Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009

Σοφιστεία, ιδιοτέλεια, και ερμηνεία του Συντάγματος


Η θεσμική παρακμή μιας κοινωνίας αποτυπώνεται πρωτίστως στη γλώσσα με την οποία διεξάγεται η πολιτική επικοινωνία. Όπως προσφυώς παρατήρησε ο Τζώρτζ Όργουελ, όταν παρακμάζει η πολιτική ζωή διαστρέφεται η γλώσσα, κι όταν διαστρέφεται η γλώσσα διαφθείρεται η σκέψη.

Στο Σύνταγμα της Ελλάδος ορίζεται ο τρόπος εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το Σύνταγμα, όπως κάθε κείμενο, υπόκειται σε ερμηνεία. Η ερμηνευτική προσέγγιση ενός κειμένου όπως το Σύνταγμα δεν είναι απλώς ατομική υπόθεση, αλλά απότοκος ιστορικών εθισμών με τις οποίες τα κόμματα έχουν διαμορφώσει τη γνωστική- ερμηνευτική τους ικανότητα και πολιτική πρακτική.

Ο Ουμπέρτο Εκο κάνει δύο συναφείς διακρίσεις: πρώτον μεταξύ της «πρόθεσης του κειμένου» και της «πρόθεσης του αναγνώστη»• και δεύτερον, μεταξύ «ερμηνείας» και «χρήσης» ενός κειμένου. Και οι δύο διακρίσεις είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Ο αναγνώστης μπορεί να δει ό,τι θέλει σε ένα κείμενο, ωστόσο η ερμηνευτική του ελευθεριότητα περιορίζεται από την «πρόθεση του κειμένου». Η τελευταία δεν είναι άμεσα ορατή• πρέπει να αναζητηθεί από τον αναγνώστη, διατυπώνοντας σχετικές εικασίες. Πως όμως ελέγχεται η αληθοφάνεια των εικασιών; Με τη σύγκρισή τους με το νοηματικό σύστημα του κειμένου. Η εσωτερική νοηματική συνοχή του κειμένου ελέγχει τις υποκειμενικές ερμηνευτικές παρορμήσεις του αναγνώστη.

Αν π.χ., όπως παρατηρεί ο Εκο, στο ποίημα του Γουόρντσγουορθ «Περιπλανώμαι μόνος σα σύννεφο», διαβάσω τη λέξη «gay» με τη σημερινή της σημασία, τότε αυθαιρετώ έναντι του κειμένου, αφού τον 19ο αιώνα η λέξη «gay» δεν είχε σεξουαλικές υποδηλώσεις. Άλλο πράγμα η «ερμηνεία» ενός κειμένου κι άλλο η «χρήση» του. Όταν ερμηνεύω πρέπει να σέβομαι την «πρόθεση του κειμένου», ενώ όταν το χρησιμοποιώ μπορώ να το προσαρμόζω ανεξέλεγκτα στις δικές μου χρηστικές προθέσεις.

Ας έρθουμε τώρα στο Σύνταγμα. Το κορυφαίο νομικό κείμενο της Δημοκρατίας μας θέλει τον ανώτατο άρχοντα της χώρας «ρυθμιστή του πολιτεύματος» και γι αυτό απαιτεί, κατ’ αρχήν, αυξημένες (δηλαδή διακομματικές) κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες για την εκλογή του. Αυτή είναι μια αντίληψη που συναντάται και σε άλλα σημεία του Συντάγματος, όπου επιδιώκονται ευρύτερες συναινέσεις για κρίσιμα θέματα λειτουργίας του πολιτεύματος. Όταν ένα κόμμα σέβεται το Σύνταγμα – σέβεται δηλαδή την εσωτερική του λογική και τις αρχές που το διέπουν - αναζητά υποψήφιους για την προεδρία της Δημοκρατίας πρόσωπα ικανά να δημιουργήσουν διακομματική συναίνεση. Μόνο όταν αυτή είναι ανέφικτη, οπότε η αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία καθίσταται αδύνατη, το Σύνταγμα προνοεί προσφυγή σε εκλογές, προκειμένου να αρθεί το σχετικό αδιέξοδο.

Όταν το ΠΑΣΟΚ δηλώνει δημοσίως ότι συμφωνεί με τη ΝΔ για την ανανέωση της θητείας του σημερινού Προέδρου, τότε έχει προφανώς επιτευχθεί συναίνεση, οπότε δεν χρειάζεται προσφυγή σε εκλογές. Το Σύνταγμα δεν λέει πουθενά ότι ο πρόεδρος πρέπει να εκλεγεί από μια Βουλή με «νωπή λαϊκή εντολή», αλλά από την εκάστοτε υπάρχουσα Βουλή, εφόσον αυτό είναι εφικτό. Εκλογή από νέα Βουλή χρειάζεται μόνο όταν η υπάρχουσα οδηγείται σε αδιέξοδο. Στο μέτρο που το ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι δεν θα ανανεώσει τη θητεία του σημερινού Προέδρου (τον οποίο ωστόσο υποστηρίζει!) παρά μόνο αφού προηγηθούν εκλογές, εισάγει ad hoc κριτήρια για να υπηρετήσει ιδιοτελείς σκοπούς. Με τον τρόπο αυτό δεν «ερμηνεύει», αλλά «χρησιμοποιεί» εργαλειακά το Σύνταγμα.

Φυσικά τίποτα από όλα αυτά δεν εκπλήσσει, όπως δεν εκπλήσσουν οι σύγχρονοι σοφιστές, οι οποίοι παραβλέπουν τη δεσμευτική «πρόθεση του κειμένου», υιοθετώντας ερμηνευτικά στρατηγήματα για να στηρίξουν την ανεξέλεγκτη «πρόθεση του αναγνώστη». Η δυνατότητα προκήρυξης εκλογών δεν είναι, κατά το Σύνταγμα, «αντίβαρο» στην παντοκρατορία του πρωθυπουργού, όπως λέγεται, στο μέτρο που δεν ανήκει στην πρόθεση του συνταγματικού κειμένου κάτι τέτοιο. Ότι μπορεί η προσφυγή στις εκλογές να ιδωθεί ως «αντίβαρο», δεν την καθιστά ερμηνευτικά πιο έγκυρη απ’ ότι η θεώρηση του πανεπιστημιακού ασύλου από ακροαριστερές ομάδες ως «αντίβαρο» στην κρατική εξουσία. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε εργαλειακή χρήση του νόμου, όχι όμως ερμηνεία του.

Δεν θα περίμενα από τους κκ.Ρόβλια και Παπουτσή να κατανοήσουν το παραπάνω επιχείρημα, όπως δεν περιμένω από τους «γαλάζιους» και «πράσινους» πολιτικάντηδες να επιδείξουν σεβασμό στους θεσμούς. Οι άνθρωποι είναι απλώς τεχνικοί της εξουσίας: το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να επικρατήσουν στον άνευ αρχών αγώνα για ισχύ. Οι ιστορικοί εθισμοί τους είναι τέτοιοι που δεν αισθάνονται ότι πρέπει να υπάγουν τη συμπεριφορά τους σε κοινούς κανόνες, ούτε δεσμεύονται από υπερκείμενες αρχές. Προσαρμόζουν τα πάντα στα κομματικά μέτρα τους• ενεργούν ως «ιδιώτες», αρνούμενοι να συνεννοηθούν ακόμη και για τα στοιχειώδη. Το Σύνταγμα γι αυτούς έχει την ίδια αξία που έχουν οι προεκλογικές υποσχέσεις τους.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Τα διπλά βιβλία και το διπλό πρόσωπο του ΠΑΣΟΚ


Πως τακτοποιείς τους λογαριασμούς σου με το παρελθόν; Όταν κοιτάς πίσω και βλέπεις, ή έστω υποψιάζεσαι, τα λάθη που έκανες, πως ενσωματώνεις αυτή την αποτίμηση στη σημερινή αυτοεικόνα σου; Αν υποτίθεται ότι αναγνωρίζεις τα λάθη σου, πως φαίνεται αυτό στη συμπεριφορά σου; Όχι, δεν χρειάζεται να είσαι ψυχαναλυτής για να θέσεις τέτοια ερωτήματα, ούτε αυτά αφορούν άτομα μόνο. Αφορούν κατ’ εξοχήν οργανωμένες συλλογικότητες ανθρώπων – από επιχειρήσεις μέχρι κόμματα.

Η συνήθης αντίδραση ενός οργανισμού όταν αντιμετωπίζει κριτική για αθέμιτες συμπεριφορές είναι η άρνηση: ‘δεν είδαμε, δεν ξέρουμε, δεν κάναμε’. Δεκαετίες ολόκληρες η Καθολική Εκκλησία αρνούνταν να εξετάσει σοβαρά τις καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων από ιερείς της, μέχρι τη στιγμή που η χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω άρνηση. Το ΠΑΣΟΚ σήμερα αρνείται ότι πήρε χρήματα από τη Ζίμενς το 1999, παρά την ομολογία του τότε πανίσχυρου στελέχους Θ. Τσουκάτου ότι εισέπραξε για λογαριασμό του κόμματος 1 εκατομμύριο μάρκα.

Η άρνηση δείχνει την αδυναμία του φορέα της να εγκύψει αναστοχαστικά στη συμπεριφορά του. Όταν ο αρνητής γνωρίζει ότι έσφαλλε αλλά διατείνεται το αντίθετο, υποκρίνεται. Η υποκρισία έχει κόστος: διαχειριστικό και ηθικό. Από διαχειριστικής απόψεως, ο υποκριτής πρέπει να ξοδεύει πολιτικό κεφάλαιο για να συντηρεί την εικόνα του, οπότε αναγκάζεται να ψεύδεται ή να κατασκευάζει γελοία αυτοεξυπηρετικές δικαιολογίες, επιβαρύνοντας τη θέση του. Από ηθικής απόψεως, το κύρος του υποκριτή απομειώνεται, η πειθώς του κλονίζεται.

Κοιτάξτε τι κάνει το ΠΑΣΟΚ σήμερα: για να αποδείξει ότι το 1εκατομμύριο μάρκα ουδέποτε έφθασε στα ταμεία του, δημοσιοποίησε μια χειρόγραφη φωτοτυπία του βιβλίου εισόδων του το 1999, από αυτά που ούτε ένα σουβλατζίδικο δεν τηρεί. Αν ένας μανάβης δείξει ένα τέτοιο τεφτέρι στην εφορία, θα τον κλείσουν. Ένα μεγάλο κόμμα με δεκάδες χιλιάδες μέλη, πληθώρα ιδιωτικών εισφορών, και δεκάδες εκατομμύρια ευρώ κρατικών επιδοτήσεων το χρόνο (τα έσοδά του το 1999 ανήλθαν σε 549 εκατομμύρια δραχμές!), δεν έχει ούτε ένα στοιχειωδώς επαγγελματικό λογιστικό σύστημα. Ακόμη χειρότερο: δεν ντρέπεται να το δείχνει! Ακόμη πιο εξωφρενικό: περιμένει να γίνει πιστευτό! Εικόνα σου είμαι Ελλάδα και σου μοιάζω!

Το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να ξαναδεί με ειλικρίνεια τις προβληματικές πρακτικές του παρελθόντος, γι αυτό και δεν διδάσκεται από τις παλιές αμαρτίες του. Ο τότε γραμματέας του κόμματος κ.Κ.Σκανδαλίδης δήλωσε άγνοια για τη χρηματοδότηση από τη Ζίμενς. Κλασική απάντηση γραφειοκράτη ο οποίος, προκειμένου να επιβιώσει, δεν διστάζει να ευτελίζει το ρόλο του. Ο κ.Σημίτης σιωπά…Στις καταθέσεις τους στον ανακριτή, οι προ δεκαετίας ταμίες του ΠΑΣΟΚ, κ.Σ.Αυγερινός και κυρία Δ.Παπαχρήστου, ουσιαστικά δεν διέψευσαν τον ισχυρισμό του κ.Τσουκάτου, ότι δηλαδή το κόμμα, σαν κάθε «καλή» μικρομεσαία ελλαδική επιχείρηση, κρατούσε διπλά λογιστικά βιβλία. Ο κ.Τ.Χυτήρης, ταμίας του ΠΑΣΟΚ μετά το 2004, δήλωσε ότι «διπλά βιβλία στο ΠΑΣΟΚ, σήμερα δεν υπάρχουν». Προσέξτε: «σήμερα», χθες ίσως…

Υπήρξαν και παράταιρες φωνές, οι οποίες πνίγηκαν από τον αυτοεξυπηρετικό κομματικό πατριωτισμό. Το μέλος του πολιτικού συμβουλίου κ.Π.Μπεγλίτης πρότεινε να ζητηθεί από τον πρώην πρωθυπουργό κ.Σημίτη να δώσει εξηγήσεις για τη χρηματοδότηση του κόμματος την εποχή της προεδρίας του. Εξόχως ορθολογική πρόταση• φυσικά απερρίφθη από την κομματική γραφειοκρατία…

Το κλειδί για την κατανόηση της αμήχανα ενοχικής στάση του ΠΑΣΟΚ (‘μάλλον κάτι κάναμε λάθος στο παρελθόν, αλλά ας μην το σκαλίσουμε’) το δίνει ο εκπρόσωπός του. Ερωτηθείς εάν ο κ. Τσουκάτος λέει την αλήθεια, ο κ.Παπακωνσταντίνου απάντησε: «είναι θέμα που θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη». Προσέξτε τη σιωπηλή παραδοχή: η αλήθεια δεν είναι κάτι που αφορά εμάς, αλλά τρίτους (τη Δικαιοσύνη). Λες και ό,τι συνέβη, συνέβη σε άλλους…Η μητρική Ζίμενς υπήρξε πολύ πιο ειλικρινής: δεν περίμενε να αποφανθεί η Γερμανική Δικαιοσύνη, αλλά ζήτησε από διακεκριμένη Αμερικανική δικηγορική εταιρία να αναλάβει την έρευνα των διαβόητων «μαύρων ταμείων» της. Έτσι ενεργεί όποιος γνωρίζει ότι η απώλεια της φήμης του απειλεί δυνητικά την ύπαρξή του.

Όποιος παθιάζεται για την αλήθεια το δείχνει: αναψηλαφεί τα γεγονότα, αναδέχεται τα σφάλματά του, επαναφηγείται την ιστορία του. Η επαναφήγηση είναι, τελικά, το μείζον, γιατί ο φορέας της, αναστοχαζόμενος την παρελθούσα συμπεριφορά του, αλλάζει και, συγχρόνως, δείχνει ότι αλλάζει, αυξάνοντας έτσι την αξιοπιστία του. Το ΠΑΣΟΚ, ένα κληρονομικό κόμμα-χαμαιλέων, σπάνια αναστοχάστηκε ποτέ οτιδήποτε στην 35χρονη ιστορία του. Η στάση του δεν εκπλήσσει αφού το κόμμα αυτό απεικονίζει όσο κανένα άλλο την κυρίαρχη ελλαδική νοοτροπία: διπλοπρόσωπο, «μπαγάσικο», σαγηνευτικό, ανοργάνωτο, χαρισματικό, διαπλεκόμενο, ιδιοτελές, λαϊκιστικό, φατριαστικό, ετσιθελικό, macho, αντιφατικό, καιροσκοπικό και, φυσικά, «προοδευτικό»...

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Ανθρωπιστές στους λαθρομετανάστες, σκληροί στη λαθρομετανάστευση


Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο, αλλά οι κυρίαρχες γλώσσες περιγραφής του απλοϊκές. Από τη μια μεριά είναι οι επαγγελματίες εθνοκάπηλοι, από την άλλοι οι αφελείς διεθνιστές. Και στη μέση, οι χρονίως αμήχανοι κυβερνήτες (τωρινοί και μελλοντικοί).

Η διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης μπορεί να ήλθε συγκυριακά στην επικαιρότητα, αλλά είναι ένα πρόβλημα με ζωή τουλάχιστον 20 ετών. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα που έρχεται από το παγκοσμιοποιημένο μέλλον. Τι κάνουμε; Πως το αντιμετωπίζουμε;

Η λαϊκιστική δεξιά και η παπανδρεϊκή κεντροαριστερά (!) μας καλούν να επιδείξουμε «μηδενική ανοχή» στη λαθρομετανάστευση. Πρόκειται για περίεργο σύνθημα από τη στιγμή που, από το 1998 και μετά, η Ελλάδα έχει νομιμοποιήσει περίπου 700.000 παράνομους μετανάστες. Το σύνθημα της «μηδενικής ανοχής» είναι τόσο ρεαλιστικό, όσο η προτροπή των θρησκόληπτων να απέχουν οι νέοι από το σεξ για να μη μεταδίδεται το AIDS! Λίγος πραγματισμός δεν βλάπτει!

Η λαθρομετανάστευση μας φέρνει αντιμέτωπους με τις προκαταλήψεις μας. Για τη σύγχρονη εκδοχή της εθνικοφροσύνης δοκιμάζεται η φυλετική και πολιτισμική μας καθαρότητα. Η «ελληνική κοινωνία», λένε, «δεν έχει ερωτηθεί αν θέλει να είναι πολυπολιτισμική», λες και η «πολυπολιτισμικότητα» είναι ιδιότητα την οποία αποκτά μια κοινωνία κατόπιν αιτήσεως, κι όχι κάτι που προκύπτει. Δεν μας ρώτησαν οι πρώτοι Αλβανοί λαθρομετανάστες αν τους θέλουμε, μας ήρθαν. Γίναμε «πολυπολιτισμικοί» γιατί έτσι το έφεραν οι γεωπολιτικές εξελίξεις, όχι γιατί το επιλέξαμε. Σπάνια διαλέγουμε τα «προβλήματά» μας• εκείνα μας επιλέγουν.

Για την ιδεοληπτική αριστερά δοκιμάζεται η αφηρημένη διεθνιστική μας αλληλεγγύη. Η πολιτική ορθότητα είναι η «μάντρα» της αριστεράς: αποφεύγει εμμόνως τον όρο «λαθρομετανάστευση», κι όταν αναγκάζεται να μιλήσει για παράνομους μετανάστες θέτει τον χαρακτηρισμό «παράνομους» σε εισαγωγικά! Νομίζουν ότι με τη γλωσσική μηχανική θα αλλάξουν την πραγματικότητα. Προτιμούν να μιλούν ουδέτερα για «μεταναστευτικές ροές», λες και περιγράφουν φυσικές διεργασίες. Αν η λαϊκιστική δεξιά φορτίζει εξόχως αρνητικά το φαινόμενο, η ιδεοληπτική αριστερά το αποφορτίζει εντελώς. Και οι δύο αρνούνται την κοινή εμπειρία του απλού πολίτη.

Ο πολίτης βλέπει την οικονομική χρησιμότητα των μεταναστών (κάτι που επιβεβαιώνεται και από πληθώρα μελετών) και ξέρει ότι οι περισσότεροι νόμιμοι σήμερα μετανάστες ήταν κάποτε παράνομοι. Συγχρόνως όμως ανησυχεί. Βιώνει συχνά τη μετανάστευση σαν εισβολή. Ο συστηματικός συγχρωτισμός του με λαθρομετανάστες - με ανθρώπους αρκετά διαφορετικούς από αυτόν, ενδεείς, και χωρίς, εκ πρώτης όψεως, «προβλέψιμη» συμπεριφορά -, μεταβάλλει την καθημερινότητά του. Η συνοικιακή ζωή παύει να είναι απρόσκοπτη, το άρρητο αξιακό υπόστρωμα και οι αυτονόητες συνήθειες που συνέχουν την κοινωνική συμπεριφορά δεν είναι δεδομένες, οι πεπερασμένοι δημόσιοι πόροι (για τους οποίους έχει πληρώσει με τους φόρους του) διεκδικούνται και από άγνωστους «άλλους» με τους οποίους δεν μοιράζεται το αίσθημα του συνανήκειν. Αν ο απλός πολίτης φαίνεται συντηρητικός είναι επειδή αναπόφευκτα είναι – συντηρεί τον τρόπο ζωής του. Αυτόν τον ανθρωπολογικό συντηρητισμό εκμεταλλεύονται οι ακροδεξιοί λαϊκιστές και αρνούνται οι ιδεοληπτικοί αριστεροί.

Η παράνομη μετανάστευση απαιτεί και ανθρωπισμό και σκληρές επιλογές. Οι λαθρομετανάστες είναι άνθρωποι κατατρεγμένοι που έχουν ανάγκη την ευσπλαχνία μας. Η ανθρωπιά μας δοκιμάζεται όταν το βλέμμα μας συναντά το βλέμμα του αδύναμου «άλλου». Το ανθρωπιστικό πνεύμα εκφράζει υπέροχα ο πατήρ Προκόπιος, εφημέριος στον ομώνυμο ιερό ναό του Αγίου Παντελεήμονα: «[…] δεν μπορώ να φερθώ διαφορετικά, έτσι δίδασκε ο Χριστός. Για μένα δεν είναι ξένοι, είναι άνθρωποι». Για πολλούς ενορίτες του, όμως, το αντίθετο ισχύει: οι λαθρομετανάστες πρώτα είναι ξένοι και μετά άνθρωποι. Η ανθρωπιστική στάση από μόνη της δεν λύνει το πρόβλημα. Χρειάζεται κράτος σοβαρό, να συνθέσει τις διαφορετικές απόψεις. Δυστυχώς δεν το έχουμε.

Αν το είχαμε, θα διαθέταμε διαρκώς βελτιούμενες δημόσιες πολιτικές σε ότι αφορά στην καταστολή της λαθρομετανάστευσης (έλεγχος συνόρων, δίωξη δουλεμπόρων, πίεση σε χώρες ανεκτικές στη λαθρομετανάστευση), στην πολιτισμένη διαχείριση των παράνομων μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα (καταγραφή, επεξεργασία αιτήσεων για πολιτικό άσυλο, οργανωμένοι χώροι προσωρινής φιλοξενίας, απελάσεις), στην ένταξη των νόμιμων μεταναστών στον κοινωνικό ιστό, στην επιλεκτική προσέλκυση μεταναστών ανάλογα με τις οικονομικές ανάγκες μας.

Τα έθνη-κράτη δεν είναι ανθρωπιστικές οργανώσεις• μεριμνούν πρωτίστως για τα συμφέροντα των πολιτών που συγκροτούν το έθνος. Τα δημοκρατικά έθνη-κράτη, όμως, ερείδονται σε ένα ανθρωπιστικό φαντασιακό, γεγονός που τα υποχρεώνει να βλέπουν τον «ξένο» ως εν δυνάμει πολίτη και τις κοινές αξίες αενάως αναθεωρούμενες. Ο ρεαλιστικός ανθρωπισμός είναι η ενδεικνυόμενη λύση (ανθρωπιστές στους λαθρομετανάστες, σκληροί στη λαθρομετανάστευση) αλλά, για να υλοποιηθεί, χρειάζεται μια κοινωνία με αυτοπεποίθηση, μια ακμαία οικονομία, κι ένα οργανωμένο κράτος. Δεν έχουμε τίποτα.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ


Δύο σφάλματα επαναλαμβάνονται συχνά στην πολιτική ανάλυση: το ρασιοναλιστικό και το δεοντολογικό σφάλμα. Και τα δύο υπεραπλουστεύουν τη διαδικασία πολιτικών επιλογών του ψηφοφόρου και εμφορούνται από ένα υπόρρητα πατερναλιστικό ύφος.

Οι ρασιοναλιστές εκδέχονται την πολιτική ως μια διαδικασία μεγιστοποίησης οφελών. Ο πολίτης οφείλει να επιλέγει για αντιπροσώπους του εκείνους του πολιτικούς που έχουν να επιδείξουν το καλύτερο έργο. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο πολιτικός είναι όπως ο γιατρός. «Όταν επιλέγουμε γιατρό είμαστε πολύ προσεκτικοί. Δε διαλέγουμε το γιατρό του ΠΑΣΟΚ ή το γιατρό του Τσίπρα, διαλέγουμε τον καλό γιατρό, ό,τι και να ‘ναι αυτός» (Σ. Μάνος, συνέντευξη στον ιστοχώρο www.newstime.gr). Κατ’ αναλογίαν, αυτό θάπρεπε να συμβαίνει και στην πολιτική: να διαλέγουμε για αντιπροσώπους αυτούς που έχουν το καλύτερο βιογραφικό.

Η άποψη αυτή διαθέτει αληθοφάνεια. Και η ιατρική και η πολιτική είναι σύνθετες δραστηριότητες, οι οποίες απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, εκλεπτυσμένη κρίση, και δυσμίμητη τέχνη στην άσκησή τους. Και οι γιατροί και οι πολιτικοί κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά. Η πολιτική είναι κάτι παραπάνω από αποδεδειγμένη γνώση – είναι πρωτίστως συμβολοποιητική δραστηριότητα. Στην πολιτική δεν ξέρουμε ρητά τι ακριβώς θέλουμε• μόνο ένα γενικό περίγραμμα επιθυμητής κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας μπορούμε να διατυπώσουμε. Οι επιθυμίες μας είναι γενικές, αντιφατικές και αδιαμόρφωτες• γι αυτό αναζητούμε ανθρώπους να τις μορφοποιήσουν – να τις συμβολίσουν. Ο Μακέην και η Κλίντον διέθεταν καλύτερο βιογραφικό από τον Ομπάμα, αλλά μόνο ο τελευταίος συμβόλισε με την προσωπική του διαδρομή και το λόγο του την αλλαγή που επιθυμούσαν οι Αμερικανοί. Οι πολιτικοί διατυπώνουν οράματα, μορφοποιούν επιθυμίες, συμβολίζουν τα όνειρά μας. Η πολιτική, η «κυριωτάτη» των επιστημών (Αριστοτέλης), δεν είναι αναγώγιμη στην ιατρική ή τη μηχανική.

Οι δεοντολογιστές αντιλαμβάνονται την πολιτική ως μια κορυφαία συλλογική διαδικασία στην οποία οι πολίτες, εξ ορισμού, επιβάλλεται να μετέχουν. Αν δεν το κάνουν, όπως συνέβη με την πρωτοφανή αποχή από τις πρόσφατες ευρωεκλογές, είναι «αχρείοι, δηλαδή άχρηστοι και ανάξιοι» της κοινωνικής συμβίωσης (Θ. Πάγκαλος, συνέντευξη στην «Κ», 14/6/2009). Ο ισχυρισμός αυτός φορτίζει αξιολογικά την ιδιότητα του πολίτη. Η τελευταία δεν συνάγεται από την εμπειρική πραγματικότητα, αλλά προϋποτίθεται από έναν αφηρημένο ορισμό.

Αυτό ο τρόπος σκέψης αρνείται να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα κατασκευάζουν την πολιτική τους ταυτότητα και ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα στην εκάστοτε συγκυρία. Είναι σα να ορίσουμε, ας πούμε, τη νεανική σεξουαλική συμπεριφορά a priori (πως αυτή θάπρεπε να εκφράζεται), αντί να εγκύψουμε σε πραγματικές συμπεριφορές, στο νόημα που τις συνέχει, και στις συνθήκες που τις διαμορφώνουν. Με την πρώτη – εξιδανικευτική- προσέγγιση ικανοποιούμε απλώς την πατερναλιστική επιθυμία μας να υποδεικνύουμε στους άλλους πώς να συμπεριφέρονται. Με τη δεύτερη –εμπειρική- προσέγγιση προβληματιζόμαστε σχετικά με τον τρόπο συμπεριφοράς των ατόμων και αναζητούμε ρεαλιστικούς τρόπους βελτίωσής τους.

Αν θέλουμε να προβληματιστούμε σοβαρά για την τεράστια αποχή από τις ευρωεκλογές, πρέπει να ακούσουμε το λόγο αυτών που απείχαν. Τότε θα δούμε ότι, για αρκετούς, η επιλογή της αποχής δηλώνει τη βαθιά απέχθειά τους για το σάπιο πολιτικό σύστημα. Στα μάτια πολλών ‘όλοι είναι για τη μάσα’. Έτσι κυρίως αισθάνεται ο απλός ψηφοφόρος. Μπορεί κάποιος πολιτικός να συμβολίσει εμπράκτως μια διαφορετική αντίληψη για την πολιτική; Το βάρος της απόδειξης ανήκει στον πολιτικό-ηγέτη, όχι στον πολίτη.

Ο ηγέτης συμβολίζει συμπεριφορές• οι πολίτες μιμούνται τους άρχοντες. Όταν τον τόνο στους άρχοντες τον δίνουν οι καιροσκόποι, οι ανίκανοι, οι διαπλεκόμενοι ή οι διεφθαρμένοι, τότε μην αναμένετε από τον πολίτη να αισθανθεί ότι υπερήφανα μετέχει σε μια μυθική Αθηναϊκή δημοκρατία. Ο πολίτης εύλογα αποσύρεται στην ιδιωτική του σφαίρα, από την οποία εξέρχεται μόνο όταν ένας χαρισματικός πολιτικός τύπου Ομπάμα τον πείσει ότι μπορεί να ελπίζει• ότι στη δημόσια σφαίρα αξίζει να μετέχει όχι για να τιμήσει την αφηρημένη ιδιότητα του πολίτη, αλλά γιατί η ζωή του μπορεί να γίνει καλύτερη με τη δική του συμμετοχή. Στην Ελλάδα οι πολιτικοί σκότωσαν την ελπίδα και τώρα μας επιπλήττουν για την απελπισία μας!

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

Το φάρμακο, το πάπλωμα και τα αυτονόητα



Στην πρόσφατη επίσκεψή του στη Φινλανδία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ.Κάρολος Παπούλιας προέτρεψε τους παράγοντες του ελλαδικού δημόσιου βίου να «ακολουθήσου[ν] τη συνταγή και το φάρμακο της Φινλανδίας». Ποιό είναι αυτό; «[...] η πολιτική τάξη να είναι εξαιρετικά διαφανής. Ο καθένας να απλώνει τα πόδια όσο το πάπλωμά του επιτρέπει».

Ενδιαφέρουσα η δήλωση του προέδρου, ευπρόσδεκτη η συμβουλή του, αλλά δεν είναι αυτό που λείπει από το δημόσιο βίο. Αυτό που πραγματικά λείπει είναι η αυθεντικότητα εκ μέρους των πολιτικών ηγετών, η διάθεση να ξεφύγουν από τετριμμένες γενικολογίες, η κοπιώδης προσπάθεια να αρθρώσουν νεοτερικό πολιτικό λόγο και, κυρίως, να συστοιχήσουν τη συμπεριφορά τους με τα λόγια τους. Οι υψηλές όμως αυτές στοχεύσεις είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο να υλοποιηθούν - η υποκρισία είναι απαπόσπαστο μέρος της πολιτικής ζωής.

Οι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι να φαίνονται ότι μεριμνούν για το δημόσιο συμφέρον και τον ενάρετο δημόσιο βίο. Ο ρόλος τους τους επιβάλλει να διατηρούν την ψευδαίσθηση στο κοινωνικό σώμα ότι «υπηρετούν την πατρίδα», ότι είναι «υπεύθυνοι», ότι «προτιμούν να είναι χρήσιμοι παρά αρεστοί», έστω κι αν, σε μια θεσμικά υπανάπτυκτη πολιτική ζωή, αυτό που κυρίως τους ενδιαφέρει είναι η ξεδιάντροπη προαγωγή του κομματικού (και όχι σπάνια του προσωπικού) συμφέροντος. Ακόμα κι ένας κατ’ εξοχήν λαϊκιστής πολιτικός, όπως ο σημερινός πρωθυπουργός, κατασκευάζει εσχάτως την εικόνα του «υπεύθυνου» πολιτικού, τη στιγμή που ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε αναγάγει τη δημαγωγία σε τέχνη και την ανεύθυνη διαμαρτυρία σε φυσικό φαινόμενο.

Στα θεατρικά του έργα ο Χένρικ Ιμπσεν αναφέρεται συχνά στη δυναμική της υποκρισίας που αναπόφευκτα χαρακτηρίζει τους κοινωνικούς θεσμούς. Οι χαρακτήρες του ωθούνται να αποκρύπτουν τις παρεκτροπές τους από τα κοινωνικά ιδεώδη, να ψεύδονται, να υποκρίνονται. Στο έργο «Τζον Γκάμπριελ Μπόρκμαν», ο επώνυμος ήρωας παρατηρεί ότι η βάση της φιλίας είναι συχνά η «αμοιβαία εξαπάτηση». Στις «Κολώνες της Κοινωνίας» ο Κάρστεν Μπέρνικ περιγράφει την επίγνωσή του ότι ο σεβασμός με τον οποίο τον περιβάλλει η κοινωνία στηρίζεται στην ικανότητά του να συντηρεί την ψευδαίσθηση της αρετής. Η υποκρισία είναι, σε κάποιο βαθμό, αναπόφευκτο παρακολούθημα της εμμονής στην ενάρετη συμπεριφορά. Η κυβέρνηση Καραμανλή Β’ πιθανότατα δεν το είχε προβλέψει αυτό όταν αρχικά διετύπωνε το δόγμα «σεμνά και ταπεινά», αλλά είχε όλο το χρόνο να το εμπεδώσει.

Η υποκρισία μειώνεται στο μέτρο που υπάρχει διαφάνεια. Αν και η διαφάνεια δημιουργεί άλλου είδους προβλήματα (π.χ. κομφορμισμό, διστακτικότητα), βοηθά εν τούτοις να μειώνεται η απόσταση διακηρύξεων και συμπεριφορών. Οταν ξέρεις ότι οι άλλοι θα ελέγξουν το εμπειρικό αντίκρυσμα των λόγων σου, γίνεσαι πιο προσεκτικός. Είτε καθιστάς λιγότερο υψιπετείς τις διακηρύξεις σου, είτε εκλεπτύνεις τις πράξεις σου• είτε χαμηλώνεις το λόγο σου, είτε ανεβάζεις τον πήχυ της συμπεριφοράς σου.
Ακόμα και η διαφάνεια όμως δεν είναι αρκετή, παρά μόνον όταν συντελεί στη θεσμοποίηση κοινωνικά αυτονόητων συμπεριφορών. Προσέξτε πόσο διεισδυτικά το θέτει η πρόεδρος της Φινλανδίας κυρία Τάρια Χάλονεν: «[η ΕΕ] πρέπει να είναι πολύ ξεκάθαρη και σκληρή στα θέματα γραφειοκρατίας και καλής διακυβέρνησης. Αρα, το φάρμακο που προτείνω, το φάρμακο της Φινλανδίας, είναι η διαφάνεια σε τέτοιο βαθμό ώστε κανείς να μην μπορεί, ουσιαστικά να μην τολμάει, να κάνει κάτι που δεν είναι σωστό». Η κυρία Χάλονεν δεν μας λέει απλώς πόσο καλή είναι η διαφάνεια για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα και περιγράφει τη συνέπεια της διαφάνειας: ωθούμενα να ευθυγραμμίσουν τη συμπεριφορά τους με τα ιδεώδη που πρεσβεύουν, τα άτομα τείνουν να εσωτερικεύουν κανόνες συμπεριφοράς έτσι ώστε να μην διανοούνται ότι θα μπορούσαν να κάνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που θεωρείται «σωστό».

Εικάζω ότι αυτός ο συλλογισμός διαφεύγει των ψυχο-διανοητικών δυνατοτήτων των κκ.Παυλίδη, Βουλγαράκη, Μαγγίνα, Γ.Κεφαλογιάννη, Τσουκάτου και πολλών άλλων, αλλά δεν χάνει γι αυτό την αξία του. Δεν λείπουν άλλωστε τα «αυτονόητα» στην Ελλάδα. Η υποταγή στον αρχηγό, ο εμετικός λαϊκισμός, τα «δωράκια» από τη Ζίμενς η κληρονομικότητα στην πολιτική διαδοχή, τα ρουσφέτια στο πόπολο, η ατιμωρησία, και τόσα θλιβερά άλλα, είναι τα δικά μας αυτονόητα. Κάθε χώρα κατασκευάζει τα «αυτονόητα» που επιλέγει. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα είναι πρώτη στη διαφθορά, η Φινλανδία τελευταία («Καθημερινή», 9/5/2009). Κατανοητό, ευεξήγητο, αυτόνητο.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009

Οι άρχοντες της παρακμής



Αν ήμουν ανώτερο κομματικό στέλεχος και αναζητούσα «χορηγίες», υποψιάζομαι ότι θα μπορούσα να βασισθώ στη σχετική γνώση του εντιμότατου κ.Τσουκάτου. Αν ήμουν υπουργός και ήθελα το «κατιτίς» μου για τις πολύτιμες υπηρεσίες που αφειδώς προσφέρω στη χώρα, «καλλιεργητές του πολιτικού τοπίου» σαν τον εϋυπόληπτο κ.Χριστοφοράκο ίσως να ήταν καλές γνωριμίες. Αν έψαχνα να αγοράσω τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό με πιστωτικά τιμολόγια από τη «Ζίμενς», έχω την εντύπωση ότι ο κ.Κυριάκος Μητσοτάκης θα είχε την καλοσύνη να μου εξηγήσει τη διαδικασία. Αν πάλι, ως καλός οικογενιάρχης, αναζητούσα τρόπους να αποφύγω την πληρωμή φόρων για την ακίνητη περιουσία μου, εικάζω ότι θα μπορούσα βασίμως να απευθυνθώ στον δόκτορα Βουλαγαράκη. Οι πολιτικοί μας διαθέτουν πολύτιμη τεχνογνωσία, δίχως την οποία ακόμα και η απλή επιβίωση στη σημερινή Ελλάδα (συγγνώμη, πήγα να πω στη χώρα του Πούτιν) είναι προβληματική.

Αν και γνωρίζω που μπορώ να απευθυνθώ για βοήθεια σε επιμέρους θέματα, ομολογώ ότι, ευτυχώς για την ψυχική μου υγεία, δεν ξέρω καλά «πως» λειτουργεί συνολικά το πολιτικό μας σύστημα. Ξέρω όμως κάποιον που ξέρει. Στο βιβλίο του «Οι Αρχοντες της Παρακμής» (Εξάντας, 2008) ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Ι. Αγγελόπουλος περιγράφει με εντυπωσιακή διαύγεια, αφηγηματικότητα, και πολιτική οξυδέρκεια τη συγκρότηση ενός βαθιά ανίκανου και εντυπωσιακά διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος που λειτουργεί τα τελευταία 35 χρόνια. Διαβάζοντάς το, καταλαβαίνει κανείς γιατί η Ελλάδα δεν μπορούσε παρά να περιέλθει στη σημερινή κατάσταση της απίστευτης και γενικευμένης παρακμής• ακόμη χειρότερα, γιατί είναι απίθανο να βγει από αυτή, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Ο Αγγελόπουλος αφενός μεν περιγράφει με δημοσιογραφική γλαφυρότητα περιστατικά που συνθέτουν το μωσαϊκό της αθλιότητας του ελλαδικού δημόσιου βίου, αφετέρου δε το επιχείρημά του αναδεικνύει τη συστημικότητα του προβλήματος - εξού και οι τεράστιες δυσκολίες στην αντιμετώπισή του. Το πολιτικό μας σύστημα είναι πάνω απ’ όλα «σύστημα»: ένα πλέγμα αλληλοτροφοδοτούμενων «παικτών», το οποίο αποσκοπεί, όπως η κομμουνιστική νομενκλατούρα ή οι κλεπτοκρατικές ελιτ τριτοκοσμικών χωρών, στην με κάθε τρόπο οικειοποίηση των προσόδων που αποφέρει η νομή της εξουσίας.

Ποιοι είναι αυτοί οι «παίκτες»; Κυρίως οι εξής τρεις: κέντρα οικονομικής ισχύος του κρατικοδίαιτου ελλαδικού καπιταλισμού, διεφθαρμένοι υπάλληλοι-πολιτικοί, και διαμεσολαβητικοί επικοινωνιακοί δίαυλοι. Οι πρώτοι προωθούν ξεδιάντροπα τα οικονομικά συμφέροντά τους, προωθώντας, στηρίζοντας, και εκμαυλίζοντας τους ασπόνδυλους δεύτερους. Οι υπάλληλοι-πολιτικοί χρησιμοποιούν το κράτος σαν λάφυρο για την κομματική πελατεία τους και παρέχουν πλείστες πολιτικές διευκολύνσεις στους χρηματοδότες τους. Στη μιντιακή κοινωνία όμως το «σύστημα» έχει αυξημένες επικοινωνιακές ανάγκες, αφού οι συλλογικές και ατομικές ταυτότητες κατασκευάζονται κυρίως μιντιακά. Κατεθυνόμενοι δημοσιογράφοι, συγκροτήματα ΜΜΕ, θεσιθήρες πανεπιστημιακοί και πάσης φύσεως επικοινωνιακοί μεσολαβητές αναλαμβάνουν να κατασκευάσουν τις επιθυμητές εικόνες, τόσο για τους πολιτικούς όσο και για τους παραπολιτικούς χρηματοδότες τους.

Οι διαπλεκόμενοι Ελληνες ολιγάρχες έχουν το χρήμα και εκμαυλίζουν. Οι υπάλληλοι-πολιτικοί μεριμνούν κυρίως για τα ιδιοτελή συμφέροντά τους, μπλοκάροντας κάθε απόπειρα παραγωγής νέου πολιτικού λόγου• η αναπόφευκτη ανανέωση του πολιτικού προσωπικού γίνεται με «ασφαλή» πρόσωπα εμπιστοσύνης. Τα μιντιακά «παπαγαλάκια» ικανοποιούν τις φαντασιώσεις ισχύος που προσφέρει ο συναγελασμός με τους ισχυρούς και απολαμβάνουν τις διόλου ευκαταφρόνητες υλικές παροχές που προσφέρουν. Το «σύστημα» μπορεί να εμφανίζεται συμπαγές αλλά είναι εσωτερικά διαφοροποιημένο. Η όποια αλλαγή του πιθανότατα θα προέλθει από τις ρωγμές του. Κυρίως, όμως, το «σύστημα» διατηρεί την ευρωστία του, στο μέτρο που προσχωρούν στην πελατειακή λειτουργία του μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Η εξαχρείωση είναι γενικευμένη• δεν υπάρχουν αθώοι.

Τα στιγμιότυπα που γλαφυρά περιγράφει ο Αγγελόπουλος είναι οι πινελιές της συστημικής διαφθοράς. Αντιπρόσωπος εταιρίας οπλικών συστημάτων προσφέρει «δωράκια» σε δημοσιογράφο προκειμένου να μην ασχοληθεί με το θέμα των προμηθειών. Ισχυρός οικονομικός παράγοντας προτείνει σε νεαρό βουλευτή «να αναλάβει τα έξοδά του». Δύο πολιτικοί σχολιάζουν πόσο «κουτός» είναι ένας υπουργός και πως αυτή του η ιδιότητα ήταν η πιο σημαντική για την ανάδειξή του σε υπουργικό αξίωμα. Διπλωμάτης εκφράζει την απόγνωσή του για τη θλιβερή ανικανότητα των πολιτικών να διαχειριστούν μια μείζονα κρίση. Η χώρα είναι στο έλεος της τύχης και της θεσμοποιημένης ανικανότητας.

Οι άρχοντες της παρακμής είναι ισχυροί και τα συμφέροντά τους τεράστια. Το «σύστημα» έφθασε στα όριά του αλλά δείχνει να αντέχει. Το μόνο πλέον που μπορεί αξιόπιστα να παράγει είναι εντροπία – ανικανότητα, διαφθορά, ανομία, χρέη, φοροδιαφυγή, και μαύρη οικονομία. Ολα όμως κάποτε τελειώνουν. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι πότε και πως.