Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Αυτή είναι η «Αναγέννηση της Ελλάδας»;


«Ζητώ από όλους να κάνουν την υπέρβασή τους. Ο στόχος μας είναι: Μια Ελλάδα, κράτος-πρότυπο στην Ευρώπη, […] υπόδειγμα δικαιοσύνης και αξιοκρατίας […] Με δύο λόγια, στόχος μας είναι η Αναγέννηση της Ελλάδας!» Α. Σαμαράς, πρωθυπουργός, 5/12/2012

«Η πατρίδα ζητά να υπερβούμε τους εαυτούς μας. […] Να φτιάξουμε επιτέλους κράτος. Ένα κράτος χωρίς σπατάλη, χωρίς πελατειακές εξαρτήσεις. Ένα κράτος αξιών και θεσμών, που εγγυάται δικαιοσύνη, διαφάνεια και ισονομία» Γ. Α. Παπανδρέου, πρώην πρωθυπουργός,12/2/2012

Όταν τον Μάρτιο του 2007 ξέσπασε το σκάνδαλο των ομολόγων, ο τότε υπουργός Οικονομικών κ. Αλογοσκούφης, επέκρινε τις «ανίδεες διοικήσεις Ταμείων», τις οποίες, όπως είπε, «εκμεταλλεύονταν άπληστοι χρηματιστές». Έσπευσε δε να αποφανθεί ότι «πολιτικές ευθύνες δεν υπάρχουν σε κανέναν»! Επρόκειτο για μια τυπική δήλωση πολιτικάντη που θέλει να αποφύγει τη λογοδοσία: δακτυλοδεικτεί τους άλλους – τους ανίκανους διαχειριστές - προκειμένου να αποσιωπήσει τις ευθύνες αυτών που τους διόρισαν, δηλαδή της κυβέρνησής του!

Την επόμενη φορά, λοιπόν, που ο κ. Πάγκαλος, ή κάποιος άλλος πολιτικός κήνσορας, μας πει με στόμφο ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε», θα πρέπει κάποιος να του θυμίσει ότι δεν διορίσαμε εμείς, οι πολίτες, «ανίδεους», ιδιοτελείς, ή διεφθαρμένους επικεφαλής των δημοσίων οργανισμών, αλλά οι κυβερνήτες μας. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι κυβερνήσεις έχουν την πρώτη και κύρια ευθύνη για τον τρόπο που οργανώνουν τους θεσμούς και επιλέγουν τις ηγεσίες τους.

Οι πολιτικάντηδες ελπίζουν ότι η μνήμη μας είναι βραχεία. Δεν πρέπει να τους επιβεβαιώσουμε. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, ότι δεν διορίσαμε εμείς τον κομματάνθρωπο κ. Ε. Παπαδόπουλο ειδικό γραμματέα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με αρμοδιότητα την εποπτεία των «ανίδεων διοικήσεων» των Ταμείων, αλλά ο «κολλητός» του τότε υπουργός κ. Τσιτουρίδης. Δεν διορίσαμε εμείς τον κ Μίχα, έναν άσχετο συνδικαλιστή των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, δίχως πτυχίο, και υπόδικο σήμερα στο σκάνδαλο των υποβρυχίων, επικεφαλής του ΕΦΕΤ, αλλά ο κομματικός του φίλος κ. Λοβέρδος. Ούτε διορίσαμε εμείς τον κουμπάρο του Καραμανλή Β’ κ. Μηλιάκο, ή τον τότε ταμία του ΠΑΣΟΚ κ. Λάμπρου διοικητές της ΑΤΕ. Δεν ήμασταν εμείς που αποφασίζαμε για τα σκανδαλώδη δάνεια της ΑΤΕ σε αφερέγγυα κόμματα, προβληματικούς συνεταιρισμούς, ή χρεοκοπημένους επιχειρηματίες, ούτε ήμασταν εμείς που αγοράζαμε επικίνδυνα χρηματοοικονομικά προϊόντα με υψηλές προμήθειες, ή οδηγήσαμε τις θυγατρικές της ΑΤΕ να χάσουν πάνω από το 80% του κεφαλαίου τους. Τις επιλογές αυτές τις έκαναν κομματικά διορισμένες διοικήσεις που επέλεγαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις.

Μήπως, τουλάχιστον, έβαλαν μυαλό; Αστειεύεστε; Οι ιστορικοί εθισμοί της φαυλοκρατικής πολιτικής τάξης δύσκολα αλλάζουν. Ακόμα και τώρα, στην εποχή της χρεοκοπίας, μια παρασιτική ελιτ κομματανθρώπων ετοιμάζεται να καταλάβει τη διοίκηση των δημόσιων οργανισμών. Σε πιστοποιημένους «κολλητούς»-κομματανθρώπους, όπως ο Αγγελούδης του ΟΛΘ, ο Καραχάλιος του ΕΟΤ ή ο Στασινόπουλος του ΣΔΟΕ, προστίθενται αφειδώς καινούριοι. Την ίδια στιγμή, οι πολιτικάντηδες ρητορεύουν για «αξιοκρατία», εγκωμιάζουν τάχα μου τους «θεσμούς», και ζητούν να «κάνουμε την υπέρβασή» μας!

Θαυμάστε τους ηγέτες: εμείς να κάνουμε την υπέρβασή μας, όχι αυτοί τη δική τους! Αυτοί να συνεχίσουν να μοιράζονται τα λάφυρα του κράτους, αλλά εμείς να μην ενεργούμε συμφεροντολογικά! Αυτοί να διορίζουν «ανίδεους» πολιτευτάδες σε οργανισμούς που επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή μας, αλλά εμείς να σκεφτόμαστε αλτρουιστικά τη «σωτηρία της πατρίδας», όχι τα «κεκτημένα» μας! Θέλουν, λέει, την «Αναγέννηση της Ελλάδας», τη στιγμή που αναπαράγουν ό,τι την έφερε στη χρεοκοπία. Δεν έχουν ίχνος ντροπής ...

Αν είχαν, θα συμπεριφέρονταν διαφορετικά. Όποιος θέλει την «αναγέννηση» της χώρας δεν το διακηρύσσει, δρα αναγεννητικά, που θα πει: διαλύει το κομματικό-πελατειακό κράτος – τη σημαντικότερη αιτία των δεινών μας. Δεν το κάνουν, όμως. Οι ιστορικοί εθισμοί του κομματικού συστήματος αποδεικνύονται ισχυρότεροι από την ανάγκη σωτηρίας της χώρας. Η υψηλόφρων «εκσυγχρονιστική» ρητορική τους συγκαλύπτει υποκριτικά τα «ανατολίτικα» πεπραγμένα τους – τη διαιώνιση των «βαθιών δομών» που συνέχουν το ελλαδικό κράτος.

Σκεφτείτε: η κυβέρνηση μιας χρεοκοπημένης χώρας θέλει, υποτίθεται, να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη τόσο των δανειστών όσο και των πολιτών της. Διακηρύσσει μεν τις «σωστές» αξίες, αλλά, όπου μπορεί, πράττει τα αντίθετα. Η σχιζοφρενική αυτή συμπεριφορά την αποτρέπει από την ανάληψη εκείνων των «αξιόπιστων δεσμεύσεων» που θα σηματοδοτούσαν τόσο στο εξωτερικό όσο και στους καθημαγμένους πολίτες ότι η χρεοκοπία έγινε μάθημα. Ότι πατώσαμε αλλά μάθαμε και, γι αυτό, αλλάζουμε. Η πλέον «αξιόπιστη δέσμευση» θα ήταν το ξήλωμα του κομματικού κράτους. Δεν το τολμούν. Απειλείται, βλέπετε, η ίδια η ίδια η ύπαρξή τους. Αρνούνται να αυτοχειριασθούν – και καταστρέφουν τη χώρα.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Οι εντροπικοί ηγέτες της ντροπής


Η παρακμή ενός θεσμού είναι μια κλιμακούμενη διαδικασία. Αρχικά ο θεσμός παρέχει ανεπαρκώς τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει σχεδιασθεί (π.χ. η βραδυδικία του δικαιοδοτικού συστήματος). Μια πιο προχωρημένη μορφή παρακμής είναι η αυτο-αναφορικότητα: ο θεσμός προκρίνει τα συμφέροντα των μελών του από τις κοινωνικές ανάγκες (π.χ. προκλητικά βουλευτικά προνόμια). Τέλος, η παρακμή κορυφώνεται όταν ο θεσμός περιέρχεται σε κατάσταση αποδόμησης, είτε εξαιτίας φατριαστικών αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό του (βλέπε ΣΔΟΕ), είτε εξαιτίας πνιγηρής στασιμότητας.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Ό,τι αρπάξουμε καλό είναι…


Είναι σημαντικό: αν δεν δούμε τη μεγάλη εικόνα, δεν θα μπορέσουμε να βγούμε από το αδιέξοδο. Όσο η αντίληψη της πραγματικότητας παραμένει θραυσματική, τόσο θα αδυνατούμε να απεγκλωβιστούμε από τους φαύλους κύκλους στους οποίους έχουμε εμπλακεί. Κάθε δράση είναι αντί-δραση. Η «διαλογικότητα» των δράσεων-αντιδράσεων δημιουργεί έναν ασφυκτικό βρόχο που μας πνίγει όλο και περισσότερο. Τα παραδείγματα είναι πολλά, θα σταθώ εδώ σε ένα.

Πριν από λίγο καιρό η βουλευτής της Χρυσής Αυγής κ. Ζαρούλια, χρησιμοποίησε ρατσιστική γλώσσα στη Βουλή, χαρακτηρίζοντας τους μετανάστες «υπανθρώπους». Πώς αντέδρασε ο προεδρεύων της Βουλής κ. Δραγασάκης; «Θεσμικά»: ζήτησε να σταλούν στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής τα πρακτικά της συνεδρίας, για να επιβληθούν, υποθέτω, κυρώσεις στην κ. Ζαρούλια.

Σε μια ώριμη δημοκρατία αυτή θα ήταν μία λογική αντίδραση: θα ήταν όνειδος για έναν βουλευτή να παραπεμφθεί σε ένα θεσμικό σώμα περιβεβλημένο με κύρος, το οποίο θα του επέβαλλε κυρώσεις. Σας ρωτάω: υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, αποτελούμενη από τους κκ. Κακλαμάνη, Ψαρούδα-Μπενάκη, Σιούφα, Πετσάλνικο, Πολύδωρα και Μεϊμαράκη, διαθέτει το απαιτούμενο κύρος; Σε τι υπόληψη έχει αυτό το σώμα η κοινή γνώμη;

Μην κουράζεστε: αρκεί να σκεφτείτε τις προσλήψεις εκτός ΑΣΕΠ στη Βουλή, τις μονιμοποιήσεις των («ημέτερων», φυσικά) μετακλητών υπαλλήλων, τους προκλητικούς διορισμούς συγγενικών προσώπων, ή την επιλεκτική ανοχή επιλήψιμων βουλευτικών πρακτικών και τη μετατροπή της Βουλής σε υπηρέτρια της εκτελεστικής εξουσίας (ενίοτε και σε «πλυντήριο» υπόπτων για διαφθορά πολιτικών), και μάλλον θα καταλήξετε στο γνωστό συμπέρασμα που συμβολικά απεικονίζεται στην αμίμητα ελληνική ανοιχτή παλάμη! Άνθρωποι που έφεραν το περίβλεπτο αξίωμά τους στο ύψος του αναστήματός τους, έχουν χάσει το ηθικό κύρος να επιβάλλουν κυρώσεις. Ποιος τους παίρνει στα σοβαρά;

Ιδού, όμως, το πρόβλημα. Δίχως αξιέμπιστους θεσμούς δεν μπορούμε να διαχειριστούμε έλλογα τα προβλήματά μας. Θα κυριαρχούν οι ισχυροί, οι διεφθαρμένοι ή απλώς οι χυδαίοι! Στο ρατσιστικό λόγο της κάθε Ζαρούλια δεν μπορεί να αντιταχθεί πειστικά ο θεσμικός λόγος της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Αυτοί που συστηματικά μπέρδεψαν το «ηθικό» με το «νόμιμο» και χρησιμοποίησαν τη θέση τους για να ορίσουν το «νόμιμο» όπως τους συμφέρει, απαξίωσαν το θεσμό που υπηρέτησαν. Αυτοί που επιλέγουν τον ηθικό αυτο-ευνουχισμό, μεμφόμενοι την «ανυπαρξία νομοθετικών ρυθμίσεων» ως υπεύθυνη για τις οικογενειοκρατικές πρακτικές στις οποίες οι ίδιοι επιδόθηκαν (!) (βλέπε δηλώσεις του αντιπροέδρου της Βουλής κ. Τραγάκη μετά τις αποκαλύψεις για διορισμό συγγενών του στη Βουλή), δεν διαθέτουν το ηθικό ανάστημα να αντιπαρατεθούν πειστικά στη χυδαιότητα των ρατσιστών. Ο εκφυλισμός της Βουλής του Σιούφα οδηγεί στη Βουλή του Κασιδιώταρου!

Η αυτοεξυπηρετική νοοτροπία των πολιτικών ηγετών μας αντιγράφεται, φυσικά, και περαιτέρω εκχυδαΐζεται, από το λοιπό κοινωνικό σώμα - «το της πόλεως όλης ήθος ομοιούται τοις άρχουσιν» (Ισοκράτης). Όταν πρόσφατα απειλήθηκαν τα σκανδαλώδη προνόμιά τους, οι συνδικαλιστές των υπαλλήλων της Βουλής δεν απείλησαν απλώς με απεργία, αλλά άρχισαν να βρίζουν, να ασχημονούν και να προπηλακίζουν βουλευτές και δημοσιογράφους στη Βουλή. «Να μη βγει κανένα σκουλήκι [βουλευτής!] έξω», κραύγαζαν μερικοί!

Σε τηλεοπτική εκπομπή ο πρόεδρος του σωματείου των υπαλλήλων της Βουλής κ. Πολίτης μας βοήθησε να καταλάβουμε καλύτερα το σκεπτικό της συντεχνιακής απληστίας: «Έχετε δει κανέναν εργαζόμενο να του δίνουν χρήματα και να λέει όχι;», είπε. Σωστά: έχετε δει κανέναν πρόεδρο Βουλής να του δίνεται η δυνατότητα να διορίσει συγγενείς του, συνεργάτες του ή «πελάτες» του και να λέει όχι; Γιατί τότε να πει όχι ο κάθε Πολίτης; Γιατί να δεχθεί την απώλεια των όποιων κεκτημένων της η κάθε κοινωνική ομάδα; Αφού κανείς συνδικαλιστής δεν έμαθε τι σημαίνει αυτο-περιορισμός αλλά παιδαγωγήθηκε από τους πολιτικούς στην πλεονεξία και την ιδιοτέλεια, το μόνο που απομένει είναι η λεηλασία των κοινών. Ό,τι αρπάξουμε καλό είναι…Οι κλασικοί στοχαστές το είχαν προβλέψει: η διεφθαρμένη πολιτεία είναι αυτή στην οποία οι πολίτες ενδιαφέρονται τι μπορούν να πάρουν παρά τι να συνεισφέρουν στα κοινά.

Από τη μεταπολίτευση και μετά καθιερώσαμε το «αυτοδιοίκητο» μερικών σημαντικών θεσμών (της Βουλής, των πανεπιστημίων, κλπ). Πώς χρησιμοποιήθηκε; Κυρίως για να αποκτήσουν προνόμια οι ισχυροί των θεσμών αυτών εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας. Η «αυτοδιοίκηση» απετέλεσε το φύλλο συκής της προσοδοθηρίας. Τα οργανωμένα συμφέροντα καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη που απέσπασαν. Το προβλέψιμο αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή απαξίωση των θεσμών και, τελικά, ο έσχατος εκφυλισμός τους. Ο κασιδιωταρισμός είναι το ανώτατο στάδιο του σιουφισμού!

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας κανείς ποτέ δεν χάνει…


Έχει πάψει να εκπλήσσει, αλλά η διαπίστωση εξακολουθεί να είναι οδυνηρή κάθε φορά: η Ελλάδα πάσχει από θεσμική καχεξία, η οποία ευθύνεται για πολλά από τα δεινά της. Οι θεσμοί της χώρας δεν διαθέτουν την απαραίτητη ευρωστία για να ανταπεξέλθουν στην κρίση. Μοιάζουν με τις σωσίβιες λέμβους του μοιραίου «Εξπρές Σάμινα»: στη δύσκολη στιγμή που τις έχεις ανάγκη αποκαλύπτεται η αχρηστία τους!

Όπως ένα οργανωσιακό ατύχημα (π.χ. το ναυάγιο του «Εξπρές Σάμινα» το 2000) επωάζεται αρκετό καιρό πριν την εμφάνισή του, η θεσμική καχεξία είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας. Οι θεσμοί απισχνώνται όταν, βαθμιαία, παύουν να λειτουργούν με τα δικά τους «κριτήρια αριστείας», υπηρετώντας τις «ενδογενείς αξίες» τους, και, αντιθέτως, κυριαρχούνται από «εξωγενείς» επιρροές, οι οποίες προέρχονται από τις πρακτικές της κομματικοποίησης, της απληστίας, και της κάθε είδους φατριαστικής συναλλαγής. Αντιλαμβανόμαστε την καχεξία των θεσμών όταν αυτοί δεν παράγουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Ο χειρισμός της διαβόητης «λίστας Λαγκάρντ» από τους τότε υπουργούς Οικονομικών κκ. Παπακωνσταντίνου και Βενιζέλο, και τους τότε επικεφαλής του ΣΔΟΕ κκ. Καπελέρη και Διώτη, αποκαλύπτει την οξεία θεσμική καχεξία της χώρας. Οι δημόσιες τοποθετήσεις των εμπλεκομένων μας επιτρέπουν να καταλάβουμε καλύτερα τα «ρεζιλίκια» μας.

Ο κ. Π. ισχυρίζεται ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έδωσε ολόκληρη τη λίστα Λαγκάρντ στον κ. Καπελέρη, αλλά μόνο 20 ονόματα, για έλεγχο, είναι οι «δυσλειτουργίες και καθυστερήσεις στο ΣΔΟΕ», όπως αυτές πιστοποιούνται από την απαράδεκτη βραδύτητα του οργανισμού στον έλεγχο μιας άλλης λίστας με στοιχεία Ελλήνων καταθετών στο Λιχτενστάιν, το 2009. Με λίγα λόγια, ο κ. Π δεν εμπιστευόταν το ΣΔΟΕ!

Δεκτό. Τι έκανε τότε ως ο αρμόδιος υπουργός για να δημιουργήσει έναν αξιέμπιστο οργανισμό; Ποιες συναφείς οργανωτικές-διοικητικές πρωτοβουλίες ανέλαβε; Γιατί επέλεξε έναν κομματάνθρωπο (συνδικαλιστή και υποψήφιο βουλευτή του ΠΑΣΟΚ) ως ειδικό γραμματέα του ΣΔΟΕ; Γιατί, αργότερα, προήγαγε τον κ. Καπελέρη σε γενικό γραμματέα του υπουργείου του; Δεν αντιλαμβάνεται ο κ. Π την υποκρισία του όταν δηλώνει ότι «το Α και το Ω της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας [του ΣΔΟΕ] είναι η αυτοτέλειά του από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία»; Μα αυτή ακριβώς την αυτοτέλεια του ΣΔΟΕ υπέσκαψαν συστηματικά οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, διορίζοντας επικεφαλής του ΣΔΟΕ κυρίως αχυρένιους κομματανθρώπους ή «κολλητούς»! Όποιος ενδιαφέρεται για την αποτελεσματικότητα του ΣΔΟΕ το αποδεικνύει εμπράκτως και εγκαίρως, δεν επικαλείται καιροσκοπικά, εκ των υστέρων, τις αξίες που όφειλε να υπηρετεί.

Δείτε, επίσης, πως αντιλαμβάνονται το ρόλο του ΣΔΟΕ τόσο οι υπουργοί Οικονομικών όσο και οι επικεφαλής του οργανισμού. Σε επιστολή του στους «Financial Times», ο κ. Παπακωνσταντίνου αναφέρει: «Εκ του νόμου το ΣΔΟΕ θα πρέπει να ερευνά κάθε […] πληροφορία στο πλαίσιο των καθηκόντων του και δεν θα έπρεπε να περιμένει «πολιτικές εντολές» σχετικά». Παρόμοιες δηλώσεις έκανε και ο κ. Βενιζέλος στη Βουλή. Ο κ. Διώτης, όμως, στο υπόμνημά του στους οικονομικούς εισαγγελείς ισχυρίζεται ότι «το ΣΔΟΕ υλοποιεί την εκάστοτε από την εκτελεστική εξουσία […] προκρινόμενη πολιτική στους τομείς δράσης του». Παρόμοια ήταν και η τοποθέτηση του κ. Καπελέρη.

Βλέπετε την αυτο-εξυπηρετική διάσταση απόψεων; «Δεν χρειάζεστε πολιτικές εντολές για να κάνετε τη δουλειά σας», λένε οι υπουργοί Οικονομικών. «Μα είμαστε εκτελεστικά όργανα», απαντούν οι επικεφαλής του ΣΔΟΕ! Δείτε τώρα ολόκληρη την εικόνα. Για να μη χρειάζονται «πολιτικές εντολές» οι επικεφαλής του ΣΔΟΕ, πρέπει να επιλέγονται και να αξιολογούνται με αμιγώς επαγγελματικά κριτήρια, κάτι που δεν συνέβη ποτέ. Όταν ο επικεφαλής ενός οργανισμού οφείλει το διορισμό του σε πολιτικούς προστάτες, η αφοσίωσή του, κατ αρχήν, δεν είναι τόσο στην υπηρέτηση των «ενδογενών αξιών» που διέπουν την υπηρεσία του, όσο στη διασφάλιση της ευαρέσκειας των πολιτικών αφεντικών του από τους οποίους κυρίως αντλεί τη νομιμοποίησή του.

Σε κάθε περίπτωση, ένας τέτοιο στέλεχος δεν συμπεριφέρεται ηγετικά, δεν έχει μάθει να παίρνει πρωτοβουλίες (όπως κάνουν οι επικεφαλής των πανίσχυρων φοροελεγκτικών μηχανισμών στα σοβαρά κράτη), αλλά περιμένει «πολιτικές εντολές» άνωθεν. Συμπεριφέρεται «αμυντικά», η ανάληψη πρωτότυπων πρωτοβουλιών, με όλους τους πιθανούς κινδύνους που εμπεριέχει, του είναι ξένη ως νοοτροπία. Προσφεύγει σε έναν στενόμυαλο νομικισμό γιατί δεν διαθέτει την απαραίτητη αυτοπεποίθηση και ανεξαρτησία που συνήθως αναπτύσσουν οι καλοί επαγγελματίες. Αφού δεν επελέγη με αμιγώς επαγγελματικά κριτήρια, δεν έχει μάθει να συμπεριφέρεται με τα αντίστοιχα «κριτήρια αριστείας». Αν, παρ’ όλα αυτά, ένα τέτοιο στέλεχος πάρει το ρόλο του στα σοβαρά, όπως αξιοθαύμαστα έκανε ο τότε γενικός γραμματέας του υπ. Οικονομικών κ. Δ. Σπινέλλης, τότε αργά ή γρήγορα θα οδηγηθεί σε παραίτηση – το κομματικό παρακράτος δεν ανέχεται ανεξάρτητες και ευσυνείδητες φωνές. Στη διαμάχη Καπελέρη-Σπινέλλη κατίσχυσε, φυσικά, ο Καπελέρης!

Σε μια σοβαρή χώρα οι κκ. Παπακωνσταντίνου και Βενιζέλος θα δικάζονταν τουλάχιστον για παράβαση καθήκοντος. Στη μετα-οθωμανική δημοκρατία μας τέτοια πράγματα δεν είναι πολιτικώς ορθόν να συμβούν! Σε ένα σοβαρό κόμμα ο κ. Βενιζέλος θα είχε ήδη ωθηθεί σε παραίτηση. Στο κόμμα που θεσμοποίησε τη φαυλότητα, η αξιοπρέπεια είναι μια άγνωστη έννοια!

Για μια ακόμη φορά συναντούμε τον άλυτο γόρδιο δεσμό που μας πνίγει: αυτοί που θέλουν να σώσουν τη χώρα είναι αυτοί που εξαχρείωσαν τους θεσμούς της! Η πολιτική σταθερότητα εξαρτάται από τη συγκάλυψη, το ψεύδος, και τη μη απόδοση δικαιοσύνης! Απαράδεκτο; Φυσικά. Αδιέξοδο; Ακριβώς – σαν κι αυτό που ζούμε…

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Συστημικοί πολιτικάντηδες και αντισυστημικοί τραμπούκοι


Αύγουστος μήνας, σε ένα από τα όμορφα ορεινά χωριά κοντά στο Καρπενήσι, μια παρέα παλιών φίλων τρώει, πίνει και συζητά. Η κουβέντα καταλήγει στην πολιτική. Κυριαρχούν η κατήφεια, η ανησυχία, ο θυμός. «Στις επόμενες εκλογές σκέφτομαι να ψηφίσω Χρυσή Αυγή», δηλώνει ο οικοδεσπότης. Η ανορθόδοξη προτίμηση ενός μορφωμένου, ευκατάστατου, πρώην υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής, εκπλήσσει τους υπόλοιπους. «Μα αυτοί είναι υπόκοσμος», του αντιτείνει κάποιος. «Γιατί οι πρόεδροι και αντιπρόεδροι της Βουλής που διορίζουν τους συγγενείς τους στη Βουλή, τι είναι;», απαντά ο οικοδεσπότης. «Όσοι κάνανε τη χώρα ξέφραγο αμπέλι, όσοι μας φέρανε σ’ αυτή την κατάντια, οι μιζαδόροι και οι βολεψάκηδες πολιτικοί δεν είναι υπόκοσμος;».

Δύσκολη η συν-εννόηση όταν οι έννοιες χάνουν τη συμβατική τους σημασία. Ξέραμε διαισθητικά μέχρι τώρα τι σημαίνει «υπόκοσμος» (εγκληματική συμμορία). Όταν, όμως, η έννοια διευρύνεται για να χαρακτηρίσει τη συμπεριφορά μελών του πολιτικού κατεστημένου, τότε δεν έχουμε απλώς μια απλή περίπτωση μεταφορικής χρήσης της γλώσσας, αλλά μια ανα-ταξινόμηση της συμπεριφοράς, δηλαδή την υπαγωγή της σε ένα νέο σημασιολογικό πεδίο. Συμπεριφορές που μέχρι πρόσφατα αναφέρονταν ως «οικογενειοκρατία» ή «ρουσφετολογία» (με όλες τις αρνητικές συνδηλώσεις τους ως εκφάνσεις του «παλαιοκομματισμού»), τώρα, στο φως της επώδυνης κρίσης και της εκτεταμένης διαφθοράς (πραγματικής και εικαζόμενης) της πολιτικής ελίτ, περιγράφονται ως συμπεριφορές «υποκόσμου». Το πεδίο αναφοράς άλλαξε: από το πεδίο του «παλαιοκομματισμού» οδηγηθήκαμε σε αυτό της «συμμορίας».

Όλο και περισσότερο, οι συμβατικές έννοιες αδυνατούν να περιγράψουν αυτά που αισθανόμαστε για τους πολιτικούς μας. Σαν ελαφρά παυσίπονα, οι συνηθισμένοι χαρακτηρισμοί πλέον δεν επαρκούν - χρειαζόμαστε πιο ισχυρούς για να αποδώσουν αυτά που νοιώθουμε. Διολισθαίνουμε ανεπαίσθητα στο γλωσσικό εξτρεμισμό για να εκφράσουμε ακραία συναισθήματα που προκαλούνται από άθλιες πρακτικές των πολιτικάντηδων. Οι συνέπειες είναι τεράστιες.

Αν με τη συμπεριφορά τους οι πολιτικοί, όχι μόνο απαξιώνουν το λειτούργημά τους, αλλά το χρησιμοποιούν με ηθικά επιλήψιμο, ακόμη και παράνομο, τρόπο προς ίδιον ή κομματικό όφελος, τότε στην κοινή συνείδηση αποκτούν χαρακτηριστικά «συμμορίας». Αν ο Τσοχατζόπουλος και η παρέα του κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για «σύσταση συμμορίας», γιατί να μη θεωρήσει κανείς ότι και τα κόμματα εξουσίας λειτουργούσαν ως «συμμορίες», στο μέτρο που, με αγαστή σύμπνοια, διόριζαν τους συγγενείς και «κολλητούς» τους σε δημόσιες θέσεις, αυτο-απαλλάσονταν από τις δανειακές υποχρεώσεις τους προς κρατικές τράπεζες, ή εισέπρατταν «χορηγίες» από εταιρίες που συναλλάσσονταν με το κράτος, το οποίο αυτά διοικούσαν;

Αν, όμως, θεωρήσουμε ότι η επιλογή μας είναι μεταξύ αντίπαλων «συμμοριών», τότε, για αρκετούς συμπολίτες μας, η «συμμορία» των τραμπούκων νεοναζί δείχνει να είναι προτιμότερη από τη «συμμορία» των δήθεν ευπρεπών, βαθιά υποκριτών πολιτικάντηδων. Αν μη τι άλλο, επιλέγοντας τη «συμμορία» των νεοναζί νοιώθουν ότι αποδίδουν «δικαιοσύνη», αφού έτσι τιμωρούν τους «κλέφτες»! Η βία (λεκτική και σωματική) της ΧΑ είναι η βία που θα ήθελε να ασκήσει, αν μπορούσε, ο ανθρωπάκος που βυθίζεται στη φτώχεια και την απελπισία, και κυριεύεται από θολό θυμό. Η οργισμένη, συχνά χυδαία, πεζοδρομιακή γλώσσα του Κασιδιάρη και του Παναγιώταρου αναπαράγει τη γλώσσα του απολιτικά «αγανακτισμένου» παρία που μετατρέπεται σε χούλιγκαν.

Αλλά μήπως είναι καλύτερη η γλώσσα του προέδρου της Βουλής, κυρίου (προπαντός!) Μεϊμαράκη; ‘Η μήπως είναι καλύτερες οι πρακτικές των αναρχο-αριστερών νταήδων που καταλαμβάνουν δημόσια κτίρια, ματαιώνουν βιαίως εκλογές σε πανεπιστήμια, διαλύουν συνεδριάσεις πανεπιστημιακών οργάνων, χτίζουν τα γραφεία καθηγητών, κλείνουν δρόμους και λιμάνια, «δεν πληρώνουν», ή ασχημονούν, τρομοκρατούν, και βιαιοπραγούν κατά όσων διαφωνούν μαζί τους; Ιδού το δράμα μας: από τη μια οι χυδαία αυτο-εξυπηρετικοί, «συστημικοί» πολιτικάντηδες• από την άλλη, οι «αντισυστημικοί» ακροδεξιοί και ακροαριστεροί τραμπούκοι.

Στο δημοκρατικό πλαίσιο, βέβαια, κανείς, ούτε οι νεοναζί, δεν θέλει να χρεωθεί τη βία. Γι αυτό τη συγκαλύπτουν ρητορικά. Προσέξτε πόσο παρόμοια είναι η τακτική της συγκάλυψης από τα δύο πολιτικά άκρα. Σε επιστολή του στην «Καθημερινή» (18/9/2012), ο υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ κ. Σκουρλέτης διαμαρτύρεται γιατί «εξισώνεται η πολιτική και κινηματική δράση της Αριστεράς με τη φασιστική δράση της Χρυσής Αυγής». Ο βουλευτής της ΧΑ κ. Παππάς, επίσης σε επιστολή του στην «Καθημερινή» (17/10/2012), διαμαρτύρεται κι αυτός γιατί «η εξίσωση της αριστερής τρομοκρατίας με τον πολιτικό ακτιβισμό της Χρυσής Αυγής είναι […] ανιστόρητη και παραπλανητική». Η αποθέωση του πολιτικού αυτισμού: οι δικές μου βίαιες πράξεις είναι «κινηματικές» και «ακτιβιστικές», οι δικές σου είναι «τρομοκρατικές» και «παράνομες»! Για τους κκ. Σκουρλέτη και Παππά, η νομιμότητα δεν αποτελεί ένα σύνολο κοινών κανόνων με βάση τους οποίους κρίνεται η συμπεριφορά όλων, αλλά έχει πολιτικό πρόσημο!

Αν η ελληνική αριστερά διέθετε την απαιτούμενη τόλμη, θα έπρεπε να ομολογήσει τη δική της συμβολή στην υπονόμευση του Μεταπολιτευτικού κράτους δικαίου. Όχι μόνο επειδή ενθάρρυνε ή ανέχθηκε την καταπάτηση της νομιμότητας, αλλά και επειδή ενεργά υπέσκαψε τους θεσμούς που την προστατεύουν. Αγνοώντας (ατιμωρητί φυσικά) δικαστικές αποφάσεις, βάλλοντας αδιάκριτα κατά της Αστυνομίας, περιφρονώντας επιλεκτικά νόμους και θεσμικούς κανόνες, η αριστερά συνεισέφερε τα μέγιστα στην εκτεταμένη ανομία. Τώρα που οψίμως ανακάλυψε ότι χρειαζόμαστε τα «αστικά δικαστήρια» και τις «δυνάμεις καταστολής» για να μας προστατεύσουν από τους χουλιγκάνους νεοναζί, ας αναρωτηθεί τι έκανε τα τελευταία 38 χρόνια για να ενδυναμώσει τους θεσμούς αυτούς. Το χωράφι που σήμερα σπέρνει η Χρυσή Αυγή, το είχαν ήδη οργώσει άλλοι...

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ποιος θα υπερασπίσει με πάθος το δημόσιο συμφέρον;


Ως επικεφαλής των Γερμανικών Ταχυδρομείων για 19 χρόνια, ο κ. Κλάους Τσουμβίνκελ ήταν ένας από τους πιο ευυπόληπτους μάνατζερ στη Γερμανία. Είχε όμως μια κακή συνήθεια: απέφευγε να πληρώνει φόρους! Ιδιοκτήτης ενός ιδρύματος με έδρα το Λιχνενστάιν κατάφερε να αποκρύπτει συστηματικά την περιουσία του από τις Γερμανικές Αρχές.

Η λαμπρή σταδιοδρομία του κ. Τσουμβίνκελ τελείωσε με εξευτελιστικό τρόπο τον Φεβρουάριο 2008, όταν η αστυνομία, συνοδευόμενη από τηλεοπτικά συνεργεία (!), τον συνέλαβε στην πολυτελή κατοικία του στην Κολωνία. Καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση με αναστολή, πρόστιμο 1 εκ. ευρώ, και αναγκάστηκε, φυσικά, να παραιτηθεί από τη θέση του. Το ενδιαφέρον σε αυτή την ιστορία δεν είναι τόσο η φοροδιαφυγή ενός μέλους της ελίτ, όσο η αποφασιστικότητα του γερμανικού κράτους να πατάξει τη φοροδιαφυγή με όλα τα μέσα. Οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες δεν δίστασαν να γίνουν κλεπταποδόχοι, καταβάλλοντας 4,2 εκ. ευρώ σε πληροφοριοδότη, ο οποίος είχε καταφέρει να υποκλέψει στοιχεία για τους λογαριασμούς χιλίων ατόμων από τράπεζα του Λιχτενστάιν. Ένα από αυτά τα άτομα ήταν και ο κ. Τσουμβίνκελ.

Η χρήση πληροφοριών που αποκτήθηκαν παράνομα είναι πάντοτε επίμαχη σε ένα κράτος δικαίου. Το 2010, όταν ένα παρόμοιο θέμα ήρθε στη δημόσια συζήτηση, μερικοί Γερμανοί βουλευτές διαμαρτυρήθηκαν για τη χρήση τέτοιων πληροφοριών. Παρ’ όλα αυτά, το 2012 οι Αρχές της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας πλήρωσαν 3,5 εκ. ευρώ για να αγοράσουν υποκλαπείσες πληροφορίες φορολογικού ενδιαφέροντος. Ένα σοβαρό κράτος δικαίου γνωρίζει ότι δεν παύει να είναι κράτος και, άρα, να θέτει το δημόσιο συμφέρον πάνω απ’ όλα.

Ο Μακιαβέλι θα επικροτούσε αυτή τη στάση. Για τον Φλωρεντίνο στοχαστή, το συμφέρον της οργανωμένης πολιτικής κοινότητας υπερτερεί όχι μόνο έναντι όλων των άλλων επιμέρους συμφερόντων, αλλά και των συνηθισμένων ηθικών επιταγών. Το σημαντικότερο προσόν που πρέπει να διαθέτει ένας καλός κυβερνήτης, λέει ο Μακιαβέλι, είναι η «virtu» («πολιτική αρετή»), η οποία διαφέρει από την κλασική «αρετή» των ηθικολόγων στοχαστών. Για τον Μακιαβέλι, η «πολιτική αρετή» είναι εκείνο το προσόν που εμπεριέχει τη φιλοδοξία, τη βούληση του άρχειν, και το συνδυασμό δύναμης και απάτης, προκειμένου ο κυβερνήτης να υπηρετεί το κρατικό συμφέρον και να κερδίζει «τιμή και δόξα» για τον εαυτό του. Επικρίνοντας τον Κικέρωνα, ο Μακιαβέλι αναφέρει ότι, μερικές φορές, ακόμη και «παράνομες πράξεις» ίσως είναι απαραίτητες όταν το επιτάσσει το γενικό συμφέρον.

Ο κυβερνήτης δεν μπορεί να ενεργεί πάντοτε με γνώμονα τις κλασικές αρετές που θεωρούνται κοινώς αποδεκτές, όπως π.χ. η ειλικρίνεια, εξαιτίας του ότι «οι άνθρωποι δεν είναι αγαθοί», αλλά συχνά εμφορούνται από ιδιοτελή και ποταπά κίνητρα. Για να επιτύχει τον απώτερο σκοπό του, ο καλός κυβερνήτης πρέπει να καταλάβει ότι δεν είναι πάντοτε ορθολογικό να είναι ηθικός. Ενεργεί με αγαθό τρόπο όπου μπορεί, αλλά «γνωρίζει πώς να κάνει κακό όταν είναι αναγκαίο». Η «πολιτική αρετή» είναι η ικανότητα προσαρμογής στα γυρίσματα της Τύχης και στις επιταγές των εκάστοτε περιστάσεων. Ο καλός κυβερνήτης πρέπει να έχει το σθένος του λιονταριού και την πονηριά της αλεπούς.

Η ανάλυση του Μακιαβέλι είναι διαφωτιστική. Ουδείς αμφιβάλλει ότι το σύγχρονο γερμανικό κράτος είναι προσηλωμένο στις αρχές του κράτους δικαίου. Αλλά είναι, επίσης, αναμφίβολο ότι, σε έναν κόσμο ισχυρών συμφερόντων, οι γερμανικές Αρχές δεν θα υπηρετούσαν το κοινό καλό (τη συλλογή φόρων) αν, σε μερικές περιστάσεις, δεν χρησιμοποιούσαν ακόμη και αθέμιτα μέσα. Για λόγους αυτοπροστασίας, το κράτος δικαίου πρέπει να έχει τη σωφροσύνη να υπερβαίνει ενίοτε το γράμμα των κανόνων του. Δεν υπάρχουν, φυσικά, κανόνες για το πότε και πώς να ελαστικοποιούνται οι κανόνες. Γι αυτό είναι σημαντικό οι Αρχές να αποσπούν, με το κύρος τους, την εμπιστοσύνη των πολιτών αναφορικά με τη σύνεση της κρίσης τους. Ο καλός κυβερνήτης επιδιώκει να τηρεί τα προσχήματα, αλλά μεριμνά για την ουσία – το δημόσιο συμφέρον.

Οι χειρισμοί του υποκλαπέντος από ελβετική τράπεζα ψηφιακού αρχείου από τις ελληνικές Αρχές, επιβεβαιώνουν αυτό που ήδη γνωρίζουμε: αφενός μεν την αποσάρθρωση των θεσμών, αφετέρου δε τη μικρή σχέση που έχουν οι πολιτικοί μας με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Βλέπουμε ένα ξεδοντιασμένο ΣΔΟΕ, διοικούμενο κυρίως από κομματανθρώπους, ανίκανο να ενεργεί αυτοβούλως, με δυναμισμό και φαντασία, αλλά να οχυρώνεται πίσω από έναν άνευρο νομικό φορμαλισμό. Βλέπουμε υπουργούς Οικονομικών να μην εμπιστεύονται την υπηρεσία (Παπακωνσταντίνου) ή να περιέρχονται σε αμηχανία (Βενιζέλος). Ο ένας περνάει την υπόθεση στον άλλο, δίχως σαφείς εντολές. Ουδείς παίρνει πρωτοβουλία και, στο τέλος, το πολύτιμο ψηφιακό αρχείο παραμένει, φυσικά, αναξιοποίητο! Το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή η δίωξη της φοροδιαφυγής, δεν υπηρετείται, αφού ουδείς το προέταξε με αποφασιστικότητα. Η φράση του πρώην επικεφαλής του ΣΔΟΕ κ. Διώτη, «ατύπως το παρέλαβα [το ψηφιακό αρχείο], ατύπως το παρέδωσα», τα λέει όλα: δεν μας λέει πώς αξιοποίησε τις πολύτιμες πληροφορίες, αλλά ότι δεν υπήρχε «αριθμός πρωτοκόλλου»! Το ψηφιακό αρχείο δεν κατέστη μέρος της θεσμικής μνήμης της υπηρεσίας αλλά περιήλθε στην προσωπική κατοχή του κ. Βενιζέλου – ο υπουργός Οικονομικών το πήρε σπίτι του!

Ας θυμηθούμε, σε αντιδιαστολή, ότι οι γερμανικές αρχές και αξιοποίησαν τις μη νόμιμης προέλευσης πληροφορίες και συνήψαν διακρατική συμφωνία με την Ελβετία για τη θεσμική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Ο καλός κυβερνήτης, ενώ φροντίζει να ρυθμίζει τις κρατικές υποθέσεις με θεσμικό τρόπο εντός της νομιμότητας, γνωρίζει, συγχρόνως, ότι θα αντιμετωπίσει οριακές περιπτώσεις, τις οποίες, αν θέλει να υπηρετεί αποτελεσματικά το δημόσιο συμφέρον, οφείλει προσωρινά να χειριστεί στα όρια της νομιμότητας. Δεν υπάρχουν εύκολα διλήμματα όταν ασκείς έλλογη εξουσία.

Η χώρα δεν διαθέτει ούτε στιβαρούς θεσμούς, ούτε σοβαρούς κυβερνήτες, ενώ το εκμαυλισμένο από τους πολιτικούς εκλογικό σώμα αναζητά κάθε τρόπο να προασπίσει τα επιμέρους συμφέροντά του. Μια χώρα που έχασε την αίσθηση του κοινού καλού πνίγεται στα λύματα που παράγουν οι υπόνομοι του πολιτικού συστήματος. Μέχρι πότε;


Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Θ. Πάγκαλος - Χ. Τσούκας ΣΤΑ ΑΚΡΑ, ΝΕΤ, 19 Οκτωβρίου, 11μμ


ΝΕΤ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - ΤΜΗΜΑ ΤΥΠΟΥ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΣΤΑ ΑΚΡΑ - Νέος κύκλος εκπομπών με τη Βίκυ Φλέσσα
ΕΝΑΡΞΗ: Παρασκευή 19/10/2012, στις 23.00

Τα φάγαμε όλοι μαζί; Πόσα; Πότε; Ποιοι; Πώς; 

Ο κ. Θεόδωρος Πάγκαλος έρχεται «ΣΤΑ ΑΚΡΑ» με τη Βίκυ Φλέσσα και απαντά την Παρασκευή στις 19 Οκτωβρίου στις 11 το βράδυ στην πρώτη τηλεοπτική του συνέντευξη μετά την κυκλοφορία του ηλεκτρονικού βιβλίου του.
Συνομιλητής σε μία πολλά υποσχόμενη λογομαχία ο καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και Οργανωσιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Γουόρικ της Αγγλίας κ. Χαρίδημος Τσούκας.
Η εκπομπή φέτος συμπληρώνει 10 χρόνια στη δημόσια τηλεόραση και στη νέα τηλεοπτική περίοδο, που ξεκινά, η προβολή της μετατίθεται κατά μία ώρα, από τις 22.00 στις 23.00

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

«Ουδείς αναμάρτητος»: πώς οι πολιτικοί αποποιούνται τις ευθύνες τους


Ένας άντρας έχει απατήσει τη γυναίκα του. Αυτή το ανακαλύπτει και του ζητάει εξηγήσεις: «Γιατί το ‘κανες;». Ατάραχος αυτός, απαντά: «Ουδείς αναμάρτητος».

Γιατί θα έπρεπε να μας παραξενέψει μια τέτοια απάντηση; Πιο γενικά: τι είναι αυτό που καθιστά τέτοιου είδους απαντήσεις μη ικανοποιητικές;

Κατά πρώτο λόγο, μια τέτοια απάντηση δείχνει ότι ο ομιλητής δεν έχει συνειδητοποιήσει το σφάλμα του, άρα δεν δείχνει ειλικρινή μεταμέλεια. Παραπέμπει σε μια εγγενώς «αμαρτωλή» ανθρώπινη φύση, η οποία τον οδήγησε στη συγκεκριμένη πράξη. Αποσείει έτσι τη συγκεκριμένη ηθική ευθύνη που φέρει ως αυτόβουλο όν, χάριν μιας γενικής ανθρωπολογικής συνθήκης – «όλοι κάνουμε λάθη». Δεύτερον, δεν παρέχει μια αφήγηση που να ερμηνεύει τη συμπεριφορά του. Με τη γενική αναφορά στην ανθρώπινη φύση υπεκφεύγει, αφού δεν αναστοχάζεται τη δική του συγκεκριμένη συμπεριφορά. Αποφεύγοντας να δώσει συγκεκριμένη εξήγηση, αποφεύγει το «λόγον διδόναι».

Ένας πρωθυπουργός, ο κ. Σαμαράς, ερωτάται από δημοσιογράφο στο Βερολίνο για τη σφοδρώς αντιμνημονιακή του ρητορική τα προηγούμενα δύο χρόνια, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Ατάραχος αυτός απαντά, μιμούμενος το διαβόητο «mea culpa» του Α. Παπανδρέου: «ουδείς αναμάρτητος»! Με άλλα λόγια, ο κ. Σαμαράς είναι σαν να είπε: «όπως όλοι, έχω κάνει λάθη στη ζωή μου. Η αντίθεσή μου στο Μνημόνιο ήταν ένα από αυτά».

Η αφηρημένη ομολογία του ήταν μια απομίμηση ομολογίας ενοχής, μια ψευδεπίγραφη ανάληψη ευθύνης. Προσποιούμενος ότι αναγνωρίζει τις αστοχίες του, οικειοποιείται ― και, πονηρά, προσπερνά― την κριτική: αποφεύγει τη βάσανο της εξήγησης που θα έπρεπε να παράσχει. Η εξήγησή του αναπόφευκτα θα είχε αυτοκριτικό χαρακτήρα, με κίνδυνο απομείωσης του πολιτικού του κεφαλαίου. Αποφεύγοντας τη δημόσια αφήγηση των αστοχιών του, ξεφεύγει από τη δημόσια λογοδοσία.

Η υποψία μας για τη διπλή γλώσσα του πρωθυπουργού μετατρέπεται σε βεβαιότητα αν δούμε προηγούμενες παρεμφερείς δηλώσεις του. Τον Μάιο 2012, σε προεκλογική ομιλία στην Άρτα, είπε: «Εξακολουθώ και λέω ότι [το Μνημόνιο] είναι λάθος συνταγή». Σήμερα εμμέσως λέει: «η αντίθεσή μου στο Μνημόνιο ήταν λάθος». Θα προσέξατε ότι ο κ. Σαμαράς πιστεύει δύο αντιφατικά πράγματα συγχρόνως: και το Μνημόνιο ήταν λάθος και η αρνητική στάση του στο Μνημόνιο ήταν εσφαλμένη! Σχιζοφρενικό;

Θα αναρωτηθείτε πώς συμβιβάζει ένας άνθρωπος τόσο αντιφατικές απόψεις. Δεν υποφέρει από «γνωστική δυσαρμονία»; Απάντηση: ένας απορροφημένος από το εγώ του πολιτικός δεν βιώνει την αντιφατικότητα ως προβληματική. Ο ναρκισσιστικός εαυτός του κατασκευάζει ad hoc νοητικά σχήματα που εκλογικεύουν τη λογική ασυνέπεια. Τα προβλήματα που χειρίζεται ένας πολιτικός είναι άλλωστε τόσο σύνθετα, που μπορεί να απομονώσει εκείνες τις πτυχές που διευκολύνουν την εκλογίκευση του ιδιοτελούς καιροσκοπισμού του.

Έτσι, την υπερψήφιση του δεύτερου Μνημονίου ο κ. Σαμαράς την αποκαλεί, στην ομιλία του στην Άρτα, «ψήφο για το κούρεμα του χρέους». Το πακέτο των 11,5 δισ. περικοπών το βαφτίζει, στην ομιλία του στο Ζάππειο τον περασμένο Απρίλιο, «περικοπές σπατάλης». Αν και κανένας ισχυρισμός από μόνος του δεν είναι αναληθής, η διατύπωσή του είναι φενακιστική: αποκρύπτει τη μεγάλη εικόνα, αναδεικνύοντας επιλεκτικά επιμέρους όψεις της. Η λογικοφάνεια υποκαθιστά τη λογική συνέπεια.

Επιπλέον, στο μέτρο που κάθε ισχυρισμός διατυπώνεται ενώπιον ακροατηρίου (πραγματικού ή νοητού), η λογική ασυνέπεια αμβλύνεται από την πολλαπλότητα των ρητορικών πλαισίων: σε κάθε ακροατήριο λες διαφορετικά πράγματα! Στις προεκλογικές σου ομιλίες βάλλεις κατά του Μνημονίου, αυτοσυγχαίρεσαι για τη διορατικότητά σου, και υπόσχεσαι ότι θα βρεις ανώδυνα «ισοδύναμα» μέτρα. Στη Μέρκελ, ταπεινωμένος, δεσμεύεσαι ότι θα εφαρμόσεις πιστά το Μνημόνιο! Η ποικιλία των ρητορικών πλαισίων ενθαρρύνει την καιροσκοπική προδιάθεση του ομιλητή. Οι λαϊκιστές το ξέρουν καλά: λες αυτά που θέλουν να ακούσουν οι εκάστοτε ακροατές σου!

Φυσικά, η λαϊκιστική πλειοδοσία και η καιροσκοπική συμπεριφορά δεν χαρακτηρίζουν μόνο τον κ. Σαμαρά ― διαπερνούν όλο το πολιτικό φάσμα. Τα κόμματα προσποιούνται ότι αναλαμβάνουν δεσμεύσεις, τις οποίες καιροσκοπικά αγνοούν. Τελευταίο παράδειγμα η δήθεν «προγραμματική συμφωνία» των τριών κυβερνητικών κομμάτων: ένα κείμενο άνευ αξίας πλέον, αφού βασικές δεσμεύσεις του ήδη αθετήθηκαν!

Ποιο είναι το πρόβλημα με αυτό τον καιροσκοπικό («στρατηγικό») τύπο ομιλίας; Ευτελίζει την πολιτική γλώσσα και τις ηθικές δεσμεύσεις που εγγενώς αναλαμβάνουν οι συν-ομιλητές, προάγει την ασυνεννοησία, και ενθαρρύνει το ναρκισσισμό. «Άλλα μας λέγατε προεκλογικά», φώναζαν πρόσφατα οι συνδικαλιστές της ΝΔ. «Άλλα λέγαμε στην προγραμματική συμφωνία», επισημαίνουν οι διαφωνούντες βουλευτές της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ.

Η έλλογη συμμετοχή μας στην πολιτική κοινότητα προϋποθέτει ότι η επικοινωνία μας αποσκοπεί πρωτίστως στην αμοιβαία κατανόηση. Αυτό συμβαίνει όταν είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε ο ένας τους ισχυρισμούς του άλλου, το οποίο προϋποθέτει ότι οι ισχυρισμοί αντανακλούν αξιόπιστα τις πεποιθήσεις μας. Με άλλα λόγια, η συν-ομιλία μας διαπερνάται από την υπόρρητη προσδοκία «να ειπωθεί η αλήθεια». Όχι ότι δεν χρησιμοποιούμε «στρατηγικά» το λόγο μας, αλλά, ακόμη και αυτή η χρήση καθίσταται εφικτή στο μέτρο που συν-εννοούμαστε. Η «στρατηγική» χρήση της γλώσσας προϋποθέτει την κατανοητική («επικοινωνιακή») χρήση: για να παραπλανήσουμε πρέπει να προσποιηθούμε ότι δεν το κάνουμε! Ακόμα και ο Τσοχατζόπουλος διατείνεται ότι «υπηρέτησε την Ελλάδα»!

Το δράμα της χώρας δεν αποτυπώνεται μόνο στην οικτρή δημοσιονομική της κατάσταση, αλλά και στην ευτέλεια της γλωσσικής συμπεριφοράς των πολιτικών της.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Επιστολή απο την Αυτού Εξοχότητα κ. Β. Γ. Πολύδωρα

Ξεκίνησα τη μέρα μου με μια μάλλον μέση διάθεση. Αλλαξε με την ανάγνωση της επιστολής του κ. Πολύδωρα. Δεν είναι μόνο ότι ικανοποιήθηκε η ματαιοδοξία του συγγραφέα ―τουλάχιστον ένας με διαβάζει!―, αλλά και ότι ο άνθρωπος μου αφιέρωσε λίγο απο τον πολύτιμο χρόνο του. Για σκεφτείτε τι υποχρεώσεις έχει ένας βουλευτής, αλλά και τι άγχος ένας πατέρας να εξασφαλίσει εργασία στα παιδιά του! Παρ' όλα αυτά, ο κ. Πολύδωρας βρήκε λίγο χρόνο και για μένα. Η ταπεινότης μου συγκινήθηκε...

Βέβαια, δεν σας κρύβω ότι ο ανοίκειος ενικός της επιστολής με εξέπληξε, αλλά γρήγορα ενεργοποίησα τό βρετανοτραφές μέρος του εαυτού μου και παρέκαμψα την ελαφρά ενόχληση. Η διάθεσή μου ελάφρυνε. Το ύφος της επιστολής του κ. Πολύδωρα μου θύμισε ελληνική κωμωδία του '60. Φαντάστηκα προς στιγμήν τον αξέχαστο Διονύση Παπαγιαννόπουλο ή τον αξεπέραστο Βασίλη Αυλωνίτη να αγορεύει με κενολογικό στόμφο στο πόπολο κουνώντας το δάχτυλο, να κομπάζει... Το αρχικό χαμόγελο κατέληξε σε ένα ηχηρό γέλιο.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Και οι ανεπαρκείς εκπαιδευτικοί κ. υπουργέ;


Το σκέφτεσαι και μελαγχολείς: αν κάποιος διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση από το 1982 και μετά, κανείς μέχρι σήμερα δεν τον έλεγξε επαγγελματικά: πως κάνει τη δουλειά του, πόσο καλά την κάνει, ή τι συνέπειες έχει αν την κάνει καλά ή άσχημα. Αν μιλήσετε με διευθυντές σχολείων, θα ακούσετε ιστορίες για μερικούς ανεπαρκείς εκπαιδευτικούς, τους οποίους δεν ξέρουν τι να τους κάνουν…

Πόσοι και ποιοι είναι αυτοί; Κανείς δεν ξέρει επισήμως, αν και κάθε διευθυντής γνωρίζει ποιοι κάνουν καλή δουλειά και ποιοί όχι. Αλλά αυτή η γνώση είναι άτυπη και, το κυριότερο, άχρηστη, αφού ένας διευθυντής δεν μπορεί να κάνει τίποτα για έναν εκπαιδευτικό που αποδείχθηκε ανίκανος, αδιάφορος ή ασυνείδητος. Ακόμα κι όταν κληθεί να αξιολογήσει ένα νεοδιόριστο στο δεύτερο χρόνο, η κρατούσα αντίληψη είναι ότι πρέπει οπωσδήποτε να μονιμοποιηθεί. Η επίδοση ενός εκπαιδευτικού στην Ελλάδα, τα τελευταία τριάντα χρόνια (!), επαφίεται στην επαγγελματική του συνείδηση και μόνον.

Η κοινή αίσθηση λέει ότι αυτό δεν αρκεί. Και η πλέον εκλεπτυσμένη συνείδηση, αν αποσυνδεθεί επί μακρόν από τις συνέπειες των πράξεων που καθοδηγεί, ατονεί, γίνεται εσωστρεφής και αυτοαναφορική. Καιρός για ριζικές αλλαγές, λοιπόν. Ο υπουργός Παιδείας κ. Αρβανιτόπουλος ανακοίνωσε ότι θα υπάρξει «αξιολόγηση δομών, διαδικασιών [και] στελεχικού δυναμικού» στην εκπαίδευση. Θαυμάσια. Ποια λογική θα διαπερνά το σύστημα αξιολόγησης που οραματίζεται; «Οι καλοί θα προχωρούν, οι μέτριοι θα μένουν στάσιμοι […]», είπε σε συνέντευξή του στη «Καθημερινή» (26/8/12).

Ενδιαφέρων, ως προς τις αποσιωπήσεις του, ισχυρισμός! Στο ανθρωπολογικό σύμπαν του υπουργού Παιδείας δεν υπάρχουν «κακοί» εκπαιδευτικοί. Η εκπαιδευτική κοινότητα απαρτίζεται μόνο από «καλούς» και «μέτριους»! «Η πολιτεία διασφαλίζει ότι ο εκπαιδευτικός είναι επαρκής για τη διδασκαλία του στην τάξη κατά την είσοδό του στην εκπαίδευση», δήλωσε ο υπουργός. «Από εκεί και πέρα, κάποιος είτε βελτιώνεται είτε παραμένει στάσιμος».

Προσέξτε το φενακιστικό σχήμα του κ. Αρβανιτόπουλου: έχοντας ορίσει από την αρχή ότι οι εκπαιδευτικοί που μπαίνουν στην τάξη είναι ήδη «επαρκείς», δύο εκβάσεις της αξιολόγησης είναι λογικά δυνατές: είτε οι αξιολογούμενοι θα παραμείνουν «επαρκείς», είτε θα εντοπίζονται «οι όποιες αδυναμίες τους [και θα τους παρέχονται] κίνητρα να βελτιωθούν». Στο Αρβανιτοπούλειο σύμπαν άλλη λογική δυνατότητα αποκλείεται, όπως αποκλείεται στο σύμπαν της κομμουνιστικής ιδεοληψίας η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο στο σοσιαλισμό ή, στο σύμπαν της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, οι αγορές να μην αυτο-ρυθμίζονται!

Ένα τέτοιο λογικό σχήμα είναι «κλειστό», δηλαδή μη διαπερατό από την εμπειρία, αφού έχει ήδη προδιαγράψει τα αποτελέσματα του συλλογισμού. Η εμπειρία, όμως, αναδεικνύει διαρκώς θέματα που ξεφεύγουν και από τον καλύτερο σχεδιασμό ή τις παραδοχές μας. Δεν μπορούμε να τα αγνοούμε.

Καμία πολιτεία δεν μπορεί να διασφαλίσει μια για πάντα ότι οι εκπαιδευτικοί είναι «επαρκείς». Όσοι διορίζονται, κρίνονται αρχικά «επαρκείς» με βάση κάποια «μοριοδότηση» ή τις επιδόσεις τους στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, όχι στην εκπαιδευτική πρακτική. Η επίδοση είναι ένα δυναμικό γεγονός – μεταβάλλεται στο χρόνο. Κάποιος που κρίθηκε «επαρκής» λόγω μορίων ή επίδοσης σε γραπτές εξετάσεις, ίσως αποδειχθεί ανεπαρκής σε μια ζωντανή τάξη. Κάποιος που ξεκίνησε με καλές προϋποθέσεις, ίσως χάσει το ενδιαφέρον του αργότερα. Κάποιος που πληρούσε τα τυπικά κριτήρια, ίσως αποδειχθεί ότι δεν διέθετε την κατάλληλη προσωπικότητα για το επάγγελμα που επέλεξε. Τα ενδεχόμενα είναι πολλά, η ζωή εκπλήσσει.

Λέει ο υπουργός Παιδείας: «η αξιολόγηση δεν απολύει, δεν τιμωρεί, δεν είναι πειθαρχικός έλεγχος». Ναι, ο σκοπός της αξιολόγησης δεν είναι τιμωρητικός, αλλά διαγνωστικός. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, όμως, έχουν συνέπειες (το παραδέχθηκε και ο κ. Αρβανιτόπουλος, συνδέοντας την αξιολόγηση με το βαθμολόγιο), μια από τις οποίες ενδέχεται να είναι η τιμωρία. Αν η αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού δείχνει ότι η επίδοσή του είναι συστηματικά κάτω του μετρίου, δεν θάπρεπε να είναι δυνατή η απόλυσή του; Γιατί να επωμίζεται το κοινωνικό σύνολο τις συνέπειες κάποιου που έκανε λάθος σταδιοδρομική επιλογή; Γιατί να υποβαθμίζεται ένα δημόσιο αγαθό εξαιτίας της ανεπάρκειας του παρόχου του; Θα θέλατε να διδάσκει το παιδί σας ένας κακός δάσκαλος; Ποιος σοβαρός εργοδότης θάθελε να απασχολεί κάποιον που δεν προσθέτει αξία στον οργανισμό;

Ο κ. Αρβανιτόπουλος αντλεί τα σοφιστικά επιχειρήματά του από δύο βαθιά μοτίβα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Πρώτον, την εξασθένηση της έννοιας των συνεπειών που επιφέρει η «αποτυχία» και η υπέρβαση «ορίων» στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Το νήμα της ατιμωρησίας είναι αυτό που συνδέει τη συμπεριφορά κακομαθημένων καταληψιών σχολείων, την πτώση της ποιότητας των δημόσιων αγαθών, την ανοχή της μετριότητας, τη διαφθορά, και τη συντεχνιακή απέχθεια στα πειθαρχικά. Και δεύτερον, την ποιότητα των δημόσιων αγαθών κατέληξαν να την ορίζουν προνομιακά οι συντεχνίες του δημόσιου τομέα, οι οποίες, φυσικά, ταυτίζουν το δημόσιο συμφέρον με την υπεράσπιση των στενών συμφερόντων τους.

Οι σωστοί επαγγελματίες όχι μόνο δεν φοβούνται την αξιολόγηση («αιτία πολέμου» τη χαρακτήρισε η ΔΟΕ!), αλλά την επιζητούν. Γνωρίζουν ότι το επάγγελμά τους διέπεται από συλλογικές αξίες, τις οποίες υλοποιούν με βάση τα ισχύοντα κάθε φορά «κριτήρια αριστείας». Ο σωστός επαγγελματίας, ακριβώς επειδή είναι περήφανος για τη δουλειά του, θέλει να την προστατεύσει, θέτοντας τον εαυτό του στην κρίση των ομοτέχνων του. Επιζητεί την αξιο-λόγηση επειδή υπηρετεί αξίες.

Ακατάληπτες, δυστυχώς, οι έννοιες αυτές από πολιτικάντηδες και συνδικαλιστές. Εξού και το δράμα μας…

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Οι «κολλητοί» είναι πάντα προτιμότεροι!


Δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε κανέναν ειδικό, το βλέπουμε μόνοι μας: ποιο είναι το πιο πιεστικό πρόβλημα της χώρας σήμερα; Μα, φυσικά, η χρεοκοπία της: το γεγονός ότι, χωρίς διεθνή δανεισμό, η Ελλάδα θα είχε ήδη κηρύξει στάση πληρωμών• ότι τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους επαρκούν για δύο μήνες το πολύ!

Τι πρέπει να γίνει, λοιπόν; Μα, φυσικά, μεταξύ άλλων, να αυξηθούν επειγόντως τα δημόσια έσοδα. Πως; Με διάφορους τρόπους, από τους οποίους ο πλέον οικονομικά αποτελεσματικός και ηθικά ορθός είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Ότι η φοροδιαφυγή συνιστά ένα μείζον πρόβλημα, σε σημείο που έχουμε γίνει διεθνώς καταγέλαστοι, είναι ευρύτατα γνωστό. Πιστοποιείται, επίσης, από πληθώρα μελετών. Ενδεικτικά: σε πρόσφατη μελέτη καθηγητών του Πανεπιστημίου του Σικάγου, η φοροδιαφυγή των ελευθέρων επαγγελματιών το 2009 υπολογίζεται στα 28 δισ. ευρώ. Αν τα εισοδήματα αυτά φορολογούνταν, θα απέφεραν 11,2 δισ. δημόσια έσοδα, αρκετά για να καλύψουν περίπου το 1/3 του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2009 ή το μισό του 2008!

Παρόμοια είναι η κατάσταση στην είσπραξη του ΦΠΑ. Η Ελλάδα έχει την μικρότερη αποδοτικότητα στη είσπραξη ΦΠΑ στην ΕΕ και τη δεύτερη μικρότερη στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Κομισιόν, η Ελλάδα εισέπραξε μόνο το 37% του οφειλόμενου ΦΠΑ το 2010! Μελέτη του ΟΟΣΑ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, «αν η Ελλάδα μπορούσε να εισπράξει τον ΦΠΑ, τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων με την ίδια αποδοτικότητα όπως άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, αυτό θα αύξανε τα φορολογικά της έσοδα κατά περίπου 4,75% του ΑΕΠ ετησίως».

Με αυτά τα δεδομένα, τι πρέπει να κάνουμε; Να ενισχύσουμε, φυσικά, τους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς, τόσο με ανθρώπινους όσο και με υλικούς πόρους. Αυτό που κάνει τη διαφορά, όμως, σε έναν οργανισμό δεν είναι τόσο οι πόροι καθαυτοί όσο η αξιοποίησή τους. Πώς; Με την άσκηση σύγχρονης επαγγελματικής διοίκησης. Μόνο μια καλά οργανωμένη και επαγγελματικά διοικούμενη δημόσια υπηρεσία μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στο έργο της και να παράξει αποτελέσματα με διάρκεια.

Συμβαίνει αυτό; Κρίνετε μόνοι σας. Ας πάρουμε το ΣΔΟΕ, τον σημαντικότερο μηχανισμό για τη δίωξη του οικονομικού εγκλήματος και της φοροδιαφυγής. Δείτε πως διοικείται το ΣΔΟΕ – για την ακρίβεια, πως επιλέγεται ο εκάστοτε ηγέτης του.

Ανακοινώθηκε πρόσφατα ότι ο νέος ειδικός γραμματέας του ΣΔΟΕ είναι ο κ. Στ. Στασινόπουλος. Ποιά είναι τα προσόντα του; Μέχρι πρότινος ήταν προϊστάμενος στη ΔΟΥ Μεσσήνης, διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Καλαμάτας και, παλαιότερα, επικεφαλής του πολιτικού γραφείου του κ. Σαμαρά στη Μεσσηνία. Ας πάμε πιο πίσω, για να αποκτήσουμε μια πληρέστερη εικόνα του φαινομένου. Από το 1997, έτος λειτουργίας του ΣΔΟΕ, επικεφαλής του διετέλεσαν, μεταξύ άλλων, οι εξής: ο κ. Γ. Κανελλόπουλος, στέλεχος και υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ• ο κ. Δ. Μπατζελής, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και αδελφός της πρώην υπουργού κ. Κ. Μπατζελή• ο κ. Σπ. Κλαδάς, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΝΔ, και προσωπικός φίλος του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή• ο κ. Γ. Καπελέρης, πρώην πρόεδρος της ΠΑΣΚΕ Οικονομολόγων και πρώην υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ.

Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί; Είναι είτε κομματάνθρωποι, είτε «κολλητοί» ισχυρών πολιτικών προσώπων, είτε και τα δύο. Σε κάθε περίπτωση, προέρχονται από φατρίες (κομματικές, συνδικαλιστικές, προσωποπαγείς κλίκες, ή δίκτυα εντοπιότητας), διαπλέκονται με κομματικές εξουσίες, δεν διαθέτουν πολιτική ανεξαρτησία από την εκάστοτε κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, δεν διαθέτουν τη «νομιμοποίηση της διαδικασίας», αφού δεν επελέγησαν με ανοιχτές, αξιοκρατικές διαδικασίες.

Γιατί να εμπιστευθούμε το νέο επικεφαλής του ΣΔΟΕ ότι θα ενεργήσει ανεξάρτητα από τυχόν μεροληπτικές εντολές του πολιτικού προστάτη του, σε ότι αφορά λ.χ. στην έρευνα 1000 πολιτικών προσώπων, τα οποία ελέγχονται από την υπηρεσία του για πιθανό παράνομο πλουτισμό; Γιατί να πιστέψουμε ότι το ΣΔΟΕ πράγματι ερευνά (από το 2008!) την ανεξακρίβωτη προέλευση των 5,2 εκατομμυρίων ευρώ του εκδότη κ. Θ. Αναστασιάδη, όπως κατήγγειλε στη Βουλή η κ. Μπακογιάννη το 2010; Πώς να πιστέψουμε ότι ο επικεφαλής του ΣΔΟΕ θα θέσει πάνω απ’ όλα το συμφέρον της υπηρεσίας του και όχι αυτό του πολιτικού εντολοδότη του;

Όσο ικανός κι αν είναι ο επικεφαλής του ΣΔΟΕ, στο μέτρο που σημείο αναφοράς του είναι κομματικά κέντρα αποφάσεων, το έργο του θα υπονομεύεται από την έλλειψη εμπιστοσύνης. Ιδού, λοιπόν, το ελλαδικό μετα-πρόβλημα ξανά: η αναπαραγωγή της έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Όσο οι θεσμοί του κράτους στελεχώνονται με κομματοκρατικό τρόπο, τόσο το έργο τους θα καθίσταται αντικείμενο κομματικής διαμάχης, άρα θα αμφισβητείται. Θα αποδυναμώνεται, συνεπώς, τόσο η παραγωγή έργου όσο και η εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτό.

Και κάτι τελευταίο. Ο νέος επικεφαλής του ΣΔΟΕ αντικατέστησε έναν αποδεδειγμένα ικανό δημόσιο λειτουργό, τον πρώην αντεισαγγελέα Εφετών κ. Διώτη. Ο κ. Διώτης έχαιρε γενικής εκτίμησης, επέδειξε ζήλο και επιτυχίες στη δουλειά του, και, με την εισαγγελική του ιδιότητα, ήταν ο άνθρωπος που συνέβαλλε τα μέγιστα στη δίωξη της τρομοκρατίας. Ένας τέτοιος άξιος (και ανεξάρτητος) λειτουργός κρίθηκε ότι έπρεπε να αντικατασταθεί, τη στιγμή που η χώρα απεγνωσμένα αναζητεί έσοδα!

Οι πολιτικάντηδες δεν θέλουν θεσμικά αντίβαρα, τους είναι ενοχλητικά. Οι ιστορικοί εθισμοί τους είναι τέτοιοι που εμπιστεύονται μόνο τους «κολλητούς» τους, αποδυναμώνοντας έτσι τους θεσμούς και τις αξίες που τους συνέχουν. Δεν αντιλαμβάνονται ότι το σύγχρονο κράτος είναι μια πολύ σύνθετη υπόθεση για να διοικηθεί αποτελεσματικά από παρέες. Παρά τη χρεοκοπία της, η Ελλάδα του 21ου αιώνα δυσκολεύεται να απαλλαγεί από τη μετα-οθωμανική κληρονομιά της…

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Τα δικά μας τα παιδιά είναι τα καλύτερα!


Συστήσαμε πολιτική κοινότητα, πολίτες όμως δεν γίναμε. Ιδρύσαμε κράτος με βάση τα ιδεώδη του Διαφωτισμού, σύγχρονο κράτος όμως δεν φτιάξαμε. Γίναμε μέλος της ΕΕ, ευρωπαϊκή συνείδηση όμως δεν αποκτήσαμε. Δύο αιώνες, τώρα, η ανατολίτικη ψυχή μας παλεύει με τις εκσυγχρονιστικές μας παρορμήσεις. Διαθέτουμε νεωτερική πρόσοψη, αλλά προ-νεωτερική νοοτροπία.

Ένα (ακόμη…) πρόσφατο παράδειγμα οικογενειοκρατικής πρακτικής αποκαλύπτει πώς η προ-νεωτερική νοοτροπία διαβρώνει τους θεσμούς της χώρας. Όχι ότι η οικογενειοκρατία είναι άγνωστη στις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Όταν όμως εκεί αποκαλύπτεται, ντρέπονται, δεν μπορούν να την υπερασπίσουν δημόσια. Αντιθέτως, στη μετα-οθωμανική Ελλάδα, όχι μόνο δεν ντρέπεται κανείς, αλλά δεν διστάζει να τη δικαιολογεί!

Ο βουλευτής κ. Πολύδωρας διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής για μία μόνο μέρα (!). Με την ιδιότητα του πρώην Προέδρου επέλεξε την κόρη του Μαργαρίτα να εργασθεί ως μετακλητή υπάλληλος στο πολιτικό του γραφείο. Στις επικρίσεις που προκάλεσε η απόφασή του αυτή, ο κ. Πολύδωρας φέρεται να απάντησε: «Κάλυψα τη θέση μόνο ενός υπαλλήλου (αντί για έξι) με την κόρη μου που είναι στενός, πολύτιμος συνεργάτης μου. Έχει τρία μεταπτυχιακά, μιλά τέσσερις γλώσσες και διερωτώμαι γιατί τώρα έρχεται το θέμα στη δημοσιότητα.».

Η ηθική αμβλύνοια του ανδρός είναι αξιοπρόσεκτη. Δεν κατανοεί ότι η πράξη του αυτή, ακόμα κι αν είναι νομότυπη, είναι ηθικά προβληματική. Στη συνείδηση των πολιτών, στη συγκεκριμένη συγκυρία της οικονομικής καταστροφής αλλά και της καθολικής απαξίωσης των πολιτικών, εγγράφεται ως ένα ακόμα δείγμα πλεονεξίας της πολιτικής ελίτ. Μπορεί, βέβαια, να μην υπάρχει νόμος που να απαγορεύει την πλεονεξία των πολιτικών, την απαξιώνει όμως το κοινό αίσθημα.

Ο κ. Πολύδωρας υπερασπίζεται το διορισμό της κόρης του επικαλούμενος τα προσόντα της. Δεν του περνάει από το νου ότι πολλοί νέοι έχουν παρόμοια προσόντα, αλλά έχουν ελάχιστη πιθανότητα να εργασθούν ως υπάλληλοι σε μια επίζηλη δημόσια θέση. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο τα προσόντα της κυρίας Μαργαρίτας Πολύδωρα αυτά που είναι σημαντικά (τέτοια και περισσότερα έχουν κι άλλοι), αλλά ο τρόπος με τον οποίο γνωστοποιούνται τα προσόντα αυτά στους αρμόδιους λήπτες αποφάσεων. Ο κ. Πολύδωρας γνωρίζει τα προσόντα αυτά από πρώτο χέρι, αφού η Μαργαρίτα είναι κόρη του. Η συγγενική σχέση δηλαδή, στο μέτρο που δίνει προνομιακή πληροφόρηση σε έναν εργοδότη αναφορικά με τα προσόντα ενός υποψήφιου εργαζομένου, παραχωρεί το προβάδισμα στο συγγενή έναντι άλλων ατόμων. Σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου αυτό είναι επιλήψιμο, αφού δεν έχουν όλοι, κατ’ αρχήν, ίσες ευκαιρίες πρόσβασης σε δημόσιες θέσεις. Στο δικηγορικό του γραφείο ο κ. Πολύδωρας μπορεί να διορίσει όποιον θέλει, σε μια δημόσια θέση όχι.

«Είχα δικαίωμα να το κάνω», διατείνεται ο κ. Πολύδωρας. Ναι, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Ένας πατέρας δεν μπορεί να πείσει την κοινότητα ότι κρίνει αμερόληπτα το παιδί του. Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι η απόφαση του κ. Πολύδωρα δεν έγινε με ιδιοτελή κριτήρια, αλλά με αξιοκρατικά, τα οποία ως δημόσιος αξιωματούχος οφείλει να εφαρμόζει; Στο μέτρο που το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί με ασφάλεια, η λογοδοσία του δημόσιου αξιωματούχου ακυρώνεται.

Ο πολιτικός οφείλει να μην ενεργεί ως ιδιώτης που φροντίζει για την πάρτη του, αλλά ως ηγέτης που μεριμνά για την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος και των αξιών που το υπηρετούν, μεταξύ των οποίων η αξιοκρατία. Πράξεις που θέτουν εν αμφιβόλω την αξιοκρατία υπονομεύουν την πειθώ του πολιτικού, εφόσον αδυνατεί να πείσει ότι ενεργεί για το συμφέρον της «πόλεως» και όχι για το δικό του. Ο ενάρετος πολιτικός πείθει στο μέτρο που αυτο-περιορίζεται.

Ο πολιτικός ηγέτης ενσαρκώνει αξίες που συνέχουν την κοινότητα. Με τη στάση του παιδαγωγεί του πολίτες. Υπακούμε, όχι μόνο στους γραπτούς νόμους της «πόλεως», λέει ο Περικλής στον «Επιτάφιο», αλλά και σε εκείνους που «ενώ είναι άγραφοι, επιφέρουν πανθομολογούμενη καταισχύνη (των παραβατών)». Η αρχαιομάθεια του κ. Πολύδωρα αποδεικνύεται αυτό που μερικοί υποψιαζόμασταν: κενολογικός στόμφος, όχι πυξίδα ενάρετης πολιτικής συμπεριφοράς.

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Γιατί να θέλουν να μπει τάξη;


Οι εξουσίες ενθαρρύνουν τη λήθη. Έχουν συμφέρον να βλέπουμε το παρόν θραυσματικά, αποσυνδεδεμένο από μοτίβα του παρελθόντος. Όσο πιο στενός ο ορίζοντας κατανόησης ενός προβλήματος, τόσο πιο πιθανό είναι αυτό να ορισθεί με όρους επικαιρικούς, τους οποίους προνομιακά ελέγχει μια εξουσία. Και αντιθέτως: όσο πιο ευρύς ο ορίζοντας κατανόησης, τόσο πιο απαιτητικά είναι τα κριτήρια λογοδοσίας όσων ασκούν έλλογη εξουσία.

Ας θυμηθούμε ότι πριν από ένα χρόνο ψηφίστηκε στη Βουλή ο νόμος 4009/2011 για τα ΑΕΙ. Ο νόμος ήταν ρηξικέλευθος για τα ελλαδικά δεδομένα, αφού ανέτρεπε το υφιστάμενο «λαϊκοδημοκρατικό» μοντέλο διοίκησης. Ήταν, επιπλέον, η πρώτη φορά που ένας νόμος για τα ΑΕΙ συνάντησε τόσο μεγάλη συναίνεση (ψηφίστηκε από το 85% των βουλευτών). Η τότε υπουργός Παιδείας κ. Διαμαντοπούλου δήλωσε αισιόδοξα ότι «το πιο σημαντικό σημείο της συναίνεσης που επετεύχθη είναι ότι ο νόμος δεν θα ανατραπεί τουλάχιστον για τα επόμενα 20 χρόνια»!

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Η αερολογία της «διοικητικής μεταρρύθμισης»



Είναι υποχρεωμένοι να μιλάνε για «διοικητική μεταρρύθμιση», δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Μιλάνε, φυσικά, και για «αξιοκρατία», δεν γίνεται αλλιώς. Από τον τρόπο που μιλάνε, όμως, καταλαβαίνεις ότι το εννοούν όσο εννοεί και η κ. Παπαρρήγα τον όρκο της στο Σύνταγμα! Η γλώσσα τους δεν αποσκοπεί στη διασάφηση και τη δέσμευση, πόσω μάλλον στην έμπνευση των πολιτών, αλλά στην παραπλάνηση.

Ο πρωθυπουργός δήλωσε πρόσφατα ότι θα «παρακολουθεί προσωπικά» τις μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση. Σε σύσκεψη στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης (!), ο κ. Σαμαράς είπε ότι αναμένει πως, εκτός από «οικονομική», η δημόσια διοίκηση να είναι και «αξιοκρατική»!

Τον πιστεύει κανείς; Αμφιβάλλω. Τα έχουμε ακούσει τόσες πολλές φορές που, δικαιολογημένα, γίναμε κυνικοί. Τα ίδια δεν έλεγε ο Καραμανλής ή ο Παπανδρέου; Γιατί τα λέει, τότε; Γιατί «πρέπει» να τα πει: ο πρωθυπουργικός λόγος δεν σημαίνει κάτι· συνιστά ένα ρητορικό τέχνασμα, μια δήθεν ορθολογική κίνηση σε ένα πολιτικό παιχνίδι προκειμένου να δείξει ότι έχει «επίγνωση» των προβλημάτων και διαθέτει τις «λύσεις». Λέει αυτό που αναμένεται να πει, όχι αυτά που πιστεύει, ούτε μετουσιώνει σε λόγο αυτά που πράττει.

Οι πολιτικάντηδες προσποιούνται ότι υιοθετούν τη γλώσσα του ορθολογισμού για να αποκρύψουν τις παλαιοκομματικές πρακτικές τους ή να συσκοτίσουν τα πραγματικά προβλήματα. Αν εννοούσαν αυτά που λένε όχι μόνο θα μιλούσαν διαφορετικά, θα έπρατταν διαφορετικά. Όταν ακούτε έναν πρωθυπουργό να λέει ότι θα «παρακολουθεί προσωπικά» τα θέματα της διοικητικής μεταρρύθμισης, ή τον αρμόδιο υπουργό να εκλαμβάνει δίχως όραμα τη διοικητική μεταρρύθμιση ως οργανωτική κοπτοραπτική, δεν είναι δύσκολο να καταλάβετε ότι οι άνθρωποι αερολογούν.

Γιατί; Διότι αν σε ενδιαφέρει στ’ αλήθεια να επιφέρεις ριζοσπαστικές τομές στη δημόσια διοίκηση, τότε καταπιάνεσαι με το βαθύτερο πρόβλημά της: τον κομματικοποιημένο χαρακτήρα της που της στερεί, μεταξύ άλλων, τη θεσμική μνήμη. Αν είσαι σοβαρός δρας, δεν φλυαρείς: φτιάχνεις με όραμα και στρατηγική επαγγελματικά συστήματα διοίκησης, δεν δηλώνεις στα ΜΜΕ το «προσωπικό» ενδιαφέρον σου για τη δημόσια διοίκηση, ούτε αναδιατάσσεις χαζοχαρούμενα τα έπιπλα του σπιτιού. Η τέχνη της διοίκησης είναι, μεταξύ άλλων, να δημιουργείς συστήματα, διαδικασίες και νοο-τροπία για να επιτυγχάνεις, μέσω άλλων ανθρώπων, αποτελέσματα με διάρκεια, ακόμα κι όταν εσύ θάχεις φύγει.

Τι σημαίνει αυτό; Πρωτίστως τη δημιουργία θεσμικής μνήμης στη δημόσια διοίκηση. Όσο οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων θα είναι πρόσωπα πολιτικής επιλογής, τόσο η δημόσια διοίκηση θα παραμένει το πολιτικά εξαρτημένη, άρα λάφυρο των κομμάτων εξουσίας.

Τι έκανε η λεγόμενη κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας μόλις ανέλαβε; Διόρισε στις θέσεις γενικών γραμματέων υπουργείων και περιφερειών δικούς της ανθρώπους. Πρόκειται για άτομα που διορίστηκαν με πολιτικά-περσοναλιστικά κριτήρια, όχι λειτουργοί που σταδιοδρομούν στη δημόσια διοίκηση. Αλλά, ακόμη κι αν ήθελαν να διατηρήσουν το σημερινό σύστημα των μετακλητών γραμματέων, γιατί δεν κράτησαν τουλάχιστον τους άξιους; Γιατί λ.χ. έπρεπε να αντικατασταθεί η ειδική γραμματέας του ΕΣΠΑ κ. Ζεμπιλιάδου, για την οποία εκφράστηκαν τόσο κολακευτικά αξιωματούχοι της ΕΕ;

Τα ερωτήματα δεν έχουν τέλος: γιατί ο γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου να είναι επιλογή του πρωθυπουργού και όχι ανώτατο στέλεχος της διοίκησης; Γιατί οι γενικοί γραμματείς των περιφερειών να είναι πολιτευτές (όπως τώρα) και όχι δημόσιοι λειτουργοί; Γιατί ο διοικητής του ΙΚΑ, του ΕΟΠΠΥ, του ΤΑΙΠΕΔ, κοκ, να μην επιλέγεται από ανεξάρτητες επιτροπές μεταξύ ανθρώπων που σταδιοδρομούν στη διοίκηση επιχειρήσεων και οργανισμών; Ετσι δεν γίνεται στον ανεπτυγμένο κόσμο;

Διότι αυτό είναι το σημαντικό: τα ηγετικά στελέχη δημοσίων οργανισμών να σταδιοδρομούν στη διοίκηση. Τι το ιδιαίτερο έχουν αυτοί που σταδιοδρομούν σε έναν τομέα; Αυτό που έχουν οι επαγγελματίες ταξιτζήδες σε σχέση με τους «πειρατές» συναδέλφους τους: τείνουν να αναπτύσσουν επαγγελματική αυτοσυνειδησία, κρίνονται με βάση τις επιδόσεις τους σε βάθος χρόνου, λειτουργούν σε ένα πλαίσιο κινήτρων και κυρώσεων που επιβάλλει, κατ’ αρχήν, ορθολογικές συμπεριφορές.

Είναι τυχαία, άραγε, η εκτεταμένη λεηλασία δημόσιων πόρων στο ΙΚΑ λ.χ. από απατεώνες δικαιούχους; Τι αποκαλύπτουν τέτοιες απάτες για το σύστημα διοίκησης του οργανισμού; Οι συστηματικοί έλεγχοι, χάρη στους οποίους επιβάλλεται η τήρηση της νομιμότητας, προϋποθέτουν ένα σύστημα επαγγελματικής διοίκησης, τα αποτελέσματα του οποίου έχουν συνέπειες για τα στελέχη και τους υπαλλήλους. Είδατε το διοικητή του ΙΚΑ, γενικό διευθυντή του ΠΑΣΟΚ μέχρι πρότινος, να παραιτηθεί, αναλαμβάνοντας την ευθύνη γι αυτό το μπάχαλο; Όχι, φυσικά. Ο κ. Σπυρόπουλος δεν σταδιοδρομεί στη διοίκηση οργανισμών, άρα δεν έχει λόγο να στεναχωρηθεί μήπως οι αποκαλύψεις σκανδάλων κηλιδώσουν το βιογραφικό του. Οι πολιτικοί του προστάτες θα του εξασφαλίσουν την επόμενη δημόσια θέση…

Η «αξιοκρατία» για την οποία μιλάνε οι πολιτικάντηδες είναι ένα ρητορικό τέχνασμα για να απωθούν την προσοχή των ΜΜΕ από τα πεπραγμένα τους. Σε ποια χώρα της ανεπτυγμένης Ευρώπης θα παραιτούνταν ο αρχηγός ΓΕΣ, καταγγέλλοντας την πολιτική ηγεσία του υπουργείου του ότι «αντί να συζητήσουμε για την εξοικονόμηση χρημάτων, για το αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων […] άρχισαν να κάνουν τις κρίσεις και να ασχολούνται νυχτιάτικα με τα ρουσφέτια», και ο υπουργός Άμυνας θα έμενε στη θέση του;

Όποιος νομίζει ότι η κρίση αυτομάτως αφυπνίζει, μάλλον εκλαμβάνει την επιθυμία του για πραγματικότητα. Οι βαθιές δομές του πολιτικού συστήματος διαθέτουν ισχυρότατες δυνάμεις αδράνειας. Όπως στο οικονομικό, το φως στο πολιτικό τούνελ αργεί ακόμη…

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Μπαξίσια και μπάχαλο!


Πριν από μερικές εβδομάδες η υφυπουργός Υγείας κ. Σκοπούλη έκανε μερικές μελαγχολικά ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις στην πρωινή εκπομπή της ΝΕΤ. Δυστυχώς πέρασαν απαρατήρητες από τα ΜΜΕ. Όλα σχεδόν πρόβαλλαν τη δήλωση της υφυπουργού ότι δεν της είχαν δοθεί (ακόμη) αρμοδιότητες, ενώ το ζουμί της συνέντευξης ήταν αλλού.

Έχει ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς γιατί τα ελληνικά ΜΜΕ αδυνατούν να εστιάσουν στα μείζονα, αλλά δεν είναι του παρόντος. Ας σημειωθεί μόνο ότι τα κριτήρια περί του τι συνιστά πολιτική είδηση για τα ΜΜΕ είναι συνάρτηση, μεταξύ άλλων, της πολιτικής κουλτούρας μιας χώρας. Εκεί που η πολιτική εκλαμβάνεται, κυρίως, ως κινήσεις συμφέροντος των πολιτικών σε ένα επαναλαμβανόμενο ανταγωνιστικό παίγνιο, οι ειδήσεις τείνουν να αφορούν όχι τόσο στο περιεχόμενο της δημόσιας πολιτικής, όσο στις εικαζόμενες προθέσεις των «παικτών» ή τα αποτελέσματα των κινήσεών τους.

Τι είπε η κ. Σκοπούλη στη συνέντευξή της; Ξεχωρίζω τρία σημεία. Πρώτον, χρησιμοποίησε επανειλημμένα της λέξη «μπαξίσι» για να περιγράψει όψεις του συστήματος υγείας. «Δεν θέλουν οι πολιτικοί να εφαρμοστούν [η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και η συνταγογράφηση της δραστικής ουσίας], διότι το μπαξίσι είναι παντού», ανέφερε χαρακτηριστικά. Δεύτερον, εξαιτίας του οικονομικού αδιεξόδου αναγκαζόμαστε, επιτέλους, να κάνουμε διαρθρωτικές αλλαγές. Η τρόικα μας δίνει έναν «μπούσουλα», είπε. «Οι κανόνες [που] μπαίνουν από τους ευρωπαίους κι εμείς καλούμαστε επιτελικά να εφαρμόσουμε τώρα, δεν είναι κανόνες κόντρα στον κόσμο. Αυτοί οι κανόνες μεταφράζονται από τους πολιτικούς ότι είναι κόντρα στον κόσμο [αλλά είναι προς το δημόσιο συμφέρον]». Τρίτον, «πρέπει να μιλάμε με νούμερα, και με νούμερα δεν μιλάει κανένας στην Ελλάδα. Με νούμερα δεν μιλάει το Υπουργείο. Δεν έχουμε στοιχεία. Για να κάνεις πολιτική και προγραμματισμό, πρέπει να ξέρεις που βρίσκεσαι. […] Μέχρι τώρα τα στοιχεία τα έδινε η φαρμακοβιομηχανία και λυπάμαι πάρα πολύ γι’ αυτό […]».

Με άλλα λόγια, από επίσημα χείλη ακούσαμε μια σημαντική ομολογία: το σύστημα είναι μπάχαλο, είναι και διεφθαρμένο, αλλά, με την πίεση των δανειστών μας, μπορούμε να το αλλάξουμε. Η υφυπουργός Υγείας ανέδειξε και κάτι άλλο: την επιρροή που ασκεί η φαρμακοβιομηχανία, όχι μόνο με «μπαξίσια» σε «ενδιάμεσους πολιτικούς» και «ενδιάμεσους γιατρούς» (οι φράσεις είναι της κ. Σκοπούλη) αλλά, πιο εκλεπτυσμένα, με τη δύναμη των αριθμών. Ένα υπουργείο που αγνοεί βασικά μεγέθη του τομέα που διοικεί δεν μπορεί να έχει πολιτική ισχύ. Οι δημόσιες πολιτικές που διαμορφώνει είναι «αιχμάλωτες» των επιμέρους οργανωμένων συμφερόντων. Μπαξίσια και μπάχαλο πάνε μαζί: τα μπαξίσια δίνονται για να υπάρχει το (βολικό για τα οργανωμένα συμφέροντα) μπάχαλο• το μπάχαλο συντηρείται (πρωτίστως από τους πολιτικούς) για να δίνονται μπαξίσια! Ο κύκλος είναι φαύλος - κυριολεκτικά…

Ξέρουμε ότι η φαρμακευτική δαπάνη των ασφαλιστικών ταμείων υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ του 2004 και του 2009: από 2,3 δισ. εκτινάχθηκε στα 5,1 δισ. ευρώ. Καθοριστική συμβολή σε αυτή την τερατώδη αύξηση είχε η κατάργηση της λίστας συνταγογραφούμενων φαρμάκων από την κυβέρνηση Καραμανλή το 2004. Υπουργός Υγείας τότε ήταν ο κ. Ν. Κακλαμάνης, ο οποίος, σύμφωνα με αποκαλύψεις του Τύπου, φέρεται να είχε δεχθεί «χορηγίες» από μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες για τις προεκλογικές του δαπάνες.

Οι «ενδιάμεσοι πολιτικοί» είναι απαραίτητοι αλλά δεν αρκούν. Χρειάζονται και «ενδιάμεσοι γιατροί», ιδιαίτερα «επώνυμοι καθηγητές», οι οποίοι κατασκευάζουν την κατάλληλη επιχειρηματολογία υπερ των οργανωμένων συμφερόντων. Η κ. Σκοπούλη επεσήμανε: «Ο κόσμος πιστεύει δυστυχώς αυτό που λέει η τηλεόραση, τι θα πει ο τάδε καθηγητής, ο οποίος έχει το θράσος και λέει ότι στην Αγγλία έχουμε μεγαλύτερο αριθμό θανάτων λόγω του ότι γράφεται η δραστική ουσία. Επώνυμος καθηγητής το είπε προχθές στον Τύπο... Αν είναι δυνατόν...».

Ξέρουμε πως ό,τι μετράται μετρά - εισέρχεται στο δημόσιο λόγο, δημιουργεί επιλογές, διευκολύνει τη λογοδοσία. Τα πάσης φύσεως οργανωμένα συμφέροντα, όταν δεν μπορούν να επηρεάσουν την παραγωγή στατιστικών στοιχείων ή τις ερμηνείες τους, προσφεύγουν στον κατασκευασμένο συναισθηματισμό. Απαντώντας σε ένα αριθμητικά τεκμηριωμένο σχόλιο του Π. Μανδραβέλη στην «Κ», ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών κ. Πατούλης καταλήγει: «Στον αρθρογράφο σας και στους δήθεν τεχνοκράτες μανδαρίνους που κυριαρχούν τα τελευταία δύο χρόνια στα κέντρα λήψης των αποφάσεων στον χώρο της υγείας, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την Υγεία ως νούμερα και στατιστικές, εμείς οι γιατροί απαντάμε με […] τις υπηρεσίες που δίνουμε σε χιλιάδες συνανθρώπους μας. Και οι άνθρωποι για μας έχουν ψυχή, δεν είναι αριθμοί» («Κ», 13/3/12).

Τι συγκινητικό – και πόσο αυτοεξυπηρετικό! Μια φενακιστική τακτική όσων υπερασπίζονται τις ιδιοτελείς πρακτικές τους είναι η αντίστιξη της μοναδικότητας της ανθρώπινης «ψυχής» (την οποία αυτοορίστηκαν να «υπηρετούν»!) με τη γραφειοκρατική ανωνυμία που εκφράζουν τα «νούμερα και οι στατιστικές»! Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση αυτοεξυπηρετικής κατασκευής: η ιατρική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα σε ένα πλατωνικό σύμπαν• οι γιατροί είναι άϋλες και αγαθοεργές υπάρξεις, δίχως υλικά συμφέροντα• οι πόροι είναι άπειροι. Όλα αυτά για να αποκρυβεί το βιωματικά γνωστό σε κάθε ελληνική οικογένεια: τα μπαξίσια, η διαφθορά, η αναλγησία των ισχυρών στο σύστημα υγείας.

Η κ. Σκοπούλη είναι σαν τη μύγα μες στο γάλα στο υπουργείο Υγείας. Μην εκπλαγείτε αν ωθηθεί σε παραίτηση κάποια στιγμή. Για να διαιωνιστούν τα μπαξίσια, χρειάζεται μπάχαλο! Ορθολογιστές υπουργοί με πάθος για το δημόσιο συμφέρον είναι επικίνδυνοι γιατί απειλούν το μπάχαλο με τάξη! Ενώ πολιτικοί τύπου Κακλαμάνη είναι ιδιαιτέρως χρήσιμοι – και αρεστοί στα ΜΜΕ!

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Βουλιάζουμε αλλά δεν αλλάζουμε!


Το μοτίβο είναι γνωστό. Την επαύριον της εκλογικής του νίκης, ο νέος πρωθυπουργός, περιχαρής, συγκινημένος και, φυσικά, με αίσθημα απερίγραπτης ευθύνης, αναγγέλλει στον ελληνικό λαό την πρόθεσή του να κάνει ό,τι δεν έκαναν οι προκάτοχοί του - να προβεί σε τολμηρές τομές, να «γυρίσει σελίδα».

Ο Κ. Καραμανλής θεώρησε την εκλογή του το 2004 ως «καθαρή αξίωση για πολιτική αλλαγή». Ο Γ. Παπανδρέου εξέλαβε τη νίκη του το 2009 ως εντολή «αλλαγής πορείας» της χώρας. Τα αποτελέσματα τα είδαμε. Ο ένας έφερε τη χώρα στο χείλος του γκρεμού, ο άλλος την έσπρωξε λίγο παραπέρα...

Δεν αναμένονταν να παρεκκλίνει από αυτή την παράδοση ρητορικής μεγαλοστομίας ο Α. Σαμαράς. «Θα κάνουμε τα πάντα για να σωθεί η χώρα μας και να παραμείνει σε ευρωπαϊκή τροχιά», ανέφερε στην πρώτη ομιλία του στο υπουργικό συμβούλιο. Παρόμοιες δηλώσεις έκαναν και οι δύο άλλοι πολιτικοί αρχηγοί που στηρίζουν την κυβέρνησή του.

Να τους πιστέψουμε; Αν είμαστε αφελείς ή αμνήμονες, ναι. Αν διατηρούμε την πολιτική μας εγρήγορση, όχι. Η χώρα έφτασε στην πύλη εξόδου από την ευρωζώνη και με ευθύνη του κ. Σαμαρά. Ποιος δεν θυμάται την εμπρηστική ρητορική του κατά του Μνημονίου; Ποιος ξεχνά την καιροσκοπική και αποστασιοποιημένη στήριξη που παρέσχε στην κυβέρνηση Παπαδήμου; Ποιος δεν βλέπει ότι οι παλαιοκομματικοί πολιτικάντηδες της ΝΔ που έχρισε υπουργούς – οι άνθρωποι, δηλαδή, που έχουν σημαντική ευθύνη για την πορεία της χώρας προς τη χρεοκοπία – δεν μπορούν να κάνουν κάτι που ποτέ δεν έμαθαν: να κυβερνούν με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον;

Δείτε το, τώρα, από την άλλη μεριά. Πως συμπεριφέρονται οι Βενιζέλος και Κουβέλης στον Σαμαρά; Όπως, λίγο πολύ, συμπεριφέρθηκε ο Σαμαράς στον Παπαδήμο: κρατώντας αποστάσεις από την κυβέρνηση συνεργασίας. Δεν μετέχουν ούτε οι ίδιοι, ούτε κορυφαία στελέχη των κομμάτων τους στην κυβέρνηση. Αν όμως οι κυβερνητικοί εταίροι δεν ταυτίζονται με την κυβέρνησή τους, γιατί να πιστέψουμε ότι θα κάνουν τα πάντα για να σωθεί η χώρα; Αν δεν θέλουν οι ηγέτες μας να διακινδυνεύσουν κάτι πολύτιμο γι αυτούς (την εκλογική και εσωκομματική τους επιρροή) πως θα πειστούν οι πολίτες να διακινδυνεύσουν ό,τι θεωρούν κεκτημένο;

Δείτε πως ενεργοποιούνται μερικά από τα βαθιά μοτίβα του πολιτικού συστήματος, ακόμα και σε συνθήκες χρεοκοπίας. Κρίσιμα υπουργεία, όπως είναι τα υπουργεία Υγείας και Παιδείας, ανατίθενται σε ασήμαντους κομματανθρώπους, ισορροπιστές πολιτικάντηδες, ή σε φιλόδοξους θεσιθήρες με κομματικές διασυνδέσεις. Το 2009 ο Παπανδρέου ανέθεσε το υπουργείο Υγείας στην Ξενογιαννακοπούλου και διόρισε τη Γεννηματά αναπληρώτρια υπουργό Παιδείας! Σήμερα ο Σαμαράς θεώρησε ως τον πλέον κατάλληλο για το υπουργείο Υγείας τον «γαλάζιο» αντίστοιχο της Ξενογιαννακοπούλου, τον Λυκουρέντζο – έναν άνθρωπο του κομματικού σωλήνα! Την αριστεία στο υπουργείο Παιδείας θα προωθήσουν οι κκ. Αρβανιτόπουλος και Παπαθεοδώρου, χαρακτηριστικά δείγματα του τύπου «καθηγητή» που επικράτησε στα πανεπιστήμια της μεταπολίτευσης. (Ήδη άρχισαν να εργάζονται για την αναίρεση κρίσιμων διατάξεων του νόμου Διαμαντοπούλου για τα ΑΕΙ, με τον οποίο εκδιώκεται θεσμικά ο κομματισμός από τα πανεπιστημιακά όργανα διοίκησης). Οι άνθρωποι αυτοί θα κάνουν τα πάντα να σώσουν τη χώρα…

Δείγμα της αξιοπιστίας ενός πρωθυπουργού είναι οι πρωτοβουλίες που θα πάρει για τη ριζική αλλαγή της διαλυμένης κρατικής μηχανής. Ο κ. Σαμαράς ανακοίνωσε πρόσφατα την κατάργηση των ειδικών γραμματειών των υπουργείων. Πολύ σωστή απόφαση. Έχει κατά νου κάποια άλλη διοικητική δομή; Όχι. Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης ο πρωθυπουργός δεν κυβερνά, προεδρεύει! Ο κ. Σαμαράς ζήτησε από τους υπουργούς του εισηγήσεις! Ο αυτοσχεδιασμός είναι προτιμότερος από το σχεδιασμό, όταν σε ενδιαφέρουν κυρίως οι εντυπώσεις.

Τι παρέλειψε ο πρωθυπουργός; Το βασικότερο: την αντικατάσταση όλων των γενικών γραμματέων των υπουργείων – κατά κανόνα, κομματικών εγκάθετων ή προσωπικών φίλων – με στελέχη της διοίκησης. Δεν θα κόστιζε ούτε ένα ευρώ κάτι τέτοιο. Κι όμως δεν το τολμά. Γιατί; Στοιχειώδες αγαπητοί μου: χωρίς το κομματικό κράτος οι περισσότεροι πολιτικάντηδες δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης …

Η λεγόμενη «προγραμματική συμφωνία» των συνεργαζομένων κομμάτων είναι ένα υπόδειγμα κενολογίας – χαρακτηριστικό δείγμα του νεφελώδους, «πολιτικά ορθού» κομματικού λόγου που άνθησε στη μεταπολίτευση. Ο μεταρρυθμιστικός λόγος επισκιάζεται από μια πληθώρα ευσεβών πόθων, ανεδαφικών επιδιώξεων, και τετριμμένα γενικόλογων (ενίοτε και ταυτολογικών) διακηρύξεων. Τι σχεδιάζει η κυβέρνηση για τη γραφειοκρατία; «Συνολική στρατηγική για χτύπημα γραφειοκρατίας»! Για τη φοροδιαφυγή; «Συνολική στρατηγική για χτύπημα φοροδιαφυγής»! Για την «ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης»; «[…] Ενίσχυση της επιτελικότητας, του συντονισμού και του ελέγχου της εφαρμογής δημοσίων πολιτικών»!

Πως θα μπορούσε να σηματοδοτήσει το αυθεντικά καινούριο ένας ρηξικέλευθος πρωθυπουργός; Ιδού ένας απλός τρόπος. Πέρυσι τιμήθηκε από την Αμερικανική Εταιρία Δημόσιας Διοίκησης με το διεθνές βραβείο της ένας άξιος έλληνας δημόσιος λειτουργός, ο δρ. Π. Καρκατσούλης. Φαντάζεστε έναν πρωθυπουργό να διορίζει τον κ. Καρκατσούλη γενικό γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου ή επικεφαλής μιας νέας, πολιτικά ανεξάρτητης, δομής της δημόσιας υπηρεσίας; Δύσκολα…

Γιατί δεν το κάνουν; Το κομματικό κράτος είναι η μήτρα των περισσότερων πολιτικών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον διαμόρφωσαν τον πολιτικό τους χαρακτήρα. Ακόμα κι όταν αναγνωρίζουν εγκεφαλικά την ανάγκη να αλλάξει το κράτος, δεν διαθέτουν ούτε το ψυχικό σθένος ούτε την ευθυκρισία για κάτι τέτοιο. Όποιος γαλουχήθηκε στον πολιτικαντισμό, δύσκολα αποκτά τις δεξιότητες του statesman. Το δράμα της χώρας είναι ότι οι ιστορικοί εθισμοί της αποδεικνύονται ισχυρότεροι από το ένστικτο επιβίωσής της.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Απάθεια και απραξία: ο χαρακτήρας των πολιτικάντηδων


Στην εμπνευσμένη ομιλία του στο ετήσιο Ελληνικό Συνέδριο Ηγεσίας της ΕΑΣΕ τον περασμένο Μάιο, ο διακεκριμένος θεολόγος και ψυχοθεραπευτής π. Φιλόθεος Φάρος ανέφερε με συγκινητική ειλικρίνεια ότι ένα από τα πράγματα που τον πλήγωσαν περισσότερο στη ζωή του ήταν η αδιαφορία των γειτόνων όταν ο πατέρας του ξυλοκοπούσε συχνά τον ίδιο και τη μητέρα του. «Κοιτούσαν πίσω από τις γρίλιες, αλλά κανείς δεν έκανε κάτι», είπε. Η απάθεια των γειτόνων έδειξε τι πραγματικά μετρούσε γι αυτούς: η μικροαστική «ησυχία» τους… 


Η συναισθηματική απόκριση δεν είναι απλώς ένα αίσθημα. Το τι νοιώθουμε και πώς το εκφράζουμε αποκαλύπτει αξιολογικές κρίσεις για το τι είναι σημαντικό για μας.  Τα συναισθήματα είναι τρόποι εμπλοκής με τον κόσμο και, ως τέτοιοι, εμπεριέχουν υπερ-ατομικές ηθικές αρχές. Η συναισθηματική ευφυΐα είναι και ηθική ευφυΐα. Αν, π.χ., νιώσω αγανάκτηση για την κακοποίηση ενός παιδιού, δεν λέω απλά «αυτό δεν μου αρέσει», αλλά, πιο έντονα, «αυτό είναι λάθος». Το «λάθος» δεν αναφέρεται σε προσωπικό γούστο, αλλά στο κοινό αίσθημα και την ηθική που εμπεριέχει. Η αγανάκτησή μου έχει γνωστικό περιεχόμενο: εμπεριέχει αξιολογική κρίση.
Όταν, λοιπόν, ένας τραμπούκος πολιτικός ρίχνει ένα ποτήρι νερό σε συνομιλήτριά του και ξυλοκοπεί μιαν άλλη, στη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής, και ένας από τους συμμετέχοντες, προβεβλημένος πρώην υπουργός (Εσωτερικών), μένει εντελώς απαθής, η αντίδρασή του θυμίζει τους γείτονες του π. Φιλόθεου – η απάθεια εκφράζει ηθική αδιαφορία. Το ακίνητο σώμα του, οι σταυρωμένες παλάμες του, και το συγκαταβατικό μειδίαμα στη διάρκεια του επεισοδίου απο-κάλυψαν όσα επιμελώς συγκαλύπτουν η σκηνοθετημένη μιντιακή παρουσία και η ρητορική μεγαλοστομία.
 
Το κοινό αίσθημα αντιλήφθηκε αμέσως ότι η αταραξία του πρώην υπουργού δεν ήταν ενδεικτική μιας στωικής αντίληψης για τη ζωή, αλλά δηλωτική ηθικής αδιαφορίας από έναν προβεβλημένο πολιτικό. «Δεν σηκώθηκε για να μη γλιστρήσει στα νερά», γράφτηκε ειρωνικά στο διαδίκτυο.

Η στάση του πρώην υπουργού δείχνει ότι δεν ένοιωσε να διαδραματίζεται κάτι απεχθές ενώπιόν του ή, αν το ένιωσε, το συναίσθημά του είτε απενεργοποιήθηκε από άλλα συναισθήματα (π.χ. φόβος), είτε, το πιθανότερο, εξουδετερώθηκε από τον ιδιοτελή υπολογισμό που μεταμφιέστηκε σε ψυχραιμία («άστους να εκτίθενται• θα κερδίσεις πόντους αν μείνεις αμέτοχος»). Σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται μόνο για έλλειψη συναισθηματικής ευφυΐας, αλλά για κάτι βαθύτερο: έλλειψη ηθικής εγρήγορσης. Με την απάθειά του απέτυχε να συμπεριφερθεί ενάρετα, δηλαδή με βάση την αριστοτελική αρχή της μεσότητας.
Ο Αριστοτέλης αναφέρει, στα «Ηθικά Νικομάχεια», ότι είναι δυνατόν να νιώσει κανείς φόβο, θυμό, υπερηφάνεια, κλπ, υπερβολικά πολύ ή πολύ λίγο. Το ζητούμενο είναι, παρατηρεί, να τα νοιώσει στον «σωστό βαθμό». Πώς; Όχι όταν επιλέγουμε τη διάμεσο μεταξύ δύο ακραίων εκφάνσεων ενός συναισθήματος, αλλά όταν το συναίσθημά μας ανταποκρίνεται στις περιστάσεις.

Αν λ.χ. αντιδρώντας στις επικρίσεις της συνομιλήτριάς μου σε μια εκπομπή, θυμώσω τόσο πολύ ώστε να της πετάξω ένα αντικείμενο, αντιδρώ ανορθολογικά. Ο θυμός μου είναι υπερβολικός, δεν δικαιολογείται από την περίσταση. Η βίαιη αντίδρασή μου απο-καλύπτει κάτι για μένα. Αν, όμως, ένας συνομιλητής αρχίσει να ξυλοκοπά έναν άλλο κι εγώ θυμώσω μαζί του, ο θυμός μου είναι έλλογος αφού αρμόζει στην περίσταση. Η αναζήτηση της μεσότητας δεν υποδηλώνει άνευρη μετριοπάθεια αλλά συναισθηματική (άρα και ηθική) ευαισθησία στις εκάστοτε περιστάσεις. Πετυχαίνουμε τη μεσότητα όταν, όπως λέει ο Αριστοτέλης, βιώνουμε τα σωστά συναισθήματα, στη σωστή περίσταση, για το σωστό λόγο, προς τον σωστό άνθρωπο, στο σωστό βαθμό.

Πώς το πετυχαίνουμε αυτό; Δεν υπάρχει συνταγή: νιώθουμε τα συναισθήματα στο σωστό βαθμό όταν τα βιώνουμε με τον τρόπο του «φρόνιμου» ανθρώπου. Αποκτούμε τη γνώση αυτή, όχι με θεωρητική διδασκαλία, αλλά με την πρακτική άσκηση και τη συνήθεια που κομίζει η μετοχή μας στην κοινότητα. Ετσι αποκτούμε διαισθητική γνώση η οποία μας επιτρέπει να γνωρίζουμε πότε, πώς και σε ποιο βαθμό να νιώθουμε π.χ. θυμό.

Η στάση του πρώην υπουργού είναι ενδιαφέρουσα γι αυτό το λόγο: στο μέτρο που εκφράζει τον κυρίαρχο τύπο πολιτικού, η απάθειά του μας επιτρέπει να δούμε κρίσιμες όψεις του χαρακτήρα των πολιτικών. Όπως κάθε πρακτική δραστηριότητα, η πολιτική διαπερνάται από συναισθήματα και τις ηθικές αρχές που τα συνοδεύουν. Η ηγετική ατολμία, η καιροσκοπική πόλωση, η λαϊκιστική κολακεία, και ο φόβος του πολιτικού κόστους, λ.χ., δημιουργούν μια νοο-τροπία, η οποία διαμορφώνει τις αντιλήψεις, τις συναισθηματικές αποκρίσεις και, εν τέλει, τον χαρακτήρα των επαγγελματιών της πολιτικής. Η απάθεια συνδέεται στενά με την απραξία: η διαρκής αναβολή των δύσκολων αποφάσεων έχει ως προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, τη συναισθηματική αποστασιοποίηση του πολιτικού από τη διακονία του κοινού καλού. 

Τώρα κατανοούμε καλύτερα τη στρατηγική απραξία του υπουργού Εσωτερικών τον μοιραίο Δεκέμβρη του 2008. Η Αθήνα φλεγόταν, αλλά ο αρμόδιος υπουργός δεν συγ-κινήθηκε – αδράνησε, ήταν σα να μην υπάρχει. Δεν εκπλήσσει. Όταν η κυρίαρχη νοο-τροπία είναι αυτή του ανεξέλεγκτα ιδιοτελούς υπολογισμού για τον προσπορισμό ατομικού ή πολιτικού οφέλους, ο πολιτικός παύει να υπηρετεί κοινωνικές ανάγκες, εγκλείεται στην αυτο-αναφορικότητα του πολιτικού συστήματος, χάνει την ικανότητα να προσεγγίζει με συναισθηματική ευφυΐα την εμπειρία του πολίτη. Γίνεται αδιάφορος για το κοινό καλό.

Πίσω από την εξοργιστική ιδιοτέλεια, την καταστροφική ολιγωρία, και τις άθλιες κοκορομαχίες των πολιτικάντηδων βρίσκεται η συναισθηματική-ηθική αδιαφορία τους για τον πολίτη και τη χώρα. Για ένα μόνο παθιάζονται: το συμφέρον τους. Η χρεοκοπία δεν προέκυψε τυχαία…

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Τη Ρωμιοσύνη να την κλαίς



Πιθανότητα θα αποκτήσουμε κυβέρνηση, αλλά αμφιβάλλω αν θα αποκτήσουμε κυβερνησιμότητα. Η χώρα χρεοκόπησε οικονομικά γιατί είχε ήδη χρεοκοπήσει πολιτικά-αξιακά. Τα διαδοχικά εκλογικά αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την αδυναμία της να αναγεννηθεί πολιτικά. Ο πολίτης εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένος μεταξύ των ανυπόληπτων ευρωπαϊστών και των ιδεοληπτικών λαϊκιστών.

Το κοινό αίσθημα υπαγορεύει ότι, σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής, η χώρα έχει ανάγκη από κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όμως, το κοινό αίσθημα μετατρέπεται σε πολιτική πραγματικότητα από τα κόμματα. Όταν τα κόμματα διαπερνώνται από εκείνη τη νοοτροπία που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία – τον ιδιοτελή καιροσκοπισμό, την πόλωση, το λαϊκισμό, την ηγετική ατολμία – τότε οι επιταγές του κοινού αισθήματος παραγνωρίζονται και παράγονται υποβέλτιστα για τη χώρα αποτελέσματα.   

Το πλέον εθνικά επωφελές θα ήταν να συμμετάσχει ο ΣΥΡΙΖΑ σε κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. Θα σχηματιζόταν έτσι ένα ευρύτατο πολιτικό μέτωπο, το οποίο θα μπορούσε να αναδιαπραγματευθεί, με αυξημένη βαρύτητα, όρους του Μνημονίου. Δεν θα το κάνει.

Γιατί; Διότι, οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούν να υπερβούν τον ιστορικό τους εαυτό. Στο μέτρο που μετέχουν στην κυρίαρχη κουλτούρα της καιροσκοπικής πόλωσης, δεν έχουν αποκτήσει την ικανότητα να συνεργάζονται με τους αντιπάλους τους. Δείτε τι λένε: «μα είμαστε διαφορετικοί». Πρόκειται, φυσικά, περί ανόητης ταυτολογίας. Ακριβώς επειδή τα κόμματα έχουν διαφορές πρέπει, σε κρίσιμες εθνικά στιγμές, να αναζητούν, μετά από προγραμματικές διαπραγματεύσεις, κοινούς τόπους. Η κουλτούρα του «ιστορικού συμβιβασμού» είναι ξένη στους νεοκομμουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ (και όχι μόνο).    

Μια κυβέρνηση με άξονα τη ΝΔ θα είναι, εν πολλοίς, μια κυβέρνηση φθαρμένων πολιτικάντηδων με μειωμένη πειθώ. Η λαϊκιστική αντιμνημονιακή παράταξη, πολιτικά ισχυροποιημένη (σχεδόν ένας στους δύο ψηφοφόρους!), θα είναι «μαχητικά» απέναντί της. Το τζίνι έχει πλέον βγει από τα μπουκάλι…Ξέρουμε τι είναι το βέλτιστο για τη χώρα αλλά, με την πολιτική κουλτούρα που τη διακρίνει, θα καταλήξουμε στο υποβέλτιστο – το οποίο, στην παρούσα συγκυρία, θα είναι η έξοδος της χώρας από το ευρώ. Χθες αγοράσαμε χρόνο, αλλά δεν αποτρέψαμε το μοιραίο. Σαν τους επιβάτες του μοιραίου αεροπλάνου που έπεσε στους Δίδυμους Πύργους, είναι οδυνηρό να βλέπεις την καταστροφή να έρχεται όντας ανίκανος να την αποφύγεις…

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Ποιος θα πει: «Δεν έχω να προφέρω παρά μόνο μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα»;


«Έχεις κάτι αισιόδοξο να πεις;», με ρώτησε σχεδόν περιπαικτικά. Τον κοίταξα σκεφτικός και μου ήρθε στο μυαλό η φράση του αείμνηστου Βάτσλαβ Χάβελ: «Η ελπίδα σίγουρα δεν είναι το ίδιο πράγμα με την αισιοδοξία. Δεν είναι η πεποίθηση ότι κάτι θα πάει καλά, αλλά η βεβαιότητα ότι κάτι παράγει νόημα, άσχετα με το πώς θα πάει». «Αλλάζω το ερώτημα», απάντησα. «Μπορούμε να ελπίζουμε;». Κούνησε το κεφάλι με απορία. Η ελπίδα δεν πλεονάζει στις μέρες μας…

Η ελπίδα δεν είναι εμπειρική παρατήρηση, ούτε πρόγνωση. Είναι η εσωτερική βεβαιότητα ότι μια κατάσταση δεν είναι αποδεκτή κι ότι μια άλλη πρέπει να πάρει τη θέση της. Οι αντικομουνιστές διαφωνούντες όπως ο Χάβελ, οι αντιρατσιστές ακτιβιστές όπως ο Λούθερ Κίνγκ, και οι μεγάλοι πολεμικοί ηγέτες όπως ο Τσόρτσιλ  το γνώριζαν καλά. Η γνώση τους ήταν μια διαισθητική σύλληψη της κατάστασης που αντιμετώπιζαν, με βιωματικές ρίζες σε έναν τρόπο συλλογικού βίου κι έναν ηθικοπολιτικό, σχεδόν μεταφυσικό, ορίζοντα αναφοράς.

Το «we shall never surrender» του Τσόρτσιλ ή το «I have a dream» του Κίνγκ δεν ήταν ένα αμήχανο ευχολόγιο, σαν αυτό του δικού μας Προέδρου της Δημοκρατίας ότι «θα έρθουν καλύτερες μέρες» (!), ούτε κενολογικός οπτιμισμός σαν το «η Ελλάδα μπορεί» του Σαμαρά, αλλά η διατύπωση μιας υποβόσκουσας κοινής πεποίθησης, την οποία ο ηγέτης αρθρώνει και αναδεικνύει. Όταν η ελπίδα σαρκώνεται, μορφοποιείται σε λόγο, συνδέεται με τα βιώματα αυτών στους οποίους απευθύνεται, τότε αποκτά δραστικότητα, κινητοποιεί. Τα πράγματα παράγουν νόημα για τον ηγέτη που έχει αίσθηση ταυτότητας και αποστολής• μορφο-ποιεί ό,τι οι πολλοί αισθανόμαστε αλλά αδυνατούμε να αρθρώσουμε και μας το επιστρέφει σε επεξεργασμένο λόγο, στον οποίο αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και από τον οποίο αντλούμε δύναμη.

Ένα από τα πολλά προβλήματά μας δεν είναι μόνο τα ερείπια που συσσωρεύονται και η αίσθηση της καταστροφής που πλησιάζει, αλλά, κυρίως, η απουσία ελπίδας. Δείτε το λόγο των δήθεν πολιτικών ηγετών μας και θα καταλάβετε γιατί. Η χώρα καταρρέει, αλλά αυτοί αδυνατούν να επινοήσουν ένα νέου τύπου πολιτικό λόγο, οπότε αδυνατούν να εμπνεύσουν. Τι κάνουν; Ό,τι έκαναν πάντοτε προεκλογικά: υπόσχονται, κολακεύουν το πόπολο, εξάπτουν τον πρωτόγονο φόβο ή την άλογη οργή, ρίχνουν τις ευθύνες στους άλλους.

Ο Σαμαράς τάζει, ως συνήθως: θέλει να αυξήσει επιδόματα και μισθούς, να μειώσει τους φορολογικούς συντελεστές, να αποζημιώσει τους ιδιώτες ομολογιούχους για τη ζημία που υπέστησαν μετά το «κούρεμα» του χρέους, κοκ. Ο σοφιστής Βενιζέλος προσαρμόζει το λόγο του στο εκάστοτε ακροατήριο. Στην ΑΔΕΔΥ δήλωσε ότι θέλει και «μικρότερο κράτος» και ότι «δεν χρειάζονται απολύσεις στο Δημόσιο»! Ο Τσίπρας, γνήσιο τέκνο του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού, υπόσχεται την επιστροφή στην «ασφάλεια» του κράτους-μήτρα και εξάπτει το θυμικό μας απειλώντας τους δανειστές.

Τι δεν κάνουν οι λεγόμενοι ηγέτες; Δεν μπορούν να πουν αυτό που διαισθητικά γνωρίζουμε: «σε μια χρεοκοπημένη χώρα δεν έχω να σας προσφέρω τίποτε άλλο παρά μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα». Τα προβλήματά μας είναι τόσο θεμελιώδη που όποιο δρόμο κι αν πάρουμε, τον πόνο δεν θα τον αποφύγουμε. Οι πολιτικάντηδες δεν μπορούν να πουν κάτι τέτοιο γιατί δεν καταλαβαίνουν καν το περιεχόμενο αυτής της τσορτσιλικής φράσης. Οι μεν Σαμαράς και Βενιζέλος γιατί αντιπροσωπεύουν τα κόμματα της φαυλότητας, ο δε Τσίπρας γιατί, ως καλός μαθητής του Ανδρέα Παπανδρέου, δεν αντιλαμβάνεται την πολιτική με όρους επίπονης βελτίωσης θεσμών (και των δύσκολων επιλογών που συνεπάγεται κάτι τέτοιο), αλλά με όρους πατερναλιστικής ικανοποίησης των αντιφατικών αιτημάτων ενός πολτώδους «λαού». Ο καθένας με τον τρόπο του μετέχει σε ένα διαγωνισμό «φιλολαϊκότητας», όχι σε ένα άθλημα «αναθέσμισης της χώρας» (κατά την εύστοχη φράση του Αλ. Παπαδόπουλου), το οποίο απαιτεί θυσίες.

Αλλά πώς να μιλήσει πειστικά για θυσίες ό κ.Σαμαράς όταν στα ψηφοδέλτιά του καθρεφτίζεται η πολιτική παρακμή; Όταν υποψήφιος του κόμματός του είναι, μεταξύ άλλων, ο πρώην υπουργός Υγείας κ. Ν. Κακλαμάνης, ο πολιτικός που όχι μόνο κατήργησε τη λίστα φαρμάκων αλλά, όπως αποκάλυψε η «Ελευθεροτυπία» (7/10/2006), δέχθηκε τη χορηγία φαρμακευτικών εταιριών για τις προεκλογικές του δαπάνες το 2004, και κληροδότησε παροιμιώδη κακοδιαχείριση στο Δήμο Αθηναίων; Όταν υποψήφιος είναι ο πρώην υπουργός Οικονομικών κ. Παπαθανασίου, ο αρχιτέκτονας (με τον κ.Αλογοσκούφη) του κολοσσιαίου ελλείμματος της χώρας το 2009! Σε ένα στοιχειωδώς ορθολογικό πολιτικό σύστημα οι κύριοι αυτοί θα ήταν, τουλάχιστον, εκτός πολιτικής. Και πώς να ζητήσει θυσίες από τον ελληνικό λαό ο κ. Τσίπρας όταν έχει χτίσει την πολιτική σταδιοδρομία του δοξάζοντας το είδωλο του «λαού»-θύματος, ο οποίος τίθεται υπεράνω νόμων και θεσμών; Το λεξιλόγιο της προσφοράς και της θυσίας είναι τόσο άγνωστο στους αμοραλιστές εξουσιομανείς και στους ιδεοληπτικούς λαϊκιστές όσο οικείο τους είναι το εγχειρίδιο καιροσκοπικής-πελατειακής-αντιθεσμικής συμπεριφοράς.   

Όταν έχεις να προσφέρεις μονάχα μόχθο και πόνο μιλάς τη γλώσσα της αλήθειας, η οποία, όσο οδυνηρή κι αν είναι, αποκτά ακροατήριο. Όταν όλοι αναμένουν υποσχέσεις κι εσύ αντισυμβατικά ζητάς θυσίες, δημιουργείς, παραδόξως, σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, αφού παρεμβαίνεις στο μετα-επίπεδο της σχέσης – στις προσδοκίες που ιστορικά έχουν διαμορφώσει οι πολίτες από τους πολιτικούς. Διαψεύδοντας αυτές τις ιστορικές προσδοκίες δείχνεις έμπρακτα ότι ριψοκινδυνεύεις, άρα ότι είσαι αξιέμπιστος• αρχίζεις να φέρνεις μια διαφορετική νοο-τροπία, να εμπνέεις.

Δυστυχώς αυτή συνεχίζει να είναι μια ακατάληπτη γλώσσα για την παρακμιακή πολιτική ελίτ…

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Από το χείλος του γκρεμού στην πτώση στο γκρεμό


Τα πράγματα δυσκολεύουν. Ας χρησιμοποιήσουμε τη λογική για να καταλάβουμε τι συμβαίνει και τι, πιθανότατα, θα συμβεί στη χώρα. Ο Αριστοτέλης ορίζει τον συλλογισμό ως εκείνο το λόγο «όπου αν τεθούν ορισμένα πράγματα, κάτι άλλο από αυτά που έχουν τεθεί ακολουθεί κατ’ ανάγκην, εξ αιτίας αυτών ακριβώς που έχουν τεθεί». Ποια είναι, λοιπόν, αυτά που αξιόπιστα «έχουν τεθεί», από τα οποία  μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα;

Πρώτον, το 2010 αναγκαστήκαμε να ζητήσουμε διεθνή οικονομική βοήθεια για να μη χρεοκοπήσουμε. Όποιος, σε ώρα ανάγκης, προσφεύγει σε υπέρογκο δανεισμό, παύει να ορίζει ο ίδιος το πρόβλημά του. Οι δανειστές του αποκτούν μεγάλη ισχύ και, άρα, βαρύνοντα λόγο στον καθορισμό των όρων αποπληρωμής του δανείου - άρα και στον ορισμό των προβλημάτων της χώρας. Από το 2010 και μετά, το πρόβλημά μας ορίστηκε, βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, κυρίως ως δημοσιονομικό. Κατά συνέπεια, η δημοσιονομική εξυγίανση, άρα κάποιας μορφής λιτότητα, κατέστη αναπόφευκτη. 
 

Δεύτερο, όπως συχνά συμβαίνει σε περιπτώσεις κοινωνικής μηχανικής, το Μνημόνιο έπεσε έξω στις προβλέψεις του. Αν και το έλλειμμα μειώθηκε και η ανταγωνιστικότητα εν μέρει ανακτήθηκε, η οικονομία συρρικνώθηκε υπέρμετρα, η ανεργία εκτοξεύτηκε. Επιπλέον, η κακή διαχείριση της υλοποίησης του Μνημονίου από ένα διαλυμένο κράτος, διευθυνόμενο από εν πολλοίς ανίκανους και ιδιοτελείς πολιτικάντηδες, επιδείνωσε το πρόβλημα και επέτεινε την αναξιοπιστία της χώρας.  

Τρίτο, η παγκόσμια εμπειρία δείχνει ότι η έντονη και παρατεταμένη λιτότητα σε μια δημοκρατία υπονομεύει την πολιτική σταθερότητα και ενισχύει τους λαϊκιστές. Οι πολίτες δυσκολεύονται να προσαρμόσουν τις προσδοκίες τους στη νέα πραγματικότητα, αναζητώντας πολιτικές διεξόδους σε αυτούς που υπόσχονται απαλλαγή από τις επαχθείς πολιτικές. 

Τέταρτο, το 80% των πολιτών θέλει την παραμονή της χώρας στο ευρώ. Παράλληλα, όμως, πάνω από τα δύο τρίτα αντιτίθενται στο Μνημόνιο, χάρη στο οποίο η χώρα απέφυγε τη χρεοκοπία. Αντίφαση; Καθόλου. Η ύφεση που έφερε η λιτότητα είναι οδυνηρή. Οι πολίτες δεν έχουν άλλες αντοχές, αναζητούν ελπίδα. Η ευρωπαϊκή Ελλάδα, όμως, δεν είναι ένα συγκυριακό φαινόμενο (όπως είναι η παρούσα ύφεση), αλλά αναπόσπαστο μέρος της αυτοαντίληψής μας.  


Πέμπτο, η άγρια λιτότητα δεν αντέχεται και αποσταθεροποιεί τη δημοκρατία. Από την άλλη, όμως, η λιτότητα δεν αποφεύγεται. Άρα, πρέπει να μετριασθεί. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: αφενός να επαναδιαπραγματευθούμε πιο χαλαρούς όρους δανεισμού στο εξωτερικό, αφετέρου να διαχειριστούν τη λιτότητα φερέγγυοι πολιτικοί, ικανοί να μας εμπνεύσουν, στο εσωτερικό. Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, αφού το δημοσιονομικό-διαρθρωτικό μας πρόβλημα μετατρέπεται σε πολιτικό-αξιακό. Θα σωθούμε αν επανεφεύρουμε ταχύτατα τον εαυτό μας ως πολιτική κοινότητα. Μπορούμε;


Έκτο, δύσκολα. Το πρόβλημά μας είναι ότι αυτοί που υπερασπίζονται το ευρώ γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν και διαθέτουν κυβερνητική εμπειρία, αλλά δεν μας εμπνέουν εμπιστοσύνη - είτε γιατί έχουν στιγματισθεί από την ιδιοτέλεια, τη φαυλότητα, και την ανικανότητα, είτε γιατί δεν κατανοούν επαρκώς την επώδυνη εμπειρία του χειμαζόμενου πολίτη («στην Ευρώπη με κάθε κόστος»). Από την άλλη, αυτοί που μας δίνουν ελπίδα είναι αυτοί που, εκφράζοντας την οργή και την οδύνη μας, λένε σε μας αυτά που θέλουμε να ακούσουμε («λεφτά υπάρχουν»), ενώ στους δανειστές μας αυτά που δεν θέλουν να ακούσουν («δεν πληρώνω»)  – συνδυάζουν, δηλαδή, το λαϊκισμό με τον τσαμπουκά. 


Έβδομο, τα κόμματα της φαυλότητας που έφεραν τη χώρα στη χρεοκοπία, αδυνατούν να αλλάξουν για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μας, ενώ τα κόμματα του λαϊκισμού αδυνατούν να προσδώσουν ρεαλισμό στην ελπίδα. Ποιος απροκατάληπτος ευρωπαϊστής πολίτης θα πιστέψει ότι ο κ. Σαμαράς υπερασπίζεται την ευρωπαϊκή Ελλάδα όταν δίνει πρωτεύοντα ρόλο σε δύο εμβληματικούς πολιτικούς της βαλκάνιας Ελλάδας: στον καταδικασθέντα για παράβαση καθήκοντος κ. Ψωμιάδη και στην προβεβλημένη εκπρόσωπο της οικογενειοκρατίας και του πελατειακού συστήματος κυρία Μπακογιάννη; Πως θα μετακινηθεί σε πιο ρεαλιστικές θέσεις ο κ. Τσίπρας όταν ρητά δηλώνει ότι θα «ακυρώσει» το Μνημόνιο, θα προβεί, δηλαδή, σε μια μονομερή ενέργεια, η οποία θα επιφέρει τον τερματισμό της διεθνούς χρηματοδότησης της χώρας («μία σου, μία μου»);

Όγδοο, λέγεται ότι αν σχηματίσει κυβέρνηση ο κ. Τσίπρας θα γίνει ρεαλιστής. Μακάρι, αλλά αμφιβάλλω. Η χονδροειδώς «αντισυστημική» κουλτούρα του ΣΥΡΙΖΑ έχει διαμορφώσει έναν ακραία καταγγελτικό, συχνά αντιθεσμικό, κυρίως λαϊκιστικό λόγο που εγκλωβίζει τους χρήστες του: οι άνθρωποι έχουν μάθει να διαμαρτύρονται, όχι να συμβιβάζονται· να υπερασπίζονται έναν μυθοποιημένο, πολτώδη «λαό», όχι να μοχθούν να βελτιώσουν ατελείς θεσμούς. Το σημαντικότερο είναι ότι ο κ. Τσίπρας, υμνητής του Μάο και του Τσάβες, πάσχει από τις εφηβικές ιδεοληψίες των αριστερών: εκείνων που πασχίζουν ναρκισσιστικά να προσαρμόσουν τον κόσμο στις ιδεοληπτικές επιθυμίες τους.

Συμπέρασμα: ως πολιτική κοινότητα είμαστε εγκλωβισμένοι μεταξύ των ανυπόληπτων ευρωπαϊστών και των ιδεοληπτικών λαϊκιστών. Αν εκλεγούν οι πρώτοι, δεν θα μπορέσουν να κυβερνήσουν γιατί είναι φθαρμένοι και θα συναντήσουν την ισχυρή αντίδραση των λαϊκιστών. Αν εκλεγούν οι δεύτεροι, θα τινάξουν στον αέρα τη δανειακή σύμβαση και θα οδηγήσουν τη χώρα σε στάση πληρωμών. Αν έχουμε ακυβερνησία, τα δημόσια οικονομικά θα καταρρεύσουν (ήδη συμβαίνει…), και οι τράπεζες θα ξεμείνουν από ρευστότητα. Με τέτοια δεδομένα, ceteris paribus, η χώρα οδηγείται στην άτακτη χρεοκοπία και τη δραχμή. Όχι γιατί θα το επιλέξει, αλλά γιατί η πολιτική της κουλτούρα είναι τέτοια που αδυνατεί να το αποτρέψει. Ότι το συμπέρασμα είναι οδυνηρό δεν σημαίνει ότι είναι αυθαίρετο.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Η εθνική μας σχιζοφρένεια και η (δύσκολη) θεραπεία της

Το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα δικαιολογημένα μας ανησυχεί. Η χώρα χορεύει ταγκό με την πολιτική αστάθεια στην άκρη του γκρεμού. Η ανησυχία όμως, για να είναι γόνιμη, πρέπει να συνοδεύεται από οξυδερκή κατανόηση. Τότε μόνο συναίσθημα και λόγος αλληλογονιμοποιούνται. 



Πρέπει να κατανοήσουμε την κατάρρευση του δικομματισμού και την έξαρση των ακραίων, λαϊκιστικών κομμάτων. Το εκλογικό αποτέλεσμα μοιάζει με ομιλία σχιζοφρενούς – είναι ακατάληπτο. Είναι λογικό να φοβάται κανείς... Η οικονομική αβεβαιότητα πολλαπλασιάζεται με την πολιτική αστάθεια. Από την άλλη, είναι αστόχαστο να «θυμώσεις» με το εκλογικό αποτέλεσμα, να «επιπλήξεις» ή να ειρωνευτείς τους ψηφοφόρους. Πρέπει ν’ αποφύγουμε, και τον άλογο φόβο και την αναίσθητη «καταδίκη». Χρειαζόμαστε καθαρό μυαλό για να κατανοήσουμε μια παράδοξη πολιτική κατάσταση.

Τι σημαίνει αυτό; Μια κατάσταση είναι παράδοξη όταν, παρά τη διατύπωσή της σε λογικό επιχείρημα, οδηγούμαστε σε αντιφατικά συμπεράσματα. Ένα παράδειγμα. Αν πω στην κόρη μου: «να είσαι αυθόρμητη», διατυπώνω μια παράδοξη προτροπή. Γιατί; Διότι η εντολή μου είναι αντιφατική: η υπόρρητα προστακτική συμπεριφορά μου («κάνε αυτό») αναιρεί τη συμπεριφορά που ρητά της ζητώ να υιοθετήσει. Την προστάζω να κάνει κάτι που δεν προστάζεται!

Στις ανθρώπινες σχέσεις, τα παράδοξα οδηγούν συχνά σε αυτό που ο μεγάλος ανθρωπολόγος και ψυχοθεραπευτής Γκρέγκορυ Μπέητσον ονόμασε «διπλή δέσμευση» (double bind). Πρόκειται για μια σχέση επικοινωνίας η οποία παγιδεύει τους συμμετέχοντες: το ρητό μήνυμα που στέλνει ο Α στον Β, αναιρείται από ένα άλλο, υπόρρητο, μήνυμα, με αποτέλεσμα ο Β να νοιώθει παγιδευμένος και να συμπεριφέρεται αντιφατικά. Με άλλα λόγια, ο Β βρίσκεται σε «διπλή δέσμευση» όταν γίνεται αποδέκτης δύο αντιφατικών μηνυμάτων από τον Α. Όταν, για παράδειγμα, ο άντρας λέει στη γυναίκα του: «έλα στην αγκαλιά μου», αλλά ο τόνος της φωνής του είναι τέτοιος που είναι σαν να της λέει «μείνε μακριά μου», τότε έχουμε δύο αλληλοαναιρούμενα μηνύματα.

Ας πάμε τώρα στην πολιτική. Στις πρόσφατες εκλογές ο πολίτης τέθηκε ενώπιον μιας βαθιά παράδοξης κατάστασης: να καταδικάσει τα δύο κυβερνητικά κόμματα της φαυλότητας που έφεραν τη χώρα στη χρεοκοπία, αλλά και να αποτρέψει την πολιτική αστάθεια που θα επέφερε η καταδίκη τους. Να διασφαλίσει την παραμονή της χώρας στο ευρώ, αλλά και να μην εφαρμοστεί η συμφωνία με τους δανειστές. Να αισθανθεί το θυμό, αλλά να ψηφίσει με λογική. Αυτά είναι παράδοξα διλήμματα, τα οποία παράγουν παράδοξη συμπεριφορά.

Τι έλεγαν ουσιαστικά Σαμαράς και Βενιζέλος; «Ψηφίστε μας για να σώσουμε τη χώρα». Αυτό είναι το ρητό μήνυμα. Το υπόρρητο μήνυμα, αυτό δηλαδή που δεν το λένε αλλά εμείς το γνωρίζουμε, είναι ότι τα κόμματά τους είναι αυτά που κατέστρεψαν τη χώρα, την οποία  τώρα θέλουν να σώσουν. Το πλήρες μήνυμα, λοιπόν, είναι: «Ψηφίστε μας [εμάς που καταστρέψαμε τη χώρα] για να σώσουμε τη χώρα»! Ιδού το παράδοξο: τα δύο μηνύματα, το ρητό και το υπόρρητο, αλληλοαναιρούνται. Ο πολίτης παγιδεύεται. Για να δεχθεί το μήνυμα πρέπει να το απορρίψει! Για να δεχθεί, δηλαδή, τη ρητή προτροπή «ψηφίστε μας» πρέπει να απορρίψει τους φορείς του υπόρρητου μηνύματος «καταστρέψαμε τη χώρα».

Στο αντιφατικό μήνυμα ο πολίτης απαντά αντιφατικά: επιλέγει ακραία, λαϊκιστικά κόμματα για να τιμωρήσει τα πρώην κυβερνητικά, αρνούμενος ταυτόχρονα ότι έτσι αυτοτιμωρείται. Είναι χαρακτηριστικό της «διπλής δέσμευσης» ότι το άτομο δεν έχει επίγνωση της παραδοξότητας των επιλογών του, γι αυτό και παγιδεύεται σε δήθεν εναλλακτικές. Οι εναλλακτικές του (τα κυβερνητικά κόμματα της φαυλότητας έναντι των κομμάτων των άκρων και του λαϊκισμού) αποτελούν μέρος της «διπλής δέσμευσης». Ο πολίτης νομίζει ότι έχει επιλογές, αλλά στην ουσία είναι παγιδευμένος σε ένα δεδομένο «παιχνίδι». Θα αποκτήσει αυθεντικές επιλογές όταν εξέλθει από το υπάρχον «παιχνίδι».

Πώς; Με εμπνευσμένες, αντισυμβατικές πρωτοβουλίες πολιτικών ηγεσιών, οι οποίες θα δημιουργήσουν ένα νέο «παιχνίδι». Το πολιτικό παράδοξο θα αρθεί αν, για παράδειγμα, τα δύο ιστορικά κυβερνητικά κόμματα ομολογήσουν τον καταστρεπτικό ρόλο τους, αλλάξουν ηγεσίες, και δεσμευτούν έμπρακτα σε μεγάλες αλλαγές που θα αναιρούν τον μέχρι τώρα φαύλο χαρακτήρα τους. Προσοχή: πρέπει να ξεκινήσουν τη ριζοσπαστική αλλαγή από τον εαυτό τους, όχι να καλούν τους άλλους να αλλάξουν! Μόνο όταν το ρητό μήνυμα «ψηφίστε μας» διατυπωθεί από ηθικο-πολιτικώς σεβαστά πρόσωπα θα ακουσθεί αυτοτελώς, χωρίς δηλαδή το συνεκφερόμενο υπόρρητο μήνυμα που το υπονομεύει.

Ένα άλλο ενδεχόμενο είναι να εμφανισθεί ένα καινούριο φιλευρωπαϊκό, μεταρρυθμιστικό, «αντικομματικό» κόμμα, υπό άφθαρτη, ικανή, και πειστική ηγεσία, που θα συντονίζεται αυθεντικά με την κοινή εμπειρία. Θα χρειαστούν για κάτι τέτοιο τόσο οι ελάχιστες πολιτικές εφεδρείες που έχουν διασώσει τα πολιτικό κεφάλαιό τους, όσο και νέοι πολιτικοί. Τότε η τιμωρητική ψήφος θα πάρει θετικό περιεχόμενο. Δεν είναι εύκολη αυτή η σύνθεση. Είναι όμως ο μόνος τρόπος για να συγχρονισθούν το ρητό και το υπόρρητο μέρος του πολιτικού μηνύματος. Είναι ο μόνος τρόπος να έχει τη δυνατότητα ο πολίτης να αντιδράσει με μη παράδοξο τρόπο. 

Το καλό με την εκλογική κατάρρευση του δικομματισμού και την ανάδειξη του ακραίου λαϊκισμού είναι ότι τώρα γνωρίζουμε την παράδοξη συμπεριφορά μας και τα αυτοκαταστροφικά αποτελέσματά της. Άρα μπορούμε να ελευθερωθούμε από τη «διπλή δέσμευση» και να αναζητήσουμε αυθεντικές εναλλακτικές. Αρκεί να δημιουργηθούν, φυσικά… 

Μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι; Η αισιοδοξία ωφελεί αυτούς που ξέρουν πώς να τη χρησιμοποιήσουν. Η απαισιοδοξία γονιμοποιεί τη δράση αυτών που θέλουν να αποτρέψουν αυτά που οι ίδιοι προβλέπουν. Τόλμη και φαντασία χρειάζονται. Υπάρχουν;