Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

«Έχει κανείς τα κότσια να κυβερνήσει τη χώρα;»


Συνέντευξη του Χαρίδημου Κ. Τσούκα στον «Πολίτη» (*) Της Μιράντας Λυσάνδρου

Η αίθουσα του Πανεπιστημίου Κύπρου στην οποία επρόκειτο να μιλήσει ο καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στην Έδρα Columbia Ship Management, Χαρίδημος Τσούκας, ήταν κατάμεστη. Κυρίως από συναδέλφους του αλλά και φοιτητές του. Υπήρχαν ωστόσο διασκορπισμένοι στο χώρο και άλλοι εξωπανεπιστημιακοί που, παρά το τσουχτερό κρύο, επέλεξαν να βγουν βραδιάτικα για τον ακούσουν. Το θέμα καυτό: «Ο Νέλσον Μαντέλα και η τέχνη της πολιτικής ηγεσίας». Κι ο λόγος του Χαρίδημου Τσούκα φιλοσοφημένος, ανθρώπινος , ορθολογικός. Που όσο ρέει σαν ποταμός υποχρεώνει το μυαλό να κάνει συνειρμούς. Να περιπλανιέται σε μορφές ηγετών ενάρετες κι αποφασιστικές και σε μορφές ηγετών που το μόνο τους γνώρισμα είναι να ενθαρρύνουν τον λαϊκισμό. Με αφορμή αυτή τη διάλεξη, αλλά και με αφορμή την αρχή της νέας χρονιάς και την ελπίδα που κάθε νέα αρχή δημιουργεί, ο κ. Τσούκας μίλησε στον «Π» για τη σημασία της ανάδειξης μίας εμπνευσμένης ηγεσίας στο πηδάλιο μιας χώρας.

- Ο Νέλσον Μαντέλα είχε όλες τις αρετές που χαρακτηρίζουν έναν ηγέτη: τη σοφία, το θάρρος, την ανθρωπιά, την δικαιοσύνη, την εγκράτεια, την υπερβατικότητα. Εμείς εδώ έχουμε ηγέτες που να έχουν έστω κάποιες από αυτές τις αρετές ;

- Οι συγκρίσεις είναι ομολογουμένως δύσκολες. Όχι μόνο κάποιος Κύπριος, αλλά ο οποιοσδήποτε ηγέτης, δύσκολα θα μπορούσε να συγκριθεί με τον Μαντέλα. Ο Μαντέλα υπερέβη σχεδόν την ανθρώπινη φύση με τον μακροχρόνιο εγκλεισμό του στη φυλακή (27 χρόνια ήταν φυλακισμένος) και, αυτό είναι το πλέον σημαντικό, την απουσία κάθε εκδικητικού συναισθήματος. Σπάνια βλέπουμε τη θυσιαστική σμίλευση ενός χαρακτήρα σε τέτοιο βάθος. Ο πλησιέστερος ίσως άνθρωπος εν ζωή που εγώ γνωρίζω είναι η Αούνγκ Σαν Σου Κι, η ηγέτης της αντιπολίτευσης της Βιρμανίας, η οποία βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό για πάνω από μία δεκαετία, έχοντας υποστεί βαριές προσωπικές θυσίες, όπως να ζει μακριά από τα παιδιά της, να μην μπορεί να παρασταθεί στον άρρωστο σύζυγό της στην Οξφόρδη (ο οποίος τελικά πέθανε μόνος του), και, παρόλα αυτά, ή κυρία Κι να μάχεται για συνεννόηση με την κτηνώδη δικτατορία για το καλό της χώρας της. Αυτές είναι υπερβατικές συμπεριφορές, συμπεριφορές αυταπάρνησης, όπου ο ηγέτης στρατεύεται σε κάτι ευρύτερο, στο οποίο αφιερώνει τη ζωή του. Αυτό είναι δύσκολο να το ζητάμε από τον οποιονδήποτε ηγέτη.

- Τι θα μπορούμε να ζητάμε;

- Τουλάχιστον να έχουν τις αρετές αυτές ως μία πυξίδα συμπεριφοράς – να έχουν αίσθηση του δημοσίου και εθνικού συμφέροντος, το οποίο ανιδιοτελώς να υπηρετούν. Υπάρχουν φορές που ο ηγέτης πρέπει να συμπεριφερθεί περισσότερο ηρωικά ή περισσότερο συγκρατημένα. Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να εμπνεύσει. Άλλες στιγμές που πρέπει να εναντιωθεί στο λαϊκό αίσθημα, άλλες φορές που πρέπει να εκφράσει το λαϊκό αίσθημα.

- Το είπατε και στη διάλεξή σας: ο ηγέτης δεν πρέπει πάντα να ταυτίζεται με τον «δήμο», αλλά να βρίσκει τη δύναμη να «τολμήσει αντιλογία προς αυτόν». Στην Κύπρο των πελατειακών σχέσεων αυτό είναι δύσκολο. Πώς το ξεπερνούμε;

- Κι εμένα με απασχολεί αυτό ιδιαίτερα. Γι’ αυτό βρίσκω σπουδαίο το απόσπασμα του Θουκυδίδη, στο οποίο εξηγεί γιατί ήταν σημαντικός ηγέτης ο Περικλής. Γράφει ο Θουκυδίδης: Ο Περικλής, «καθώς είχε μεγάλη δύναμη, έκγονη του προσωπικού του κύρους και της διανοητικής του ικανότητας, αλλά και επειδή υπήρξε αδωροδόκητος, κρατούσε τον λαό με τρόπο ελεύθερο και δεν παρασυρόταν από αυτόν, αλλά μάλλον τον καθοδηγούσε, γιατί δεν επιδίωκε με αθέμιτα μέσα να αποκτήσει δύναμη και δεν έλεγε κάτι για να θωπεύσει τον δήμο, αλλά στηριγμένος στο προσωπικό τους κύρος αποτολμούσε και αντιλογία προς αυτόν [...]» («Ιστορίες» Β΄ 65, μετφρ. Κ. Δεσποτόπουλου).

Πρόκειται για έναν βαθύ συλλογισμό. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο ηγέτης δεν είναι απλώς ο άνθρωπος που εκφράζει τη λαϊκή διάθεση. Μια άλλη διάστασή του είναι η παιδαγωγική, όπου ο ηγέτης διαλέγεται με τον «δήμο» και τολμά «αντιλογία» προς αυτόν, προσπαθώντας να τον πείσει για τις επιλογές που πρέπει να γίνουν και οι οποίες θα διασφαλίσουν τη μακροχρόνια επιβίωση και ευημερία του. Για να το κάνει αυτό, όμως, λέει ο Θουκυδίδης, ο ηγέτης πρέπει να είναι «διαφανώς αδωρότατος». Όχι μόνο να μην δωροδοκείται με την τρέχουσα έννοια , αλλά να έχει τέτοιο ηθικό κύρος ώστε να μην μπορεί κανείς να του προσάψει ότι μεροληπτεί υπέρ κάποιου επιμέρους ειδικού συμφέροντος. Όταν ένας ηγέτης διαθέτει ηθικό κύρος μπορεί να τολμήσει «αντιλογία προς τον δήμο», όπως λ.χ. τόλμησε ο Μαντέλα αρνούμενος να συμπαραταχθεί με το κόμμα του στη διάλυση της εθνικής ομάδας Ράγκμπι.

Το συμβάν αυτό αποδόθηκε όμορφα από τον Κλιντ Ιστγουντ στην ταινία του «Ανίκητος» (“Invictus”). Πρόκειται για ένα ήσσονος σημασίας αλλά μεγάλου πολιτικού συμβολισμού γεγονός. Η εθνική ομάδα ράγκμπι συμβόλιζε για τη μαύρη πλειονότητα το μισητό απαρτχάϊντ. Η έντονη λαϊκή διάθεση ήταν να διαλυθεί η ομάδα. Ο Μαντέλα διαφώνησε και, ως Πρόεδρος, επέβαλε την άποψή του. Όπως χαρακτηριστικά λέει στην ταινία: «Με εκλέξατε ηγέτη σας, Αφήστε με να ηγηθώ». Με τη διαφωνία του διαμήνυσε στη δική του πλευρά (τους μαύρους) ότι θα πρέπει να μάθουν να ζουν ειρηνικά με τον χθεσινό εχθρό. Στη νέα Νότια Αφρική όλες οι φυλές θα ζουν μαζί σε ένα κράτος δικαίου. Συγχρόνως, σεβόμενος τα σύμβολα της λευκής μειονότητας, καθιστά συμβολικά αποδεκτή την παρουσία τους στη χώρα. Ήταν μία υψηλής σημασίας συμβολική χειρονομία, η οποία δείχνει και το ήθος του ανδρός.

- Τι θα σήμαινε λοιπόν αυτό στη δική μας πολιτική σκακιέρα;

- Υπέρβαση της διαβρωτικής νοοτροπίας του λαϊκισμού. Ο λαϊκισμός είναι η διαρκής και ιδιοτελής κολακεία του «δήμου». Ό,τι ο πολιτικός διαισθάνεται ότι συνιστά τη λαϊκή διάθεση, το αναπαράγει στην πολιτική του. Παραδείγματος χάριν, η λαϊκή διάθεση τον Μάρτιο του 2013 ήταν «Μην ακουμπάτε τις καταθέσεις μας». Αυτή τη διάθεση εξέφρασε άκριτα η Βουλή (και έμμεσα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας), με το «όχι» στο κούρεμα, στην πρώτη ψηφοφορία. Εάν οι αντιπρόσωποί μας θεωρούσαν δυσάρεστο μεν αλλά εθνικά επωφελές το κούρεμα των καταθέσεων (όπως μερικοί από αυτούς ομολόγησαν εκ των υστέρων), όφειλαν να «τολμήσουν αντιλογία» προς την κυρίαρχη λαϊκή διάθεση. Δεν το έκαναν. Δεν είχαν το πολιτικό ανάστημα να το κάνουν. Είπαν λαϊκιστικά το διαβόητο «όχι», το οποίο, μία βδομάδα αργότερα, αναίρεσαν! Αυτή είναι μια καλή περίπτωση μελέτης γιατί μας δείχνει πως όταν ο ηγέτης το μόνο που κάνει είναι να αναπαράγει τη λαϊκή οργή, δεν επιτελεί με σύνεση το έργο του. Ο,τι είναι δημοφιλές, δεν είναι απαραίτητα εθνικά επωφελές.

- Το ίδιο έγινε και το 2004 σε ένα άλλο επίπεδο.

- Θα μπορούσε να το πει κανείς, αλλά δεν θα ήθελα να το συζητήσω γιατί δεν το ξέρω καλά το θέμα. Μπορώ να σχολιάσω όμως πώς η κυβερνητική ενδοτικότητα σε επιμέρους συντεχνιακά συμφέροντα, αντιβαίνει το κοινό καλό. Δείτε την εκπαίδευση, λ.χ.

Ενώ διεθνείς οργανισμοί και έγκριτοι αναλυτές μας λένε ότι το σύστημα πρόσληψης εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι αναχρονιστικό, η συντεχνιακή αντίδραση είναι «Μην πειράζετε τη λίστα διοριστέων. Κάτω τα χέρια από έναν καταξιωμένο θεσμό». Το εθνικό συμφέρον, όμως, επιτάσσει την αλλαγή του συστήματος. Δεν διασφαλίζεται η ποιότητα των προσλαμβανομένων εκπαιδευτικών απλά και μόνο με την ημερομηνία εγγραφής τους στην επετηρίδα. Κανείς ορθολογικός εργοδότης δεν θα προσλάμβανε ανθρώπους με τέτοιο τρόπο, όταν μάλιστα η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση. Ένας οραματιστής Υπουργός Παιδείας θα κριθεί στο μέτρο που αντιλαμβάνεται μεν τη συντεχνιακή φοβία να μην καταστρατηγηθεί ένα αδιάβλητο σύστημα, αλλά, συγχρόνως, είναι σε θέση να την κατευνάσει και να την υπερβεί. Να τολμήσει πειστική «αντιλογία», στο όνομα του εθνικού συμφέροντος. Δεν χρειάζεται να εφεύρει τον τροχό. Αρκεί να δει τι κάνουν οι καλύτερες εκπαιδευτικά χώρες στον κόσμο, όπως είναι οι Σκανδιναβικές και μερικές ασιατικές. Για να το κάνει, όμως, αυτό χρειάζεται όραμα, τόλμη, πολιτικό κεφάλαιο, σύνεση, δεξιότητες πειθούς. Περιμένουμε να δούμε αν ο σημερινός Υπουργός Παιδείας διαθέτει αυτές τις δεξιότητες. Ο μέχρι τώρα πολιτικός του βίος δεν μας προδιαθέτει θετικά. Ενδέχεται όμως να μας εκπλήξει ευχάριστα.

- Πάντως δεν είναι τυχαίο που είχαμε από τη μία μια εθνική καταστροφή και από την άλλη μια οικονομική καταστροφή…

- Μπορούμε να μιλάμε ώρες γι’ αυτό... Το κοινό μοτίβο και στις δύο περιπτώσεις είναι η διολίσθηση σε αποφάσεις πολιτικά συμφέρουσες βραχυπρόθεσμα, οι οποίες όμως μόνο επιφανειακά αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, επιδεινώνουν τη φύση του, και κλιμακώνουν την κακή διαχείρισή του, μέχρις ότου συμβεί το μοιραίο.

Δείτε τους κακούς χειρισμούς που έγιναν στο θέμα της «Λαϊκής». Ακόμη και ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Χριστόφιας, μας λέει τώρα ότι έπρεπε να είχε κλείσει η Λαϊκή, επί της δικής του θητείας. Μας λέει επίσης, τώρα, ότι προσπάθησε να αποφύγει πάση θυσία την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης της ευρωζώνης. Και στις δύο περιπτώσεις επέδειξε ανεύθυνη ολιγωρία. Γιατί το έκανε αυτό; Διότι αφενός δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να υπερβεί τις δικές του ιδεοληψίες, αφετέρου διότι, σε ένα λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα, το πολιτικό κόστος γι αυτόν θα ήταν πράγματι βραχυπρόθεσμα υψηλό.

Ο κυβερνήτης, όμως, δεν είναι εκεί μόνο για να εφαρμόζει τη δική του ιδεολογία αγνοώντας την πραγματικότητα, ούτε είναι εκεί για να είναι αρεστός στο «δήμο», αλλά, όπως μας θυμίζει έξοχα ο Μακιαβέλι, για να λαμβάνει τις αναπόφευκτα σκληρές αποφάσεις όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Ο κυβερνήτης πρέπει να πασχίζει να είναι χρήσιμος στο «δήμο», όχι αρεστός. Σε μια δημοκρατία, βέβαια, αυτό δεν είναι εύκολο, αφού η δημοφιλία κερδίζεται όχι τόσο με το να είσαι χρήσιμος (αυτή η ιδιότητα είναι μια υπόσχεση που το εκλογικό σώμα δεν γνωρίζει όταν ψηφίζει) αλλά με το να είσαι αρεστός (αυτή η ιδιότητα πιστοποιείται στο παρόν). Το κυβερνάν είναι μια εξόχως δύσκολη υπόθεση, αφού ο κυβερνήτης δεν καλείται να επιλέξει μόνο μεταξύ του «σωστού» και του «λάθους», αλλά, συχνά μεταξύ δύο «σωστών» ή δύο «λαθών». Έχει τα κότσια; Διαθέτει το απαιτούμενο ηθικο-πολιτικό ανάστημα; Η μήπως κλωτσάει το τενεκεδάκι παρακάτω, για το βρουν οι διάδοχοί του;

- Έχουμε επίσης νοοτροπίες που ενθαρρύνουν την πόλωση. Ακόμα μιλάμε για σχήματα του ’60. Για εθνικόφρονες και αριστερούς.

- Αυτές είναι αφελείς και απλοϊκές σχηματοποιήσεις, οι οποίες μας εμποδίζουν να δούμε τη συνθετότητα των προβλημάτων. Αυτό μπορούμε να το δούμε και σε εθνικό επίπεδο. Σε κοινωνίες όπου υπάρχουν θέματα μειονοτήτων πρέπει να μπορείς να διευρύνεις του θεσμούς ώστε οι πολίτες, ανεξάρτητα από την εθνοτική τους καταγωγή, τη θρησκεία τους, ή οτιδήποτε άλλο, να νιώθουν ότι ανήκουν σε μία ευρύτερη πολιτεία. Αυτή την ευρύτερη πολιτεία η Κυπριακή Δημοκρατία δεν κατάφερε ψυχικά να τη θεμελιώσει.

- Τι δεν κάναμε σωστά;

- Πρέπει να κατανοήσουμε την εμπειρία του Άλλου. Εδώ χρειάζονται υπερβατικές συμπεριφορές τύπου Μαντέλα. Η ηθικοπολιτική ευφυΐα του Μαντέλα ποια ήτανε; Ότι π.χ. η «Επιτροπή για την Αλήθεια και τη Συμφιλίωση» που θέσπισε, συστήθηκε στη βάση μιας απλής αρχής: πρέπει να μιλήσουμε για τα εγκλήματα, όλα τα εγκλήματα, που διαπράχθηκαν στο καθεστώς του απαρτχάϊντ. Όσοι τα διέπραξαν, ανεξαρτήτως φυλής, πρέπει να τα ομολογήσουν, να ζητήσουν συγχώρεση, και θα τους δοθεί αμνηστία. Η νέα Νότια Αφρική δεν θα θεμελιωθεί στη βουβή λήθη αλλά στην ζωογόνα α-λήθεια. Ήταν ένα υπέροχο μάθημα εμπνευσμένης πολιτικής ηγεσίας.

- Πιστεύετε ότι απαιτείται να γίνει μια τέτοια επιτροπή και στην Κύπρο; Θα βοηθήσει στη λύση του Κυπριακού;

- Εγώ θα περίμενα να είναι ένα από τα σημαντικά θέματα συζήτησης. Το Κυπριακό δεν είναι απλώς μια άσκηση θεσμικής μηχανικής. Χρειάζονται και συμβολικού τύπου παιδαγωγικές συμπεριφορές. Αν τα βιώματά της κάθε πλευράς, οι αδικίες που αισθάνεται ότι υπέστη, δεν καταστούν αντικείμενο δημοσίου διαλόγου, το παρελθόν θα συνεχίσει να μας δυναστεύει. Οι κακοί δαίμονες δεν φεύγουν με ξόρκια, αλλά με ανοιχτή συζήτηση (συν-αναζήτηση).

Στη Νότιο Αφρική 20000 περίπου άνθρωποι κατέθεσαν αίτηση για αμνήστευση κι ομολόγησαν εγκλήματα. Ήταν μια εξουθενωτική συναισθηματικά διαδικασία, αλλά, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Τούτου, ο οποίος προήδρευε της Επιτροπής, ήταν μία «καθαρτική εμπειρία». Ο Τούτου δεν λειτούργησε ως Αρχιεπίσκοπος των μαύρων αλλά όλων των Νοτιοαφρικανικών. Προέταξε τη χριστιανική του ιδιότητα (το «αγαπάτε αλλήλους»), όχι τη φυλετική. Δεν είμαι βέβαιος ότι ο δικός μας θρησκευτικός ηγέτης λειτουργεί, ή θα ήθελε να λειτουργήσει, με αντίστοιχο «θεραπευτικό» τρόπο. Καμία διαιρεμένη κοινωνία δεν πρόκειται να ενωθεί και να λειτουργήσει ως κοινωνία (ως μετοχή, δηλαδή, σε έναν κοινό λόγο) αν δεν υπάρχει ένα ελάχιστο ψυχικής συνένωσης των μελών της - ένα κοινό αίσθημα του συνανήκειν.

Χρειαζόμαστε σύνθετους ηγέτες: που ενώ θα εκφράζουν και θα υπερασπίζουν τα συμφέροντα της δικής τους πλευράς, θα κατανοούν την οπτική γωνία του Άλλου• ενώ θα αποτελούν έκφραση της υφιστάμενης διαίρεσης, θα πασχίζουν, συγχρόνως, να την υπερβούν• θα συνιστούν και κατάφαση (της υπάρχουσας διαίρεσης) και άρνηση (της διαίρεσης) συγχρόνως. Αν υπάρχουν πολιτικοί ηγέτες στην Κύπρο που να κατανοούν αυτή την ανάγκη, έχουν πολλά να διδαχθούν από τον Νέλσον Μαντέλα, τον Μαρτιν Λούθηρ Κίνγκ και, φυσικά, τον Γκάντι.

- Πώς μπορούμε να νικήσουμε αυτό το καθεστώς και να παράξουμε ηγέτες;

- Δεν το ξέρω. Αυτές οι διαδικασίες είναι υπόγειες και, ουσιαστικά, στοχαστικές-απρόβλεπτες. Μπορούμε όμως να δημιουργήσουμε το «οικοσύστημα», το περιβάλλον, μέσα στο οποίο θα αναπτυχθούν τέτοιου είδους ηγέτες. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως, μεταξύ άλλων, πρέπει να είμαστε απαιτητικοί από τους ανθρώπους που ασκούν εξουσία, ή που φιλοδοξούν να ασκήσουν εξουσία. Να απαιτούμε λ.χ. από τα κόμματα να πάρουν στα σοβαρά το θέμα της ηθικής στην πολιτική, κάτι που συνηθίζουν να απωθούν. Το πολιτικό χρήμα π.χ. στην Κύπρο ξέρουμε πώς διακινείται. Οι συστάσεις Greco για το πολιτικό χρήμα δεν λαμβάνονται σοβαρά από τα κόμματα. Πρέπει να πιέσουμε τα κόμματα να αναδεικνύουν στελέχη, τα οποία έχουν αποδεδειγμένη προσφορά και εγνωσμένο ήθος, δεν είναι απλώς σταδιοδρομιστές και θεσιθήρες. Είναι ενοχλητικό να βλέπεις ότι ο κ. Μάρκος Κυπριανού, πρώην Υπουργός Εξωτερικών, διεκδικεί ανώτατο αξίωμα στο ΔΗΚΟ, όταν επισήμως του αποδόθηκαν τεράστιες θεσμικές και προσωπικές ευθύνες για το ατύχημα στο Μαρί. Είναι επίσης ενοχλητικό που το ΑΚΕΛ υπερασπίζεται υψηλόβαθμα πολιτικά στελέχη του κατηγορούμενα για διαφθορά, αντί να πάρει αποστάσεις από αυτά και να αφήσει τη Δικαιοσύνη να κάνει ανεπηρέαστη τη δουλειά της. Σε μία ορθολογική πολιτική κουλτούρα άνθρωποι με ψεγάδια στη δημόσιο βίο τους παραμερίζονται από την πολιτική σκηνή. Ιδιωτεύουν.

- Χρειάζεται πίεση εκ μέρους της κοινωνίας.

- Αναμφίβολα. Συγχωρέστε μου την προσωπική αναφορά, αλλά αυτό το μήνυμα ήθελα να μεταφέρω, στο μέτρο των ελάχιστων δυνατοτήτων μου, με τη δημόσια αντίδρασή μου, τον Γενάρη 2012, στον τότε Πρόεδρο Χριστόφια για τη στάση που κράτησε απέναντι στο επίσημο πόρισμα, που του καταλόγιζε βαρύτατες προσωπικές και θεσμικές ευθύνες για την έκρηξη στο Μαρί: η κοινωνία είναι εδώ, παρακολουθεί, αντιδρά, και ζητά από τους ηγέτες το «λόγον διδόναι». Στην περίπτωση Χριστόφια έχουμε την αρνητική όψη της παιδαγωγικής λειτουργίας του ηγέτη. Με την άρνησή του να αποδεχτεί τις ευθύνες που του αποδόθηκαν με τον πιο επίσημο τρόπο απ’ την Επιτροπή που ο ίδιος διόρισε (τις οποίες ευθύνες είχε ρητά ομολογήσει ότι θα αναδεχόταν εάν του αποδίδονταν), ο κ. Χριστόφιας έκανε ένα μάθημα ανευθυνότητας στην κοινωνία. Πρόκειται για μια διαβρωτική των θεσμών παιδαγωγική λειτουργία, η οποία συμβολίζει την αποστροφή στο πνεύμα του κράτος δικαίου και προκρίνει την ιδιοτέλεια ως κύριο στοιχείο πολιτικής συμπεριφοράς. Αντιλαμβάνεστε ότι, αν γενικευθούν, η αποστροφή στο κράτος δικαίου και η ιδιοτέλεια δυναμιτίζουν τα θεμέλια της κοινωνικής συμβίωσης. Φυσικά, δείχνει το ήθος τους ανδρός, ότι ο κ. Χριστόφιας, ως πρώην Πρόεδρος τώρα, επέδειξε την ίδια απαξίωση στην Επιτροπή για την Οικονομία, αρνούμενος να καταθέσει! Τέτοιους ηγέτες πρέπει να τους καθιστούμε υπόλογους για την συμπεριφορά τους. Σε μια ορθολογική πολιτική κουλτούρα, τέτοιοι ηγέτες εισπράττουν την κοινωνική απαξίωση.

- Από την άλλη πόσες φορές να λες τα ίδια και τα ίδια; Είναι κουραστικό.

- Την απάντηση μας την δίνουν άνθρωποι σαν τον Βάτσλαβ Χάβελ και τον Νέλσον Μαντέλα. Στα απομνημονεύματά του ο Μαντέλα λέει πως πρέπει να περάσουμε από την κοιλάδα του θανάτου για να φτάσουμε στην κορυφή του βουνού. Αυτός το εννοούσε κυριολεκτικά. Εμείς έχουμε την πολυτέλεια να μιλάμε για «την κοιλάδα του θανάτου» μεταφορικά: την απογοήτευση , την παραίτηση, την τάση να κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτό. Να υπερβούμε την παραίτηση, ελπίζοντας και πιέζοντας ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν. Τίποτε αξιόλογο δεν είναι εύκολο. Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ.

(*) Ελαφρά συντομευμένη εκδοχή της συνέντευξης αυτής δημοσιεύτηκε στην Κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης», στις 29 Δεκεμβρίου 2013.

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Η κεντροαριστερά δεν απέτυχε, χρεοκόπησε!


Δεν χρειάζεται να είσαι ψυχολόγος για να κάνεις αυτό που υποδεικνύει η κοινή λογική: για να αντιμετωπίσεις ένα πρόβλημά σου πρέπει να δεχθείς πρώτα ότι υπάρχει! Ακούγεται εύκολο αλλά δεν είναι. Χρειάζεται κουράγιο και αυθεντικότητα – δύο δυσεύρετες ηθικές ποιότητες.

Αυτό που μας αποτρέπει να αντικρύσουμε κατάματα τα προβλήματά μας είναι αυτό που ο αείμνηστος ψυχολόγος Κρις Αργύρης ονόμαζε «επιδέξια άγνοια» (“skilled ignorance”) - η καλλιεργημένη προδιάθεση να προσπερνούμε τα προβλήματά μας. Η άγνοια δεν προκύπτει εξαιτίας της μη γνώσης διαθέσιμων πληροφοριών, αλλά ως αποτέλεσμα συνηθειών (άρα: δεξιοτήτων), οι οποίες καλλιεργούνται με τρόπο ώστε το άτομο ή η ομάδα να αποφύγουν να βιώσουν τη δυσφορία, ενίοτε έως και υπαρξιακή δυσανεξία, που επιφέρει η παραδοχή του προβλήματος. Η απώθηση και η αυταπάτη είναι οι κύριοι μηχανισμοί παραγωγής της «επιδέξιας άγνοιας».

Η περίπτωση της κίνησης των «58» για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς είναι χαρακτηριστική. Η αγωνία τους είναι προφανής και κατανοητή: αυτό που παραδοσιακά αποκαλείται προοδευτική παράταξη στην Ελλάδα βρίσκεται στα όρια της εξαφάνισης. Η υπαρξιακή αγωνία, όμως, που παράγεται από αυτό το καταστροφικό γεγονός, αντί να κινητοποιήσει τους εμπλεκόμενους σε έναν ρηξικέλευθο αναστοχασμό, τους ωθεί σε έναν άνευρο, «εντός πλαισίου», πολιτικό ακτιβισμό.

Ποιο είναι το μείζον πρόβλημα της κεντροαριστεράς σήμερα; Η ηθικοπολιτική της χρεοκοπία. Η κεντροαριστερά δεν απέτυχε, χρεοκόπησε! Όποιος δεν το βλέπει, αυταπατάται. Το κόμμα εξουσίας που μέχρι πριν τέσσερα χρόνια αποτέλεσε τον κύριο κορμό της μεταπολιτευτικής κεντροαριστεράς είναι το κόμμα που, στη λαϊκή συνείδηση, ταυτίστηκε με τη απίστευτη διαφθορά, τη χυδαία κομματικοποίηση του κράτους, τον άθλιο πελατειασμό-συντεχνιασμό, τον αυτοαναφορικό κυβερνητισμό, και τον εξουσιομανή καιροσκοπισμό. Δεν ήταν βέβαια οι πρώτοι διδάξαντες, αλλά η μίμηση δεν μειώνει την ενοχή! Το γεγονός παραμένει ότι αυτοί που επαγγέλθηκαν την Αλλαγή, τα τελευταία σαράντα χρόνια, εν πολλοίς διαιώνισαν και εκλέπτυναν τις «βαθιές δομές» της ελλαδικής υπανάπτυξης.

Το κόμμα της παπανδρεϊκής δυναστείας ουδέποτε ήταν σοσιαλδημοκρατικό. Πρόκειται για μια βαλκανικού τύπου οικογενειακή επιχείρηση, εμπορευόμενη τον κρατοκεντρικό εθνολαϊκισμό, περιστρεφόμενη γύρω από τον ιδρυτή της και το μύθο του, επικεντρωμένη (όπως αυτός) στη νομή και την απόλαυση της εξουσίας. Είναι αλήθεια ότι, κάποτε, το κόμμα αυτό εξέφρασε τους πικρούς καημούς, τα θολά όνειρα, και τις αγωνιώδεις προσδοκίες αλλαγής τριών γενεών. Δεν τα μεταποίησε, όμως, σε κάτι θεσμικά ευγενέστερο. Τα προσάρμοσε στο ανάστημά του.

Πώς αντιμετωπίζεται η ηθικοπολιτική χρεοκοπία; Κατ’ αρχάς με την παραδοχή της. Δεύτερον, με τον ρηξικέλευθο αναστοχασμό. Και, τρίτον, με τον παραμερισμό όλων όσων ταυτίστηκαν με την ιστορία του ηθικοπολιτικά χρεοκοπημένου φορέα. Μόνο στην Ελλάδα δεν συνειδητοποιείται αυτό που είναι γνωστό σε όλες τις ώριμες δημοκρατίες: νέα πολιτική εκφράζεται από νέα, άφθαρτα, ριζοσπαστικώς σκεπτόμενα πρόσωπα.

Να περιμένεις από τον χειμαζόμενο προοδευτικό πολίτη να συστρατευθεί με μια διακήρυξη που συνυπογράφει ο κ. Αυγερινός, η κ. Δρέτα, ή ο κ. Βούγιας, και υποστηρίζει ο κ. Βενιζέλος, είναι τόσο ρεαλιστικό όσο να περιμένεις τον κ. Λιάπη να μεταμορφωθεί σε έντιμο statesman! Να καλείς τους προοδευτικούς πολίτες να προσέλθουν σε μια εκδήλωση για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς, στην οποία έχεις δημιουργήσει χώρο να συμμετέχουν στελέχη της νομενκλατούρας όπως ο κ. Αγγελούδης («πράσινο» κομματικό στέλεχος που, χάρη στο κομματικό κράτος, «διοικεί» τον ΟΛΘ), δείχνει ότι δεν έχεις καταλάβει τίποτε για την ηθικοπολιτική χρεοκοπία σου και πώς αυτή συνεισέφερε στην εθνική χρεοκοπία.

Η κεντροαριστερά, με τέτοιους όρους, δεν πρόκειται να ανασυσταθεί. Θα ανακυκλώνει την εσωστρέφειά της και θα εντείνεται η αποσύνθεσή της. Ετσι κι αλλιώς, τώρα, πλέον, είναι αργά, ό,τι και να κάνει. Η εκρηκτική πόλωση μεταξύ της αμετανόητα παλαιοκομματικής Δεξιάς και της χοντροκομμένα ιδεοληπτικής Αριστεράς, αντανάκλαση του πολιτικού πρωτογονισμού στον οποίο έχει περιέλθει η χώρα στην εποχή της χρεοκοπίας, δεν επιτρέπει δημιουργικές αποχρώσεις ή ευφάνταστες συνθέσεις. Θα πιούμε το πικρό ποτήρι μέχρι τέλους. Μετά την καταστροφή, ίσως ξαναπιάσουμε τη συζήτηση για το πολιτικό σύστημα συνολικά, με νέους όρους. Ίσως…

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Ο βαρόνος Μινχάουζεν και η Κεντροαριστερά


Είναι γνωστές οι ιστορίες του φαντασιόπληκτου βαρόνου Μινχάουζεν. Σε μια από αυτές διηγείται πως βρέθηκε με το άλογό του σε ένα βάλτο. Κάθε κίνησή του να βγει, τον ακινητοποιούσε όλο και περισσότερο. Τότε, λέει με καμάρι, έπιασε τα μαλλιά του, τα τράβηξε προς τα πάνω και, ω του θαύματος, σήκωσε τον εαυτό του (και το άλογο) από το βάλτο!

Η δυσάρεστη θέση, όπως και η φαντασίωση, του βαρόνου Μινχάουζεν δεν μας είναι ξένες. Η κλασική περίπτωση είναι το αδιέξοδο που προκύπτει στις ανθρώπινες σχέσεις (π.χ. σε ένα ζευγάρι ή μεταξύ προϊσταμένου-υφισταμένων) όταν έχει διαταραχθεί σοβαρά η εμπιστοσύνη. Κάθε προσπάθεια για επικοινωνία όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα αλλά το επιτείνει, αφού το πλαίσιο της επικοινωνίας (π.χ. καχυποψία) προσδιορίζει πως ερμηνεύεται το περιεχόμενό της. Αυτό συμβαίνει διότι, στην επικοινωνία, κάθε ρήση έχει διττή υπόσταση: αφενός λέει κάτι σχετικά με ένα συγκεκριμένο θέμα (το περιεχόμενο), αφετέρου λέει κάτι για τον εαυτό της (μετα-επικοινωνία) – πώς, δηλαδή, να την εκλάβει ο συνομιλητής. Η προτροπή π.χ. «μην αργήσεις απόψε» μπορεί να υποδηλώνει έγνοια, υπερπροστατευτισμό, ή διάθεση ελέγχου. Το πώς θα την εκλάβει ο συνομιλητής εξαρτάται από το μετα-επικοινωνιακό πλαίσιο.

Αν δεν αντιμετωπίσατε ποτέ τέτοια προβλήματα, είστε τυχερoί! Μακάρι να μπορούσαν να πουν το ίδιο όσοι δικαιολογημένα αγωνιούν για την Κεντροαριστερά. Η εκλογική και δημοσκοπική κατάρρευση του κύριου φορέα της, του ΠΑΣΟΚ, την έχει οδηγήσει σε βάλτο. Το καλό είναι ότι αυτό έχει γίνει αντιληπτό - εξού και η κίνηση των «58». Το κακό είναι ότι δεν συνειδητοποιούνται επαρκώς οι προϋποθέσεις εξόδου από το βάλτο. Οι «58» πιάνονται από τα μαλλιά τους, ελπίζοντας στην τύχη του βαρόνου Μινχάουζεν!

Δείτε, π.χ., τις δηλώσεις ενός από τους πλέον σοβαρούς κεντροαριστερούς πολιτικούς, του κ. Γιαννίτση. Σε ομιλία του σε εκδήλωση των «58» στη Θεσσαλονίκη, είπε: «έπειτα από πέντε χρόνια, εμείς πρέπει να επαναλάβουμε τη φράση «Μέχρι εδώ, το παιχνίδι τελείωσε». Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας με το παρελθόν μας […]». Με άλλα λόγια: «να αλλάξουμε, αναστοχαζόμενοι το παρελθόν μας». Ποιος θα διαφωνήσει;

Του διέφυγε, όμως, το κρισιμότερο: το μετα-επικοινωνιακό πλαίσιο – πώς, δηλαδή, θα εκλάβουν οι πολίτες την προτροπή του. Το περιεχόμενο της προτροπής «να αναστοχαστούμε το παρελθόν μας» θα κινητοποιήσει, μόνο αν συνοδευτεί με το κατάλληλο μετα-επικοινωνιακό πλαίσιο – αν, δηλαδή, την προτροπή υλοποιήσουν αυτοί που την εκφέρουν! Πολύ απλά: θα αλλάξω, αν δω ότι αλλάζεις.

Δεν είναι βέβαιο, όμως, ότι η κίνηση των «58» επιδιώκει να ξεκαθαρίσει ουσιαστικά τους λογαριασμούς με το παρελθόν της Κεντροαριστεράς. Η έκκλησή της μοιάζει με την προτροπή του πατέρα στο γιο: «να κάνεις ό,τι λέω, όχι ό,τι κάνω». Το μετα-επικοινωνιακό πλαίσιο των «58» αναπαράγει πρακτικά τη μη αλλαγή (αφού δεν αναστοχάζεται εμπράκτως τα λάθη της Κεντροαριστεράς), ενώ συγχρόνως καλεί τους άλλους να αλλάξουν!

Θέλετε ένα παράδειγμα; Τη σημαντικότερη τομή στο ασφαλιστικό, που επιχείρησε ο ίδιος ο κ. Γιαννίτσης ως υπουργός Ασφαλίσεων το 2001, την πολέμησε λυσσαλέα το ίδιο του το κόμμα. Δεν πρέπει συζητηθεί αυτό; Αν όμως αρχίσει η συζήτηση, τότε θα έρθει στην επιφάνεια η στάση των σημαντικότερων στελεχών του ΠΑΣΟΚ τότε, ιδιαίτερα του κ. Βενιζέλου. Το κουτί της Πανδώρας θα ανοίξει… Αντιστοίχως: δεν θα πρέπει να συζητηθούν η λαϊκιστική προεκλογική εκστρατεία του ΠΑΣΟΚ το 2009 και η μετέπειτα κακή διαχείριση της χρεοκοπίας από έναν τραγικά ανεπαρκή ηγέτη, ο οποίος, λόγω οικογενειακής παράδοσης, εξελέγη στην ηγεσία του κόμματος; Επίσης: δεν θα πρέπει να συζητηθεί η άθλια κομματική άλωση του κράτους ακόμη και τώρα, σε συνθήκες χρεοκοπίας; Το κουτί της Πανδώρας δεν θα κλείσει εύκολα…Οπότε, καλύτερα να μην ανοίξει καθόλου! Δείτε το παράδοξο: αναστοχάσου/μην αναστοχάζεσαι το παρελθόν σου. Αδιέξοδο.

Όποιος θέλει να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν του, δεν το διακηρύσσει - το κάνει. Αναστοχάζεται τους δαίμονές του, απαλλάσσεται από τα βαρίδια του, διακινδυνεύει. Και τότε μόνο μπορεί να ελπίζει ότι θα πείσει.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Ο Νέλσον Μαντέλα και η τέχνη της πολιτικής ηγεσίας


Ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς ηγέτες του 20ου αιώνα, ο Νέλσον Μαντέλα, πρόσφατα απεβίωσε. Οι εκδηλώσεις παγκόσμιου πένθους και συγκίνησης που ακολούθησαν το θάνατό του δείχνουν την οικουμενική ακτινοβολία του και το τεράστιο ηθικό κύρος που εξέπεμπε ως ηγέτης. Δεν πρόκειται μόνο για τον αγωνιστή που αφοσίωσε τη ζωή του στον αγώνα κατά του απαρτχάϊντ στη Νότια Αφρική – τις διώξεις που υπέστη, τα 27 χρόνια φυλάκισης που εξέτισε σε απάνθρωπες συχνά συνθήκες, την απλή ανθρώπινη ζωή που δεν χάρηκε – αλλά και για τον σοφό κυβερνήτη που, υπερβαίνοντας το διάχυτο μίσος του καταπιεζόμενου έναντι του καταπιεστή, θεμελίωσε τη συμφιλίωση ως απαραίτητη προϋπόθεση καλής λειτουργίας του κράτους δικαίου στη χώρα του.

Η ζωή του Μαντέλα ήταν η ενσάρκωση των ιδανικών του – δεν κήρυττε απλώς την υπέρβαση του μίσους, την έδειχνε με την ηγετική συμπεριφορά του. Έφερε στο προσκήνιο τις αλληλένδετες έννοιες της «συγχώρεσης» και της «μετάνοιας» ως ηθικές προϋποθέσεις υπέρβασης της καταστροφικής πολιτικής σύγκρουσης, στην οποία συχνά τείνουν χώρες που γνώρισαν ακραία καταπιεστικά καθεστώτα, εμφυλίους πολέμους ή βίαιες εσωτερικές διαμάχες. «Ο Θεός ήταν πολύ καλός με τη Νότιο Αφρική», δήλωσε ο Αρχιεπίσκοπος της Νότιας Αφρικής Ντέσμοντ Τούτου, «καθώς μας έδωσε έναν τέτοιο πρόεδρο σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας μας». Τυχερή ήταν όλη η ανθρωπότητα να έχει ως σημείο αναφοράς έναν ηγέτη του αναστήματος του Μαντέλα. Μας θύμισε πώς μπορεί να υπάρξει ένας πολιτικός ηγέτης που δεν ακολουθεί την πεπατημένη, που εμπνέει με το παράδειγμά του ακόμη και τους εχθρούς του, που αίρεται πάνω από μια εδραιωμένη σύγκρουση, μετασχηματίζοντας τόσο τη φύση της όσο και τις συνειδήσεις των εμπλεκομένων.

Για να αλλάξει τη Νότιο Αφρική, ο Νέλσον Μαντέλα έπρεπε να απαλλάξει τη χώρα όχι μόνο από τους λευκούς δυνάστες της αλλά, ακόμα πιο σημαντικό, από τη νοοτροπία της δυνάστευσης. Γνώριζε καλά ότι, καθήκον του δεν ήταν μόνο να οδηγήσει το λαό του στη νίκη κατά του ρατσιστικού καθεστώτος, αλλά, με το τεράστιο ηθικό κύρος του, να αποτρέψει τη μαύρη πλειοψηφία από την πιθανή παγίδευσή της στο φαύλο κύκλο της εκδίκησης. Η νέα Νότιος Αφρική δεν θα ήταν απλώς μια χώρα με διαφορετική κυβέρνηση, αλλά μια χώρα με νέα ηθική υποδομή. Για να συμβεί αυτό, τα χθεσινά θύματα έπρεπε να προστατευθούν από τους δαίμονές τους, να μετατραπούν δηλαδή με τη σειρά τους σε νέους θύτες. Ο θριαμβευτής του Αγώνα δεν απολυτοποιεί ιδεοληπτικά τη δική του πλευρά, γνωρίζει τα αδύνατα σημεία της, και καθοδηγεί με επιδεξιότητα και σοφία το λαό του. Η ηγεσία είναι πρωτίστως η ευθύνη να υπηρετείς. «Έφυγε ένας γίγαντας που ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους», είπε εύστοχα ο Ινδός πρωθυπουργός Μανμοχάν Σίνγκ.

Η μεγαλύτερη τιμή για ηγέτες-σύμβολα δεν είναι η τυποποιημένη αγιογραφική αναφορά αλλά η ζωντανή στοχαστική ανάλυση. Η φλόγα της μνήμης συντηρείται όσο εμβαθύνουμε στην ηγετική παρακαταθήκη. Μαθαίνουμε από το παράδειγμα εμπνευσμένων ηγετών ανατέμνοντας στοχαστικά τη ζωή τους, εξετάζοντας τις επιλογές τους, κρίνοντας την κρίση τους. Υποδειγματικοί ηγέτες μας θυμίζουν πως μπορεί να ασκηθεί διαφορετικά η πολιτική ηγεσία, πώς εμπνέει ένας πολιτικός ηγέτης το λαό του, πώς ασκεί συνετά την εξουσία του, πώς προτάσσει το εθνικό συμφέρον έναντι επιμέρους συμφερόντων, πώς υπερβαίνονται οι φαύλοι κύκλοι στους οποίους συχνά περιέρχονται χώρες με ασταθείς ή εύθραυστους θεσμούς.

Αν η πολιτική είναι, όπως την χαρακτήριζε ο Αριστοτέλης, η «κυριωτάτη και μάλιστα αρχιτεκτονική των τεχνών και δυνάμεων», οι υποδειγματικοί πολιτικοί ηγέτες είναι οι μάστορές της. Στην εκδήλωση του Πανεπιστημίου Κύπρου για τον Νέλσον Μαντέλα, δεν θέλουμε μόνο να τιμήσουμε έναν οικουμενικό ηγέτη-σύμβολο αλλά, συγχρόνως, επιδιώκουμε: να εμβαθύνουμε στην τέχνη της πολιτικής ηγεσίας, όπως την άσκησε ο Μαντέλα• να αναλύσουμε το ρόλο του πολιτικού ηγέτη σε κρίσιμες στιγμές• και να στοχαστούμε στους τρόπους με τους οποίους ένας πολιτικός ηγέτης μπορεί να καταστεί σύμβολο έμπνευσης, αγώνα, και συνετής διακυβέρνησης.

Η εκδήλωση θα λάβει χώρα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013, στις 18:00, στο Κέντρο Κοινωνικών Δραστηριοτήτων, αίθουσα 010, κτίριο 7, Πανεπιστημιούπολη (Λεωφ. Πανεπιστημίου 1).

Ομιλητές θα είναι:

- Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας, Καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στην Έδρα Columbia Ship Management, ο οποίος θα αναπτύξει το θέμα «Εμπνευσμένη ηγεσία σε δύσκολους καιρούς: Ο Νέλσον Μαντέλα ως ενάρετος ηγέτης», και

- Ο κ. Κώστας Κωνσταντίνου, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, ο οποίος θα μιλήσει με θέμα «Ο Νέλσον Μαντέλα και ο μύθος της πολιτικής ηγεσίας».

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Κεντροαριστερά: Η αυτογνωσία κοστίζει…


Αν και απαιτητικό, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να γράψεις ένα καλό πολιτικό κείμενο. Αρκεί η γλώσσα σου να είναι αρκούντως ελκυστική και διαφωτιστικά αναλυτική. Είναι όμως εξόχως δύσκολο να γράψεις ένα καλό πολιτικό κείμενο που να εμπνέει. Οι απαιτήσεις εδώ ανεβαίνουν: δεν αρκεί η αναλυτική σου ικανότητα, χρειάζεται η γλώσσα σου να έχει δραστικότητα - να συν-κινεί.

Για είναι πιο δύσκολο ένα τέτοιο εγχείρημα; Διότι η γλώσσα δεν περιγράφει ούτε αναλύει μόνο τον κόσμο, αλλά εν μέρει τον συγκροτεί – παράγει αποτελέσματα. Μια έκκληση ή μια διακήρυξη δεν αποσκοπεί μόνο να πείσει αλλά, κυρίως, να κινητοποιήσει. Το πετυχαίνει μόνο στο μέτρο που συντονίζεται με την κοινή εμπειρία, αρθρώνει αυτό που πολλοί αισθανόμαστε αλλά δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε, και, συγχρόνως, μορφοποιεί τα κοινά αισθήματά μας, παράγοντας καινούρια γεγονότα. Δεν είναι εύκολο.

Η Έκκληση των 58 προσωπικοτήτων για την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς είναι ένα καλό αλλά ξέπνοο πολιτικό κείμενο. Προτείνει αλλά δεν συγκινεί, διατυπώνει αλλά δεν συμβολίζει, αναλύει αλλά δεν εμπνέει. Λέει αρκετά σωστά, πλην τετριμμένα, πράγματα για το ρόλο του κράτους, το νέο παραγωγικό μοντέλο που χρειάζεται η χώρα, την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων, τη σταθερή προσήλωση στην ενωμένη Ευρώπη. Όλα τούτα είναι, πλέον, ανώδυνες γενικότητες. Δεν ερεθίζουν γιατί δεν απηχούν την κοινή εμπειρία – την εμπειρία της οικονομικής καταστροφής και της καθοριστικής ευθύνης της υπαρκτής Κεντροαριστεράς στην παραγωγή της και τη διαχείρισή της. Οι αποσιωπήσεις είναι περισσότερο ηχηρές από τις διατυπώσεις.

Πρώτον, η κριτική στο πολιτικό σύστημα είναι έμμεση, όχι ευθύβολη, μαχητική, και κεντρική. Η χώρα χρεοκόπησε διότι την ιστορική της παθογένεια (πελατειακό κράτος, ισχνοί θεσμοί, λαϊκισμός, πόλωση) όχι μόνο δεν θεράπευσε η για τρεις δεκαετίες κυβερνητική Κεντροαριστερά (αυτή στην οποία κυρίως απευθύνεται το κείμενο) αλλά, αντίθετα, εν πολλοίς, την ανέχθηκε και την προήγαγε. Τον θυμό του πολίτη οι συντάκτες της Έκκλησης τον περιγράφουν σαν ανταποκριτές ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων, δεν τον κατανοούν σε βάθος, γι αυτό και αδυνατούν να τον εκφράσουν.

Δεύτερον, η Έκκληση σωστά ζητά μια «νέα εθνική αυτογνωσία», μόνο που, όπως οι πολιτικάντηδες, δεν την πραγματώνει η ίδια, μιλά απλώς γι αυτή. Η Διακήρυξη θα συνεισέφερε στην εθνική αυτογνωσία αν καταδείκνυε ρητά τις νοοτροπίες, τις πρακτικές, και τους πρωταγωνιστές της φαυλότητας, της οικογενειοκρατίας, της απαξίωσης των θεσμών, του πελατειακού κρατισμού, του λαϊκισμού, και της ηγετικής ανεπάρκειας στον δικό της χώρο. Μόνο όποιος μπορεί γενναία να ξαναδεί κριτικά την παράδοσή του και αυτούς που την ενσάρκωσαν, μπορεί να σκεφτεί διαφορετικά και να πείσει για την ειλικρίνειά του. Η αυτογνωσία κοστίζει.

Τρίτον, η Έκκληση ζητά, ουσιαστικά, τη συγκόλληση των υπαρχόντων κομμάτων της Κεντροαριστεράς σε ένα ευρύτερο σχήμα. Οι συντάκτες της μιλάνε, βεβαίως, για την ανάγκη της «αυτοκριτικής», αλλά απλώς μιλάνε γι αυτή, δεν την πραγματώνουν. Θεωρούν ότι ο οργανωτικός κερματισμός της παράταξης είναι το μείζον πρόβλημα, ενώ αυτό είναι η ηθικοπολιτική της χρεοκοπία. Δεν αντιλαμβάνονται ότι, για να μην είναι η επανίδρυση της Κεντροαριστεράς απλή αλλαγή περιτυλίγματος, πρέπει να συνοδεύεται με την αυτο-διάλυση των συναφών κομματικών σχηματισμών και τον παραμερισμό των περισσότερων ιστορικών στελεχών τους. Νέα πολιτικά γεγονότα δημιουργούνται μέσα από γενναίες πράξεις διακινδύνευσης (σαν την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ το 1974).

Φανταστείτε αν το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ αυτοδιαλύονταν (αν έκαναν δηλαδή αυτό που η Έκκληση ζητά να μην κάνουν!) και οι ηγετικές τους ομάδες παραιτούνταν και έκαναν πίσω, καλώντας συγχρόνως τους πολίτες να πλαισιώσουν το νέο εγχείρημα. Αυτή, ναι, θα ήταν μια ύψιστη πράξη αυτογνωσίας κι ένα συγκλονιστικά καινοτόμο πολιτικό γεγονός. Το παλιό θα παραμέριζε ενσυνείδητα για να κάνει χώρο στο καινούριο. Κάτι τέτοιο, όμως, θα απαιτούσε υψηλή αυτοσυνειδησία, αυτοπεριορισμό, υπαγωγή ηγετικών φιλοδοξιών στον κοινό σκοπό, θυσιαστική ανιδιοτέλεια - συμπεριφορές που, ας το πω ευγενικά, δεν καλλιεργήθηκαν επαρκώς στον Κεντροαριστερό κήπο τα τελευταία σαράντα χρόνια!

Η επανίδρυση της Κεντροαριστεράς είναι τόσο απαραίτητη όσο η βαθιά συνειδητοποίηση των ευθυνών της για το δράμα της χώρας. Μπορούμε να ελπίζουμε μόνο αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να απογοητευθεί βαθιά για τι αστοχίες μας. Όλα τα άλλα είναι άσφαιρα λόγια κομμάτων και επαγγελματιών πολιτικών που πασχίζουν για την επιβίωσή τους.

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Πόνος που χωρίζει και πόνος που ενώνει


Δείτε, ξανά, το χάλι μας: ακόμη κι όταν στα κόμματά μας δίνονται ευκαιρίες να ομονοήσουν αυτά προτιμούν τον καυγά! Δεν είναι, φυσικά, τυχαίο. Η κυρίαρχη αυτιστική πολιτική κουλτούρα παράγει πόλωση, άκρατο καιροσκοπισμό, προσπορισμό πλεονεκτήματος μέσω της ρητορικής κατασκευής του «αντιπάλου». Όχι, δεν πρόκειται για παράγωγο του φυσιολογικού πολιτικού ανταγωνισμού, αλλά για στρέβλωσή του.

Στην αυτιστική κουλτούρα οι επιδιώξεις των «παικτών» δεν υπηρετούν κοινούς σκοπούς, ούτε κρίνονται με κοινά κριτήρια αναφοράς. Ο καθένας ενεργεί ως «ιδιώτης» - προωθεί καιροσκοπικά, πολωτικά, και αμετροεπώς την κατίσχυσή του έναντι των άλλων.

Ο πολιτικός αυτισμός διακρίνεται από τρία γνωρίσματα. Πρώτον, διαστρέφει την επικοινωνία (τη μετοχή στον κοινό λόγο) κατασκευάζοντας ιδιοτελώς το δικό του γλωσσικό ιδίωμα. Δεύτερον, συνιστά ένα κλειστό σύστημα σκέψης, με αυτο-επιβεβαιωτικά κριτήρια εγκυρότητας. Και τρίτον, προσλαμβάνει την πραγματικότητα μέσα από την κατασκευή «εχθρών». Ιδού μερικά παραδείγματα.

Ένας νεαρός επιβάτης σε τρόλεϊ δεν έχει εισιτήριο, αντιδικεί με τον ελεγκτή, εξέρχεται από το όχημα υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, πέφτει και σκοτώνεται. Η μείζων αντιπολίτευση χαρακτηρίζει το τραγικό συμβάν αποτέλεσμα της απεχθούς «μνημονιακής πολιτικής» (προσέξτε το λογικό άλμα). Η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή ερμηνεύεται από τον κ. Κουτσούμπα του ΚΚΕ ως «γέννημα-θρέμμα του καπιταλισμού» (προσέξτε την αφελή αιτιοκρατία). Ο αρχηγός των ΑΝΕΛ κ. Καμμένος καλεί απερίφραστα τους πολίτες να «λυντσάρουν» έναν δήμαρχο, για να διευκρινίσει πονηρά αργότερα ότι εννοούσε «πολιτικό λυντσάρισμα»! (Προσέξτε την αυτο-εξυπηρετικά ιδιοσυγκρασιακή χρήση της γλώσσας). Το ενδιαφέρον είναι ότι ο κ. Καμμένος υπέστη, την επομένη, τα αποτελέσματα της προτροπής του: σχεδόν λυντσαρίστηκε ο ίδιος! Μετά τη δολοφονία του νεαρού μουσικού Παύλου Φύσσα από χρυσαυγίτη, ο κ. Τσίπρας επέλεξε να επικρίνει τον πρωθυπουργό για «τη θεωρία των δύο άκρων» και η βουλευτής κ. Κωνσταντοπούλου κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «υποθάλπει τοπ ναζισμό». Αναφερόμενος στο ίδιο τραγικό συμβάν, ο στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού κ. Λαζαρίδης αποδίδει ευθύνες και στον ΣΥΡΙΖΑ (!).

Προσέξτε τη διαστροφή: η δολοφονία ενός πολίτη από νεοναζί τραμπούκο, αντί να αποτελέσει μια ευκαιρία για τα κόμματα του δημοκρατικού πλαισίου να ομονοήσουν στην καταδίκη της βίας (παραδειγματίζοντας έτσι τους πολίτες ότι, παρά τις έντονες διαφορές τους, υπάρχουν θέματα που τους ενώνουν), καθίσταται μια ακόμα αφορμή πολωτικής αντιπαράθεσης! Το τραγικό περιστατικό χρησιμοποιείται για να πληγεί ο αντίπαλος, όχι για να προασπισθούν κοινές αξίες! Ο πόνος δεν ενώνει, χωρίζει.

Η πρωτόγονη η πολιτική σκέψη των ταγών μας απορρέει από την αγωνιώδη προσπάθειά τους για αυτο-επιβεβαίωση και ωμή κατίσχυση. Η γλώσσα διαστρέφεται, η λογική παραβιάζεται, επίπεδα ανάλυσης συγχέονται, η αιτιότητα κατασκευάζεται, οι αποχρώσεις χάνονται. Η εμμονική προσπάθεια για κατίσχυση παράγει ασυναρτησίες.

Δείτε τώρα τον ώριμο, τύπου Γκάντι, λόγο ενός πολίτη, φίλου του Π. Φύσσα, ο οποίος σε εκδήλωση στη μνήμη του είπε: «Ο μεγαλύτερος φασίστας είναι ο ίδιος μας ο εγωισμός. Τώρα που μιλάμε για τον Παύλο κάποιοι εκεί έξω μιλάνε για εκδίκηση. Εμεί όμως συνιστάμε ψυχραιμία. Γιατί; Διότι εμείς είμαστε ψυχικά πολύ καλύτερα. Εμείς θέλουμε ακόμα κι αυτοί που σκοτώσανε κάποιον να πάρουν αγάπη… Να τους δώσουμε κι αυτούς ελπίδα…Δεν διψάω για εκδίκηση, διψάω για φως. Αν είναι να κερδίσουμε αυτόν τον πόλεμο με δεκάδες κρεμασμένους στις πλατείες, καλύτερα να τον χάσουμε». Ο πόνος εδώ δεν χωρίζει, γίνεται έναυσμα υπέρβασης.

Συγκρίνετε αυτή την ποιότητα λόγου με την αντίστοιχη των πολιτικών μας και βγάλτε τα συμπεράσματά σας!