Κυριακή 25 Μαΐου 2008

«Συκοφαντίες» και πολιτική κριτική


Οι αγωγές της Marfin Investment Group (MIG) κατά του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και του προέδρου του «Συνασπισμού» δείχνουν, ακόμη μια φορά, πόσο υπανάπτυκτος είναι ο δημόσιος βίος της χώρας: ακραίοι πολιτικοί χαρακτηρισμοί από τη μια μεριά, ποινικοποίηση της πολιτικής κριτικής από την άλλη.

Πράγματι οι κκ.Παπανδρέου και Τσίπρας εκστόμισαν βαριές κουβέντες κατά της MIG. Η εξαγορά μετοχών του ΟΤΕ από τη Deutsche Telekom (DT) χαρακτηρίσθηκε, μεταξύ άλλων, «απάτη» (Τσίπρας), «μάθημα κλεπτοκρατικού καπιταλισμού», «έκφραση διαπλοκής και διαφθοράς», «υποκρύπτουσα παράνομη χρηματική συναλλαγή» (Παπανδρέου). Η MIG θεωρεί ότι «συκοφαντείται» με αυτούς του χαρακτηρισμούς και προσφεύγει δικαστικά κατά αυτών που τους διατύπωσαν.

Το πρόβλημα με τις εύθικτες επιχειρήσεις είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται πως λειτουργεί η δημοκρατία. Η αγορά των μετοχών της MIG στον ΟΤΕ από τη DT δεν είναι απλώς μια χρηματιστηριακή συναλλαγή μεταξύ δύο ιδιωτικώς συμβαλλομένων μερών. Στο μέτρο που αφορά μια από τις μεγαλύτερες, υπό κρατικό έλεγχο, επιχειρήσεις της χώρας· και στο μέτρο που είναι ο καταλύτης για την παραχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ στη DT, η συγκεκριμένη αγοραπωλησία μετοχών εισέρχεται στο δημόσιο λόγο και αποκτά, αναπόφευκτα, πολιτική διάσταση. Αυτό σημαίνει ότι κρίνεται δημοσίως ως προς τις εικαζόμενες προθέσεις των πρωταγωνιστών της, ως προς τους χειρισμούς τους, και ως προς τα πιθανά αποτελέσματα της συναλλαγής.

Η αντιπολίτευση θεωρεί ότι η χρηματιστηριακή συναλλαγή MIG-DT αποτελεί μέρος της ευρύτερης συμφωνίας κυβέρνησης-DT, και της εξ αυτής απορρέουσας απώλειας του υπερτιμήματος από το ελληνικό κράτος με την εκχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ στη DT. Το ελληνικό δημόσιο, με τους χειρισμούς του κ.Αλογοσκούφη, έχει διαφυγόντα κέρδη. Αντί να εισπράξει το ίδιο το υπερτίμημα, στην ουσία το εισπράττει η MIG. Ούτε η MIG, ούτε ο υπουργός Οικονομικών έκαναν κάτι παράνομο, αλλά η όλη συμφωνία είναι, με οικονομικούς όρους, υποβέλτιστη για το ελληνικό δημόσιο. Οι ακραίοι χαρακτηρισμοί «απάτη» και «εκκολαπτόμενο σκάνδαλο» πρέπει να ιδωθούν σε αυτά τα πολιτικά συμφραζόμενα. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί, ανήκοντες στον πολιτικό λόγο, δεν έχουν την ίδια σημασία με αυτή που έχουν στον κοινό λόγο.

Αν κατηγορήσω το γείτονά μου ότι καταπάτησε το χωράφι μου, δικαιούται να αγανακτήσει και να με μηνύσει. Η κατηγορία μου πρέπει να εδράζεται σε εμπειρικά δεδομένα, διαφορετικά είναι συκοφαντία. Αν, όμως, ένας πολιτικός χαρακτηρίσει τη συμφωνία MIG-DT «απάτη», η δήλωση αυτή είναι περισσότερο κρίση και λιγότερο εμπειρικός ισχυρισμός. Οι πολιτικές κρίσεις, αξιολογούν αποκλίσεις από κανονιστικές ή βέλτιστες πρακτικές, εικάζουν πιθανά κίνητρα και μη ομολογηθείσες πράξεις, και εκτιμούν πιθανές συνέπειες για το δημόσιο συμφέρον.

Η αντιπολίτευση λ.χ. θεωρεί ότι η συμφωνία MIG-DT έγινε επειδή δόθηκαν εγγυήσεις στη DT από την κυβέρνηση για την παραχώρηση της διοίκησης του ΟΤΕ. Η έννοια της «απάτης», αν και ακραία διατύπωση, περιγράφει «περίεργες» πρακτικές, πιθανές υποσχέσεις από την κυβέρνηση στη MIG και στη DT, εικαζόμενες παρασκηνιακές μεθοδεύσεις – με λίγα λόγια θεωρούμενες ως ασυνήθεις (και ανεπίτρεπτες) για χρηματιστηριακή συναλλαγή πρακτικές. Προσέξτε ότι δεν πρόκειται για εμπειρικές διαπιστώσεις: οι πολιτικοί δεν είναι δικαστές να καταλήξουν σε συμπεράσματα αφού ακούσουν τους μάρτυρες, ούτε επιστήμονες στο εργαστήριο να συλλέγουν εμπειρικά δεδομένα. Ενώ η δικαστική και εμπειρική επιστημονική κρίση οφείλουν να στηρίζονται πρωτίστως σε δεδομένα (εμπειρικά τεκμήρια), η πολιτική κρίση, στο μέτρο που αναφέρεται σε ένα πλέγμα πιθανών κινήτρων, εικαζόμενων μεθοδεύσεων και πραγματικών αποφάσεων, είναι περισσότερο αξιολόγηση – εκτίμηση, αποτίμηση - και λιγότερο εμπειρικός ισχυρισμός.

Αυτό είναι αναπόφευκτο. Καθότι διαχειρίζεται την εξουσία, η κυβέρνηση πάντοτε γνωρίζει περισσότερα απ’ ότι οι υπόλοιποι και, άρα, πλεονεκτεί: μπορεί να αποκρύψει, να ελέγξει, να αιφνιδιάσει. Στο μέτρο που η άσκηση της εξουσίας φέρνει την κυβέρνηση σε διαπραγματεύσεις με άλλα μέρη, η κυβέρνηση συχνά αποφεύγει να δημοσιοποιεί (ή τουλάχιστον μπορεί εκ των υστέρων να «κατασκευάζει») τις προθέσεις της για λόγους αποτελεσματικότητας, ενώ έχει κάθε κίνητρο να περιορίσει τη δημόσια λογοδοσία της, αφού, σε ένα ανταγωνιστικό πολιτικό σύστημα, τυχόν λάθη και παραλείψεις της αποφέρουν πλεονεκτήματα στους αντιπάλους της. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια ασυμμετρία γνώσης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Στη φιλελεύθερη δημοκρατία, αυτή την ασυμμετρία γνώσης την αντισταθμίζουμε με την ελευθερία του λόγου: κρίνουμε-αξιολογούμε τις κυβερνητικές πράξεις, ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε όσα γνωρίζουν οι κυβερνώντες. Οι κρίσεις μας κατ’ ανάγκην στερούνται πλήρους εμπειρικής επάρκειας – είναι περισσότερο εκτιμήσεις. Η υπερβολή που εγγενώς ενέχουν οι εκτιμήσεις-αξιολογήσεις είναι το τίμημα που καταβάλλουμε για τη λειτουργία της λογοδοσίας στη δημοκρατία.

Βέβαια, σε μια ώριμη δημοκρατία, πασχίζουμε να ελαχιστοποιούμε την υπερβολή. Οι κρίσεις μας οφείλουν να είναι ζυγισμένες: να είναι όσο το δυνατόν πιο ορθολογικές και ευλογοφανείς. Το γεγονός ότι οι πολιτικοί μας συχνά προσφεύγουν σε ακραίους χαρακτηρισμούς, στη συνωμοσιολογία και τη σκανδαλολογία, δείχνει όχι τόσο τη συκοφαντική τους πρόθεση, όσο αφενός μεν τη φτώχεια των επιχειρημάτων τους, αφετέρου δε το βαθύτερο μοτίβο που διαπερνά το ελλαδικό πολιτικό σύστημα: την ακραία πόλωση, τις «περίεργες» διαδικασίες διακυβέρνησης, την καχυποψία. Ακριβώς αυτό είναι το πραγματικό μας πρόβλημα, αλλά κανείς δεν μιλάει γι αυτό.

Συντετμημένη εκδοχή του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στο Κέρδος, 24 Μαΐου 2008.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Λίστα φαρμάκων: Αδήριτη αναγκαιότητα *


Σε αυτή τη χώρα ακόμα και η ικανότητα να ανακαλύπτουμε εκ νέου τον τροχό δεν είναι δεδομένη! Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, και ιδιαίτερα στις πιο ανεπτυγμένες, έχει καθιερωθεί, εδώ και αρκετά χρόνια, λίστα φαρμάκων. Πριν από 12 χρόνια, με πρωτοβουλία της τότε κυβέρνησης, αρμόδια επιτροπή ειδικών, υπό την προεδρία ενός από τους συγγραφείς (ΧΜΜ), συνέταξε, μετά από σχολαστική εργασία και με αμιγώς επιστημονικά κριτήρια, την πρώτη λίστα φαρμάκων. Ο στόχος ήταν να περιοριστεί δραστικά η πολυφαρμακία, να προστατευθεί η δημόσια υγεία, και να ελεγχθούν οι δαπάνες των αφαλιστικών ταμείων, δίχως να κινδυνεύσει η υγεία των πολιτών.

Η αντίδραση της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας ήταν σθεναρή. Ποικίλα δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο, όχι απαραίτητα αγαθών προθέσεων, δημιούργησαν σύγχυση και ένα αίσθημα ανασφάλειας στον Έλληνα πολίτη. Τα συμφέροντα που αντιστρατεύονταν το εγχείρημα της εφαρμογής της λίστας φαρμάκων, βρήκαν στην νέα κυβέρνηση, το 2004, τον εκφραστή τους. Η λίστα φαρμάκων καταργήθηκε από τον τότε υπουργό Υγείας κ.Ν. Κακλαμάνη. Ο στόχος της κατάργησης της λίστας δεν κατέστη γνωστός, αν και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία να τον εικάσει κανείς.


Τι είναι η λίστα φαρμάκων και σε τι αποσκοπεί; Η λίστα είναι ένας κατάλογος φαρμακευτικών ουσιών που επιλέγονται από επιτροπή ειδικών με βάση αυστηρώς επιστημονικά και οικονομικά κριτήρια. Σκοπός της είναι η προστασία της δημόσιας υγείας έτσι ώστε να συνταγογραφούνται ασφαλή φάρμακα αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας και, επιπλέον, να μειώνονται οι περιττές φαρμακευτικές δαπάνες. Από τη λίστα των φαρμακευτικών ουσιών δεν λείπει κανένα σημαντικό φάρμακο. Κανένας ασθενής δεν στερείται της κατάλληλης θεραπευτικής αντιμετώπισης. Η λίστα συνεχώς ανανεώνεται, διότι καθημερινά παράγονται νέες αποτελεσματικές και ασφαλείς φαρμακευτικές ουσίες. Λίστα φαρμακευτικών ουσιών υπάρχει τόσο για φάρμακα των νοσοκομείων, όσο και για φαρμακευτικές ουσίες της καθημερινής ιατρικής πρακτικής. Η εφαρμογή της λίστας αφ’ ενός περιορίζει άσκοπες φαρμακευτικές δαπάνες και, αφ’ ετέρου, λειτουργεί ως εκπαιδευτικό εργαλείο για τον μαχόμενο γιατρό. Δεν είναι τυχαίο ότι η πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών διαθέτει λίστες φαρμάκων.


Η κατάργηση της λίστας φαρμάκων από τον τότε υπουργό Υγείας είχε απολύτως προβλέψιμες δυσμενείς επιπτώσεις στα οικονομικά των αφαλιστικών Ταμείων και, μέσω αυτών, στην εξωφρενική διόγκωση των χρεών των κρατικών νοσοκομείων. Υπολογίζεται ότι, μετά την κατάργηση της λίστας, οι φαρμακευτικές δαπάνες αυξάνονται με ρυθμό 16% ετησίως, συμμετέχοντας σημαντικά στα χρέη των Ταμείων στα νοσοκομεία, ύψους 2 δισ. ευρώ.

Η συνταγογράφηση - δηλαδή, η εντολή ιατρού για χορήγηση φαρμάκων στον ασθενή - θυμίζει σήμερα «ξέφραγο αμπέλι» στη χώρας μας. Όποιος θέλει συνταγογραφεί ό,τι θέλει, με μόνο γνώμονα την «αυθεντία» του. Πάρτε το παράδειγμα μιας συνηθισμένης ασθένειας, της αμυγδαλίτιδας από στρεπτόκοκκο. Καλά τεκμηριωμένες θεραπευτικές μελέτες έχουν δείξει ότι φάρμακο πρώτης επιλογής για την αντιμετώπιση αυτής της νοσηρής κατάστασης είναι η πενικιλίνη. Κι όμως, αν εξεταστούν οι συνταγές εκατό τυχαίων ασθενών με αμυγδαλίτιδα, θα διαπιστωθεί ότι η πενικιλίνη συνταγογραφείται σπάνια. Tη θέση της παίρνουν άλλα, ακριβά, αντιβιοτικά, που δεν αποτελούν πρώτη επιλογή. Το αποτέλεσμα είναι αύξηση του κόστους νοσηλείας και αύξηση της ανάπτυξης αντίστασης των μικροοργανισμών στα αντιβιοτικά. Ποιος χάνει από την ανεξέλεγκτη συνταγογράφηση; Τα ασφαλιστικά ταμεία και ο ασθενής. Ποιος κερδίζει; Βρείτε το μόνοι σας!

Δημοσιογραφικές πληροφορίες φέρουν την κυβέρνηση να ξανασκέπτεται την επαναφορά της λίστας. Αλληλούια! Αφού γκρέμισαν αυτό που παρέλαβαν, τώρα θέλουν να το ξαναχτίσουν. Έστω κι έτσι, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Θα το κάνουν, όμως; Θα εξακολουθήσει η Ελλάδα να αποτελεί μια οπισθοδρομική εξαίρεση μεταξύ των προηγμένων υγειονομικά χωρών με δημόσιο σύστημα υγείας; Θα εξακολουθήσει η φαρμακοβιομηχανία να είναι το χαϊδεμένο παιδί των κυβερνήσεων; Θα συγκροτηθεί μια σύγχρονη λίστα φαρμάκων από ειδικούς, με αποδεδειγμένη γνώση και ήθος; Αυτονόητες θάπρεπε να είναι οι απαντήσεις σε αυτά τα απλά ερωτήματα. Στην Ελλάδα, όμως, δυστυχώς, τίποτα δεν είναι αυτονόητο – ούτε καν η εκ νέου ανακάλυψη του τροχού!


*Κοινό άρθρο των: Χαράλαμπου Μ. Μουτσόπουλου, καθηγητή Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Φωτεινής Ν. Σκοπούλη, καθηγήτριας Παθολογίας-Ανοσολογίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, και Χαρίδημου Κ. Τσούκα

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 18 Μαΐου 2008

Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

Χαιρόμαστε να μισούμε την Αστυνομία!


Ισως πρόκειται για τεχνοκρατική εμμονή, αλλά δύσκολα μου βγάζει κανείς από το μυαλό ότι το πλέον δυσεπίλυτο πρόβλημα αυτής της χώρας είναι η οργάνωση και διοίκηση. Δεν είναι τόσο απλό, όσο ενδεχομένως ακούγεται. Η οργάνωση και διοίκηση δεν είναι απλώς συστήματα και διαδικασίες. Κυρίως είναι πρακτικές και νοοτροπίες, οι οποίες εμπλέκουν ανθρώπινες συμπεριφορές, οι οποίες, με τη σειρά τους, νοηματοδοτούνται από ευρύτερες αξίες και μορφοποιούνται από κοινωνικώς αποδεκτά συστήματα κινήτρων και κυρώσεων.

Πάρτε το παράδειγμα της απόδρασης του τοξικομανούς στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και των τραγικών συνεπειών της. Το γενεσιουργό λάθος των αστυνομικών ήταν η μη «δέσμευση» του μεταγόμενου τοξικομανή. Η οικειότητα των αστυνομικών με τον όχι ιδιαίτερα επικίνδυνο κρατούμενο (δεκαεπτά φορές είχε προσαχθεί στο αστυνομικό τμήμα) τους ώθησε να μην του περάσουν χειροπέδες, ως όφειλαν.


Δεν πρόκειται απαραίτητα για έλλειψη επαγγελματισμού. Πολλές έρευνες δείχνουν ότι οι ρουτίνες συχνά τροποποιούνται στην πράξη απο τους χρήστες τους, προκειμένου να προσαρμοστούν στις εκάστοτε περιστάσεις. Οδηγείτε πάντοτε εντός των ορίων ταχύτητας; Ο υπάλληλος της τράπεζάς σας σας ζητά πάντοτε ταυτότητα; Ακολουθείτε ευλαβώς όλες τις διαδικασίες στη δουλειά σας; Η οργανωσιακή ζωή όχι μόνο βρίθει από παραλείψεις, αλλά, χωρίς αυτές – παραδόξως - δεν είναι εφικτή! Πόσες φορές διαμαρτυρόμαστε για «απαράδεκτη γραφειοκρατία» και για «έλλειψη κοινής λογικής», όταν ο υπάλληλος εμμένει στο «γράμμα» της τυπικής διαδικασίας; Μόνο σε έναν φανταστικό κόσμο, τα συστήματα, οι διαδικασίες και οι κανονισμοί υποκαθιστούν την ανθρώπινη κρίση.

Οσοι επικρίνουν τους αστυνομικούς της Σίνδου ότι δεν έπραξαν «τα αυτονόητα», μιλάνε εύκολα και αφηρημένα – πως, δηλαδή, θα έπρεπε να είναι τα πράγματα - και γι αυτό περιπίπτουν σε ανούσιο διδακτισμό. Οποιος προσεγγίζει το φαινόμενο εκ των ένδον, με βάση τη βιωμένη εμπειρία των μετεχόντων, γνωρίζει ότι, στην τριβή της καθημερινής ρουτίνας, τα άτομα «κόβουν δρόμο», προσαρμόζουν τις ρουτίνες, και ασκούν την κρίση τους σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Αν αυτό το θεωρήσουμε δεδομένο, το πραγματικό ερώτημα είναι: τι κάνει ένας οργανισμός προκειμένου η κρίση των μελών του να ασκείται «φρόνιμα»;

Δυστυχώς, αυτό το ερώτημα σπάνια τίθεται. Οι μεν πολιτικάντηδες κάνουν επιδείξεις επικοινωνακής πυγμής, οι δε γραφειοκράτες επικεφαλής της Αστυνομίας διατάζουν τη διεξαγωγή μιας ακόμη «ΕΔΕ»! Η νοοτροπία της Ελληνικής Αστυνομίας, και της δημόσιας διοίκησης γενικότερα, είναι τιμωρητική-αμυντική, δεν είναι προληπτική-δημιουργική. Πόσο συστηματικά εκπαιδεύει τα μέλη της η ΕΛΑΣ; Τι μαθαίνει η ΕΛΑΣ από τα λάθη της, και πως αξιοποεί τις εμπειρίες της; Πως διοικούνται τα αστυνομικά τμήματα; Εκπαιδεύονται ουσιαστικά τα ηγετικά στελέχη της αστυνομίας στη διοίκηση και ηγεσία; Πως ενθαρρύνονται οι αστυνομικοί να παίρνουν πρωτοβουλίες; Γίνονται ασκήσεις και έλεγχοι επιχειρησιακής ετοιμότητας; Πως αξιοποιούνται τα αποτελέσματα των ετήσιων αξιολογήσεων; Συγκρίνει επιδόσεις διαφορετικών αστυνομικών τμημάτων η ΕΛΑΣ, και τι μαθαίνει από αυτές; Συγκρίνει τις λειτουργίες και επιδόσεις της με αυτές των διεθνώς καλύτερων οργανισμών, όπως π.χ. της Βρετανικής Αστυνομίας, και πως αξιοποιεί τα σχετικά συμπεράσματα; Πως διαχέει τις άριστες πρακτικές; Διαθέτει η ΕΛΑΣ επαρκείς πόρους και τι κάνουν οι πολιτικοί της προϊστάμενοι γι αυτό; Λειτουργεί η ΕΛΑΣ με αμιγώς επαγγελματικές αξίες ή υπεισέρχονται στη λειτουργία της κομματικά κριτήρια;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα πεζά ερωτήματα θα καθορίσουν ουσιαστικά την ποιότητα του αστυνομικού έργου. Οι απαντήσεις, όμως, δεν είναι απλώς οργανωτικού-διοικητικού τύπου, αλλά εξαρτώνται και από το ευρύτερο αξιακό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται η αστυνομία. Ενας αστυνομικός μπορεί να διαθέτει επιχειρησιακή ετοιμότητα αλλά να μην μπορεί να την ασκήσει, αν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν τον ενθαρρύνει.

Είναι αξιοπρόσκετο ότι, κυνηγώντας τον τοξικομανή δολοφόνο στη Σίνδο, οι αστυνομικοί πυροβολούσαν στον αέρα (Τα Νέα, 5/5/08). Δεν είναι τυχαίο. Αν οι αστυνομικοί σκότωναν το νεαρό, αντιλαμβάνεστε τι θα γινόταν; Θα ξεσηκώνονταν οι κκ. Αλαβάνος και Τσίπρας, τα αιμοχαρή ΜΜΕ θα μιλούσαν για «ένα ακόμα κρούσμα αυταρχισμού», οι σχολιαστές εντύπων που ανήγαγαν τον φτηνό «αντιεξουσιασμό» σε επάγγελμα και σήμερα επικρίνουν τον «αντιεπαγγελματισμό και τη δυσλειτουργία της ΕΛΑΣ» («Ελευθεροτυπία», 5/5/08), θα εκτόξευαν μύδρους κατά των «ανάλγητων αστυνομικών».

Στην Ελλάδα ό,τι και να κάνει η αστυνομία είναι...λάθος! Απειλείται από διαδηλωτές ένας αστυνομικός και πυροβολεί στον αέρα; Απαράδεκτο. Πυροβολείται ο αστυνομικός από τοξικομανή, που λίγο μετά στοτώνει έναν ανυποψίαστο τρίτο, και ο αστυνομικός πυροβολεί στον αέρα; Αίσχος. Να βλέπεις τον κ.Αλαβάνο να διεκτραγωδεί τη «μειωμένη αποτελεσματικότητα» της αστυνομίας είναι σα να βλέπεις τον κ.Καρατζαφέρη να λυπάται για την ξενοφοβία! Ισως διαφεύγει του κ.Αλαβάνου ότι η «αποτελεσματικότητα» είναι και συνάρτηση του σεβασμού που απολαμβάνει ένας θεσμός. Ο επαγγελματισμός του αστυνομικού αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την υπόληψη με την οποία περιβάλλει η κοινωνία το έργο του.

Σε όλες τις χώρες του κόσμου οι υπηρεσίες ασφαλείας κάνουν λάθη (συχνά διαβάζει κανείς αντίστοιχα παραδείγματα στη Βρετανία και τς ΗΠΑ), αλλά μόνον εδώ οι παραλείψεις της ΕΛΑΣ εντάσσονται σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο απαξίωσης των θεσμών αστυνόμευσης. Αυτό το μακρο-πλαίσιο ερμηνείας απαιτείται χρόνος και συστηματική προσπάθεια από όλους τους οργανωμένους φορείς (και κυρίως, φυσικά, την αστυνομία) για να αλλάξει. Δεν είμαι βέβαιος, όμως, ότι θέλουμε να αλλάξει. Η αστυνομία στην Ελλάδα, όταν δεν είναι παράρτημα του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, είναι ο βολικός σάκος τους μποξ για να κάνει επίδειξη «αντιεξουσιαστικής» γυμναστικής ο κάθε πικραμένος. Την αστυνομία χαιρόμαστε να τη μισούμε.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 11 Μαϊου 2008

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

Λαφαζανιές


Το ξέρουμε κι από την καθημερινή μας ζωή: εξίσου σημαντικό με το τι λέει κάποιος, είναι πως το λέει. Η ρητορική ενός συλλογισμού δεν είναι απλό στολίδι· φανερώνει έναν τρόπο σκέψης, πιθανώς ανεπίγνωστο ακόμη και στο φορέα του, ο οποίος απαρτίζεται απο σιωπηλές παραδοχές και αξιολογικές κρίσεις. Οι αναλογίες και οι μεταφορές, τα επίθετα και οι χαρακτηρισμοί, οι παραδοχές και οι συγκρίσεις που κάποιος κάνει, απο-καλύπτουν τη νοο-τροπία του. Όταν μιλάμε, λέμε περισσότερα απ’ ότι γνωρίζουμε.


Αν νομίζετε ότι θεωρητικολογώ, ιδού ένα παράδειγμα. Σε πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή αναφορικά με το ενδεχόμενο στρατηγικής συνεργασίας του ΟΤΕ με την
Deutsche Telekom, ο κ.Λαφαζάνης είπε τα εξής: «Οι Γερμανοί ξανάρχονται σ’ αυτή τη χώρα ως δύναμη οικονομικής κατοχής κ.Αλογοσκούφη; Αυτό είναι το όραμά σας; […] Αυτό που κάνετε είναι εθνικό έγκλημα και θα οδηγήσει σε εθνική καταστροφή».


Προσέξτε τη ρητορική του κ.Λαφαζάνη. Δεν λέει απλώς ότι διαφωνεί με τη στρατηγική συνεργασία του ΟΤΕ με τον Ευρωπαϊκό τηλεπικοινωνιακό κολοσσό (το περιεχόμενο του συλλογισμού του), αλλά αρθρώνει ρητορικά την άποψή του με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Τι απο-καλύπτει; Δύο πράγματα.


Πρώτον, την ξενοφοβία που όλο και περισσότερο χαρακτηρίζει το λόγο της ελληνικής αριστεράς. Η Γερμανική εταιρία χαρακτηρίζεται «δύναμη κατοχής»! Η αναλογία είναι προφανής. Η Γερμανική «οικονομική κατοχή» παραπέμπει συνειρμικά στη Γερμανική στρατιωτική κατοχή. Όπως οι Γερμανοί κατέλαβαν στρατιωτικά την Ελλάδα το 1941, έτσι θα την καταλάβουν και τώρα, με οικονομικά μέσα αυτή τη φορά. Σε κάθε περίπτωση, οι Γερμανοί είναι κατακτητές. (Ότι αυτοί, εν πολλοίς, χρηματοδοτούν τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, από τα οποία τόσο ωφελείται η Ελλάδα, ουδόλως είναι αξιομνημόνευτο. Άλλωστε, συχνά οι κατακτητές μεταμφιέζονται σε καλούς Σαμαρείτες!). Η συνεργασία του κ.Αλογοσκούφη με τους «κατακτητές» είναι τόσο απαράδεκτη σήμερα, όσο ήταν και η συνεργασία της κατοχικής κυβέρνησης τότε. Ο κ.Λαφαζάνης δεν μασάει τα λόγια του: πρόκειται για «εθνικό έγκλημα» λέει, το οποίο «θα οδηγήσει σε εθνική καταστροφή». Δεν διευκρίνισε αν η καταστροφή αυτή είναι ισομεγέθης με την ιστορική Μικρασιατική καταστροφή, ούτε αν θα στείλει τους «εθνικούς εγκληματίες» στη Δικαιοσύνη. Επισημαίνω και μια αξιοπρόσεκτη παράλειψη: δεν χαρακτήρισε τον κ.Αλογοσκούφη προδότη ακόμα, αλλά υποθέτω ότι μάλλον είναι θέμα χρόνου.

Αν αυτή η ρητορική σας θυμίζει τη ρητορική της εθνολαϊκιστικής δεξιάς, είναι επειδή έχουν κάτι κοινό: την όξυνση των φοβιών του πολίτη για τους «ξένους» και την περιχαράκωσή του σε ένα «καθαρό» - αμιγώς εθνικό - πλαίσιο αναφοράς. Η κλειστή κοινωνία συγκροτεί το διανοητικό πυρήνα της εθνολαϊκιστικής δεξιάς και της νεοκομμουνιστικής αριστεράς. Λίγο-πολύ «μειοδότη» χαρακτήρισε ο κ.Εβερτ τον τότε πρωθυπουργό κ.Σημίτη, αναφορικά με τη στάση του στην κρίση των Ιμίων το 1996. Με καταστροφολογικούς όρους επικρίνει ο κ.Καρατζαφέρης τον χειρισμό του Μακεδονικού από την κυβέρνηση Καραμανλή σήμερα. Η ενδιαφέρουσα εξέλιξη, ωστόσο, είναι η όψιμη αυτοκατανόηση της αριστεράς με όρους εθνικοφροσύνης. Πρόσφατα, η κυρία Παπαρρήγα μίλησε για τον «κίνδυνο» να δημιουργηθούν «κόμματα μεταναστών» στην Ελλάδα, ενώ ο κ.Αλαβάνος έκανε λόγο «για τη γερμανική σημαία» που θα «ανεβαστεί» ακόμα και στη Βουλή!


Δεύτερο στοιχείο που αποκαλύπτει η κριτική Λαφαζάνη είναι η εκλεκτική συγγένεια του κρατισμού με τον εθνικισμό. Στερούμενος, πλέον, επιχειρημάτων για την ανωτερότητα του κρατικού σχεδιασμού της οικονομίας, και αντιλαμβανόμενος ότι η γλώσσα της «ταξικής πάλης» δεν έχει την ίδια πειθώ που κάποτε είχε, ο εγχώριος αριστερός λόγος, όλο και περισσότερο, προσφεύγει ρητορικά στα σχήματα του εθνολαϊκισμού. Το «έθνος» τείνει, πλέον, να υποκαταστήσει την «τάξη». Το ρητορικό σχήμα που επιτρέπει αυτή την εννοιολογική μετάλλαξη είναι η θεώρηση του ελληνικού έθνους ως «ανάδελφου», μικρού και αδύνατου, το οποίο πρέπει να αυτοπροστατευθεί. Ποιος μπορεί να προστατεύσει το έθνος; Το κράτος, φυσικά. Γι αυτό: «όχι στο ξεπούλημα του ΟΤΕ», «όχι στην ιδιωτικοποίηση των Λιμανιών», «κάτω τα χέρια από την Ολυμπιακή».


Στα κυπριακά ελληνικά, «λαφαζανιές» είναι (περίπου) οι σαχλαμάρες. Είναι ιδιαίτερα τιμητικό για τον κ.Λαφαζάνη να κάνει ό,τι μπορεί για να φανεί άξιος του ονόματός του, αλλά θα ήταν προτιμότερο να το απέφευγε. Το όνομά μας δεν είναι πάντοτε η ψυχή μας.

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Φρόνηση και ελευθερία του λόγου


Ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων κ.Σ. Μπάγιας έδωσε μια ήδη επίμαχη συνέντευξη στα «Νέα» (18/3/2008) και παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ.Γ. Σανιδά. Η εντυπωσιακή δημόσια συμπαράσταση στον κ.Μπάγια τέθηκε, κυρίως, με όρους προστασίας της ελευθερίας του λόγου: ένας συνδικαλιστής εισαγγελέας δικαιούται να εκφέρει ελεύθερα τη γνώμη του για τη Δικαιοσύνη, ακόμα κι αν αυτή δεν είναι αρεστή στους προϊσταμένους του. Ελάχιστοι, φυσικά, θα διαφωνήσουν με την άποψη αυτή. Υπάρχει, όμως, κι ένα άλλο, πιο λεπτό ερώτημα, που σπάνια τίθεται: πως (πρέπει να) χρησιμοποιείται η ελευθερία του λόγου;


Ας πάρουμε ένα ακραίο παράδειγμα. Στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος κάλεσε τους πολίτες να ψηφίσουν τον κεντροδεξιό υποψήφιο. Όταν ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυριών για την απροκάλυπτα πολιτική παρέμβαση του θρησκευτικού ηγέτη, υποστηρικτές του Αρχιεπισκόπου υπεραμύνθηκαν του δικαιώματός του να μιλά ελεύθερα, όπως κάθε πολίτης. Αναδιατυπώνω το αρχικό ερώτημα: θέτει όρια η θεσμική ιδιότητα του ομιλητή στην ελευθερία του λόγου του;


Ποια ήταν τα επίμαχα σημεία της συνέντευξης Μπάγια; Τα εξής δύο. Πρώτον, ο κ.Μπάγιας διατύπωσε τη γνώμη ότι «ειδικά για την υπόθεση [των υποκλοπών] δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω ότι υπήρξε αδικαιολόγητη αδράνεια της Εισαγγελίας τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο. Μια προκαταρκτική έρευνα που έπρεπε να ολοκληρωθεί σε λίγες- ελάχιστες- ημέρες, διήρκεσε έντεκα ολόκληρους μήνες […]».


Με τη δήλωση αυτή ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων ουσιαστικά επικρίνει δημοσίως συναδέλφους του. Προσέξτε ότι δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο, μόνο κρίνει. Γιατί η «αδράνεια της Εισαγγελίας» ήταν «αδικαιολόγητη»; Είχε την απαιτούμενη ενημέρωση ο κ.Μπάγιας που του επέτρεψε να εκφραστεί απαξιωτικά για το έργο των αρμοδίων συναδέλφων του; Αν την είχε, δεν τη μοιράστηκε μαζί μας – ο λόγος του έμεινε αόριστα καταγγελτικός και, κατά τούτο, όχι ποιοτικά διαφορετικός από το λόγο πολλών ανεύθυνων τηλεσχολιαστών. Εμπίπτει στην αρμοδιότητα του προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων να κρίνει δημοσίως την ποιότητα του έργου δικαστικών λειτουργών; Μπορεί, βεβαίως, να έχει την (ιδιωτική) άποψή του, όπως είχε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου για τους προεδρικούς υποψήφιους, αλλά πρέπει να τη δημοσιοποιεί; Δεν υπερβαίνει έτσι τις θεσμικές (συνδικαλιστικές) αρμοδιότητές του;


Δεύτερον, ο κ.Μπάγιας ισχυρίστηκε ότι οι δικαστές εργάζονται με «ανασφάλεια» «εξαιτίας των πολλών και σοβαρών αδικιών του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου σε θέματα προαγωγών, μεταθέσεων, αποσπάσεων κ.λπ. με τη λήψη αποφάσεων, απρόσμενα ευμενών ή δυσμενών, για τους υπό κρίση συναδέλφους […]
». Ο ισχυρισμός αυτός, αν και εμπίπτει στα όρια του συνδικαλιστικού λόγου, είναι επίσης ατεκμηρίωτος. Ένας συνδικαλιστής εισαγγελέας δικαιούται να επισημάνει δημοσίως τυχόν κακές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων για θέματα υπηρεσιακής εξέλιξης, αλλά, αν τον ενδιαφέρει η διόρθωσή τους, πρέπει να το κάνει με σύνεση.


Η δημόσια κριτική της λειτουργίας των θεσμών από τους ίδιους τους λειτουργούς τους είναι μια χειρουργικής ακρίβειας άσκηση: από τη μια μεριά πρέπει να επισημανθούν τεκμηριωμένα τα κακώς κείμενα, ενώ, από την άλλη, δεν πρέπει να κλονισθεί η δημόσια εμπιστοσύνη στο θεσμό. Αντιλαμβάνεστε τη λεπτότητα λόγου που πρέπει να διαθέτει κάποιος για να συγκεράσει αυτές τις δύο αντικρουόμενες απαιτήσεις. Ομολογουμένως δύσκολα επιτυγχάνεται αυτό στη σημερινή Ελλάδα, όπου η εντυπωσιοθηρικά καταγγελτική ρητορική των συνδικαλιστών των ΔΕΚΟ και των ΜΜΕ παρέχουν το κυρίαρχο πρότυπο δημόσιου λόγου.


Προσέξτε πως η συνέντευξη του κ.Μπάγια εγγράφηκε στο πολιτικό λογοπλαίσιο (
discourse) της φιλοξενούσας εφημερίδας· τιτλοφορήθηκε «Κουκούλωσαν τις υποκλοπές» - το κατ’ εξοχήν αντικυβερνητικό σύνθημα της αντιπολίτευσης. Ο αόριστα, και γι αυτό απλοϊκά, καταγγελτικός λόγος ενός συνδικαλιστή δικαστικού λειτουργού αμέσως πολιτικοποιήθηκε· η Δικαιοσύνη βρέθηκε, για μια ακόμη φορά, στο κέντρο της πολιτικής διαμάχης. Η ασύνετη πειθαρχική δίωξη του κ.Μπάγια επέτεινε την πολιτική σύγκρουση γύρω από τη Δικαιοσύνη. Σε ένα ιστορικά υπερπολιτικοποιημένο θεσμικό σύστημα, όπως το ελλαδικό, η εσωτερική «διαμάχη» ενός θεσμού προβλέψιμα διογκώθηκε και απέκτησε πολιτικό χαρακτήρα. Για την (εκάστοτε) αντιπολίτευση είναι μια ακόμα ευκαιρία να πληγεί η (εκάστοτε) κυβέρνηση. Το διαχρονικό μοτίβο (pattern) της πολιτικοποίησης των θεσμών – η χρόνια μάστιγα του δημόσιου βίου - ενεργοποιήθηκε ξανά.


Το βαθύτερο πρόβλημα, βέβαια, παραμένει και επιτείνεται: ένα λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα συστηματικά μεταφέρει τα δικά του προβλήματα στους ώμους της Δικαιοσύνης. Η εμπλοκή της σε μείζονα πολιτικά θέματα από τους λαϊκιστές πολιτικούς, υπερπολιτικοποιεί τη λειτουργία της και της αποστερεί τον θεσμικά αυτόνομο και αυτονόητα δεδομένο χαρακτήρα της – την άρρητη εμπιστοσύνη που πρέπει να περιβάλλει κάθε θεσμό που λειτουργεί καλά. Τόσο η συνέντευξη, όσο και η συνακόλουθη δίωξη του κ.Μπάγια, ανεξαρτήτως προθέσεων, εμπλέκουν ακόμη περισσότερο τη Δικαιοσύνη στα ιδιοτελή σχέδια των λαϊκιστών πολιτικών. Η Δικαιοσύνη ζημιώνεται, η κοινωνία χάνει.


Αν ο αυτοπεριορισμός είναι το κατ’ εξοχήν πρόβλημα της Δημοκρατίας, όπως τόνιζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στην Ελλάδα είναι είδος εν ανεπαρκεία. Ο αυτοπεριορισμός απαιτεί δημόσιους λειτουργούς με αίσθηση του μέτρου και αντίληψη συν-ευθύνης για τη λειτουργία των θεσμών. Όποιος επιμένει ότι μόνο αυτός ορθοφρονεί («μόνος φρονείν»), λέει ο Καστοριάδης, δεν βρίσκεται μέσα στην οργανωμένη συλλογικότητα (στο «ίσον φρονείν») - δεν συνυφαίνει την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη με τις θεσμικές υποχρεώσεις του λειτουργήματός του. Θέλει φρόνηση η ελευθερία του λόγου, όχι μόνο τόλμη.


Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 26-27 Απριλίου 2008

Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Τα ΜΜΕ και η επιχειρηματική δραστηριότητα: Μια δύσκολη σχέση



Όσο κοινότοπο είναι να διαπιστώνει κανείς την πληροφοριακή αφθονία που χαρακτηρίζει το σύγχρονο κόσμο, άλλο τόσο σημαντικό είναι να συνειδητοποιεί ότι ο τελευταίος καθίσταται κόσμος – μια ενιαία οντότητα – χάρις εν πολλοίς στα νήματα επικοινωνίας που συνδέουν τα μέρη του. Ένα σημαντικό μέρος από τα νήματα αυτά είναι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ). Αν γνωρίζουμε τι συμβαίνει γύρω μας και σε άλλα μέρη του πλανήτη, το γνωρίζουμε γιατί η τηλεοπτική κάμερα, το ραδιοφωνικό μικρόφωνο και το Διαδίκτυο καθιστούν κάτι τέτοιο εφικτό.

Η γνώση που αποκομίζουμε μέσω των μίντια είναι διαμεσολαβημένη γνώση [1]. Οι περισσότεροι από μας δεν έχουμε προσωπική εμπειρία από τον πόλεμο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, τη σφαγή της Ρουάντα, την τρομοκρατική επίθεση κατά των Δίδυμων Πύργων ή τον βομβαρδισμό της Βηρυτού από το Ισραήλ, αλλά παρόλα αυτά γνωρίζουμε δευτερογενώς τι συνέβη. Η τηλεοπτική μετάδοση γεγονότων δημιουργεί μια διευρυμένη δημόσια σφαίρα στην οποία δεν μετέχουμε με τις προσωπικές εμπειρίες που ανταλλάσσουμε στους κύκλους συναναστροφής μας, αλλά με τη διαμεσολαβημένη γνώση που μας παρέχουν τα ΜΜΕ. Το στοιχείο της διαμεσολαβημένης γνώσης είναι καθοριστικό για να κατανοηθεί επαρκώς ο ρόλος των ΜΜΕ, ιδιαίτερα της τηλεόρασης.

Η μιντιακή λογική

Τα ΜΜΕ αναφέρουν γεγονότα που δημιουργούν αίσθηση. Το σύνηθες, το κοινότοπο, και ο κανόνας συνήθως δεν καταγράφονται ειδησεογραφικώς – δεν συνιστούν ειδήσεις. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι όταν καταγράφονται, όπως π.χ. η κατάθεση του ετήσιου προϋπολογισμού στη Βουλή, δεν συνιστούν ενδιαφέρουσες ειδήσεις. Η μιντιακή λογική ωθεί τα ΜΜΕ να αναζητούν το ασύνηθες, το διαφορετικό, γιατί αυτά συνιστούν ενδιαφέρουσες ειδήσεις.

Τα ΜΜΕ όμως δεν αναφέρουν σκέτες ειδήσεις, αν με την έννοια αυτή εννοούμε ξερή παράθεση γεγονότων. Οι ειδήσεις τους διαφέρουν ουσιωδώς από το περιεχόμενο του αστυνομικού δελτίου, ή μιας δημόσιας υπηρεσίας – ανήκουν σε ένα άλλο είδος λόγου (genre). Οι ειδήσεις των ΜΜΕ είναι συνήθως, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ιστορίες – γεγονότα με πλοκή, πρωταγωνιστές, ενίοτε αγωνία, τελική έκβαση. Η λογική των ΜΜΕ είναι τέτοια που, στην προσπάθειά τους να παρακινήσουν και να κρατήσουν το ενδιαφέρον του κοινού, δραματοποιούν τα γεγονότα – υιοθετούν δραματικές αφηγήσεις, οι οποίες, σε μερικές ακραίες περιπτώσεις, παίρνουν τη μορφή σαπουνόπερας (π.χ. περίπτωση Ζαχόπουλου). Η μιντιακή πραγματικότητα είναι, κατά κανόνα, και σε ποικίλους βαθμούς, δραματοποιημένη πραγματικότητα, αφού με τον τρόπο αυτό εμπλέκεται περισσότερο το κοινό στα ιστορούμενα [2].

Η επιχειρηματική δραστηριότητα καθίσταται αντικείμενο αναφοράς από τα ΜΜΕ όταν κάτι ασυνήθιστο λαμβάνει χώρα, το οποίο συνήθως είναι είτε μια πρωτότυπη καινοτομία είτε μια οργανωσιακή ανωμαλία. Οι επιχειρηματικές καινοτομίες που αφορούν τη μεγάλη μάζα ανθρώπων είναι σπάνιες στην Ελλάδα και, σε κάθε περίπτωση, δεν συνιστούν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ειδήσεις σε μια χώρα ιδιαίτερα εθισμένη στην αυτο-υποτίμηση, με χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Εκείνο που «πουλάει» ιδιαίτερα είναι τα προβλήματα, οι ανωμαλίες, όπως π.χ. η ανάκληση ενός ελαττωματικού προϊόντος, ένα μεγάλο εργατικό ατύχημα, μια παρατεταμένη απεργία, μια διαμάχη με την τοπική κοινότητα, η παράκαμψη της νομοθεσίας, η επίδραση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο περιβάλλον. Τα γεγονότα αυτά συνιστούν παρεκκλίσεις, είτε από την νομοθεσία, είτε από εταιρικούς κανόνες και προδιαγραφές, είτε από την κανονικότητα, είτε από κοινωνικώς αποδεκτές συνήθειες και νόρμες, οπότε οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προσελκύουν αρνητική δημοσιότητα. Όσο μια παρέκκλιση παραμένει στο εσωτερικό της εταιρίας, συνιστά απλώς ένα οργανωσιακό πρόβλημα. Από τη στιγμή που εισέρχεται στη δημόσια σφαίρα μέσω των ΜΜΕ, τότε καθίσταται συμβολική κρίση [3]

Μελέτη περίπτωσης: Τα χαλασμένα γιαούρτια της ΦΑΓΕ

Τα ΜΜΕ χρησιμοποιούν τις εταιρικές παρεκκλίσεις ως πρώτη ύλη για να παράξουν ένα καθολικής εμβέλειας συμβολικό προϊόν – μετασχηματίζουν τις παρεκκλίσεις σε κρίση. Η περίπτωση της κρίσης των γιαουρτιών της ΦΑΓΕ είναι ενδεικτική. Όταν η εταιρία ανακάλυψε το 2005 ότι παρτίδες γιαουρτιού από την πιο δημοφιλή μάρκα της ήταν χαλασμένες, δεν είχε ακόμα μια κρίση στα χέρια της, αλλά ένα οργανωσιακό πρόβλημα. Ανακάλεσε 350,000 μονάδες και προσπάθησε να εντοπίσει τις γενεσιουργές αιτίες του προβλήματος. Το οργανωσιακό πρόβλημα ή παρέκκλιση μετατράπηκε σε συμβολική κρίση από τη στιγμή που κατέστη μιντιακό γεγονός. Σχετική έρευνα δείχνει ότι μέχρι τότε, μόνο όσοι είχαν δοκιμάσει χαλασμένο γιαούρτι γνώριζαν την ύπαρξη του προβλήματος, και οι περισσότεροι δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός, ούτε υπονομεύθηκε η εμπιστοσύνη τους στην εταιρία [4]. Μετά την προβολή του από τα ΜΜΕ, όμως, το γνώριζαν όλοι – το πρόβλημα πήρε άλλες διαστάσεις, μετατράπηκε σε συμβολική κρίση. Ακόμα και όσοι δεν έφαγαν το συγκεκριμένο γιαούρτι απέκτησαν τη σχετική διαμεσολαβημένη εμπειρία. Τα ΜΜΕ διεύρυναν τα όρια της κοινής εμπειρίας – κατασκεύασαν μια κοινή διαμεσολαβημένη εμπειρία: «το χαλασμένο γιαούρτι της ΦΑΓΕ και οι επιπτώσεις του στη δημόσια υγεία».

Μετά τη μιντιακή προβολή, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην εταιρία διασαλεύτηκε, τουλάχιστον προσωρινά. Ενώ μέχρι τότε, η δυσάρεστη προσωπική εμπειρία θεωρήθηκε ένα μεμονωμένο περιστατικό, μετά τον μιντιακό θόρυβο, οι καταναλωτές απέκτησαν αίσθηση γενικευμένων ρίσκων και άρχισαν να επανεξετάζουν την εμπιστοσύνη τους στην εταιρία [5]. Παραδόξως, η μιντιακή προβολή διόγκωσε το ρίσκο, και το φως των προβολέων κατέστησε την μέχρι τότε δεδομένη (και καλά εμπεδωμένη) εμπιστοσύνη των καταναλωτών αντικείμενο προβληματισμού. Η μετατροπή των προσωπικών εμπειριών σε διαμεσολαβημένες εμπειρίες από τα ΜΜΕ δεν γενικεύει μόνο τις σκόρπιες προσωπικές εμπειρίες, αλλά συνιστά μια μορφή μιντιακής δράσης (discursive action) στην οποία η εμπλεκόμενη εταιρία οφείλει να απαντήσει, επίσης μιντιακά, συντελώντας έτσι περαιτέρω στη γενίκευση της διαμεσολαβημένης εμπειρίας και στην περαιτέρω διασάλευση της εμπιστοσύνης. Το μιντιακό φως δεν φωτίζει πάντοτε, αλλά ενίοτε θαμπώνει.

Η προβολή της συγκεκριμένης κρίσης από τα ΜΜΕ δραματοποιήθηκε υπερβολικά [6]. Η κρίση ήταν πρώτο θέμα στους τηλεοπτικούς σταθμούς για 4 ημέρες. Το 82.5% των εφημερίδων αναφέρθηκαν σε αυτή χρησιμοποιώντας λεξιλόγιο που τόνιζε τους κινδύνους (ρίσκα) από την κατανάλωση χαλασμένου γιαουρτιού. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί αναφέρθηκαν παρομοίως στο συμβάν, τονίζοντας τις δυσμενείς συνέπειες για τη δημόσια υγεία, απόρροια της «κερδοσκοπικής» αντίληψης της εταιρίας και των ελλιπών κρατικών ελέγχων.

Στις συμβολικές κρίσεις, η πραγματικότητα δραματοποιείται, οι κίνδυνοι μεγεθύνονται και γενικεύονται. Η δραματοποίηση στην περίπτωση του γιαουρτιού περιελάμβανε απλούς καταναλωτές να αφηγούνται την εμπειρία τους, τη διαμάχη ειδικών για την εκτίμηση των κινδύνων, εικασίες για ιδιοτελή εταιρικά κίνητρα, εξαπατημένους καταναλωτές, ελλιπείς ελέγχους. Η δραματοποίηση συνοδεύτηκε με τη μιντιακή διόγκωση των κινδύνων. Ακόμα κι αν είχες φάει ένα χαλασμένο γιαούρτι, δεν διέτρεχες σοβαρό κίνδυνο για την υγεία σου. Η μιντιακή λογική, ωστόσο, μετέτρεψε τη «μούχλα» σε «κίνδυνο για τη δημόσια υγεία». Και μόνο ακούγοντας τους ειδικούς να μιλούν για το θέμα, σου μπαίνει στο μυαλό η υποψία – από δυσάρεστη προσωπική εμπειρία, η κατανάλωση μουχλιασμένου γιαουρτιού μετατρέπεται πλέον σε ρίσκο που αποτελεί αντικείμενο συζήτησης των ειδικών. Στην προσπάθειά τους να διατηρηθεί το ενδιαφέρον του κοινού, η δραματοποιημένη ιστορία αποκτά χαρακτηριστικά άτυπου τηλεοπτικού σήριαλ, το οποίο προβάλλεται για μέρες, με τους δικούς του πρωταγωνιστές και τη δική τους εξέλιξη. Όπως γίνεται συνήθως στα καφενεία, η συζήτηση επεκτείνεται σε παρεμφερή θέματα, όπως η κοινωνική ευθύνη της επιχείρησης και ο ρόλος τους κράτους.

ΜΜΕ, δραματοποίηση και δαιμονοποίηση

Τα ΜΜΕ μπορούν να αποτελέσουν έναν σοβαρό επικριτή των παρεκκλίσεων της επιχειρηματικής δραστηριότητας, και, στο μέτρο που αυτό συμβαίνει, λειτουργούν, εν δυνάμει, εξισορροπητικά στην ισχύ των επιχειρήσεων. Παρέχουν το οξυγόνο της δημοσιότητας που τόσο φοβούνται όσες επιχειρήσεις παρανομούν ή δεν ανταποκρίνονται στις κοινωνικές προσδοκίες. Η δραματοποίηση προς την οποία ρέπουν τα ΜΜΕ, δεν οδηγεί απαραίτητα στη δαιμονοποίηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η περιβαλλοντική καμπάνια του Σκάϊ, για παράδειγμα, στο θέμα του Ασωπού, ή η κάλυψη του θέματος των δωροδοκιών της Siemens από τον ίδιο σταθμό, ή η κάλυψη της διαμάχης της Shell με την Greenpeace στη Βόρεια Θάλασσα το 1995 από τα βρετανικά ΜΜΕ [7], είναι παραδείγματα δραματοποιημένων αφηγήσεων, οι οποίες, ωστόσο, μπορούν να έχουν θετική επίδραση στο δημόσιο διάλογο.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη θετική δραματοποίηση είναι βεβαίως η δραματική αφήγηση, η οποία εστιάζεται στα συγκεκριμένα περιστατικά και τους πρωταγωνιστές τους, στις συνοδεύουσες τυχόν παρανομίες ή αστοχίες της εμπλεκόμενης εταιρίας, καθώς και στα βαθύτερα αξιακά διακυβεύματα τα οποία συχνά έχουν διλημματικό χαρακτήρα. Πρέπει λ.χ. να πετάμε μια άχρηστη πλατφόρμα πετρελαίου στον ωκεανό; Ακόμα κι αν δεν υπάρχει σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, ή αν υπάρχει αλλά είναι ελλιπές και αντιφατικό, πρέπει μια εταιρία να μεριμνά για τη μεγιστοποίηση του συμφέροντός της και μόνον, ή να επιδεικνύει κοινωνικά υπεύθυνη συμπεριφορά, ακόμα κι αν αυτή αποβαίνει σε βάρος των κερδών της; Αν η δωροδοκία ξένων αξιωματούχων δεν είναι αδίκημα (όπως συνέβαινε μέχρι το 1998 στη Γερμανία), πρέπει μια εταιρία να επιδίδεται σε αυτή; Τα συγκεκριμένα περιστατικά, στο μέτρο που καθίστανται αντικείμενα λελογισμένης και υπεύθυνης μιντιακής δραματοποίησης, μετατρέπονται σε μελέτες περιπτώσεων προκειμένου να στοχασθούμε τα αντίστοιχα αξιακά διακυβεύματα. Με λίγα λόγια, οι συμβολικές κρίσεις, κατάλληλα επεξεργασμένες, μπορούν να μας προβληματίσουν.

Η αρνητική δραματοποίηση ή δαιμονοποίηση, αντιθέτως, παράγεται όταν τα ΜΜΕ εκλαμβάνουν την παρέκκλιση ως απορρέουσα από την ίδια την επιχειρηματική λογική. Σύνθετα προβλήματα – τεχνικά, νομικά, οικολογικά, οικονομικά, αλλά και ανθρώπινες αβλεψίες – απλοποιούνται και θεωρούνται ως επιφαινόμενα μια βαθύτερης παθολογίας η οποία αναπότρεπτα μαστίζει τις επιχειρήσεις. Η παθολογία αυτή εντοπίζεται στην εικαζόμενη λειτουργία των επιχειρήσεων ως εγγενώς άπληστες μηχανές συσσώρευσης κερδών. Η δαιμονοποιητική λογική παραγνωρίζει τη συνθετότητα της επιχειρηματικής λειτουργίας, το θεσμικό περιβάλλον και τις κοινωνικές αξίες που περιβάλλουν την επιχείρηση, τις αντιφατικές αξίες που συχνά διέπουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων και τους απαραίτητους στρατηγικούς συμβιβασμούς (trade-offs) που πρέπει να γίνουν, καθώς και τους ενδο-επιχειρησιακούς συσχετισμούς ισχύος, για να προβάλλει τις επιχειρήσεις ως περισσότερο μονολιθικές και περισσότερο ορθολογικές απ’ ότι είναι. Με λίγα λόγια, η δαιμονοποιητική λογική υποστασιοποιεί τις επιχειρήσεις, των οποίων τα κίνητρα συναιρεί στο εξής ένα: την ιδιοτελή συμπεριφορά. Ακραία παραδείγματα άπληστης εταιρικής συμπεριφοράς θεωρούνται ως αντιπροσωπευτικά της συνολικής επιχειρηματικής λειτουργίας.

Η δαιμονοποίηση της επιχειρηματικής λειτουργίας συναντάται σε κοινωνίες με δεσπόζουσα λαϊκιστική κουλτούρα, χαμηλή εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς και τις επιχειρηματικές οργανώσεις, διαπλεκόμενα με την πολιτική και οικονομική εξουσία ΜΜΕ, προβληματικές επιχειρηματικές πρακτικές, και όχι ιδιαίτερα απαιτητικά κριτήρια δημοσιογραφικού επαγγελματισμού. Σχεδόν κάθε επιχειρηματική συμβολική κρίση στην Ελλάδα καταλήγει σε ανηλεή κριτική του «ανεπαρκούς» κράτους και της «άπληστης» ιδιωτικής πρωτοβουλίας – τα δύο σταθερά μοτίβα του δημόσιου λόγου στη χώρα μας.

Η έννοια του κέρδους στη Ελλάδα δεν απολαμβάνει ευρείας ηθικής νομιμοποίησης και συγχέεται συχνά με την καιροσκοπική επιδίωξη της «κονόμας» και την «αρπαχτής». Το κράτος είναι αποδεδειγμένα ανεπαρκές και επιζητούμε διαρκώς ευκαιρίες να το μαστιγώνουμε, ίσως γιατί δεν επιθυμούμε στα σοβαρά να κάνουμε κάτι ριζικό για να το αλλάξουμε, οπότε αρκούμαστε στην εκτόνωση μέσω της μιντιακής κριτικής. Αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις (ιδιαίτερα μικρομεσαίες) δεν φημίζονται για τη νομιμοφροσύνη τους, προσπαθώντας να μειώσουν τα κόστη τους, να παρακάμψουν τα γραφειοκρατικά κόστη που επιβάλει η συχνά δαιδαλώδη δημόσια διοίκηση και να αυξήσουν παντοίω τρόπω τα κέρδη τους. Διαπλεκόμενα με επιμέρους εξουσίες ΜΜΕ, στερούνται συχνά της δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας να θίξουν θέματα που δεν είναι αρεστά στα αφεντικά τους. Και αντιστρόφως: συγκεκριμένα ΜΜΕ ενδέχεται να «αγιογραφούν» συγκεκριμένες επιχειρήσεις, όταν μάλιστα, διόλου τυχαία, κύριοι μέτοχοί τους είναι οι ιδιοκτήτες αυτών των επιχειρήσεων. Όπως έδειξε και η «σαπουνόπερα» Ζαχόπουλου, το δημοσιογραφικό επάγγελμα βρίσκεται κοντά στα όρια της ανυποληψίας, δίχως κοινά συμφωνημένους κανόνες δεοντολογίας, με ανεπαρκή αυτορρύθμιση, ανεκκαθάριστα μητρώα, ενίοτε με ασύστολη διαπλοκή με πολιτικές και οικονομικές εξουσίες, και περισσότερο συντεχνιακό και λιγότερο επαγγελματικό λόγο.

Κι όλα αυτά σε μια χώρα, στην οποία ο γενικευμένος ισοπεδωτικός λαϊκισμός υποπτεύεται κάθε οργανωμένο θεσμό, υπερασπίζεται τον καθένα που καταφέρνει να εμφανιστεί «αδικημένος», απεχθάνεται την έλλογη εξουσία, δυσκολεύεται να υπαγάγει τη συμπεριφορά αρχόντων και αρχομένων σε νόμους καθολικής ισχύος, και φθονεί την επιτυχία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα μίντια ρέπουν στη δαιμονολογία, στο μέτρο που εκφράζουν τις διάχυτες κοινωνικές αντιλήψεις και θεσμικές πρακτικές. Σε μια χώρα με κουλτούρα χαμηλής εμπιστοσύνης, οι επιχειρηματικές παρεκκλίσεις λειτουργούν ως αυτο-εκπληρούμενη προφητεία προβαλλόμενες από τα ΜΜΕ: επιβεβαιώνουν ότι κανέναν δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι. Η δαιμονολογία ανακουφίζει προσωρινά αφού κατασκευάζει βολικούς εχθρούς εκτονώνοντας τα λαϊκά αισθήματα, αλλά δεν προάγει τη σύνθετη σκέψη, ούτε ενισχύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Οταν τα ΜΜΕ λειτουργούν δαιμονοποιητικά, ενισχύουν τους φαύλους κύκλους που διογκώνουν τα προβλήματα και εκτρέφουν τη δυσπιστία. Στον καθρέφτη των ΜΜΕ οι κοινωνίες βλέπουν τον εαυτό τους.


Παραπομπές

[1] Thompson, J.B. (1995) The Media and Modernity, Cambridge: Polity Press, Κεφ.3. Βλέπε επίσης: Tsoukas, H. (1997) The tyranny of light: The temptations and the paradoxes of the information society, Futures, 29:827-843

[2] Rindova, V.P., Pollock, T.G. & Hayward M.L.A. (2006) Celebrity firms: The social construction of market popularity, Academy of Management Review, 31:50-71

[3] Τσούκας, Χ. & Κορώνης Ε., Κρίση, δράμα και κάθαρση στις σύγχρονες κοινωνίες, Καθημερινή, 12/5/2007

[4] Koronis, E., Yannopoulou, N. & Elliott, R. (υπό δημοσίευση), How brand crises affect trust, European Journal of Marketing, σ .11

[5] ο.π., σ.16

[6] ο.π., σ.14

[7] Tsoukas, H. (1999) David and Goliath in the risk society: Making sense of the conflict between Shell and Greenpeace in the North Sea, Organization, 6:499-528

Κείμενο εισήγησης στο Ανοικτό Φόρουμ 2008, «ΜΜΕ: Δεοντολογία, κέρδος και εξουσία», Αθήνα, 9 Απριλίου 2008