Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Ένας αποτυχημένος πρωθυπουργός φεύγει, ένας ανεπαρκής έρχεται…


Ο λόγος και η πρακτική που υιοθετεί κάποιος ως αρχηγός της αντιπολίτευσης προοιωνίζονται συνήθως τον τρόπο που θα κυβερνήσει. Όπως δεν χρειάζονταν μαντικές ικανότητες να προβλέψει κανείς, πριν από έξι και πλέον χρόνια, ότι ο Καραμανλής Β’ δεν θα έφερνε το μεταρρυθμιστικό άνεμο ως πρωθυπουργός (αν και ο πάταγος της αποτυχίας του ήταν απρόβλεπτος), έτσι και σήμερα μπορεί βάσιμα κανείς να διαβλέψει ότι η κατρακύλα της χώρας δεν θα ανακοπεί ουσιωδώς αν τον διαδεχθεί στην πρωθυπουργία ο Παπανδρέου Γ’.

Και οι δύο έχουν αξιοπρόσεκτα κοινά σημεία. Πρόκειται για πολιτικές μετριότητες, δίχως επεξεργασμένη άποψη για τη χώρα και, κυρίως, χωρίς πολιτικό θάρρος. Εκτοξεύτηκαν σε ηγετικά αξιώματα εξαιτίας του επωνύμου τους, όχι των ικανοτήτων τους ή κάποιου συμβολισμού που ενσάρκωνε η ηγεσία τους. Επαγγελματίες πολιτικοί, μεγάλωσαν σε προνομιούχες πολιτικές οικογένειες έχοντας διαμορφώσει ιδιοκτησιακή αντίληψη για τα κόμματά τους και τους δημόσιους θεσμούς. Δεν έχουν βιωματική αίσθηση των προβλημάτων, δεν παθιάζονται με τον τόπο.

Το χειρότερο όμως είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται τις βαθιές δομές που καθηλώνουν τη χώρα, το συστημικό χαρακτήρα των προβλημάτων, την ιστορικότητά τους, αλλά τα ερμηνεύουν απλοϊκά ως αποτέλεσμα κακών κυβερνητικών επιλογών μόνο. Δεν βλέπουν ότι οι εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές συνήθως ερείδονται σε ένα υπόστρωμα ιστορικών νεοελληνικών εθισμών – αναξιοκρατίας, κομματισμού, πόλωσης, έλλειψης εμπιστοσύνης στους θεσμούς, ανοχής της παρανομίας, φατριασμού, αρχηγισμού, κρατικού πατερναλισμού, τοπικισμού, και θυματοποιητικού λαϊκισμού.

Τριανταπέντε χρόνια μετά την Μεταπολίτευση ξέρουμε πλέον ότι η νοοτροπία «φύγε εσύ, ναρθω εγώ κι όλα θα αλλάξουν», είναι φενάκη. Η διαφθορά δεν καταπολεμήθηκε επειδή έφυγε το ΠΑΣΟΚ και ήρθε η ΝΔ το 2004, γιατί η διαφθορά δεν είναι θέμα χρώματος των κυβερνώντων, αλλά βαθιών διοικητικών δομών και νοοτροπιών. Η ελλαδική επαρχία δεν θα αγκαλιάσει ξαφνικά τις ανεμογεννήτριες το 2009 επειδή αυτές θα προταθούν από τον μειλίχιο πρωθυπουργό Παπανδρέου, γιατί οι αντιδράσεις δεν έχουν να κάνουν τόσο με το ύφος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, όσο με τη βαθιά ριζωμένη νοοτροπία καχυποψίας και προστασίας τοπικών μικροσυμφερόντων. Πως αλλάζουν αυτές οι νοοτροπίες; Κανείς δεν δείχνει να προβληματίζεται.

Συγκρίνετε την προεκλογική συνέντευξη Καραμανλή στις 29/2/2004 με την προεκλογική συνέντευξη Παπανδρέου στις 20/9/2009 (και οι δύο στην «Καθημερινή) και θα δείτε εντυπωσιακές ομοιότητες: ένας στρογγυλεμένος, προγραμματικά κενός αλλά επικοινωνιακά «αισιόδοξος» λόγος• πληκτική φλυαρία για «διάλογο»• η αναπόφευκτη αναφορά στην «πολιτική βούληση» για ένα «άλλο κράτος» και μια «νέα αρχή». Λόγια του αέρα! Αυτό που απουσιάζει και από τους δυο ηγέτες είναι ακριβώς η ισχυρή βούληση – τα κότσια να εφαρμόσουν δύσκολες αλλά απαραίτητες αλλαγές, με πολιτικό κόστος. Η καραμανλική επανίδρυση του κράτους κατέληξε σε φάρσα, ενώ η παπανδρεϊκή βούληση για την αναθεώρηση του άρθρου 16 εξανεμίστηκε τη στιγμή που συγκρούστηκε με το παγόβουνο του κρατικιστικού ΠΑΣΟΚ.

Η τρίτη γενιά των Παπανδρέου ετοιμάζεται να κυβερνήσει. Η τέταρτη υποθέτω ότι ήδη προπονείται. Δεδομένου ότι ο Παπανδρέου Γ’ δεν είναι νέος στην εκτελεστική εξουσία, μπορούμε να εικάσουμε πως θα πολιτευθεί: με πληθώρα εξωϋπηρεσιακών συμβούλων, παρακάμπτοντας τους δημόσιους λειτουργούς (όπως στο υπουργείο Εξωτερικών)• με το βαθύ ΠΑΣΟΚ συσπειρωμένο γύρω του, πνίγοντας τις όποιες εκσυγχρονιστικές πρωτοβουλίες μεταρρυθμιστών υπουργών του• δίχως αυτοφυές πολιτικό ένστικτο, χωρίς κινητοποιό αρχή και αρθρωμένη στρατηγική, με περιορισμένα προσωπικά βιώματα της χώρας που κυβερνά• χωρίς πάθος αλλά με αναβλητικότητα και ισορροπισμούς. Οι ραφές που συγκρατούν το ΠΑΣΟΚ θα φανούν στην πρώτη μεγάλη κρίση που θα διαχειριστεί.

Αν ο κ.Παπανδρέου κατανοούσε βαθιά το φαύλο κύκλο των προβλημάτων που ταλανίζουν τη χώρα, θα διακινδύνευε μια απλή, αδάπανη, και βαθιά συμβολική κίνηση: θα δεσμευόταν ότι, ένα μήνα μετά την εκλογή του, ο γενικός γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου και οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων δεν θα είναι πολιτικώς επιλεγμένα πρόσωπα, αλλά ανώτατα στελέχη της διοίκησης. Όποιος θέλει να κάνει ρήξεις, πρέπει πρώτα να διαρρήξει την παραδοσιακή σχέση του κυβερνώντος κόμματος με το κράτος, να δεθεί ο ίδιος στο κατάρτι της αξιοκρατίας και της ακομμάτιστης διοίκησης. Έτσι αρχίζει να λύνεται ο γόρδιος δεσμός του κομματισμού που πνίγει τη χώρα.

Φυσικά δεν θα το κάνει. Ο κ.Παπανδρέου δεν έχει τη στόφα του ηγέτη των ρήξεων. Έχοντας μεγαλώσει στη σκιά του πατέρα του, δεν βρήκε ποτέ το θάρρος να διαπράξει συμβολική πατροκτονία: να χειραφετηθεί από τον πατέρα-αφέντη, να βρει τη δική του φωνή, να εμμείνει σε έναν νεωτερικό πολιτικό λόγο αισθητά διαφορετικό από τον παλαιοπασοκικό. Τα Καναδοαμερικανικά και Σουηδικά βιώματά του δεν τα έχει μεταβολίσει σε ρεαλιστική στρατηγική ρήξεων με τις βαθιές ελλαδικές νοοτροπίες. Παραμένουν ευσεβείς πόθοι και συνθήματα.

Ένας αποτυχημένος πρωθυπουργός φεύγει, ένας ανεπαρκής πρωθυπουργός έρχεται. Η κατρακύλα θα συνεχιστεί, ο ρυθμός της ίσως διαφέρει…

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Statesmen και πολιτικάντηδες



Μια από τις πολλές ειρωνείες της ζωής είναι ότι αντιλαμβανόμαστε πληρέστερα τη σημασία γεγονότων, σχέσεων και προσώπων εκ των υστέρων, όταν εστιάζουμε την προσοχή μας σε αυτά, προσπαθώντας να διαυγάσουμε το νόημά τους. Όπως έγραψε ο Κίρκεγκορ, τη ζωή τη ζούμε προς τα μπρος αλλά την κατανοούμε προς τα πίσω.

Όταν ένας πολιτικός αναγγέλλει την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική, τότε αρχίζουμε να αποτιμούμε με μεγαλύτερη καθαρότητα τα πεπραγμένα του. Όσο είναι ενεργός πολιτικός τα κριτήριά μας είναι κατ’ ανάγκην περισσότερο επικαιρικά και λιγότερο αποτιμητικά – χρησιμοποιούμε κυρίως τον ενεστώτα χρόνο. Βλέπουμε όψεις της συνολικής εικόνας του πολιτικού όταν αυτός μεταμορφώνεται από ενεργό «παίκτη» σε αφηγηματικό «χαρακτήρα» – όταν η αφήγησή μας αναφέρεται στον αόριστο χρόνο.

Η αποχώρηση του Αλέκου Παπαδόπουλου, πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ, από την κοινοβουλευτική πολιτική, προκάλεσε πληθώρα κολακευτικών αναφορών στον Τύπο. Δικαιολογημένα. Σε μια χώρα στην οποία η έννοια της μεταρρύθμισης έχει τόσο πολύ ευτελιστεί από τον Καραμανλή Β’, η κοινοβουλευτική αποστρατεία του κ.Παπαδόπουλου γίνεται η αφορμή για να θυμηθούμε ότι υπήρξαν τολμηρές μεταρρυθμίσεις (όπως η δημοσιονομική εξυγίανση το 1993-1996, ο «Καποδίστριας», και η επιχειρηθείσα μεταρρύθμιση του ΕΣΥ, με τις οποίες ο κ.Παπαδόπουλος συνέδεσε το όνομά του), ότι όλοι οι πολιτικοί δεν είναι κενολόγοι, ασπόνδυλοι λαϊκιστές ή καιροσκόποι.

Αν η πολιτική δεν είναι μόνο εγκεφαλική δραστηριότητα αλλά και σωματική πράξη, καταλαβαίνουμε πολλά για έναν πολιτικό από τη γλώσσα του σώματός του και μόνο. Ο κ.Παπαδόπουλος ξεχωρίζει από τους περισσότερους ομολόγους του: σπανίως χαμογελά στα ΜΜΕ. Δείτε τον δίπλα στην κυρία Μπακογιάννη ή τον κ.Σπηλιωτόπουλο και θα καταλάβετε τη διαφορά. Δεν είναι ότι δεν διαθέτει χιούμορ, αλλά ότι δεν πασχίζει να γίνει αρεστός. Δεν κολακεύει το πόπολο, δεν γλείφει τον αρχηγό, δεν ιδεοληπτεί. Πιστεύει στη δύναμη του επιχειρήματος, δεν φιλοτεχνεί την «εικόνα» του.

Ως Ηπειρώτης που μεγάλωσε με τις στερήσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας έμαθε τι σημαίνει ευθύτητα και νοικοκυροσύνη στη διαχείριση των κοινών. Ως σοσιαλδημοκράτης αντιλαμβάνεται το σημαντικό ρόλο του κράτους στην προστασία των συλλογικών αγαθών, αλλά, ως φιλελεύθερος κεντροαριστερός, γνωρίζει ότι μόνο μια ακμαία οικονομία της αγοράς μπορεί να παράγει και να αναδιανείμει πλούτο. Ως εκσυγχρονιστής θαυμάζει τις προηγμένες δυτικές χώρες όχι μόνο για τα επιτεύγματά τους, αλλά και για τις αξιακές προϋποθέσεις που τα παρήγαγαν. «Σε αυτές τις χώρες», γράφει στο στοχαστικό βιβλίο του «Τα Βήματα του Εστερναχ», «ο ορθολογισμός, η φιλοπονία, η φιλεργατικότητα, η πειθαρχία σε άτυπους κανόνες συμπεριφοράς, καθώς και ο σεβασμός στους θεσμούς δεν προήλθαν από «κανονιστικούς» τυπικούς νόμους, αλλά είναι γεννήματα μακροχρόνιων αξιακών συστημάτων». Οι θεσμοί, «αυτονομημένοι από την κομματική «νομενκλατούρα» και άλλα συμφέροντα», παρέχουν στην κοινωνία μια «συλλογική ευφυΐα», η οποία λειτουργεί κανονιστικά: άρχοντες και αρχόμενοι εσωτερικεύουν κοινές αξίες και εκπαιδεύονται σε «αυτο-πειθαρχημένες συμπεριφορές».
Το ελλαδικό πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να παρακολουθήσει τέτοιους Βεμπεριανού τύπου συλλογισμούς, πόσο μάλλον να τους ενσαρκώσει. Αριβίστες, ακαλλιέργητοι, και γλοιώδεις πολιτικάντηδες αδυνατούν να σκεφτούν ρηξικέλευθα και αδογμάτιστα για το κοινό καλό• κύρια έγνοια τους είναι πως θα αποσπάσουν, πελατειακά ή «επικοινωνιακά», την ψήφο μας.
Ο Αλέκος Παπαδόπουλος είναι ένας από τους ελάχιστους πολιτικούς που γνωρίζει καλά ότι το βαθύτερο πρόβλημα της χώρας είναι ο ιστορικός τρόπος που λύνουμε τα προβλήματά μας – η απαξίωση των θεσμών, η ανοχή της παρανομίας, η διαφθορά, η αναξιοκρατία, ο κομματισμός. Με εξαίρεση το Στέφανο Μάνο, είναι ο μόνος πολιτικός που μονότονα επισημαίνει, εδώ και αρκετά χρόνια, τις τεράστιες συνέπειες του δημοσιονομικού προβλήματος και αναδεικνύει τις πολιτικές του ρίζες. «Το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας», είπε στην κεντρική παρουσίαση του βιβλίου του στην Αθήνα τον περασμένο Φλεβάρη, «είναι το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα! Αυτό το σύστημα είναι που δημιουργεί δαπάνες για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή του. Αυτό είναι που με λεονταρισμούς καταγγέλλει τη φοροδιαφυγή και ταυτόχρονα απολογείται όταν θα πρέπει να τη συλλάβει […]• που όχι μόνο δημιουργεί τα ελλείμματα και το χρέος αλλά θεωρεί την αντιμετώπισή τους σαν απειλή της ύπαρξής του». Η ειρωνεία είναι ότι τα έλεγε αυτά ενώπιον των επιφανέστερων εκπροσώπων του πολιτικού συστήματος!
Δεν είναι τυχαίο που εκσυγχρονιστές, εικονοκλάστες πολιτικοί σαν τον Αλέκο Παπαδόπουλο και τον Στέφανο Μάνο (πιθανότατα) δεν θα είναι στην επόμενη Βουλή, ούτε ότι ευρωπαϊστές, ριζοσπάστες πολιτικοί σαν τον αείμνηστο Μιχάλη Παπαγιαννάκη ήταν στο περιθώριο των κομμάτων τους. Statesmen με αυτοπεποίθηση και παρρησία, αρχοντιά και κοσμοπολιτισμό, αντι-ιδεοληπτική σκέψη και ρηξικέλευθη πράξη δεν εκτιμώνται στα κομματικά ποιμνιοστάσια. Ασφαλέστεροι ο Μεϊμαράκης κι ο Παπουτσής, η Καϊλή και ο Ανατολάκης!

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Όλα εδώ πληρώνονται…



Τα αποτελέσματα είναι οδυνηρά, η διαδικασία παραγωγής τους σύνθετη, αλλά η διάγνωση είναι απλή, σχεδόν τετριμμένη πλέον: ο πραγματικός εμπρηστής των δασών μας είναι το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα. Αυτό το σύστημα συντηρεί ένα, κατά περίπτωση, αποδιοργανωμένο, υποχρηματοδοτημένο, διεφθαρμένο, και κομματικοποιημένο κράτος, το οποίο αποτελεί το χρόνιο αντικείμενο πελατειακών σχέσεων μεταξύ εξαχρειωμένων πολιτών και εκμαυλιστών πολιτικών. Αυτό που μεθοδικά καταστρέφει τη χώρα είναι ο φαύλος πελατειακός κύκλος κυβερνώντων-κυβερνωμένων (σε όλα τα επίπεδα). Οι καταστροφικές δασικές πυρκαγιές στην Αττική είναι το ορθολογικό αποτέλεσμα ενός βαθιά ανορθολογικού συστήματος.

Οι πολίτες αντιλαμβάνονται την καταστροφή συνήθως όταν θίγονται τα προσωπικά τους συμφέροντα – όταν λ.χ. καίγεται το σπίτι τους. Τον υπόλοιπο καιρό, ως (ψευδο-) ορθολογικώς σκεπτόμενα άτομα, παίζουν συνήθως με τους όρους του κυρίαρχου πελατειακού παιχνιδιού, ευελπιστώντας στη μεγιστοποίηση των ατομικών τους ωφελειών. Αυτό όμως που συνιστά ένα ατομικό όφελος (π.χ. σπίτι στο δάσος) αποδεικνύεται, στην κατάλληλη συγκυρία, πρόσκαιρο και επισφαλές, όταν δεν συνοδεύεται από ορθολογικά λειτουργούντες δημόσιους θεσμούς, οι οποίοι ορίζουν και διαχειρίζονται το πλαίσιο των ατομικών ωφελειών (π.χ. δασικοί χάρτες, όροι δόμησης, πρόληψη και διαχείριση πυρκαγιών, κλπ).

Πολύ απλά: τα ατομικά αγαθά προστατεύονται αποτελεσματικά στο μέτρο που συναρθρώνονται με συλλογικά αγαθά, των οποίων διαχειριστές είναι οι δημόσιοι θεσμοί. Αν ως ιδιώτης θέλεις να σώσεις το φλεγόμενο σπίτι σου, πρέπει διαρκώς να μεριμνάς ως πολίτης να λειτουργεί καλά η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Να ζητάς από τους πολιτικούς εκπροσώπους σου να συμπεριφέρονται ορθολογικά (δηλαδή: μη πελατειακά) έναντι των δημόσιων θεσμών, και να αξιολογείς τη συμπεριφορά τους (πολιτικών και θεσμών) με ορθολογικά κριτήρια (δηλαδή: την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος).

Τα ατομικά αγαθά, βέβαια, έχουν συγκεκριμένο ιδιοκτήτη και βραχυχρόνιο ορίζοντα αναφοράς (π.χ. να σώσω το σπίτι μου τώρα, να χτίσω γρήγορα), ενώ τα συλλογικά αγαθά ανήκουν σε όλους και η καλή λειτουργία των θεσμών εμπεδώνεται μακροχρόνια. Η ασυμμετρία αυτή εν μέρει αίρεται στο μέτρο που τα άτομα αναπτύσσουν συνείδηση πολίτη (όχι αυθαίρετου ιδιώτη) και, συγχρόνως, οι θεσμοί συμπεριφέρονται με τρόπο που να αποσπούν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Όταν οι θεσμοί απαξιώνονται, κομματικοποιούνται, ή απλώς αφήνονται να αποδιοργανωθούν, η εμπιστοσύνη θραύεται, οι θεσμοί παρακάμπτονται, και τα άτομα συμπεριφέρονται «τυφλά» ως βραχυχρόνιοι μεγιστοποιητές.

Κάθε μεγάλη κρίση απο-καλύπτει• μας επιτρέπει να δούμε πως λειτουργούν οι οργανωμένες συλλογικότητες, κάτι που δεν μπορούμε να δούμε καθαρά σε περιόδους ομαλής λειτουργίας. Η πρόσφατη μεγαπυρκαγιά στην Αττική ήταν απο-κάλυψη στο μέτρο που επέτρεψε, ακόμη μια φορά, να γίνουν ορατά: όλο και περισσότερα σπίτια (αυθαίρετα κα μη) χτισμένα σε πρώην ή νυν δασικές εκτάσεις, αναρίθμητες αυτοσχέδιες χωματερές μέσα στα δάση, τραγελαφική ασυνεννοησία δημοσίων υπηρεσιών (π.χ. Δασαρχεία-Δήμοι), πλημμελής συντονισμός των δυνάμεων πυρόσβεσης, ανύπαρκτη πολιτική πρόληψης των πυρκαγιών, συστηματική υποβάθμιση της Δασικής Υπηρεσίας, απουσία σαφών σημείων λήψης αποφάσεων, προβληματική λειτουργία του Πυροσβεστικού Σώματος. Αυτό που πονάει περισσότερο είναι ότι αυτή η απο-κάλυψη κάθε άλλο παρά καινούρια είναι. Γιατί δεν μας κινητοποιεί;

Ναι, καταστροφικές πυρκαγιές γίνονται και στις πιο οργανωμένες κοινωνίες, αλλά δεν θα δείτε υπουργούς Δημόσιας Τάξης σαν τον Πολύδωρα, το Βουλγαράκη ή τον Μαρκογιαννάκη σε μια προηγμένη δυτική χώρα• δεν θα δείτε υπουργό σαν τον Μαγγίνα να χτίζει αυθαίρετη έπαυλη στους πρόποδες του Υμηττού και να μην παραιτείται από βουλευτής, ούτε να διαγράφεται από το κόμμα του• δεν θα δείτε ένα αυτιστικό πολιτικό σύστημα να συζητά αενάως την πιθανή ημερομηνία των επόμενων εκλογών, ούτε κυβερνητικούς κύκλους να κατηγορούν ψυχωσικά την αξιωματική αντιπολίτευση για εμπρησμούς. Οι καταστροφές απο-καλύπτουν και την ποιότητα των πολιτικών. Αν οργιζόμαστε μετά από κάθε φυσική καταστροφή, είναι γιατί οι κυβερνήτες μας μας ξαναθυμίζουν πόσο ανεπαρκείς είναι. Γιατί τους ανεχόμαστε;

Οι προηγμένες δημοκρατίες έχουν την ικανότητα να μαθαίνουν, γιατί οι θεσμοί τους λειτουργούν ορθολογικά. Μετά από κάθε μεγάλη φυσική καταστροφή στην Αμερική λ.χ. διεξάγεται ενδελεχής δημόσια έρευνα (όχι γελοίες ΕΔΕ όπως εδώ), της οποίας τα πορίσματα συζητούνται ευρέως από ερευνητές, δημόσιους φορείς, κοινοβουλευτικά όργανα, και ενσωματώνονται στη δημόσια πολιτική. Στη χώρα μας κανένα παρόμοιο πόρισμα δεν εκδόθηκε ποτέ. Στις πολιτικά υπανάπτυκτες δημοκρατίες κανείς αρμόδιος φορέας δεν νοιάζεται να μάθει τίποτα, αφού δεν κρίνεται τόσο για τις επιδόσεις του, όσο για τη συμμόρφωσή του με το κυρίαρχο σύστημα εξουσίας.

Η Ελλάδα ψυχορραγεί. Διοικείται, εν πολλοίς, από φαύλους πολιτικάντηδες, οι οποίοι εκλέγονται από συνήθως φενακισμένους ψηφοφόρους με περιορισμένη συνείδηση πολίτη. Ο νεοέλληνας θέλει να ζει σαν πλούσιος Αμερικανός αλλά έχει τη νοοτροπία πονηρού Ανατολίτη. Η ελλαδική σχιζοφρένεια μόνο αποκαΐδια, δάκρυα και αίμα μπορεί να παράγει. Το δράμα δεν έχει ακόμη κορυφωθεί…