Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Απάθεια και απραξία: ο χαρακτήρας των πολιτικάντηδων


Στην εμπνευσμένη ομιλία του στο ετήσιο Ελληνικό Συνέδριο Ηγεσίας της ΕΑΣΕ τον περασμένο Μάιο, ο διακεκριμένος θεολόγος και ψυχοθεραπευτής π. Φιλόθεος Φάρος ανέφερε με συγκινητική ειλικρίνεια ότι ένα από τα πράγματα που τον πλήγωσαν περισσότερο στη ζωή του ήταν η αδιαφορία των γειτόνων όταν ο πατέρας του ξυλοκοπούσε συχνά τον ίδιο και τη μητέρα του. «Κοιτούσαν πίσω από τις γρίλιες, αλλά κανείς δεν έκανε κάτι», είπε. Η απάθεια των γειτόνων έδειξε τι πραγματικά μετρούσε γι αυτούς: η μικροαστική «ησυχία» τους… 


Η συναισθηματική απόκριση δεν είναι απλώς ένα αίσθημα. Το τι νοιώθουμε και πώς το εκφράζουμε αποκαλύπτει αξιολογικές κρίσεις για το τι είναι σημαντικό για μας.  Τα συναισθήματα είναι τρόποι εμπλοκής με τον κόσμο και, ως τέτοιοι, εμπεριέχουν υπερ-ατομικές ηθικές αρχές. Η συναισθηματική ευφυΐα είναι και ηθική ευφυΐα. Αν, π.χ., νιώσω αγανάκτηση για την κακοποίηση ενός παιδιού, δεν λέω απλά «αυτό δεν μου αρέσει», αλλά, πιο έντονα, «αυτό είναι λάθος». Το «λάθος» δεν αναφέρεται σε προσωπικό γούστο, αλλά στο κοινό αίσθημα και την ηθική που εμπεριέχει. Η αγανάκτησή μου έχει γνωστικό περιεχόμενο: εμπεριέχει αξιολογική κρίση.
Όταν, λοιπόν, ένας τραμπούκος πολιτικός ρίχνει ένα ποτήρι νερό σε συνομιλήτριά του και ξυλοκοπεί μιαν άλλη, στη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής, και ένας από τους συμμετέχοντες, προβεβλημένος πρώην υπουργός (Εσωτερικών), μένει εντελώς απαθής, η αντίδρασή του θυμίζει τους γείτονες του π. Φιλόθεου – η απάθεια εκφράζει ηθική αδιαφορία. Το ακίνητο σώμα του, οι σταυρωμένες παλάμες του, και το συγκαταβατικό μειδίαμα στη διάρκεια του επεισοδίου απο-κάλυψαν όσα επιμελώς συγκαλύπτουν η σκηνοθετημένη μιντιακή παρουσία και η ρητορική μεγαλοστομία.
 
Το κοινό αίσθημα αντιλήφθηκε αμέσως ότι η αταραξία του πρώην υπουργού δεν ήταν ενδεικτική μιας στωικής αντίληψης για τη ζωή, αλλά δηλωτική ηθικής αδιαφορίας από έναν προβεβλημένο πολιτικό. «Δεν σηκώθηκε για να μη γλιστρήσει στα νερά», γράφτηκε ειρωνικά στο διαδίκτυο.

Η στάση του πρώην υπουργού δείχνει ότι δεν ένοιωσε να διαδραματίζεται κάτι απεχθές ενώπιόν του ή, αν το ένιωσε, το συναίσθημά του είτε απενεργοποιήθηκε από άλλα συναισθήματα (π.χ. φόβος), είτε, το πιθανότερο, εξουδετερώθηκε από τον ιδιοτελή υπολογισμό που μεταμφιέστηκε σε ψυχραιμία («άστους να εκτίθενται• θα κερδίσεις πόντους αν μείνεις αμέτοχος»). Σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται μόνο για έλλειψη συναισθηματικής ευφυΐας, αλλά για κάτι βαθύτερο: έλλειψη ηθικής εγρήγορσης. Με την απάθειά του απέτυχε να συμπεριφερθεί ενάρετα, δηλαδή με βάση την αριστοτελική αρχή της μεσότητας.
Ο Αριστοτέλης αναφέρει, στα «Ηθικά Νικομάχεια», ότι είναι δυνατόν να νιώσει κανείς φόβο, θυμό, υπερηφάνεια, κλπ, υπερβολικά πολύ ή πολύ λίγο. Το ζητούμενο είναι, παρατηρεί, να τα νοιώσει στον «σωστό βαθμό». Πώς; Όχι όταν επιλέγουμε τη διάμεσο μεταξύ δύο ακραίων εκφάνσεων ενός συναισθήματος, αλλά όταν το συναίσθημά μας ανταποκρίνεται στις περιστάσεις.

Αν λ.χ. αντιδρώντας στις επικρίσεις της συνομιλήτριάς μου σε μια εκπομπή, θυμώσω τόσο πολύ ώστε να της πετάξω ένα αντικείμενο, αντιδρώ ανορθολογικά. Ο θυμός μου είναι υπερβολικός, δεν δικαιολογείται από την περίσταση. Η βίαιη αντίδρασή μου απο-καλύπτει κάτι για μένα. Αν, όμως, ένας συνομιλητής αρχίσει να ξυλοκοπά έναν άλλο κι εγώ θυμώσω μαζί του, ο θυμός μου είναι έλλογος αφού αρμόζει στην περίσταση. Η αναζήτηση της μεσότητας δεν υποδηλώνει άνευρη μετριοπάθεια αλλά συναισθηματική (άρα και ηθική) ευαισθησία στις εκάστοτε περιστάσεις. Πετυχαίνουμε τη μεσότητα όταν, όπως λέει ο Αριστοτέλης, βιώνουμε τα σωστά συναισθήματα, στη σωστή περίσταση, για το σωστό λόγο, προς τον σωστό άνθρωπο, στο σωστό βαθμό.

Πώς το πετυχαίνουμε αυτό; Δεν υπάρχει συνταγή: νιώθουμε τα συναισθήματα στο σωστό βαθμό όταν τα βιώνουμε με τον τρόπο του «φρόνιμου» ανθρώπου. Αποκτούμε τη γνώση αυτή, όχι με θεωρητική διδασκαλία, αλλά με την πρακτική άσκηση και τη συνήθεια που κομίζει η μετοχή μας στην κοινότητα. Ετσι αποκτούμε διαισθητική γνώση η οποία μας επιτρέπει να γνωρίζουμε πότε, πώς και σε ποιο βαθμό να νιώθουμε π.χ. θυμό.

Η στάση του πρώην υπουργού είναι ενδιαφέρουσα γι αυτό το λόγο: στο μέτρο που εκφράζει τον κυρίαρχο τύπο πολιτικού, η απάθειά του μας επιτρέπει να δούμε κρίσιμες όψεις του χαρακτήρα των πολιτικών. Όπως κάθε πρακτική δραστηριότητα, η πολιτική διαπερνάται από συναισθήματα και τις ηθικές αρχές που τα συνοδεύουν. Η ηγετική ατολμία, η καιροσκοπική πόλωση, η λαϊκιστική κολακεία, και ο φόβος του πολιτικού κόστους, λ.χ., δημιουργούν μια νοο-τροπία, η οποία διαμορφώνει τις αντιλήψεις, τις συναισθηματικές αποκρίσεις και, εν τέλει, τον χαρακτήρα των επαγγελματιών της πολιτικής. Η απάθεια συνδέεται στενά με την απραξία: η διαρκής αναβολή των δύσκολων αποφάσεων έχει ως προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, τη συναισθηματική αποστασιοποίηση του πολιτικού από τη διακονία του κοινού καλού. 

Τώρα κατανοούμε καλύτερα τη στρατηγική απραξία του υπουργού Εσωτερικών τον μοιραίο Δεκέμβρη του 2008. Η Αθήνα φλεγόταν, αλλά ο αρμόδιος υπουργός δεν συγ-κινήθηκε – αδράνησε, ήταν σα να μην υπάρχει. Δεν εκπλήσσει. Όταν η κυρίαρχη νοο-τροπία είναι αυτή του ανεξέλεγκτα ιδιοτελούς υπολογισμού για τον προσπορισμό ατομικού ή πολιτικού οφέλους, ο πολιτικός παύει να υπηρετεί κοινωνικές ανάγκες, εγκλείεται στην αυτο-αναφορικότητα του πολιτικού συστήματος, χάνει την ικανότητα να προσεγγίζει με συναισθηματική ευφυΐα την εμπειρία του πολίτη. Γίνεται αδιάφορος για το κοινό καλό.

Πίσω από την εξοργιστική ιδιοτέλεια, την καταστροφική ολιγωρία, και τις άθλιες κοκορομαχίες των πολιτικάντηδων βρίσκεται η συναισθηματική-ηθική αδιαφορία τους για τον πολίτη και τη χώρα. Για ένα μόνο παθιάζονται: το συμφέρον τους. Η χρεοκοπία δεν προέκυψε τυχαία…

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Τη Ρωμιοσύνη να την κλαίς



Πιθανότητα θα αποκτήσουμε κυβέρνηση, αλλά αμφιβάλλω αν θα αποκτήσουμε κυβερνησιμότητα. Η χώρα χρεοκόπησε οικονομικά γιατί είχε ήδη χρεοκοπήσει πολιτικά-αξιακά. Τα διαδοχικά εκλογικά αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την αδυναμία της να αναγεννηθεί πολιτικά. Ο πολίτης εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένος μεταξύ των ανυπόληπτων ευρωπαϊστών και των ιδεοληπτικών λαϊκιστών.

Το κοινό αίσθημα υπαγορεύει ότι, σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής, η χώρα έχει ανάγκη από κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όμως, το κοινό αίσθημα μετατρέπεται σε πολιτική πραγματικότητα από τα κόμματα. Όταν τα κόμματα διαπερνώνται από εκείνη τη νοοτροπία που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία – τον ιδιοτελή καιροσκοπισμό, την πόλωση, το λαϊκισμό, την ηγετική ατολμία – τότε οι επιταγές του κοινού αισθήματος παραγνωρίζονται και παράγονται υποβέλτιστα για τη χώρα αποτελέσματα.   

Το πλέον εθνικά επωφελές θα ήταν να συμμετάσχει ο ΣΥΡΙΖΑ σε κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. Θα σχηματιζόταν έτσι ένα ευρύτατο πολιτικό μέτωπο, το οποίο θα μπορούσε να αναδιαπραγματευθεί, με αυξημένη βαρύτητα, όρους του Μνημονίου. Δεν θα το κάνει.

Γιατί; Διότι, οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούν να υπερβούν τον ιστορικό τους εαυτό. Στο μέτρο που μετέχουν στην κυρίαρχη κουλτούρα της καιροσκοπικής πόλωσης, δεν έχουν αποκτήσει την ικανότητα να συνεργάζονται με τους αντιπάλους τους. Δείτε τι λένε: «μα είμαστε διαφορετικοί». Πρόκειται, φυσικά, περί ανόητης ταυτολογίας. Ακριβώς επειδή τα κόμματα έχουν διαφορές πρέπει, σε κρίσιμες εθνικά στιγμές, να αναζητούν, μετά από προγραμματικές διαπραγματεύσεις, κοινούς τόπους. Η κουλτούρα του «ιστορικού συμβιβασμού» είναι ξένη στους νεοκομμουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ (και όχι μόνο).    

Μια κυβέρνηση με άξονα τη ΝΔ θα είναι, εν πολλοίς, μια κυβέρνηση φθαρμένων πολιτικάντηδων με μειωμένη πειθώ. Η λαϊκιστική αντιμνημονιακή παράταξη, πολιτικά ισχυροποιημένη (σχεδόν ένας στους δύο ψηφοφόρους!), θα είναι «μαχητικά» απέναντί της. Το τζίνι έχει πλέον βγει από τα μπουκάλι…Ξέρουμε τι είναι το βέλτιστο για τη χώρα αλλά, με την πολιτική κουλτούρα που τη διακρίνει, θα καταλήξουμε στο υποβέλτιστο – το οποίο, στην παρούσα συγκυρία, θα είναι η έξοδος της χώρας από το ευρώ. Χθες αγοράσαμε χρόνο, αλλά δεν αποτρέψαμε το μοιραίο. Σαν τους επιβάτες του μοιραίου αεροπλάνου που έπεσε στους Δίδυμους Πύργους, είναι οδυνηρό να βλέπεις την καταστροφή να έρχεται όντας ανίκανος να την αποφύγεις…

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Ποιος θα πει: «Δεν έχω να προφέρω παρά μόνο μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα»;


«Έχεις κάτι αισιόδοξο να πεις;», με ρώτησε σχεδόν περιπαικτικά. Τον κοίταξα σκεφτικός και μου ήρθε στο μυαλό η φράση του αείμνηστου Βάτσλαβ Χάβελ: «Η ελπίδα σίγουρα δεν είναι το ίδιο πράγμα με την αισιοδοξία. Δεν είναι η πεποίθηση ότι κάτι θα πάει καλά, αλλά η βεβαιότητα ότι κάτι παράγει νόημα, άσχετα με το πώς θα πάει». «Αλλάζω το ερώτημα», απάντησα. «Μπορούμε να ελπίζουμε;». Κούνησε το κεφάλι με απορία. Η ελπίδα δεν πλεονάζει στις μέρες μας…

Η ελπίδα δεν είναι εμπειρική παρατήρηση, ούτε πρόγνωση. Είναι η εσωτερική βεβαιότητα ότι μια κατάσταση δεν είναι αποδεκτή κι ότι μια άλλη πρέπει να πάρει τη θέση της. Οι αντικομουνιστές διαφωνούντες όπως ο Χάβελ, οι αντιρατσιστές ακτιβιστές όπως ο Λούθερ Κίνγκ, και οι μεγάλοι πολεμικοί ηγέτες όπως ο Τσόρτσιλ  το γνώριζαν καλά. Η γνώση τους ήταν μια διαισθητική σύλληψη της κατάστασης που αντιμετώπιζαν, με βιωματικές ρίζες σε έναν τρόπο συλλογικού βίου κι έναν ηθικοπολιτικό, σχεδόν μεταφυσικό, ορίζοντα αναφοράς.

Το «we shall never surrender» του Τσόρτσιλ ή το «I have a dream» του Κίνγκ δεν ήταν ένα αμήχανο ευχολόγιο, σαν αυτό του δικού μας Προέδρου της Δημοκρατίας ότι «θα έρθουν καλύτερες μέρες» (!), ούτε κενολογικός οπτιμισμός σαν το «η Ελλάδα μπορεί» του Σαμαρά, αλλά η διατύπωση μιας υποβόσκουσας κοινής πεποίθησης, την οποία ο ηγέτης αρθρώνει και αναδεικνύει. Όταν η ελπίδα σαρκώνεται, μορφοποιείται σε λόγο, συνδέεται με τα βιώματα αυτών στους οποίους απευθύνεται, τότε αποκτά δραστικότητα, κινητοποιεί. Τα πράγματα παράγουν νόημα για τον ηγέτη που έχει αίσθηση ταυτότητας και αποστολής• μορφο-ποιεί ό,τι οι πολλοί αισθανόμαστε αλλά αδυνατούμε να αρθρώσουμε και μας το επιστρέφει σε επεξεργασμένο λόγο, στον οποίο αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και από τον οποίο αντλούμε δύναμη.

Ένα από τα πολλά προβλήματά μας δεν είναι μόνο τα ερείπια που συσσωρεύονται και η αίσθηση της καταστροφής που πλησιάζει, αλλά, κυρίως, η απουσία ελπίδας. Δείτε το λόγο των δήθεν πολιτικών ηγετών μας και θα καταλάβετε γιατί. Η χώρα καταρρέει, αλλά αυτοί αδυνατούν να επινοήσουν ένα νέου τύπου πολιτικό λόγο, οπότε αδυνατούν να εμπνεύσουν. Τι κάνουν; Ό,τι έκαναν πάντοτε προεκλογικά: υπόσχονται, κολακεύουν το πόπολο, εξάπτουν τον πρωτόγονο φόβο ή την άλογη οργή, ρίχνουν τις ευθύνες στους άλλους.

Ο Σαμαράς τάζει, ως συνήθως: θέλει να αυξήσει επιδόματα και μισθούς, να μειώσει τους φορολογικούς συντελεστές, να αποζημιώσει τους ιδιώτες ομολογιούχους για τη ζημία που υπέστησαν μετά το «κούρεμα» του χρέους, κοκ. Ο σοφιστής Βενιζέλος προσαρμόζει το λόγο του στο εκάστοτε ακροατήριο. Στην ΑΔΕΔΥ δήλωσε ότι θέλει και «μικρότερο κράτος» και ότι «δεν χρειάζονται απολύσεις στο Δημόσιο»! Ο Τσίπρας, γνήσιο τέκνο του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού, υπόσχεται την επιστροφή στην «ασφάλεια» του κράτους-μήτρα και εξάπτει το θυμικό μας απειλώντας τους δανειστές.

Τι δεν κάνουν οι λεγόμενοι ηγέτες; Δεν μπορούν να πουν αυτό που διαισθητικά γνωρίζουμε: «σε μια χρεοκοπημένη χώρα δεν έχω να σας προσφέρω τίποτε άλλο παρά μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα». Τα προβλήματά μας είναι τόσο θεμελιώδη που όποιο δρόμο κι αν πάρουμε, τον πόνο δεν θα τον αποφύγουμε. Οι πολιτικάντηδες δεν μπορούν να πουν κάτι τέτοιο γιατί δεν καταλαβαίνουν καν το περιεχόμενο αυτής της τσορτσιλικής φράσης. Οι μεν Σαμαράς και Βενιζέλος γιατί αντιπροσωπεύουν τα κόμματα της φαυλότητας, ο δε Τσίπρας γιατί, ως καλός μαθητής του Ανδρέα Παπανδρέου, δεν αντιλαμβάνεται την πολιτική με όρους επίπονης βελτίωσης θεσμών (και των δύσκολων επιλογών που συνεπάγεται κάτι τέτοιο), αλλά με όρους πατερναλιστικής ικανοποίησης των αντιφατικών αιτημάτων ενός πολτώδους «λαού». Ο καθένας με τον τρόπο του μετέχει σε ένα διαγωνισμό «φιλολαϊκότητας», όχι σε ένα άθλημα «αναθέσμισης της χώρας» (κατά την εύστοχη φράση του Αλ. Παπαδόπουλου), το οποίο απαιτεί θυσίες.

Αλλά πώς να μιλήσει πειστικά για θυσίες ό κ.Σαμαράς όταν στα ψηφοδέλτιά του καθρεφτίζεται η πολιτική παρακμή; Όταν υποψήφιος του κόμματός του είναι, μεταξύ άλλων, ο πρώην υπουργός Υγείας κ. Ν. Κακλαμάνης, ο πολιτικός που όχι μόνο κατήργησε τη λίστα φαρμάκων αλλά, όπως αποκάλυψε η «Ελευθεροτυπία» (7/10/2006), δέχθηκε τη χορηγία φαρμακευτικών εταιριών για τις προεκλογικές του δαπάνες το 2004, και κληροδότησε παροιμιώδη κακοδιαχείριση στο Δήμο Αθηναίων; Όταν υποψήφιος είναι ο πρώην υπουργός Οικονομικών κ. Παπαθανασίου, ο αρχιτέκτονας (με τον κ.Αλογοσκούφη) του κολοσσιαίου ελλείμματος της χώρας το 2009! Σε ένα στοιχειωδώς ορθολογικό πολιτικό σύστημα οι κύριοι αυτοί θα ήταν, τουλάχιστον, εκτός πολιτικής. Και πώς να ζητήσει θυσίες από τον ελληνικό λαό ο κ. Τσίπρας όταν έχει χτίσει την πολιτική σταδιοδρομία του δοξάζοντας το είδωλο του «λαού»-θύματος, ο οποίος τίθεται υπεράνω νόμων και θεσμών; Το λεξιλόγιο της προσφοράς και της θυσίας είναι τόσο άγνωστο στους αμοραλιστές εξουσιομανείς και στους ιδεοληπτικούς λαϊκιστές όσο οικείο τους είναι το εγχειρίδιο καιροσκοπικής-πελατειακής-αντιθεσμικής συμπεριφοράς.   

Όταν έχεις να προσφέρεις μονάχα μόχθο και πόνο μιλάς τη γλώσσα της αλήθειας, η οποία, όσο οδυνηρή κι αν είναι, αποκτά ακροατήριο. Όταν όλοι αναμένουν υποσχέσεις κι εσύ αντισυμβατικά ζητάς θυσίες, δημιουργείς, παραδόξως, σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, αφού παρεμβαίνεις στο μετα-επίπεδο της σχέσης – στις προσδοκίες που ιστορικά έχουν διαμορφώσει οι πολίτες από τους πολιτικούς. Διαψεύδοντας αυτές τις ιστορικές προσδοκίες δείχνεις έμπρακτα ότι ριψοκινδυνεύεις, άρα ότι είσαι αξιέμπιστος• αρχίζεις να φέρνεις μια διαφορετική νοο-τροπία, να εμπνέεις.

Δυστυχώς αυτή συνεχίζει να είναι μια ακατάληπτη γλώσσα για την παρακμιακή πολιτική ελίτ…

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Από το χείλος του γκρεμού στην πτώση στο γκρεμό


Τα πράγματα δυσκολεύουν. Ας χρησιμοποιήσουμε τη λογική για να καταλάβουμε τι συμβαίνει και τι, πιθανότατα, θα συμβεί στη χώρα. Ο Αριστοτέλης ορίζει τον συλλογισμό ως εκείνο το λόγο «όπου αν τεθούν ορισμένα πράγματα, κάτι άλλο από αυτά που έχουν τεθεί ακολουθεί κατ’ ανάγκην, εξ αιτίας αυτών ακριβώς που έχουν τεθεί». Ποια είναι, λοιπόν, αυτά που αξιόπιστα «έχουν τεθεί», από τα οποία  μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα;

Πρώτον, το 2010 αναγκαστήκαμε να ζητήσουμε διεθνή οικονομική βοήθεια για να μη χρεοκοπήσουμε. Όποιος, σε ώρα ανάγκης, προσφεύγει σε υπέρογκο δανεισμό, παύει να ορίζει ο ίδιος το πρόβλημά του. Οι δανειστές του αποκτούν μεγάλη ισχύ και, άρα, βαρύνοντα λόγο στον καθορισμό των όρων αποπληρωμής του δανείου - άρα και στον ορισμό των προβλημάτων της χώρας. Από το 2010 και μετά, το πρόβλημά μας ορίστηκε, βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, κυρίως ως δημοσιονομικό. Κατά συνέπεια, η δημοσιονομική εξυγίανση, άρα κάποιας μορφής λιτότητα, κατέστη αναπόφευκτη. 
 

Δεύτερο, όπως συχνά συμβαίνει σε περιπτώσεις κοινωνικής μηχανικής, το Μνημόνιο έπεσε έξω στις προβλέψεις του. Αν και το έλλειμμα μειώθηκε και η ανταγωνιστικότητα εν μέρει ανακτήθηκε, η οικονομία συρρικνώθηκε υπέρμετρα, η ανεργία εκτοξεύτηκε. Επιπλέον, η κακή διαχείριση της υλοποίησης του Μνημονίου από ένα διαλυμένο κράτος, διευθυνόμενο από εν πολλοίς ανίκανους και ιδιοτελείς πολιτικάντηδες, επιδείνωσε το πρόβλημα και επέτεινε την αναξιοπιστία της χώρας.  

Τρίτο, η παγκόσμια εμπειρία δείχνει ότι η έντονη και παρατεταμένη λιτότητα σε μια δημοκρατία υπονομεύει την πολιτική σταθερότητα και ενισχύει τους λαϊκιστές. Οι πολίτες δυσκολεύονται να προσαρμόσουν τις προσδοκίες τους στη νέα πραγματικότητα, αναζητώντας πολιτικές διεξόδους σε αυτούς που υπόσχονται απαλλαγή από τις επαχθείς πολιτικές. 

Τέταρτο, το 80% των πολιτών θέλει την παραμονή της χώρας στο ευρώ. Παράλληλα, όμως, πάνω από τα δύο τρίτα αντιτίθενται στο Μνημόνιο, χάρη στο οποίο η χώρα απέφυγε τη χρεοκοπία. Αντίφαση; Καθόλου. Η ύφεση που έφερε η λιτότητα είναι οδυνηρή. Οι πολίτες δεν έχουν άλλες αντοχές, αναζητούν ελπίδα. Η ευρωπαϊκή Ελλάδα, όμως, δεν είναι ένα συγκυριακό φαινόμενο (όπως είναι η παρούσα ύφεση), αλλά αναπόσπαστο μέρος της αυτοαντίληψής μας.  


Πέμπτο, η άγρια λιτότητα δεν αντέχεται και αποσταθεροποιεί τη δημοκρατία. Από την άλλη, όμως, η λιτότητα δεν αποφεύγεται. Άρα, πρέπει να μετριασθεί. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: αφενός να επαναδιαπραγματευθούμε πιο χαλαρούς όρους δανεισμού στο εξωτερικό, αφετέρου να διαχειριστούν τη λιτότητα φερέγγυοι πολιτικοί, ικανοί να μας εμπνεύσουν, στο εσωτερικό. Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, αφού το δημοσιονομικό-διαρθρωτικό μας πρόβλημα μετατρέπεται σε πολιτικό-αξιακό. Θα σωθούμε αν επανεφεύρουμε ταχύτατα τον εαυτό μας ως πολιτική κοινότητα. Μπορούμε;


Έκτο, δύσκολα. Το πρόβλημά μας είναι ότι αυτοί που υπερασπίζονται το ευρώ γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν και διαθέτουν κυβερνητική εμπειρία, αλλά δεν μας εμπνέουν εμπιστοσύνη - είτε γιατί έχουν στιγματισθεί από την ιδιοτέλεια, τη φαυλότητα, και την ανικανότητα, είτε γιατί δεν κατανοούν επαρκώς την επώδυνη εμπειρία του χειμαζόμενου πολίτη («στην Ευρώπη με κάθε κόστος»). Από την άλλη, αυτοί που μας δίνουν ελπίδα είναι αυτοί που, εκφράζοντας την οργή και την οδύνη μας, λένε σε μας αυτά που θέλουμε να ακούσουμε («λεφτά υπάρχουν»), ενώ στους δανειστές μας αυτά που δεν θέλουν να ακούσουν («δεν πληρώνω»)  – συνδυάζουν, δηλαδή, το λαϊκισμό με τον τσαμπουκά. 


Έβδομο, τα κόμματα της φαυλότητας που έφεραν τη χώρα στη χρεοκοπία, αδυνατούν να αλλάξουν για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μας, ενώ τα κόμματα του λαϊκισμού αδυνατούν να προσδώσουν ρεαλισμό στην ελπίδα. Ποιος απροκατάληπτος ευρωπαϊστής πολίτης θα πιστέψει ότι ο κ. Σαμαράς υπερασπίζεται την ευρωπαϊκή Ελλάδα όταν δίνει πρωτεύοντα ρόλο σε δύο εμβληματικούς πολιτικούς της βαλκάνιας Ελλάδας: στον καταδικασθέντα για παράβαση καθήκοντος κ. Ψωμιάδη και στην προβεβλημένη εκπρόσωπο της οικογενειοκρατίας και του πελατειακού συστήματος κυρία Μπακογιάννη; Πως θα μετακινηθεί σε πιο ρεαλιστικές θέσεις ο κ. Τσίπρας όταν ρητά δηλώνει ότι θα «ακυρώσει» το Μνημόνιο, θα προβεί, δηλαδή, σε μια μονομερή ενέργεια, η οποία θα επιφέρει τον τερματισμό της διεθνούς χρηματοδότησης της χώρας («μία σου, μία μου»);

Όγδοο, λέγεται ότι αν σχηματίσει κυβέρνηση ο κ. Τσίπρας θα γίνει ρεαλιστής. Μακάρι, αλλά αμφιβάλλω. Η χονδροειδώς «αντισυστημική» κουλτούρα του ΣΥΡΙΖΑ έχει διαμορφώσει έναν ακραία καταγγελτικό, συχνά αντιθεσμικό, κυρίως λαϊκιστικό λόγο που εγκλωβίζει τους χρήστες του: οι άνθρωποι έχουν μάθει να διαμαρτύρονται, όχι να συμβιβάζονται· να υπερασπίζονται έναν μυθοποιημένο, πολτώδη «λαό», όχι να μοχθούν να βελτιώσουν ατελείς θεσμούς. Το σημαντικότερο είναι ότι ο κ. Τσίπρας, υμνητής του Μάο και του Τσάβες, πάσχει από τις εφηβικές ιδεοληψίες των αριστερών: εκείνων που πασχίζουν ναρκισσιστικά να προσαρμόσουν τον κόσμο στις ιδεοληπτικές επιθυμίες τους.

Συμπέρασμα: ως πολιτική κοινότητα είμαστε εγκλωβισμένοι μεταξύ των ανυπόληπτων ευρωπαϊστών και των ιδεοληπτικών λαϊκιστών. Αν εκλεγούν οι πρώτοι, δεν θα μπορέσουν να κυβερνήσουν γιατί είναι φθαρμένοι και θα συναντήσουν την ισχυρή αντίδραση των λαϊκιστών. Αν εκλεγούν οι δεύτεροι, θα τινάξουν στον αέρα τη δανειακή σύμβαση και θα οδηγήσουν τη χώρα σε στάση πληρωμών. Αν έχουμε ακυβερνησία, τα δημόσια οικονομικά θα καταρρεύσουν (ήδη συμβαίνει…), και οι τράπεζες θα ξεμείνουν από ρευστότητα. Με τέτοια δεδομένα, ceteris paribus, η χώρα οδηγείται στην άτακτη χρεοκοπία και τη δραχμή. Όχι γιατί θα το επιλέξει, αλλά γιατί η πολιτική της κουλτούρα είναι τέτοια που αδυνατεί να το αποτρέψει. Ότι το συμπέρασμα είναι οδυνηρό δεν σημαίνει ότι είναι αυθαίρετο.

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Η εθνική μας σχιζοφρένεια και η (δύσκολη) θεραπεία της

Το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα δικαιολογημένα μας ανησυχεί. Η χώρα χορεύει ταγκό με την πολιτική αστάθεια στην άκρη του γκρεμού. Η ανησυχία όμως, για να είναι γόνιμη, πρέπει να συνοδεύεται από οξυδερκή κατανόηση. Τότε μόνο συναίσθημα και λόγος αλληλογονιμοποιούνται. 



Πρέπει να κατανοήσουμε την κατάρρευση του δικομματισμού και την έξαρση των ακραίων, λαϊκιστικών κομμάτων. Το εκλογικό αποτέλεσμα μοιάζει με ομιλία σχιζοφρενούς – είναι ακατάληπτο. Είναι λογικό να φοβάται κανείς... Η οικονομική αβεβαιότητα πολλαπλασιάζεται με την πολιτική αστάθεια. Από την άλλη, είναι αστόχαστο να «θυμώσεις» με το εκλογικό αποτέλεσμα, να «επιπλήξεις» ή να ειρωνευτείς τους ψηφοφόρους. Πρέπει ν’ αποφύγουμε, και τον άλογο φόβο και την αναίσθητη «καταδίκη». Χρειαζόμαστε καθαρό μυαλό για να κατανοήσουμε μια παράδοξη πολιτική κατάσταση.

Τι σημαίνει αυτό; Μια κατάσταση είναι παράδοξη όταν, παρά τη διατύπωσή της σε λογικό επιχείρημα, οδηγούμαστε σε αντιφατικά συμπεράσματα. Ένα παράδειγμα. Αν πω στην κόρη μου: «να είσαι αυθόρμητη», διατυπώνω μια παράδοξη προτροπή. Γιατί; Διότι η εντολή μου είναι αντιφατική: η υπόρρητα προστακτική συμπεριφορά μου («κάνε αυτό») αναιρεί τη συμπεριφορά που ρητά της ζητώ να υιοθετήσει. Την προστάζω να κάνει κάτι που δεν προστάζεται!

Στις ανθρώπινες σχέσεις, τα παράδοξα οδηγούν συχνά σε αυτό που ο μεγάλος ανθρωπολόγος και ψυχοθεραπευτής Γκρέγκορυ Μπέητσον ονόμασε «διπλή δέσμευση» (double bind). Πρόκειται για μια σχέση επικοινωνίας η οποία παγιδεύει τους συμμετέχοντες: το ρητό μήνυμα που στέλνει ο Α στον Β, αναιρείται από ένα άλλο, υπόρρητο, μήνυμα, με αποτέλεσμα ο Β να νοιώθει παγιδευμένος και να συμπεριφέρεται αντιφατικά. Με άλλα λόγια, ο Β βρίσκεται σε «διπλή δέσμευση» όταν γίνεται αποδέκτης δύο αντιφατικών μηνυμάτων από τον Α. Όταν, για παράδειγμα, ο άντρας λέει στη γυναίκα του: «έλα στην αγκαλιά μου», αλλά ο τόνος της φωνής του είναι τέτοιος που είναι σαν να της λέει «μείνε μακριά μου», τότε έχουμε δύο αλληλοαναιρούμενα μηνύματα.

Ας πάμε τώρα στην πολιτική. Στις πρόσφατες εκλογές ο πολίτης τέθηκε ενώπιον μιας βαθιά παράδοξης κατάστασης: να καταδικάσει τα δύο κυβερνητικά κόμματα της φαυλότητας που έφεραν τη χώρα στη χρεοκοπία, αλλά και να αποτρέψει την πολιτική αστάθεια που θα επέφερε η καταδίκη τους. Να διασφαλίσει την παραμονή της χώρας στο ευρώ, αλλά και να μην εφαρμοστεί η συμφωνία με τους δανειστές. Να αισθανθεί το θυμό, αλλά να ψηφίσει με λογική. Αυτά είναι παράδοξα διλήμματα, τα οποία παράγουν παράδοξη συμπεριφορά.

Τι έλεγαν ουσιαστικά Σαμαράς και Βενιζέλος; «Ψηφίστε μας για να σώσουμε τη χώρα». Αυτό είναι το ρητό μήνυμα. Το υπόρρητο μήνυμα, αυτό δηλαδή που δεν το λένε αλλά εμείς το γνωρίζουμε, είναι ότι τα κόμματά τους είναι αυτά που κατέστρεψαν τη χώρα, την οποία  τώρα θέλουν να σώσουν. Το πλήρες μήνυμα, λοιπόν, είναι: «Ψηφίστε μας [εμάς που καταστρέψαμε τη χώρα] για να σώσουμε τη χώρα»! Ιδού το παράδοξο: τα δύο μηνύματα, το ρητό και το υπόρρητο, αλληλοαναιρούνται. Ο πολίτης παγιδεύεται. Για να δεχθεί το μήνυμα πρέπει να το απορρίψει! Για να δεχθεί, δηλαδή, τη ρητή προτροπή «ψηφίστε μας» πρέπει να απορρίψει τους φορείς του υπόρρητου μηνύματος «καταστρέψαμε τη χώρα».

Στο αντιφατικό μήνυμα ο πολίτης απαντά αντιφατικά: επιλέγει ακραία, λαϊκιστικά κόμματα για να τιμωρήσει τα πρώην κυβερνητικά, αρνούμενος ταυτόχρονα ότι έτσι αυτοτιμωρείται. Είναι χαρακτηριστικό της «διπλής δέσμευσης» ότι το άτομο δεν έχει επίγνωση της παραδοξότητας των επιλογών του, γι αυτό και παγιδεύεται σε δήθεν εναλλακτικές. Οι εναλλακτικές του (τα κυβερνητικά κόμματα της φαυλότητας έναντι των κομμάτων των άκρων και του λαϊκισμού) αποτελούν μέρος της «διπλής δέσμευσης». Ο πολίτης νομίζει ότι έχει επιλογές, αλλά στην ουσία είναι παγιδευμένος σε ένα δεδομένο «παιχνίδι». Θα αποκτήσει αυθεντικές επιλογές όταν εξέλθει από το υπάρχον «παιχνίδι».

Πώς; Με εμπνευσμένες, αντισυμβατικές πρωτοβουλίες πολιτικών ηγεσιών, οι οποίες θα δημιουργήσουν ένα νέο «παιχνίδι». Το πολιτικό παράδοξο θα αρθεί αν, για παράδειγμα, τα δύο ιστορικά κυβερνητικά κόμματα ομολογήσουν τον καταστρεπτικό ρόλο τους, αλλάξουν ηγεσίες, και δεσμευτούν έμπρακτα σε μεγάλες αλλαγές που θα αναιρούν τον μέχρι τώρα φαύλο χαρακτήρα τους. Προσοχή: πρέπει να ξεκινήσουν τη ριζοσπαστική αλλαγή από τον εαυτό τους, όχι να καλούν τους άλλους να αλλάξουν! Μόνο όταν το ρητό μήνυμα «ψηφίστε μας» διατυπωθεί από ηθικο-πολιτικώς σεβαστά πρόσωπα θα ακουσθεί αυτοτελώς, χωρίς δηλαδή το συνεκφερόμενο υπόρρητο μήνυμα που το υπονομεύει.

Ένα άλλο ενδεχόμενο είναι να εμφανισθεί ένα καινούριο φιλευρωπαϊκό, μεταρρυθμιστικό, «αντικομματικό» κόμμα, υπό άφθαρτη, ικανή, και πειστική ηγεσία, που θα συντονίζεται αυθεντικά με την κοινή εμπειρία. Θα χρειαστούν για κάτι τέτοιο τόσο οι ελάχιστες πολιτικές εφεδρείες που έχουν διασώσει τα πολιτικό κεφάλαιό τους, όσο και νέοι πολιτικοί. Τότε η τιμωρητική ψήφος θα πάρει θετικό περιεχόμενο. Δεν είναι εύκολη αυτή η σύνθεση. Είναι όμως ο μόνος τρόπος για να συγχρονισθούν το ρητό και το υπόρρητο μέρος του πολιτικού μηνύματος. Είναι ο μόνος τρόπος να έχει τη δυνατότητα ο πολίτης να αντιδράσει με μη παράδοξο τρόπο. 

Το καλό με την εκλογική κατάρρευση του δικομματισμού και την ανάδειξη του ακραίου λαϊκισμού είναι ότι τώρα γνωρίζουμε την παράδοξη συμπεριφορά μας και τα αυτοκαταστροφικά αποτελέσματά της. Άρα μπορούμε να ελευθερωθούμε από τη «διπλή δέσμευση» και να αναζητήσουμε αυθεντικές εναλλακτικές. Αρκεί να δημιουργηθούν, φυσικά… 

Μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι; Η αισιοδοξία ωφελεί αυτούς που ξέρουν πώς να τη χρησιμοποιήσουν. Η απαισιοδοξία γονιμοποιεί τη δράση αυτών που θέλουν να αποτρέψουν αυτά που οι ίδιοι προβλέπουν. Τόλμη και φαντασία χρειάζονται. Υπάρχουν;

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Η αρχή του τέλους

Η κατάρρευση επήλθε. Η οικονομική χρεοκοπία της χώρας καθρεφτίστηκε και στο εκλογικό αποτέλεσμα – στη χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης. Τα κόμματα του Βουλγαράκη και του Τσοχατζόπουλου έγιναν σκιές του εαυτού τους. Θα ήταν ευχής έργον να είχε συμβεί νωρίτερα, με ηπιότερο τρόπο, σε λιγότερο επικίνδυνες συνθήκες. Αλλά οι κοινωνίες δεν είναι εργαστήρια. Οι συνειδήσεις των ανθρώπων δεν μεταβάλλονται επειδή έτσι υπαγορεύει η λογική, αλλά σμιλεύονται στο καμίνι των προσωπικών εμπειριών που γεννά η συγκεκριμένη λειτουργία του δημοσίου βίου.