Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007

Η κουλτούρα της ανομίας


Αν ταξιδέψετε σε αυτοκινητόδρομους της Αυστραλίας θα συναντήσετε πινακίδες, όπως «Δέστε τη ζώνη ασφαλείας. Είναι νόμος» («Fasten your seat belt. Its the law»). Για έναν Ελληνα, το εντυπωσιακό δεν είναι η υπενθύμιση-προτροπή, αλλά η αιτιολόγησή της: «Είναι νόμος». Στις εκλογικευμένες κοινωνίες, το γεγονός ότι μια συμπεριφορά ρυθμίζεται με νόμο αποτελεί, κατ’ αρχήν, επαρκή λόγο για να τηρείται. Αν πείτε σε έναν Ελληνα οδηγό ότι πρέπει να τηρεί τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας είναι σα να διαβάζετε Εμπειρίκο στους χασισοκαλλιεργητές των Ζωνιανών! Τίποτα δεν είναι πιο εντυπωσιακό και συνάμα θλιβερό σε αυτή τη χώρα από την περιφρόνηση του νόμου.

Βεβαίως, σε όλες τις χώρες υπάρχουν φαινόμενα παραβίασης της έννομης τάξης. Το αξιοπρόσεκτο, όμως, στην περίπτωση της Ελλάδας είναι ότι η περιφρόνηση του νόμου αποτελεί συστατικό στοιχείο της νεοελληνικής κουλτούρας, σε σημείο που να θεωρείται συχνά αυτονόητη, να επιδεικνύεται εκτεταμένη ανοχή απέναντί της, ακόμα και να προβάλλεται δημοσίως. Αν νομίζετε ότι υπερβάλλω, σκεφτείτε τα εξής.

Το 29% των ιδιωτικών δαπανών υγείας αφορούν «μαύρο» χρήμα, δηλαδή «φακελλάκι» σε γιατρούς δημοσίων νοσοκομείων και πληρωμές χωρίς απόδειξη σε ιδιώτες γιατρούς. Η φοροδιαφυγή υπερβαίνει το 30% του ΑΕΠ, η παραοικονομία είναι ιλιγγιώδης. Δεν είναι ασυνήθιστο, οι αγροτικές επιδοτήσεις να εισπράττονται παράνομα από μη δικαιούχους. Η εκτεταμένη διαφθορά μας κατατάσσει στις κορυφαίες θέσεις πανευρωπαϊκώς. Εκτιμάται ότι ένα στα τρία κτίσματα, είτε είναι παντελώς αυθαίρετο, είτε έχει παραβεί πολεοδομικές διατάξεις. Τρισήμισυ εκατομμύρια στρέμματα δημόσιας γης έχουν καταπατηθεί. Οι καταλήψεις δημοσίων χώρων είναι τόσο συνηθισμένες, όσο η εβομαδιαία επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ. Η ευνοιοκρατία συνιστά έναν βασικό μηχανισμό ικανοποίησης αιτημάτων, είτε αυτά αφορούν άτομα, είτε ομάδες.

Δεν χρειάζεται να συνεχίσω. Ο βιόκοσμος του νεοέλληνα απαρτίζεται συχνά από πρακτικές που είτε παρακάμπτουν το νόμο, είτε τον παραβιάζουν ανοιχτά, είτε κινούνται στα όρια της νομιμότητας. Σε κάθε περίπτωση, για διάφορους λόγους, ο Ελληνας πολίτης δεν νοιώθει να δεσμεύεται από αφηρημένες αρχές καθολικής εφαρμογής. Τι είναι νόμιμο και τι όχι δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα, ενίοτε μάλιστα ούτε καν το αντιλαμβάνεται, αρκεί να γίνει η δουλειά του. Η επίκληση του νόμου δεν επιφέρει αυτόματη συμμόρφωση, αλλά μάλλον έκπληξη, χλευασμό ή αναζήτηση μεθόδων παράκαμψης.


Η κουλτούρα της ανομίας καθιερώνει μη έλλογους τρόπους ικανοποίησης επιμέρους επιδιώξεων, κυρίως μέσα από την αυθαίρετη ιδιωτική δράση και την πρόσβαση σε κλειστά, και γι αυτό μη υποκείμενα σε δημόσιο έλεγχο, δίκτυα συμφερόντων. Σε μια τέτοια κουλτούρα, τα άτομα δεν θεωρούν ότι είναι υπόλογα σε κοινές, έλλογες αξίες που, κατ’ αρχήν, εκφράζει ο νόμος, αλλά αυτοαναφορικά επιδιώκουν να ικανοποιούν τις ιδιωτικές επιδιώξεις τους, Γι αυτό στην κουλτούρα της ανομίας συναντούμε όχι μόνο παράνομες πρακτικές, αλλά και ακοινώνητα άτομα, εκτεταμένη δυσπιστία και αγένεια, καχεκτικούς θεσμούς, ισχνή δημόσια σφαίρα.

Καθοριστικός παράγοντας για τη διαιώνιση της κουλτούρας της ανομίας αποτελεί η συμπεριφορά των «αρχόντων». Αν αυτοί που ασκούν έλλογη εξουσία δεν τηρούν το νόμο, η συμπεριφορά τους αντιγράφεται από τους πολίτες και διαχέεται σε όλο το κοινωνικό σώμα. Οταν οι βουλευτές δεν πληρώνουν τα τηλέφωνά τους ή αυτοαπαλάσσονται από τις συνέπειες του νόμου για την υπέρβαση του ορίου εκλογικών δαπανών, γιατί να μη φοροδιαφύγει ο πολίτης; Οταν οι πρυτάνεις αρνούνται να εφαρμόσουν το νόμο, γιατί να σεβαστεί ο φοιτητής τον πανεπιστημιακό χώρο;


Δείτε πως ορισμένα πανεπιστήμια υποδέχθηκαν τον πρόσφατο «νόμο-πλαίσιο». Σύμφωνα με το νόμο, το πανεπιστημιακό άσυλο προστατεύει μόνο χώρους στους οποίους γίνεται μάθημα και έρευνα. Τι λένε οι πρυτάνεις επ’ αυτού; «Εμείς θεωρούμε ότι το άσυλο ισχύει για όλους τους χώρους του πανεπιστημίου», δήλωσε ο πρύτανης του ΑΠΘ, κ.Α. Μάνθος. Με άλλα λόγια, ποιός νοιάζεται τι λέει ο νόμος, σημασία έχει τι λέμε «εμείς» – οι όποιοι εμείς, από τον πρύτανη, ως τον καταληψία συνδικαλιστή, μέχρι τον αυθαίρετο οικιστή και το φοροφυγάδα. Ο επικεφαλής του ΑΠΘ δεν διστάζει να ανακοινώσει ότι, για την πιθανή άρση του ασύλου, δεν θα απευθυνθεί στο αρμόδιο Πρυτανικό Συμβούλιο, όπως ορίζει ο νόμος. «Δεν θα εφαρμόσω τη διάταξη για συνεδρίαση του πρυτανικού συμβουλίου [...]», δηλώνει ανενδοίαστα. «Θα προσφύγω [...] στη Σύγκλητο» («Το Βήμα», 11/11/2007).

Η κουλτούρα της ανομίας κορυφώνεται όταν ακόμα και οι «άρχοντες» τείνουν να περιφρονούν το νόμο. Είναι λυπηρό, διότι ο νόμος είναι το εργαλείο αυτού που ασκεί έλλογη εξουσία. Αν το παραμερίσει, αυτοκαταργείται. Κι αν το περιφρονήσει, μειώνεται το ηθικό του ανάστημα. Τι θα πει στον καταληψία φοιτητή ο πρύτανης που αρνείται να εφαρμόσει το νόμο; Το πιο λυπηρό, όμως, είναι ότι, στην κουλτούρα της ανομίας, αυτές οι διακρίσεις δεν είναι καν αντιληπτές, αντί να θεωρούνται αυτονόητες.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ Κ. ΤΣΟΥΚΑ
ΕΝΑΡΘΡΗ ΚΡΑΥΓΗ
Κριτικές παρεμβάσεις στο δημόσιο λόγο
την Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007, στις 7 μ.μ.
στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης 104 (Θεμιστοκλέους 104, τηλ. 210-33.01.208)

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι
ΘΑΝΟΣ ΒΕΡΕΜΗΣ, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας
ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ, δημοσιογράφος της εφημερίδας Καθημερινή
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ, αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΠΕΠΕΛΑΣΗΣ, καθηγητής

Τη συζήτηση θα συντονίσει ο ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ, διευθυντής της εφημερίδας Καθημερινή.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2007

Τρώμε τις σάρκες μας


Ένας Αμερικανός αξιωματικός στον πόλεμο του Βιετνάμ έκανε το ακόλουθο διαστροφικό σχόλιο, μετά την πρωτοφανή αγριότητα των ανδρών του για την κατάληψη ενός χωριού: «Προκειμένου να σώσουμε το χωριό, έπρεπε να το καταστρέψουμε». Παρατηρώντας για μια ακόμη χρονιά τις εθιμοτυπικές, πλέον, καταλήψεις των γυμνασίων και λυκείων της χώρας, οδηγείται κανείς σε παρόμοιο συμπέρασμα: για να σώσουν υποτίθεται τη δημόσια εκπαίδευση, οι καταληψίες πρέπει να την καταστρέψουν! Η αυτο-καταστροφική μανία που χαρακτηρίζει όλο και περισσότερο τη σημερινή Ελλάδα, βρίσκει την πιο πλήρη έκφρασή της στη δημόσια εκπαίδευση: κλειδωμένα σχολεία, κατεστραμμένα θρανία, σκουπίδια, ιδεολογικός αφιονισμός, διαπληκτιζόμενοι γονείς. Και μη χειρότερα!

Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, η καινούρια σχολική χρονιά εγκαινιάζεται με μαθήματα, στην Ελλάδα με καταλήψεις. Σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες συζητούν τρόπους να καταστήσουν τα σχολεία πιο αποτελεσματικούς χώρους μάθησης, στην Ελλάδα το πιο πιεστικό αίτημα είναι, ναι, να ανοίξουν τα σχολεία! Σε όλες τις χώρες της ΕΕ ενισχύεται ποικιλοτρόπως η δημόσια εκπαίδευση, στην Ελλάδα καταρρέει. Αν το Διαδίκτυο είναι το σύμβολο της εκπαίδευσης στη δικτυακή κοινωνία, στην Ελλάδα είναι το λουκέτο! Απελπισία!

Καταλαμβάνουν τα σχολεία, λένε, για να διαμαρτυρηθούν, μεταξύ άλλων, για τις ελλείψεις σε σχολικά βιβλία και τα κενά σε καθηγητές. Τα προβλήματα αυτά είναι όντως υπαρκτά. Είναι απαράδεκτο για μια σύγχρονη χώρα να μη μπορεί να στείλει εγκαίρως βιβλία και καθηγητές σε σχολεία. Δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο από βασικές ικανότητες project management, τις οποίες εδώ και μερικές δεκαετίες το υπουργείο Παιδείας των αποσπασμένων καθηγητών-υπαλλήλων προφανώς δεν διαθέτει, και κανένας υπουργός δεν φρόντισε να τις αποκτήσει. Η παιδεία για τους Υπουργούς Παιδείας μάλλον είναι «αγγαρεία», για να θυμηθούμε έναν φαιδρό πρώην υπουργό.

Προσέξτε όμως τη διαστροφή: οι καταληψίες εμποδίζουν τη μάθηση γιατί η διαδικασία της μάθησης έχει κενά! Είναι σα να εκδικείσαι το γιατρό σου για κάποιες ελλιπείς συμβουλές του στο παρελθόν, καπνίζοντας περισσότερο! Υπάρχει μέθοδος στην τρέλα, όμως, η διαστροφή εξηγείται. Οι μαθητές γνωρίζουν ότι τα δημόσια σχολεία δεν εκπαιδεύουν, τη δουλειά την κάνουν τα φροντιστήρια. Όταν μια ιδεοληπτική μειονότητα καταλαμβάνει ένα σχολείο, δεν επισύρει απαραίτητα την οργή των συμμαθητών τους, αφού δεν νοιώθουν ότι στερούνται κάτι πολύτιμο. Το δημόσιο σχολείο έχει πάψει να συνιστά αποτελεσματική κοινότητα μάθησης. Είναι πολλοί οι λόγοι που παρήγαγαν αυτό το αποτέλεσμα.

Στην Ελλάδα οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση είναι οι μικρότερες στην ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ (3.5%, όταν ο μέσος όρος είναι 5.2% και στις Σκανδιναβικές χώρες πάνω από 7%). Αντιθέτως, οι ιδιωτικές δαπάνες γιγαντώθηκαν την τελευταία εικοσαετία: ενώ στις χώρες του ΟΟΣΑ οι ιδιωτικές δαπάνες για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση αντιστοιχούν στο 10% του συνόλου των δαπανών, στην Ελλάδα είναι το 33%. Η πενία δημιουργεί κακές υποδομές, ιδιαίτερα σε κτίρια και εκπαιδευτικές πηγές, όπως είναι οι βιβλιοθήκες και οι τεχνολογίες πληροφορικής, οι οποίες, σε συνδυασμό με την έλλειψη αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, ελλιπούς επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, απειθαρχίας των μαθητών, και την ισχνή διοίκηση των σχολείων, παράγουν μια κουλτούρα μετριότητας και ένα αρνητικό μαθησιακό κλίμα, το οποίο οδηγεί σε χαμηλές επιδόσεις. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι οι Έλληνες μαθητές κατατάσσονται στις τελευταίες θέσεις στα διάφορα τεστ του ΟΟΣΑ, ή ότι το 20% των μαθητών της Α’ Γυμνασίου είναι λειτουργικά αναλφάβητοι.

Ένα αρνητικό μαθησιακό περιβάλλον απομειώνει το σχολείο από κοινότητα γνώσης σε έναν απλό μηχανισμό μετάδοσης πληροφοριών. Τα παραπλανημένα παιδιά των καταλήψεων δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτό που πρωτίστως καταστρέφουν είναι η αυτονόητη εκπαιδευτική ρουτίνα, η λεπτή σχέση καθηγητή-μαθητή, η ευαίσθητη μαθησιακή κουλτούρα. Την εκπαιδευτική διαδικασία δεν την ξαναπιάνεις εκεί που την άφησες, όπως ένας αθλητής χάνει τη φόρμα του αν σταματήσει να προπονείται για ένα διάστημα. Η εκπαίδευση είναι άθλημα, όχι μηχανική λειτουργία. Στην εκπαίδευση δεν πραγματοποιείται απλή μεταφορά πληροφοριών αλλά μετοχή σε μια κοινότητα αξιών. Η εκπαίδευση απαιτεί κόπο, πειθαρχία και υπακοή, ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που ξεφωνίζουν οι καταληψίες. Η φαντασία, μας θυμίζει ο Αϊνστάιν, απαιτεί ιδρώτα - ενεργοποιείται σε εκείνους που μοχθούν και πειθαρχούν. Ρωτήστε την Κική Δημουλά και τον Θανάση Φωκά.

Η παθιασμένη αναζήτηση της αριστείας δεν συγκαταλέγεται στις συλλογικές μας αξίες: συμβιβαζόμαστε με τη μετριότητα, ανεχόμαστε την αθλιότητα, γυρίζουμε αδιάφορα την πλάτη στην αυτο-καταστροφική διαμαρτυρία. Ένα συλλογικό αγαθό μετατρέπεται σε ιδεολόγημα και απαξιώνεται από αυτούς που δήθεν το υπερασπίζονται. Την επόμενη φορά που θα ακούσετε έναν πολιτικό να αερολογεί για την «κοινωνία της γνώσης», φέρτε στο μυαλό σας τα λουκέτα της Γκράβας και θάχετε μια εικόνα της σημερινής Ελλάδας χωρίς ψιμυθιώσεις.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 11 Νοεμβρίου 2007

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2007

Μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα


Αν η τέχνη της πολιτικής είναι, μεταξύ άλλων, η αποφυγή του αυτο-εγκλωβισμού, το ΠΑΣΟΚ σίγουρα δεν την κατέχει. Όποιος από τους δύο κύριους διεκδικητές της ηγεσίας του κόμματος κι αν εκλεγεί, το ΠΑΣΟΚ θα έχει αυτο-παγιδευτεί. Ιδού γιατί.

Ο Γιώργος Παπανδρέου διαθέτει τα σωστά ανανεωτικά ένστικτα, αλλά απέδειξε ότι του λείπουν η στρατηγική, η αυτοπεποίθηση και η ευθυκρισία. Πρόκειται για θεμελιώδη ηγετικά μειονεκτήματα, τα οποία ακυρώνουν τις καλύτερες των προθέσεων. Σε αντίθεση με τον Τόνι Μπλερ, που από την πρώτη στιγμή κατάλαβε ότι μόνο ένα Νέο Εργατικό Κόμμα θα είχε την πιθανότητα εκλογικής επιτυχίας και εργάσθηκε μεθοδικά για τη δημιουργία του, ο κ.Παπανδρέου παλινδρομούσε, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, μεταξύ του παλαιοπασοκικού λαϊκισμού και ενός ελπιδοφόρου μεν, πλην αβαθούς, νεωτερισμού. Το βλέπουμε και σήμερα, την επαύριο μιας οδυνηρής ήττας: ο παπανδρεϊκός λόγος αναφέρεται απροσδιόριστα στην «επανίδρυση του ΠΑΣΟΚ» ενώ, συγχρόνως, διακηρύσσει «επιστροφή στις ρίζες», το κατ’ εξοχήν σύνθημα των αμήχανων ηγετών. Θέλει και το (ασαφές) νέο και το (γνωστό) παλαιό. Συντάσσεται και με τον Γιόσκα Φίσερ και με τον Κώστα Λαλιώτη! Και με τον Κλίντον και με τον Τσοβόλα!

Σε ανύποπτο χρόνο, ο κ.Παπανδρέου παραδέχθηκε ότι, αν δεν ήταν πολιτικός, θα ήθελε να ηγείται Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Αν τον παρατηρήσετε προσεκτικά θα δείτε ότι εκεί είναι πραγματικά η καρδιά του, και γι αυτό θυμίζει περισσότερο τον Μπομπ Γκέλντοφ παρά έναν εν δυνάμει πρωθυπουργό. Ο κ.Παπανδρέου, αποδέκτης της συλλογικής φαντασίωσης για ένα ΠΑΣΟΚ που δεν θα εγκαταλείψει το παπανδρεϊκό λίκνο, δεν έχει το σθένος να μετατρέψει τη φαντασίωση αυτή σε δύναμη χειραφέτησης από τον ιδρυτή του κόμματος. Ο υιός Παπανδρέου δεν διαθέτει την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση, ίσως επειδή ουδέποτε ξέφυγε από τη σκιά του πατέρα του. Δεν είναι η ρητορική του ικανότητα το πρόβλημα, αλλά ότι δεν έχει βρει τη δική του φωνή. Δεν πείθει, όχι γιατί δεν μιλάει καλά, αλλά γιατί δεν είναι ο ίδιος βαθιά πεπεισμένος για τις επιλογές του. Παλινωδεί γιατί δεν διαθέτει ένα ισχυρό, αυτοφυές πολιτικό ένστικτο που θα του επέτρεπε τη διακινδύνευση. Θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά το ΠΑΣΟΚ μόνο αν διέπραττε συμβολική πατροκτονία, αλλά η συνθλιπτική παρουσία του πατρικού προτύπου, το οποίο δεν παύει να επικαλείται στις κρίσιμες στιγμές, δεν του το επιτρέπει.


Αν ο κ.Παπανδρέου δεν βρήκε την πολιτική του φωνή, ο κ.Βενιζέλος αρέσκεται να ακούει τη δική του. Ανθρωπος ευφυής και ικανός, ο Θεσσαλονικός βουλευτής διακρίνεται για την αχαλίνωτη φιλοδοξία του. Το πρόβλημα με τη φιλοδοξία των ικανών είναι ότι, αν αυτή δεν υπηρετεί ένα ευρύτερο όραμα κι αν δεν διέπεται από ευδιάκριτες αρχές, δεν γίνεται δύναμη συσπείρωσης και αλλαγής, αλλά η προωθητική ενέργεια εγωκεντρικών επιδιώξεων. Η ηγετική επάρκεια δεν είναι μόνο θέμα ευφυίας ή ρητορικής δεινότητας, αλλά, κυρίως, θέμα αξιών, αίσθησης προτεραιοτήτων και διάθεσης ανάληψης κινδύνων. Ο κ.Βενιζέλος θέλει να ηγηθεί του ΠΑΣΟΚ και θεωρεί ότι, λόγω ευφυίας ίσως, η χώρα του χρωστά την πρωθυπουργία, χωρίς ο ίδιος να επιδιώκει να πείσει ότι φέρνει κάτι καινούριο για το οποίο είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει. Το κείμενο θέσεων που κυκλοφόρησε, φέρει την προσωπική του σφραγίδα: βερμπαλιστικό, κοινότοπο, αοριστολογικό.

Δεν αντιπαρατέθηκε ποτέ στον πρωτόγονο εθνολαϊκισμό των συμπολιτών του κκ.Ψωμιάδη και Ανθιμου. Συνεχίζοντας μια μακρά παράδοση πελατειακού λαϊκισμού, χάρισε το 2001, ως υπουργός Πολιτισμού, τα χρέη του ΠΑΟΚ και του «Αρη» στο Δημόσιο, ύψους πάνω από 10 δισ. δραχμές. Δεν συντάχθηκε με την απάλειψη του θρησκεύματος από τις ταυτότητες το 2000, λέει όχι στην κατάργηση της μονιμότητας των νεοπροσλαμβανομένων στις ΔΕΚΟ, όχι στη θέσπιση της βάσης του 10 για εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, όχι στην ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής, όχι στην τροποποίηση του νόμου για το πανεπιστημιακό άσυλο, όχι στην αναθεώρηση του άρθρου 16, όχι στο διαχωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος. Και φυσικά πρότεινε μια κλασικά «βενιζέλειο λύση» για το επίμαχο βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού: να μην αποσυρθεί το βιβλίο αλλά να πλαισιωθεί και από ένα δεύτερο με διαφορετική άποψη! Κατά τον κ.Βενιζέλο, το «πολυσυλλετικό» ΠΑΣΟΚ πρέπει να λέει ναι σε όλα γιατί εκτιμά, εσφαλμένα, ότι αυτό περιμένει η κοινωνία. Προτιμά να «ισορροπεί» για να μη δυσαρεστήσει κανένα. Κι όταν αναγκάζεται να πάρει θέση, υπερασπίζεται την ακινησία.

Οποιος κι αν εκλεγεί αρχηγός του ΠΑΣΟΚ στις 11 Νοεμβρίου, το ΠΑΣΟΚ θα βγεί χαμένο. Ο κ.Παπανδρέου δεν μπορεί να πείσει. Ο κ.Βενιζέλος δεν θέλει να αλλάξει τίποτα. Κανείς τους δεν διακινδυνεύει κάτι. Ένας παρακμιακός κομματικός οργανισμός που λειτούργησε περισσότερο ως μηχανισμός εξουσίας, παρά ως πολιτικό σώμα, το ΠΑΣΟΚ δεν διαθέτει την ικανότητα να βουλεύεται. Αρκείται να συντηρεί τους μύθους του και απωθεί συστηματικά το ζωτικής σημασίας δίλημμα: μεταρρυθμιστική ή λαϊκιστική κεντροαριστερά; Ριζοσπαστική και αξιόπιστη ανανέωση ή καταπραϋντική αναπαλαίωση; Σε μια δεκαετία από τώρα ένας άλλος ηγέτης ίσως δώσει την απάντηση. Ο Τόνι Μπλερ του ΠΑΣΟΚ, αν υπάρχει, δεν είναι υποψήφιος σε αυτές τις εκλογές.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 27 Οκτωβρίου 2007

Ζητείται ελπίδα


Δεν θα κουραστώ να το γράφω: όλα μας τα προβλήματα προέρχονται από το εξής ένα – το προβληματικό πολιτικό μας σύστημα. Η πολιτική υποτίθεται ότι είναι η διαχείριση των κοινών μας υποθέσεων. Όταν η διαχείριση αυτή είναι αναποτελεσματική, τα προβλήματα συσσωρεύονται και, συνακόλουθα, η ποιότητα της ζωής μας απομειώνεται. Το επιβεβαιώνουν και οι σχετικές έρευνες: η ποιότητα της δημοκρατίας συνδέεται με την ευμάρεια μιας χώρας και το γενικότερο επίπεδο ζωής των κατοίκων της.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα αποφεύγει συστηματικά να αναμετρηθεί με τα πολλά και χρόνια προβλήματα της χώρας. Αναβάλλει διαρκώς την αντιμετώπισή τους, με αποτέλεσμα αυτά να επιδεινώνονται, και το κόστος της μη έγκαιρης αντιμετώπισή τους να πολλαπλασιάζεται. Με αυτή τη συμπεριφορά, αν το κράτος ήταν επιχείρηση θα είχε σίγουρα φαλιρίσει.


Πάρτε, για παράδειγμα, το ασφαλιστικό. Το πρόβλημα είναι γνωστό εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον. Αναβάλλουμε, όμως, διαρκώς τη συστηματική αντιμετώπισή του με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα ελλείμματα των Ταμείων, ενώ φυσικά ο πληθυσμός γερνάει και ο λόγος απασχολουμένων προς συνταξιοδοτούμενους χειροτερεύει.


Η αξιολόγηση των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης αναγνωρίζεται από όλους ότι θα συντείνει στην αναβάθμιση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου. Σήμερα, όσο κακός κι αν είσαι στη δουλειά σου ως εκπαιδευτικός κανείς δεν θα σου ζητήσει το λόγο, ούτε θα σου δώσει κίνητρα (πόσο μάλλον να σε υποχρεώσει) να βελτιωθείς. Εδώ και είκοσι χρόνια, καμία κυβέρνηση δεν τολμά να κάνει το αυτονόητο – να καθιερώσει την αξιολόγηση και να τη συναρτήσει με τη σταδιοδρομία των καθηγητών.


Το κυκλοφοριακό έχει απίστευτα χειροτερέψει στην Αθήνα, αλλά καμία κυβέρνηση, κανένα κόμμα και κανένας δήμαρχος δεν προτείνει κάτι ρηξικέλευθο, όπως λ.χ. τη θέσπιση διοδίων στο κέντρο της πόλης. Η κοινή εμπειρία και οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το σύστημα «μονών-ζυγών» έχει πλέον χρεοκοπήσει ως μηχανισμός περιορισμού της κυκλοφορίας αυτοκινήτων στο κέντρο της Αθήνας, αλλά κανένας υπουργός Μεταφορών δεν τολμά να το αντικαταστήσει με κάτι άλλο.


Τα κερδοσκοπικά ιδρύματα παροχής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν πολλαπλασιασθεί, ιδιαίτερα την τελευταία εικοσαετία. Το πεδίο όμως παραμένει αρρύθμιστο, το κράτος δεν θέτει κριτήρια ποιότητας. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το κρατικό μονοπώλιο της ανώτατης εκπαίδευσης παραμένει σε ισχύ. Προσέξτε τον τραγέλαφο: από τη μια μεριά μόνο το κράτος δικαιούται να χορηγεί πτυχία ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ, από την άλλη, το κράτος δεν ασκεί τον ρυθμιστικό του ρόλο στην παροχή ανώτατης εκπαίδευσης από μη κρατικούς φορείς. Αφήνοντας το τοπίο αρρύθμιστο, το κράτος πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που το κρατικό μονοπώλιο επιδιώκει: κάθε είδους κερδοσκοπικό ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, συμβεβλημένο με ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, θα μπορεί, μετά την πρόσφατη κοινοτική οδηγία, να χορηγεί πτυχία, οι κάτοχοι των οποίων, από την άποψη των επαγγελματικών δικαιωμάτων, δεν θα διαφέρουν σε τίποτα από αποφοίτους κρατικών πανεπιστημίων.


Πως τα καταφέρνουμε έτσι; Γιατί οι πολιτικοί μας στρουθοκαμηλίζουν; Γιατί αποστρέφουν το πρόσωπο από τα πολλά και καυτά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε; Η εξήγηση είναι απλή. Το πολιτικό μας σύστημα πάσχει από αθεράπευτο λαϊκισμό και είναι όμηρος επιμέρους προσοδοθηρικών (συντεχνιακών) συμφερόντων. Η εκάστοτε κυβέρνηση πρέπει να συγκρουστεί με συντεχνιακές αντιλήψεις, να πολεμήσει επιμέρους συμφέροντα και λαϊκιστικές νοοτροπίες, πράγμα το οποίο κοστίζει στον βραχυχρόνιο, και μιντιακώς ευαίσθητο, πολιτικό κύκλο στον οποίο κινείται. Οπότε τι κάνει; Μελετά, ανακοινώνει, υπόσχεται, προσποιείται ότι δρα – με δύο λόγια, διαρκώς αναβάλλει. Η αναβολή συνήθως λήγει όταν μας υποχρεώσουν οι Βρυξέλλες να ασχοληθούμε στα σοβαρά με τα προβλήματά μας, όπως στην προκειμένη περίπτωση με το ασφαλιστικό και με τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων ελληνικών κολεγίων. Όπου ένας τρίτος δεν μας υποχρεώνει να κάνουμε κάτι, αφήνουμε τα προβλήματα να σέρνονται και, φυσικά, να επιδεινώνονται.


Στην Ελλάδα το βραχυχρόνιο εκτοπίζει το μακροχρόνιο, το λαϊκιστικό αίτημα έχει αυξημένη βαρύτητα έναντι της ορθολογικής ανάλυσης, ο συντεχνιακός τσαμπουκάς κερδίζει το δημόσιο συμφέρον, και η φαντασίωση επικρατεί της ψύχραιμης αποτίμησης. Οι πολιτικοί μας δεν παίρνουν ρίσκα, η διαχείριση της επικοινωνίας έχει υποκαταστήσει τη διαχείριση των προβλημάτων, και η κύρια μέριμνα των πολιτικών εντολοδόχων μας είναι η επανεκλογή τους. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι οι πολιτικοί δεν αισθάνονται ότι είναι υπόλογοι για τις επιδόσεις τους σε κανέναν (ούτε καν στο ίδιο τους το κόμμα) και δεν έχουν κανένα κίνητρο να γίνουν καλύεροι. Βλέποντας οι πολίτες ότι η πολιτική κυρίως υπάρχει για τους πολιτικούς, αναζητούν ιδιωτικές λύσεις σε συλλογικά προβλήματα, οι οποίες, σε πολλές περιπτώσεις, είναι υποβέλτιστες και επιδεινώνουν τα συλλογικά προβλήματα (π.χ. κυκλοφοριακό).


Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα να αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει ελπίδα και, φοβάμαι, ότι αυτό ακριβώς είναι το αίσθημα όλο και περισσότερων πολιτών, ιδιαίτερα νέων, στην Ελλάδα σήμερα.

Συντετμημένη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύθηκε στο Κέρδος στις 27 Οκτωβρίου 2007

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2007

Τελικά, τι είναι το πανεπιστήμιο;


Συχνά οι πολιτικοί μιλούν για την παγκοσμιοποίηση, σπάνια όμως δείχνουν ότι την κατανοούν. Σε έναν υπερεθνικό οικονομικό-κοινωνικό χώρο, όπως είναι η ΕΕ, δεν είναι μόνο το κεφάλαιο, η εργασία, και τα προϊόντα αυτά που διακινούνται ελεύθερα, αλλά και τα εκπαιδευτικά αγαθά. Στο μέτρο που μια κύρια ευρωπαϊκή γλώσσα (κυρίως η αγγλική) χρησιμοποιείται ευρύτατα, οι σύγχρονες τεχνολογίες επικοινωνίας ενώνουν τους ανθρώπους, και τα αεροπορικά ταξίδια μειώνουν σημαντικά τις αποστάσεις, έχουμε τις βασικές προϋποθέσεις για την παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών οπουδήποτε στην ΕΕ. Το μοντέλο ήδη υπάρχει εδώ και αρκετές δεκαετίες με τα δημόσια Ανοιχτά Πανεπιστήμια (ΑΠ) και τις εξ αποστάσεως υπηρεσίες που παρέχουν σε φοιτητές διάσπαρτους σε όλο τον κόσμο.

Το μοντέλο αυτό διευρύνεται σημαντικά στο δικτυακό κόσμο. Όπως ένα ΑΠ λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εξ αποστάσεως, έτσι κι ένα συμβατικό ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο μπορεί να δραστηριοποιείται σε διαφορετικές χώρες. Ένα μεγάλο μέρος των μαθημάτων μπορεί να γίνεται εξ αποστάσεως, όπως στα ΑΠ. Ένα άλλο μέρος από τους καθηγητές του, οι οποίοι μπορούν άνετα να ταξιδεύουν στις χώρες υποδοχής. Κι ένα άλλο μέρος από τοπικούς tutors, οι οποίοι αναλαμβάνουν υποστηρικτικής σημασίας διδακτικές και συμβουλευτικές δραστηριότητες.

Είναι αυτό πανεπιστήμιο; Γιατί όχι; Τι είναι ένα πανεπιστήμιο; Τα κτίρια, μήπως; Όχι βέβαια. Οι υποδομές του; Ναι, αλλά, σήμερα, μπορώ να ζω στην Αθήνα και να χρησιμοποιώ τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Γουόρικ στην Αγγλία σχεδόν σα να ήμουν εκεί. Οι καθηγητές; Φυσικά, γι αυτό και ταξιδεύουν στους χώρους διδασκαλίας, και είναι διαθέσιμοι τηλεφωνικώς και ηλεκτρονικώς. Οι φοιτητές; Βεβαίως, αν και δεν είναι απαραίτητο να είναι όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Στον βιρτουαλικό κόσμο, το πανεπιστήμιο αποκτά, εν δυνάμει, δικτυακή δομή. Σημασία έχει περισσότερο η νοοτροπία και το ήθος που καλλιεργεί, και λιγότερο η φυσική του παρουσία.

Οι εγχώριες οπισθοδρομικές συντεχνίες δεν τα αντιλαμβάνονται αυτά. Το «κλειστό» σύμπαν τους απαρτίζεται από φαντασιώσεις, όχι απεικονίσεις του πραγματικού κόσμου. Μάχονται τις συνεργασίες ξένων πανεπιστημίων με τοπικούς ιδιωτικούς φορείς, όπως οι Λουδίτες μάχονταν, στον 19ο αιώνα, τις μηχανές στα εργοστάσια. Υπερασπίζονται το κρατικό μονοπώλιο της ανώτατης εκπαίδευσης με την ίδια θέρμη που, είκοσι χρόνια πριν, οι τότε οπισθοδρομικοί υπερασπίζονταν την κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση. Η συζήτηση για το άρθρο 16 είναι τόσο αναχρονιστική, όσο η διαμάχη για την απάλειψη του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Τι νόημα έχει το κρατικό μονοπώλιο όταν η ΕΕ αναγνωρίζει τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων ελληνικών παραρτημάτων ευρωπαϊκών ΑΕΙ; Όταν ένα μη κρατικό πανεπιστήμιο κερδίζει την αναγνώριση επίσημα από διεθνείς επιστημονικές ενώσεις και ανεπίσημα από την αγορά; Όταν στο διαδικτυακό κόσμο η γνώση είναι διάσπαρτη; Πως καταφέρνουμε να αναδεικνύουμε θέματα που καμία άλλη χώρα δεν συζητά σε θέματα μείζονος σημασίας;

Συντετμημένη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 26 Οκτωβρίου 2007