε. Το ύφος της επιστολής του κ. Πολύδωρα μου θύμισε ελληνική κωμωδία του '60. Φαντάστηκα προς στιγμήν τον αξέχαστο Διονύση Παπαγιαννόπουλο ή τον αξεπέραστο Βασίλη Αυλωνίτη να αγορεύει με κενολογικό στόμφο στο πόπολο κουνώντας το δάχτυλο, να κομπάζει... Το αρχικό χαμόγελο κατέληξε σε ένα ηχηρό γέλιο.
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012
Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012
Και οι ανεπαρκείς εκπαιδευτικοί κ. υπουργέ;
Το σκέφτεσαι και μελαγχολείς: αν κάποιος διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση από το 1982 και μετά, κανείς μέχρι σήμερα δεν τον έλεγξε επαγγελματικά: πως κάνει τη δουλειά του, πόσο καλά την κάνει, ή τι συνέπειες έχει αν την κάνει καλά ή άσχημα. Αν μιλήσετε με διευθυντές σχολείων, θα ακούσετε ιστορίες για μερικούς ανεπαρκείς εκπαιδευτικούς, τους οποίους δεν ξέρουν τι να τους κάνουν…
Πόσοι και ποιοι είναι αυτοί; Κανείς δεν ξέρει επισήμως, αν και κάθε διευθυντής γνωρίζει ποιοι κάνουν καλή δουλειά και ποιοί όχι. Αλλά αυτή η γνώση είναι άτυπη και, το κυριότερο, άχρηστη, αφού ένας διευθυντής δεν μπορεί να κάνει τίποτα για έναν εκπαιδευτικό που αποδείχθηκε ανίκανος, αδιάφορος ή ασυνείδητος. Ακόμα κι όταν κληθεί να αξιολογήσει ένα νεοδιόριστο στο δεύτερο χρόνο, η κρατούσα αντίληψη είναι ότι πρέπει οπωσδήποτε να μονιμοποιηθεί. Η επίδοση ενός εκπαιδευτικού στην Ελλάδα, τα τελευταία τριάντα χρόνια (!), επαφίεται στην επαγγελματική του συνείδηση και μόνον.
Η κοινή αίσθηση λέει ότι αυτό δεν αρκεί. Και η πλέον εκλεπτυσμένη συνείδηση, αν αποσυνδεθεί επί μακρόν από τις συνέπειες των πράξεων που καθοδηγεί, ατονεί, γίνεται εσωστρεφής και αυτοαναφορική. Καιρός για ριζικές αλλαγές, λοιπόν. Ο υπουργός Παιδείας κ. Αρβανιτόπουλος ανακοίνωσε ότι θα υπάρξει «αξιολόγηση δομών, διαδικασιών [και] στελεχικού δυναμικού» στην εκπαίδευση. Θαυμάσια. Ποια λογική θα διαπερνά το σύστημα αξιολόγησης που οραματίζεται; «Οι καλοί θα προχωρούν, οι μέτριοι θα μένουν στάσιμοι […]», είπε σε συνέντευξή του στη «Καθημερινή» (26/8/12).
Ενδιαφέρων, ως προς τις αποσιωπήσεις του, ισχυρισμός! Στο ανθρωπολογικό σύμπαν του υπουργού Παιδείας δεν υπάρχουν «κακοί» εκπαιδευτικοί. Η εκπαιδευτική κοινότητα απαρτίζεται μόνο από «καλούς» και «μέτριους»! «Η πολιτεία διασφαλίζει ότι ο εκπαιδευτικός είναι επαρκής για τη διδασκαλία του στην τάξη κατά την είσοδό του στην εκπαίδευση», δήλωσε ο υπουργός. «Από εκεί και πέρα, κάποιος είτε βελτιώνεται είτε παραμένει στάσιμος».
Προσέξτε το φενακιστικό σχήμα του κ. Αρβανιτόπουλου: έχοντας ορίσει από την αρχή ότι οι εκπαιδευτικοί που μπαίνουν στην τάξη είναι ήδη «επαρκείς», δύο εκβάσεις της αξιολόγησης είναι λογικά δυνατές: είτε οι αξιολογούμενοι θα παραμείνουν «επαρκείς», είτε θα εντοπίζονται «οι όποιες αδυναμίες τους [και θα τους παρέχονται] κίνητρα να βελτιωθούν». Στο Αρβανιτοπούλειο σύμπαν άλλη λογική δυνατότητα αποκλείεται, όπως αποκλείεται στο σύμπαν της κομμουνιστικής ιδεοληψίας η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο στο σοσιαλισμό ή, στο σύμπαν της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, οι αγορές να μην αυτο-ρυθμίζονται!
Ένα τέτοιο λογικό σχήμα είναι «κλειστό», δηλαδή μη διαπερατό από την εμπειρία, αφού έχει ήδη προδιαγράψει τα αποτελέσματα του συλλογισμού. Η εμπειρία, όμως, αναδεικνύει διαρκώς θέματα που ξεφεύγουν και από τον καλύτερο σχεδιασμό ή τις παραδοχές μας. Δεν μπορούμε να τα αγνοούμε.
Καμία πολιτεία δεν μπορεί να διασφαλίσει μια για πάντα ότι οι εκπαιδευτικοί είναι «επαρκείς». Όσοι διορίζονται, κρίνονται αρχικά «επαρκείς» με βάση κάποια «μοριοδότηση» ή τις επιδόσεις τους στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, όχι στην εκπαιδευτική πρακτική. Η επίδοση είναι ένα δυναμικό γεγονός – μεταβάλλεται στο χρόνο. Κάποιος που κρίθηκε «επαρκής» λόγω μορίων ή επίδοσης σε γραπτές εξετάσεις, ίσως αποδειχθεί ανεπαρκής σε μια ζωντανή τάξη. Κάποιος που ξεκίνησε με καλές προϋποθέσεις, ίσως χάσει το ενδιαφέρον του αργότερα. Κάποιος που πληρούσε τα τυπικά κριτήρια, ίσως αποδειχθεί ότι δεν διέθετε την κατάλληλη προσωπικότητα για το επάγγελμα που επέλεξε. Τα ενδεχόμενα είναι πολλά, η ζωή εκπλήσσει.
Λέει ο υπουργός Παιδείας: «η αξιολόγηση δεν απολύει, δεν τιμωρεί, δεν είναι πειθαρχικός έλεγχος». Ναι, ο σκοπός της αξιολόγησης δεν είναι τιμωρητικός, αλλά διαγνωστικός. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, όμως, έχουν συνέπειες (το παραδέχθηκε και ο κ. Αρβανιτόπουλος, συνδέοντας την αξιολόγηση με το βαθμολόγιο), μια από τις οποίες ενδέχεται να είναι η τιμωρία. Αν η αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού δείχνει ότι η επίδοσή του είναι συστηματικά κάτω του μετρίου, δεν θάπρεπε να είναι δυνατή η απόλυσή του; Γιατί να επωμίζεται το κοινωνικό σύνολο τις συνέπειες κάποιου που έκανε λάθος σταδιοδρομική επιλογή; Γιατί να υποβαθμίζεται ένα δημόσιο αγαθό εξαιτίας της ανεπάρκειας του παρόχου του; Θα θέλατε να διδάσκει το παιδί σας ένας κακός δάσκαλος; Ποιος σοβαρός εργοδότης θάθελε να απασχολεί κάποιον που δεν προσθέτει αξία στον οργανισμό;
Ο κ. Αρβανιτόπουλος αντλεί τα σοφιστικά επιχειρήματά του από δύο βαθιά μοτίβα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Πρώτον, την εξασθένηση της έννοιας των συνεπειών που επιφέρει η «αποτυχία» και η υπέρβαση «ορίων» στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Το νήμα της ατιμωρησίας είναι αυτό που συνδέει τη συμπεριφορά κακομαθημένων καταληψιών σχολείων, την πτώση της ποιότητας των δημόσιων αγαθών, την ανοχή της μετριότητας, τη διαφθορά, και τη συντεχνιακή απέχθεια στα πειθαρχικά. Και δεύτερον, την ποιότητα των δημόσιων αγαθών κατέληξαν να την ορίζουν προνομιακά οι συντεχνίες του δημόσιου τομέα, οι οποίες, φυσικά, ταυτίζουν το δημόσιο συμφέρον με την υπεράσπιση των στενών συμφερόντων τους.
Οι σωστοί επαγγελματίες όχι μόνο δεν φοβούνται την αξιολόγηση («αιτία πολέμου» τη χαρακτήρισε η ΔΟΕ!), αλλά την επιζητούν. Γνωρίζουν ότι το επάγγελμά τους διέπεται από συλλογικές αξίες, τις οποίες υλοποιούν με βάση τα ισχύοντα κάθε φορά «κριτήρια αριστείας». Ο σωστός επαγγελματίας, ακριβώς επειδή είναι περήφανος για τη δουλειά του, θέλει να την προστατεύσει, θέτοντας τον εαυτό του στην κρίση των ομοτέχνων του. Επιζητεί την αξιο-λόγηση επειδή υπηρετεί αξίες.
Ακατάληπτες, δυστυχώς, οι έννοιες αυτές από πολιτικάντηδες και συνδικαλιστές. Εξού και το δράμα μας…
Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012
Οι «κολλητοί» είναι πάντα προτιμότεροι!
Δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε κανέναν ειδικό, το βλέπουμε μόνοι μας: ποιο είναι το πιο πιεστικό πρόβλημα της χώρας σήμερα; Μα, φυσικά, η χρεοκοπία της: το γεγονός ότι, χωρίς διεθνή δανεισμό, η Ελλάδα θα είχε ήδη κηρύξει στάση πληρωμών• ότι τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους επαρκούν για δύο μήνες το πολύ!
Τι πρέπει να γίνει, λοιπόν; Μα, φυσικά, μεταξύ άλλων, να αυξηθούν επειγόντως τα δημόσια έσοδα. Πως; Με διάφορους τρόπους, από τους οποίους ο πλέον οικονομικά αποτελεσματικός και ηθικά ορθός είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.
Ότι η φοροδιαφυγή συνιστά ένα μείζον πρόβλημα, σε σημείο που έχουμε γίνει διεθνώς καταγέλαστοι, είναι ευρύτατα γνωστό. Πιστοποιείται, επίσης, από πληθώρα μελετών. Ενδεικτικά: σε πρόσφατη μελέτη καθηγητών του Πανεπιστημίου του Σικάγου, η φοροδιαφυγή των ελευθέρων επαγγελματιών το 2009 υπολογίζεται στα 28 δισ. ευρώ. Αν τα εισοδήματα αυτά φορολογούνταν, θα απέφεραν 11,2 δισ. δημόσια έσοδα, αρκετά για να καλύψουν περίπου το 1/3 του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2009 ή το μισό του 2008!
Παρόμοια είναι η κατάσταση στην είσπραξη του ΦΠΑ. Η Ελλάδα έχει την μικρότερη αποδοτικότητα στη είσπραξη ΦΠΑ στην ΕΕ και τη δεύτερη μικρότερη στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Κομισιόν, η Ελλάδα εισέπραξε μόνο το 37% του οφειλόμενου ΦΠΑ το 2010! Μελέτη του ΟΟΣΑ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, «αν η Ελλάδα μπορούσε να εισπράξει τον ΦΠΑ, τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων με την ίδια αποδοτικότητα όπως άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, αυτό θα αύξανε τα φορολογικά της έσοδα κατά περίπου 4,75% του ΑΕΠ ετησίως».
Με αυτά τα δεδομένα, τι πρέπει να κάνουμε; Να ενισχύσουμε, φυσικά, τους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς, τόσο με ανθρώπινους όσο και με υλικούς πόρους. Αυτό που κάνει τη διαφορά, όμως, σε έναν οργανισμό δεν είναι τόσο οι πόροι καθαυτοί όσο η αξιοποίησή τους. Πώς; Με την άσκηση σύγχρονης επαγγελματικής διοίκησης. Μόνο μια καλά οργανωμένη και επαγγελματικά διοικούμενη δημόσια υπηρεσία μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στο έργο της και να παράξει αποτελέσματα με διάρκεια.
Συμβαίνει αυτό; Κρίνετε μόνοι σας. Ας πάρουμε το ΣΔΟΕ, τον σημαντικότερο μηχανισμό για τη δίωξη του οικονομικού εγκλήματος και της φοροδιαφυγής. Δείτε πως διοικείται το ΣΔΟΕ – για την ακρίβεια, πως επιλέγεται ο εκάστοτε ηγέτης του.
Ανακοινώθηκε πρόσφατα ότι ο νέος ειδικός γραμματέας του ΣΔΟΕ είναι ο κ. Στ. Στασινόπουλος. Ποιά είναι τα προσόντα του; Μέχρι πρότινος ήταν προϊστάμενος στη ΔΟΥ Μεσσήνης, διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Καλαμάτας και, παλαιότερα, επικεφαλής του πολιτικού γραφείου του κ. Σαμαρά στη Μεσσηνία. Ας πάμε πιο πίσω, για να αποκτήσουμε μια πληρέστερη εικόνα του φαινομένου. Από το 1997, έτος λειτουργίας του ΣΔΟΕ, επικεφαλής του διετέλεσαν, μεταξύ άλλων, οι εξής: ο κ. Γ. Κανελλόπουλος, στέλεχος και υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ• ο κ. Δ. Μπατζελής, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και αδελφός της πρώην υπουργού κ. Κ. Μπατζελή• ο κ. Σπ. Κλαδάς, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΝΔ, και προσωπικός φίλος του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή• ο κ. Γ. Καπελέρης, πρώην πρόεδρος της ΠΑΣΚΕ Οικονομολόγων και πρώην υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ.
Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί; Είναι είτε κομματάνθρωποι, είτε «κολλητοί» ισχυρών πολιτικών προσώπων, είτε και τα δύο. Σε κάθε περίπτωση, προέρχονται από φατρίες (κομματικές, συνδικαλιστικές, προσωποπαγείς κλίκες, ή δίκτυα εντοπιότητας), διαπλέκονται με κομματικές εξουσίες, δεν διαθέτουν πολιτική ανεξαρτησία από την εκάστοτε κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, δεν διαθέτουν τη «νομιμοποίηση της διαδικασίας», αφού δεν επελέγησαν με ανοιχτές, αξιοκρατικές διαδικασίες.
Γιατί να εμπιστευθούμε το νέο επικεφαλής του ΣΔΟΕ ότι θα ενεργήσει ανεξάρτητα από τυχόν μεροληπτικές εντολές του πολιτικού προστάτη του, σε ότι αφορά λ.χ. στην έρευνα 1000 πολιτικών προσώπων, τα οποία ελέγχονται από την υπηρεσία του για πιθανό παράνομο πλουτισμό; Γιατί να πιστέψουμε ότι το ΣΔΟΕ πράγματι ερευνά (από το 2008!) την ανεξακρίβωτη προέλευση των 5,2 εκατομμυρίων ευρώ του εκδότη κ. Θ. Αναστασιάδη, όπως κατήγγειλε στη Βουλή η κ. Μπακογιάννη το 2010; Πώς να πιστέψουμε ότι ο επικεφαλής του ΣΔΟΕ θα θέσει πάνω απ’ όλα το συμφέρον της υπηρεσίας του και όχι αυτό του πολιτικού εντολοδότη του;
Όσο ικανός κι αν είναι ο επικεφαλής του ΣΔΟΕ, στο μέτρο που σημείο αναφοράς του είναι κομματικά κέντρα αποφάσεων, το έργο του θα υπονομεύεται από την έλλειψη εμπιστοσύνης. Ιδού, λοιπόν, το ελλαδικό μετα-πρόβλημα ξανά: η αναπαραγωγή της έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Όσο οι θεσμοί του κράτους στελεχώνονται με κομματοκρατικό τρόπο, τόσο το έργο τους θα καθίσταται αντικείμενο κομματικής διαμάχης, άρα θα αμφισβητείται. Θα αποδυναμώνεται, συνεπώς, τόσο η παραγωγή έργου όσο και η εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτό.
Και κάτι τελευταίο. Ο νέος επικεφαλής του ΣΔΟΕ αντικατέστησε έναν αποδεδειγμένα ικανό δημόσιο λειτουργό, τον πρώην αντεισαγγελέα Εφετών κ. Διώτη. Ο κ. Διώτης έχαιρε γενικής εκτίμησης, επέδειξε ζήλο και επιτυχίες στη δουλειά του, και, με την εισαγγελική του ιδιότητα, ήταν ο άνθρωπος που συνέβαλλε τα μέγιστα στη δίωξη της τρομοκρατίας. Ένας τέτοιος άξιος (και ανεξάρτητος) λειτουργός κρίθηκε ότι έπρεπε να αντικατασταθεί, τη στιγμή που η χώρα απεγνωσμένα αναζητεί έσοδα!
Οι πολιτικάντηδες δεν θέλουν θεσμικά αντίβαρα, τους είναι ενοχλητικά. Οι ιστορικοί εθισμοί τους είναι τέτοιοι που εμπιστεύονται μόνο τους «κολλητούς» τους, αποδυναμώνοντας έτσι τους θεσμούς και τις αξίες που τους συνέχουν. Δεν αντιλαμβάνονται ότι το σύγχρονο κράτος είναι μια πολύ σύνθετη υπόθεση για να διοικηθεί αποτελεσματικά από παρέες. Παρά τη χρεοκοπία της, η Ελλάδα του 21ου αιώνα δυσκολεύεται να απαλλαγεί από τη μετα-οθωμανική κληρονομιά της…
Σάββατο 25 Αυγούστου 2012
Τα δικά μας τα παιδιά είναι τα καλύτερα!
Συστήσαμε πολιτική κοινότητα, πολίτες όμως δεν γίναμε. Ιδρύσαμε κράτος με βάση τα ιδεώδη του Διαφωτισμού, σύγχρονο κράτος όμως δεν φτιάξαμε. Γίναμε μέλος της ΕΕ, ευρωπαϊκή συνείδηση όμως δεν αποκτήσαμε. Δύο αιώνες, τώρα, η ανατολίτικη ψυχή μας παλεύει με τις εκσυγχρονιστικές μας παρορμήσεις. Διαθέτουμε νεωτερική πρόσοψη, αλλά προ-νεωτερική νοοτροπία.
Ένα (ακόμη…) πρόσφατο παράδειγμα οικογενειοκρατικής πρακτικής αποκαλύπτει πώς η προ-νεωτερική νοοτροπία διαβρώνει τους θεσμούς της χώρας. Όχι ότι η οικογενειοκρατία είναι άγνωστη στις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Όταν όμως εκεί αποκαλύπτεται, ντρέπονται, δεν μπορούν να την υπερασπίσουν δημόσια. Αντιθέτως, στη μετα-οθωμανική Ελλάδα, όχι μόνο δεν ντρέπεται κανείς, αλλά δεν διστάζει να τη δικαιολογεί!
Ο βουλευτής κ. Πολύδωρας διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής για μία μόνο μέρα (!). Με την ιδιότητα του πρώην Προέδρου επέλεξε την κόρη του Μαργαρίτα να εργασθεί ως μετακλητή υπάλληλος στο πολιτικό του γραφείο. Στις επικρίσεις που προκάλεσε η απόφασή του αυτή, ο κ. Πολύδωρας φέρεται να απάντησε: «Κάλυψα τη θέση μόνο ενός υπαλλήλου (αντί για έξι) με την κόρη μου που είναι στενός, πολύτιμος συνεργάτης μου. Έχει τρία μεταπτυχιακά, μιλά τέσσερις γλώσσες και διερωτώμαι γιατί τώρα έρχεται το θέμα στη δημοσιότητα.».
Η ηθική αμβλύνοια του ανδρός είναι αξιοπρόσεκτη. Δεν κατανοεί ότι η πράξη του αυτή, ακόμα κι αν είναι νομότυπη, είναι ηθικά προβληματική. Στη συνείδηση των πολιτών, στη συγκεκριμένη συγκυρία της οικονομικής καταστροφής αλλά και της καθολικής απαξίωσης των πολιτικών, εγγράφεται ως ένα ακόμα δείγμα πλεονεξίας της πολιτικής ελίτ. Μπορεί, βέβαια, να μην υπάρχει νόμος που να απαγορεύει την πλεονεξία των πολιτικών, την απαξιώνει όμως το κοινό αίσθημα.
Ο κ. Πολύδωρας υπερασπίζεται το διορισμό της κόρης του επικαλούμενος τα προσόντα της. Δεν του περνάει από το νου ότι πολλοί νέοι έχουν παρόμοια προσόντα, αλλά έχουν ελάχιστη πιθανότητα να εργασθούν ως υπάλληλοι σε μια επίζηλη δημόσια θέση. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο τα προσόντα της κυρίας Μαργαρίτας Πολύδωρα αυτά που είναι σημαντικά (τέτοια και περισσότερα έχουν κι άλλοι), αλλά ο τρόπος με τον οποίο γνωστοποιούνται τα προσόντα αυτά στους αρμόδιους λήπτες αποφάσεων. Ο κ. Πολύδωρας γνωρίζει τα προσόντα αυτά από πρώτο χέρι, αφού η Μαργαρίτα είναι κόρη του. Η συγγενική σχέση δηλαδή, στο μέτρο που δίνει προνομιακή πληροφόρηση σε έναν εργοδότη αναφορικά με τα προσόντα ενός υποψήφιου εργαζομένου, παραχωρεί το προβάδισμα στο συγγενή έναντι άλλων ατόμων. Σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου αυτό είναι επιλήψιμο, αφού δεν έχουν όλοι, κατ’ αρχήν, ίσες ευκαιρίες πρόσβασης σε δημόσιες θέσεις. Στο δικηγορικό του γραφείο ο κ. Πολύδωρας μπορεί να διορίσει όποιον θέλει, σε μια δημόσια θέση όχι.
«Είχα δικαίωμα να το κάνω», διατείνεται ο κ. Πολύδωρας. Ναι, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Ένας πατέρας δεν μπορεί να πείσει την κοινότητα ότι κρίνει αμερόληπτα το παιδί του. Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι η απόφαση του κ. Πολύδωρα δεν έγινε με ιδιοτελή κριτήρια, αλλά με αξιοκρατικά, τα οποία ως δημόσιος αξιωματούχος οφείλει να εφαρμόζει; Στο μέτρο που το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί με ασφάλεια, η λογοδοσία του δημόσιου αξιωματούχου ακυρώνεται.
Ο πολιτικός οφείλει να μην ενεργεί ως ιδιώτης που φροντίζει για την πάρτη του, αλλά ως ηγέτης που μεριμνά για την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος και των αξιών που το υπηρετούν, μεταξύ των οποίων η αξιοκρατία. Πράξεις που θέτουν εν αμφιβόλω την αξιοκρατία υπονομεύουν την πειθώ του πολιτικού, εφόσον αδυνατεί να πείσει ότι ενεργεί για το συμφέρον της «πόλεως» και όχι για το δικό του. Ο ενάρετος πολιτικός πείθει στο μέτρο που αυτο-περιορίζεται.
Ο πολιτικός ηγέτης ενσαρκώνει αξίες που συνέχουν την κοινότητα. Με τη στάση του παιδαγωγεί του πολίτες. Υπακούμε, όχι μόνο στους γραπτούς νόμους της «πόλεως», λέει ο Περικλής στον «Επιτάφιο», αλλά και σε εκείνους που «ενώ είναι άγραφοι, επιφέρουν πανθομολογούμενη καταισχύνη (των παραβατών)». Η αρχαιομάθεια του κ. Πολύδωρα αποδεικνύεται αυτό που μερικοί υποψιαζόμασταν: κενολογικός στόμφος, όχι πυξίδα ενάρετης πολιτικής συμπεριφοράς.
Σάββατο 18 Αυγούστου 2012
Γιατί να θέλουν να μπει τάξη;
Οι εξουσίες ενθαρρύνουν τη λήθη. Έχουν συμφέρον να βλέπουμε το παρόν θραυσματικά, αποσυνδεδεμένο από μοτίβα του παρελθόντος. Όσο πιο στενός ο ορίζοντας κατανόησης ενός προβλήματος, τόσο πιο πιθανό είναι αυτό να ορισθεί με όρους επικαιρικούς, τους οποίους προνομιακά ελέγχει μια εξουσία. Και αντιθέτως: όσο πιο ευρύς ο ορίζοντας κατανόησης, τόσο πιο απαιτητικά είναι τα κριτήρια λογοδοσίας όσων ασκούν έλλογη εξουσία.
Ας θυμηθούμε ότι πριν από ένα χρόνο ψηφίστηκε στη Βουλή ο νόμος 4009/2011 για τα ΑΕΙ. Ο νόμος ήταν ρηξικέλευθος για τα ελλαδικά δεδομένα, αφού ανέτρεπε το υφιστάμενο «λαϊκοδημοκρατικό» μοντέλο διοίκησης. Ήταν, επιπλέον, η πρώτη φορά που ένας νόμος για τα ΑΕΙ συνάντησε τόσο μεγάλη συναίνεση (ψηφίστηκε από το 85% των βουλευτών). Η τότε υπουργός Παιδείας κ. Διαμαντοπούλου δήλωσε αισιόδοξα ότι «το πιο σημαντικό σημείο της συναίνεσης που επετεύχθη είναι ότι ο νόμος δεν θα ανατραπεί τουλάχιστον για τα επόμενα 20 χρόνια»!
Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012
Η αερολογία της «διοικητικής μεταρρύθμισης»
Είναι υποχρεωμένοι να μιλάνε για «διοικητική μεταρρύθμιση», δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Μιλάνε, φυσικά, και για «αξιοκρατία», δεν γίνεται αλλιώς. Από τον τρόπο που μιλάνε, όμως, καταλαβαίνεις ότι το εννοούν όσο εννοεί και η κ. Παπαρρήγα τον όρκο της στο Σύνταγμα! Η γλώσσα τους δεν αποσκοπεί στη διασάφηση και τη δέσμευση, πόσω μάλλον στην έμπνευση των πολιτών, αλλά στην παραπλάνηση.
Ο πρωθυπουργός δήλωσε πρόσφατα ότι θα «παρακολουθεί προσωπικά» τις μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση. Σε σύσκεψη στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης (!), ο κ. Σαμαράς είπε ότι αναμένει πως, εκτός από «οικονομική», η δημόσια διοίκηση να είναι και «αξιοκρατική»!
Τον πιστεύει κανείς; Αμφιβάλλω. Τα έχουμε ακούσει τόσες πολλές φορές που, δικαιολογημένα, γίναμε κυνικοί. Τα ίδια δεν έλεγε ο Καραμανλής ή ο Παπανδρέου; Γιατί τα λέει, τότε; Γιατί «πρέπει» να τα πει: ο πρωθυπουργικός λόγος δεν σημαίνει κάτι· συνιστά ένα ρητορικό τέχνασμα, μια δήθεν ορθολογική κίνηση σε ένα πολιτικό παιχνίδι προκειμένου να δείξει ότι έχει «επίγνωση» των προβλημάτων και διαθέτει τις «λύσεις». Λέει αυτό που αναμένεται να πει, όχι αυτά που πιστεύει, ούτε μετουσιώνει σε λόγο αυτά που πράττει.
Οι πολιτικάντηδες προσποιούνται ότι υιοθετούν τη γλώσσα του ορθολογισμού για να αποκρύψουν τις παλαιοκομματικές πρακτικές τους ή να συσκοτίσουν τα πραγματικά προβλήματα. Αν εννοούσαν αυτά που λένε όχι μόνο θα μιλούσαν διαφορετικά, θα έπρατταν διαφορετικά. Όταν ακούτε έναν πρωθυπουργό να λέει ότι θα «παρακολουθεί προσωπικά» τα θέματα της διοικητικής μεταρρύθμισης, ή τον αρμόδιο υπουργό να εκλαμβάνει δίχως όραμα τη διοικητική μεταρρύθμιση ως οργανωτική κοπτοραπτική, δεν είναι δύσκολο να καταλάβετε ότι οι άνθρωποι αερολογούν.
Γιατί; Διότι αν σε ενδιαφέρει στ’ αλήθεια να επιφέρεις ριζοσπαστικές τομές στη δημόσια διοίκηση, τότε καταπιάνεσαι με το βαθύτερο πρόβλημά της: τον κομματικοποιημένο χαρακτήρα της που της στερεί, μεταξύ άλλων, τη θεσμική μνήμη. Αν είσαι σοβαρός δρας, δεν φλυαρείς: φτιάχνεις με όραμα και στρατηγική επαγγελματικά συστήματα διοίκησης, δεν δηλώνεις στα ΜΜΕ το «προσωπικό» ενδιαφέρον σου για τη δημόσια διοίκηση, ούτε αναδιατάσσεις χαζοχαρούμενα τα έπιπλα του σπιτιού. Η τέχνη της διοίκησης είναι, μεταξύ άλλων, να δημιουργείς συστήματα, διαδικασίες και νοο-τροπία για να επιτυγχάνεις, μέσω άλλων ανθρώπων, αποτελέσματα με διάρκεια, ακόμα κι όταν εσύ θάχεις φύγει.
Τι σημαίνει αυτό; Πρωτίστως τη δημιουργία θεσμικής μνήμης στη δημόσια διοίκηση. Όσο οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων θα είναι πρόσωπα πολιτικής επιλογής, τόσο η δημόσια διοίκηση θα παραμένει το πολιτικά εξαρτημένη, άρα λάφυρο των κομμάτων εξουσίας.
Τι έκανε η λεγόμενη κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας μόλις ανέλαβε; Διόρισε στις θέσεις γενικών γραμματέων υπουργείων και περιφερειών δικούς της ανθρώπους. Πρόκειται για άτομα που διορίστηκαν με πολιτικά-περσοναλιστικά κριτήρια, όχι λειτουργοί που σταδιοδρομούν στη δημόσια διοίκηση. Αλλά, ακόμη κι αν ήθελαν να διατηρήσουν το σημερινό σύστημα των μετακλητών γραμματέων, γιατί δεν κράτησαν τουλάχιστον τους άξιους; Γιατί λ.χ. έπρεπε να αντικατασταθεί η ειδική γραμματέας του ΕΣΠΑ κ. Ζεμπιλιάδου, για την οποία εκφράστηκαν τόσο κολακευτικά αξιωματούχοι της ΕΕ;
Τα ερωτήματα δεν έχουν τέλος: γιατί ο γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου να είναι επιλογή του πρωθυπουργού και όχι ανώτατο στέλεχος της διοίκησης; Γιατί οι γενικοί γραμματείς των περιφερειών να είναι πολιτευτές (όπως τώρα) και όχι δημόσιοι λειτουργοί; Γιατί ο διοικητής του ΙΚΑ, του ΕΟΠΠΥ, του ΤΑΙΠΕΔ, κοκ, να μην επιλέγεται από ανεξάρτητες επιτροπές μεταξύ ανθρώπων που σταδιοδρομούν στη διοίκηση επιχειρήσεων και οργανισμών; Ετσι δεν γίνεται στον ανεπτυγμένο κόσμο;
Διότι αυτό είναι το σημαντικό: τα ηγετικά στελέχη δημοσίων οργανισμών να σταδιοδρομούν στη διοίκηση. Τι το ιδιαίτερο έχουν αυτοί που σταδιοδρομούν σε έναν τομέα; Αυτό που έχουν οι επαγγελματίες ταξιτζήδες σε σχέση με τους «πειρατές» συναδέλφους τους: τείνουν να αναπτύσσουν επαγγελματική αυτοσυνειδησία, κρίνονται με βάση τις επιδόσεις τους σε βάθος χρόνου, λειτουργούν σε ένα πλαίσιο κινήτρων και κυρώσεων που επιβάλλει, κατ’ αρχήν, ορθολογικές συμπεριφορές.
Είναι τυχαία, άραγε, η εκτεταμένη λεηλασία δημόσιων πόρων στο ΙΚΑ λ.χ. από απατεώνες δικαιούχους; Τι αποκαλύπτουν τέτοιες απάτες για το σύστημα διοίκησης του οργανισμού; Οι συστηματικοί έλεγχοι, χάρη στους οποίους επιβάλλεται η τήρηση της νομιμότητας, προϋποθέτουν ένα σύστημα επαγγελματικής διοίκησης, τα αποτελέσματα του οποίου έχουν συνέπειες για τα στελέχη και τους υπαλλήλους. Είδατε το διοικητή του ΙΚΑ, γενικό διευθυντή του ΠΑΣΟΚ μέχρι πρότινος, να παραιτηθεί, αναλαμβάνοντας την ευθύνη γι αυτό το μπάχαλο; Όχι, φυσικά. Ο κ. Σπυρόπουλος δεν σταδιοδρομεί στη διοίκηση οργανισμών, άρα δεν έχει λόγο να στεναχωρηθεί μήπως οι αποκαλύψεις σκανδάλων κηλιδώσουν το βιογραφικό του. Οι πολιτικοί του προστάτες θα του εξασφαλίσουν την επόμενη δημόσια θέση…
Η «αξιοκρατία» για την οποία μιλάνε οι πολιτικάντηδες είναι ένα ρητορικό τέχνασμα για να απωθούν την προσοχή των ΜΜΕ από τα πεπραγμένα τους. Σε ποια χώρα της ανεπτυγμένης Ευρώπης θα παραιτούνταν ο αρχηγός ΓΕΣ, καταγγέλλοντας την πολιτική ηγεσία του υπουργείου του ότι «αντί να συζητήσουμε για την εξοικονόμηση χρημάτων, για το αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων […] άρχισαν να κάνουν τις κρίσεις και να ασχολούνται νυχτιάτικα με τα ρουσφέτια», και ο υπουργός Άμυνας θα έμενε στη θέση του;
Όποιος νομίζει ότι η κρίση αυτομάτως αφυπνίζει, μάλλον εκλαμβάνει την επιθυμία του για πραγματικότητα. Οι βαθιές δομές του πολιτικού συστήματος διαθέτουν ισχυρότατες δυνάμεις αδράνειας. Όπως στο οικονομικό, το φως στο πολιτικό τούνελ αργεί ακόμη…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




