Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Θεσμοί και Μαυρογιαλούροι: Με τέτοιους πολιτικούς η Ελλάδα είναι καταδικασμένη


Το έγραψε επιγραμματικά ο σοφός αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος. Το παραφράζω ελαφρώς για την περίσταση : «Μη σπαταλάς άλλο χρόνο να κουβεντιάζεις το πως πρέπει να είναι ένας καλός ηγέτης. Γίνε ένας» . Με άλλα λόγια, μη λες τι πρέπει να γίνει, κάντο. Μην επισημαίνεις, πράξε.

Είπε τις προάλλες ο υπουργός Οικονομικών κ. Χαρδούβελης. «Η ευρωζώνη μας έχει στηρίξει αλλά είναι σταθερή στη θέση ότι κι εμείς πρέπει να είμαστε συνεπείς στις υποσχέσεις μας. […] Δική μας δουλειά είναι πως θα φτιάξουμε θεσμούς. Το οφείλουμε στα παιδιά μας» . Σωστά λόγια. Αλλά μόνο λόγια….

Το προνόμιο όποιου ασκεί έλλογη εξουσία είναι ότι τα λόγια του δεν είναι όπως αυτά των άλλων ανθρώπων – έχουν αυξημένη ισχύ, παράγουν αποτελέσματα. Αν, λοιπόν, δική μας δουλειά είναι να φτιάξουμε θεσμούς, γιατί δεν τους φτιάχνουμε; Γιατί μιλάνε οι πολιτικοί μας για το τι πρέπει να κάνουμε, αλλά δεν το κάνουν; Ακόμη χειρότερα: γιατί ενίοτε επισημαίνουν τα σωστά, αλλά πράττουν τα εσφαλμένα;

Υπερβάλλω; Έχω πολλά παραδείγματα, θα αρκεστώ σε ένα. Πρόσφατο σχέδιο νόμου του ΥΠΕΚΑ για την εισφορά γης και τις απαλλοτριώσεις (*), συνιστά, σύμφωνα με τον κ. Καραβέλλα, γενικό διευθυντή της WWF Ελλάς, «ένα αδιανόητα ρουσφετολογικό μνημείο κακονομίας και καταβαράθρωσης κάθε έννοιας δικαίου» . Νομιμοποιεί περιβαλλοντικές παρανομίες και επιβραβεύει καταπατήσεις γης. «Φυτεμένες ελιές σε καμένη δασική γη θα αποκτήσουν βούλα νομιμότητας» (ο.π.). Αναδασωτέες εκτάσεις θα αποχαρακτηρίζονται αν, εντός πέντε ετών, αποδεικνύεται ότι είναι «ανέφικτη» η αναδάσωσή τους!

Πριν από λίγες μέρες οι βο(υ)λευτές κκ. Θ. Μπούρας, Γ. Βλάχος και Β. Οικονόμου κατέθεσαν τροπολογία στη Βουλή να ανασταλεί η ισχύς επιβληθέντων προστίμων, καθώς και η εκτέλεση κατεδαφίσεων αυθαιρέτων, μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι δασικοί χάρτες. Σημειώστε ότι οι τελευταίοι συντάσσονται με ρυθμό χελώνας (μόνο το 1% έχει κυρωθεί), ενώ με το σχέδιο νόμου του ΥΠΕΚΑ θα μπορούν να αλλάζουν, απεικονίζοντας όχι τα αρχικά δάση αλλά την πραγματικότητα που δημιούργησαν οι καταπατητές!

Προσέξτε την εμετικά υποκριτική ρητορική των βλαχοπολιτικών: η τροπολογία τους «έχει ως σκοπό» , λένε, «τη δημιουργία ασφάλειας δικαίου για τους διοικούμενους και τη διατήρηση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς την Διοίκηση» . Δεν φτάνει που επιβραβεύουν την παρανομία, μας δουλεύουν κι από πάνω! Η υποκρισία (το δούλεμα) είναι απαραίτητο στοιχείο συγκάλυψης της ποταπότητας: η υψηλόφρων ρητορική επενδύει λεκτικά τη χυδαία πράξη για να της προσδώσει ηθική νομιμοποίηση.

Πρέπει να ομολογήσω ότι ο κ. Θανάσης Μπούρας, ως βο(υ)λευτής (και μάλιστα γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΝΔ) και πρώην νομάρχης στο Υπόλοιπο Αττικής (αυτής της τεράστιας αυθαιρετούπολης) γνωρίζει το θέμα άριστα. Σε εκπομπή του κ. Ευαγγελάτου στον «Αντένα», πριν από λίγα χρόνια, είχε αποκαλυφθεί, με οπτικά-ηχητικά ντοκουμέντα, η υπόσχεση του βο(υ)λευτή σε δημοσιογράφο που υποδυόταν έναν αυθαίρετο οικιστή ότι θα προσπαθήσει να αποχαρακτηριστεί η καμένη (στην πυρκαγιά του 2005) δασική έκταση στην Αγία Κυριακή των Σπάτων. Πρέπει να το αναγνωρίσουμε: οι άνθρωποι τουλάχιστον είναι συνεπείς: κάνουν ότι έκαναν πάντοτε! Πάνω από εκατό τροπολογίες κατατέθηκαν (και οι περισσότερες ψηφίστηκαν) στη Βουλή, από τη στιγμή που οι πολιτικάντηδες οσμίστηκαν πρόωρες εκλογές. Έχουν εκκρεμότητες να τακτοποιήσουν…

Πώς δημιουργούνται οι (έλλογοι) θεσμοί; Οι θεσμοί αναπτύσσονται σε έναν βιότοπο αξιών. Οι αξίες εμπεδώνονται με ελέγχους, κυρώσεις, κίνητρα, και υποδειγματικές συμπεριφορές των ιθυνόντων. Η εμπέδωση των αξιών παράγει επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, οι οποίες καθίστανται ρουτινώδεις και θεωρούνται αυτονόητες. Ο θεσμός είναι η επικράτεια του αυτονόητου: ο νόμος εφαρμόζεται, ο βουλευτής μεριμνά για το δημόσιο συμφέρον, οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, οι παρανομούντες διώκονται, κοκ. Σημαντικό: η δημιουργία έλλογων θεσμών απαιτεί οι ιθύνοντες να πράττουν τα δέοντα (η σχέση κυβερνώντων-κυβερνωμένων είναι ασύμμετρη), αφού έτσι τίθενται σε κίνηση οι μηχανισμοί εμπέδωσης των αξιών. Δεν θα περίμενα ο συλλογισμός αυτός να γίνει κατανοητός από τους εγχώριους πολιτικάντηδες κι αυτό είναι το δραματικό έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας της χώρας.

Όσο εμείς είμαστε ανίκανοι να «φτιάξουμε θεσμούς» , θα είμαστε το πλησιέστερο ενός «αποτυχημένου κράτους» στην Ευρώπη και τους θεσμούς θα μας τους επιβάλουν οι ισχυροί ξένοι, όπως συμβαίνει τώρα επιλεκτικά και εξευτελιστικά. Το 1893 ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έγραφε: «[…] Θα έλεγέ τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες διά ν’ αποδειχθή ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν. […]». Η Ελλάδα του 21ου αιώνα είναι ακόμα καθηλωμένη στους εθισμούς του 19ου. Ως πότε;

(*) Μετά την πληθώρα αντιδράσεων, επίμαχες διατάξεις του νομοσχεδίου που αφορούν στην αναδάσωση αποσύρθηκαν για να επανέλθουν – μην αμφιβάλλετε …- εν ευθέτω χρόνω.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Το κράτος-λάφυρο ζει και βασιλεύει


Θυμηθήκαμε την ύπαρξή τους όταν παραιτήθηκαν! Φέραμε ξανά στο μυαλό μας ότι, ακόμα και τώρα, στην εποχή της χρεοκοπίας, το κράτος παραμένει το λάφυρο της κομματοκρατίας. Ένδεκα, μέχρι στιγμής, γενικοί γραμματείς υπουργείων ή επικεφαλής δημοσίων οργανισμών ανακοίνωσαν τις παραιτήσεις τους για να πολιτευθούν στις προσεχείς εκλογές.

Δύο απλά ερωτήματα:

(α) όταν τα επιτελικά στελέχη του κράτους έρχονται και φεύγουν για πολιτικούς λόγους, πώς θα αποκτήσει συνέχεια, συνοχή, θεσμική μνήμη και θεσμικά αντίβαρα η διοίκηση;

(β) όταν ένας εκλεκτός της κομματοκρατίας, ο οποίος επελέγη με «κλειστές» και μη αξιοκρατικές διαδικασίες, διαχειρίζεται δημόσιους πόρους, γιατί να υποθέσουμε ότι οι υπηρεσιακές επιλογές του δεν εμφορούνταν είτε από τις επιθυμίες των πολιτικών του προϊσταμένων, είτε από τη δική του επιθυμία να επανεκλεγεί;

Το πρώτο ερώτημα αποτυπώνει την έλλειψη θεσμικής μνήμης και θεσμικών αντιβάρων στη διοίκηση. Το δεύτερο τη χρόνια καχυποψία με την οποία οι πολίτες περιβάλλουν το κράτος και τους πολιτικούς.

Η λύση ξέρουμε πια είναι: το κομματικά ανεξάρτητο κράτος. Γιατί δεν την υιοθετούμε; Μα πώς θα σιτίζουν τα παλιά κόμματα τους κομματικούς στρατούς και επιτελάρχες τους; Δεν είναι δουλειά των δανειστών να μας υποδείξουν τι θα κάνουμε. Επιπλέον, θα ήταν εξευτελιστικό. Η ευθύνη είναι καθαρά δική μας. Ας κάνουμε την αρχή, παραμερίζοντας τα παλιά κόμματα της χρεοκοπίας.

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Η προστασία της φαυλότητας


Δεν είναι ευχάριστο αλλά πρέπει να το παραδεχθούμε: το κυριότερο πρόβλημα της χώρας είναι ο τρόπος του χειριζόμαστε τα προβλήματά μας (μετα-πρόβλημα). Ο τρόπος που χειριζόμαστε τα επίμαχα προβλήματα δημόσιας πολιτικής ενεργοποιεί, σχεδόν αυτόματα, το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναζητούμε λύσεις. Ποια είναι τα διακριτά γνωρίσματα αυτού του τρόπου;

Πρώτον, επίμαχα θέματα δημόσιας πολιτικής γρήγορα μετατρέπονται σε πολωτικές συγκρούσεις για τα θεμελιώδη. Σε αντίθεση με τις ώριμες δημοκρατίες, σε μας ελάχιστα πράγματα θεωρούνται αυτονόητα. Δεύτερον, επιμέρους θέματα αναδεικνύονται εύκολα σε μείζονα πολιτικά ζητήματα. Και τρίτον, επίμαχα θέματα δημόσιας πολιτικής αποσπώνται από το στενό πεδίο τους και εξελίσσονται σε ένα ευρύτερο πρόβλημα σεβασμού της έννομης τάξης. Να το πω διαφορετικά: ένα επίμαχο θέμα δημόσιας πολιτικής σύντομα καθίσταται αντικείμενο πολωτικής κομματικής σύγκρουσης, στην οποία οι εμπλεκόμενοι, για να κερδίσουν πόντους, βλέπουν μόνο αυτό που τους συμφέρει να δουν, ενώ, συγχρόνως, η κλιμάκωση της σύγκρουσης ξεφεύγει από τις αυτονόητες αξίες του κράτους δικαίου.

Δείτε τη διαμάχη που έχει ξεσπάσει για το θέμα του επανελέγχου της μετατροπής των συμβάσεων δημοσίων υπαλλήλων από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, καθώς και για το θέμα της αξιολόγησης του δημοσιοϋπαλληλικού προσωπικού. Θα την καταλάβουμε επαρκώς μόνο αν δούμε τη μεγάλη εικόνα. Ποια είναι αυτή; Το ελληνικό μετα-πρόβλημα: η καιροσκοπική μεροληψία, η ανυπαρξία αυτονόητων αξιών, η μικροκομματική διαχείριση προβλημάτων.

Ο επανέλεγχος είναι επιβεβλημένος, ισχυρίζεται ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης κ. Μητσοτάκης, διότι «υπάρχουν στοιχεία για λαθροχειρίες. [Πασχίζουμε] να αποκαταστήσουμε επιτέλους στη χώρα μας κανόνες νομιμότητας». Ο έλεγχος των συμβάσεων έγινε ήδη από το ΑΣΕΠ, αντιτείνει η περιφερειάρχης Αττικής κυρία Δούρου. Ο επανέλεγχος του υπουργείου στοχεύει στον «επανακαθορισμό των κριτηρίων των συμβάσεων», προκειμένου να επιτευχθεί ο μνημονιακός στόχος των 6500 απολύσεων.

Δείτε τη συμπληρωματικότητα των δύο αντιπάλων: ο καθένας βλέπει αυτό που θέλει να δει! Η νομιμότητα για τον κ. Μητσοτάκη είναι μόνο θέμα ανακάλυψης πλαστών δικαιολογητικών: «είναι αυτονόητο πως όποιος μπήκε παράνομα στο Δημόσιο πρέπει να απομακρυνθεί». Σωστά. Πλην όμως, οι φαύλοι πολιτικοί που διόρισαν τους «πελάτες» τους στο Δημόσιο δεν πρέπει να απομακρυνθούν; Με άλλα λόγια, ο κ. Μητσοτάκης επιλέγει να μη δει το άλλο μισό της εικόνας: το πελατειακό κράτος, στη λειτουργία του οποίου το κόμμα του και η οικογένειά του διέπρεψαν, παραβίαζε συστηματικά, για δεκαετίες, τη συνταγματική νομιμότητα. Τι κάνουν, λοιπόν, τώρα τα δύο κυβερνητικά κόμματα προκειμένου να επανορθώσουν για την εγνωσμένη φαυλότητά τους; Τιμώρησαν, μήπως, πολιτικά-συμβολικά τους ρουσφετολόγους πολιτικούς που χρησιμοποίησαν τη νόμιμη εξουσία με φαύλο τρόπο; Μα, αν το έκαναν, θα αυτοκαταργούνταν. Ο Σαμαράς διόρισε όλη τη Μεσσηνία στο Μουσείο της Ακρόπολης! Η Μπακογιάννη και ο πατέρας της αναδείχθηκαν σε πρωταθλητές του ρουσφετιού! Όσο για το Βενιζέλο, καλύτερα να μη μιλάμε: η νομοθετική κοπτοραπτική στην υπηρεσία οργανωμένων συμφερόντων, αλλά και ο κατάπτυστος νόμος περί (δήθεν) ευθύνης υπουργών είναι δικά του έργα. Με ένα τέτοιο βεβαρημένο ιστορικό, οι πολιτικοί των κομμάτων της φαυλότητας επιλέγουν να δουν μόνο το τμήμα της εικόνας πους τους συμφέρει! Δακτυλοδεικτούν τον απατεωνίσκο δημόσιο υπάλληλο, στις άνομες ορέξεις του οποίου όχι μόνο ενέδωσαν αλλά ενεργά συνέπραξαν και καλλιέργησαν, αποσιωπώντας το δικό τους καθοριστικό ρόλο στην αναπαραγωγή της φαυλότητας.

Δείτε τώρα την κυρία Δούρου και τους λαϊκιστές ομοϊδεάτες της. «Εσείς είστε παράνομοι», λέει η κυρία Δούρου. «Ξεχαρβαλώσατε το Δημόσιο με μαζικές, ρουσφετολογικές προσλήψεις». Οι αντιμνημονιακοί λαϊκιστές ομολογούν εμμέσως ότι πιθανόν έχουν γίνει παρατυπίες στη μετατροπή συμβάσεων (έστω κι αν δεν τις εντόπισε το ΑΣΕΠ), αλλά επιλέγουν να το αποσιωπήσουν – προέχει ο αντιμνημονιακός αγώνας! Στην ηθελημένη τύφλωση των ρουσφετολόγων πολιτικών απαντούν με τη δική τους αυτο-τύφλωση: κλείνουν τα μάτια στις όποιες παρανομίες. Οι μεν προστατεύουν πολιτικά τους φαύλους πολιτικούς, οι δε προστατεύουν διοικητικά τους φαύλους υπαλλήλους. Ο καθένας με τι ιδεοληψίες του και τα συμφέροντά του!

Παρόμοιο μοτίβο αναδεικνύεται και στο θέμα της αξιολόγησης. Η αξιολόγηση είναι απαραίτητη για την αναβάθμιση του Δημοσίου, λέει η ηγεσία του υπουργείου, «δεν συνδέεται με απολύσεις». «Η δήθεν αξιολόγησή σας στοχεύει στις απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων», λέει η κυρία Δούρου. Δείτε τώρα τη μεγάλη εικόνα: τι είδους αξιολόγηση είναι αυτή, τη στιγμή που δεν υπάρχουν περιγραφές θέσεων εργασίας, ούτε εξατομικευμένη στοχοθεσία, ούτε κριτήρια απόδοσης; Γιατί να γίνουν πιστευτές οι διακηρύξεις υπουργών των οποίων τα κόμματα (και ιδιαίτερα οι αρχηγοί τους) συστηματικά αθετούν τις υποσχέσεις τους; Αντιστοίχως: σε τι είδους αξιολόγηση πιστεύει η κυρία Δούρου και το κόμμα της (έτσι λένε), όταν συστηματικά αρνούνται, με σοφιστείες, τις συνέπειες της αξιολόγησης για τους αν-άξιους; Πώς υπερασπίζεται τη νομιμότητα η περιφερειάρχης, την οποία ορκίστηκε να υπηρετεί, αρνούμενη να εφαρμόσει το νόμο;

Πώς επιλύεται το ελληνικό μετα-πρόβλημα; Με την αναγνώρισή του ως τέτοιου και, συνακόλουθα, την ανάληψη δράσεων που θα στοχεύουν στον αυτο-περιορισμό των εμπλεκομένων. Όποιος θέλει να επιφέρει ριζικές αλλαγές ξεκινά διορθώνοντας τα δικά του στραβά – μόνο έτσι πείθει και αρχίζει να κερδίζει την εμπιστοσύνη. Όποιος, αντίστοιχα, φιλοδοξεί να κυβερνήσει υπεύθυνα, αντιπολιτεύεται με αρχές και προοπτική: απαλλάσσεται από τα δικά του βαρίδια και αναλαμβάνει αξιόπιστες δεσμεύσεις. Και στις δύο περιπτώσεις, το δύσκολο δεν είναι να σκεφτείς την επόμενη κίνηση στο υπάρχον παιχνίδι, αλλά να αλλάξεις τα ίδιο το παιχνίδι. Κάτι τέτοιο, όμως, αποδεικνύεται σχεδόν αδύνατον για πολιτικάντηδες - κάθε χρώματος.

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Το ΠΑΣΟΚ τελείωσε, το ταξίδι συνεχίζεται


Το ξέρουμε και από την προσωπική μας ζωή: το νήμα του χρόνου δεν το ξαναπιάνεις εκεί που το αφήνεις. Παρεμβάλλονται γεγονότα που μεταβάλλουν συναισθήματα και αντιλήψεις. Όπως μετά την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου ο άνθρωπος δεν παραμένει ίδιος, έτσι και μετά την εμπειρία της εθνικής χρεοκοπίας όλα αλλάζουν.

Τη δεκαετία του 1960, η Ένωση Κέντρου (ΕΚ) εξέφρασε τον δημοκρατικό ριζοσπαστισμό των πολιτών. Το 1974, η ΕΚ είχε ξεθυμάνει. Τι είχε μεσολαβήσει; Η εμπειρία της επταετούς δικτατορίας. Δεν θα μπορούσαμε να πιάσουμε το νήμα εκεί που το αφήσαμε το 1967. Αλλάξαμε. Το 1974, το ΠΑΣΟΚ εξέφρασε και, συγχρόνως, μορφοποίησε αυτή τη μεταβολή της πολιτικής συνείδησης.

Η χρεοκοπία του 2010 συνιστά ένα κολοσσιαίο γεγονός που επανορίζει τη ζωή των πολιτών. Οι αβέβαιες πολιτικές εξελίξεις (κυρίως ο κερματισμός) αντικατοπτρίζουν την τρέχουσα πολιτική αναζήτηση. Το ΠΑΣΟΚ αγωνίζεται σήμερα να επιβιώσει όπως η ΕΚ μετά τη δικτατορία. Δεν θα τα καταφέρει.

Δεν είχε μόνο την ατυχία να σκάσει η βόμβα της χρεοκοπίας στα χέρια του, αλλά η έκρηξη μεταβάλλει δραστικά το πολιτικό τοπίο και τις αντιλήψεις μας. Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης (με τα καλά της και τα κακά της) είναι, εν πολλοίς, δικό του δημιούργημα. Η οικονομική καταστροφή μετατρέπεται σε υπαρξιακή κρίση: τους αστόχαστους τους κάνει νοσταλγούς του χαμένου παραδείσου (και τους στέλνει στα κόμματα που τον υπόσχονται), τους στοχαστικούς τους ωθεί να αναθεωρήσουν ό,τι θεωρούσαν αυτονόητο (και ψάχνονται).

Η χρεοκοπία κατέδειξε οδυνηρά ότι οι κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης είχαν χτιστεί σε σαθρό βάθρο: για να έχεις βιώσιμη ευημερία χρειάζεσαι σύγχρονους θεσμούς και την αντίστοιχη ορθολογική νοοτροπία. Ο λαϊκισμός του ΠΑΣΟΚ και η αρχηγική-νεποτιστική του λειτουργία το απέτρεψαν να είναι ο «φορέας Αλλαγής» που τόσο είχε ανάγκη η χώρα. Επί των ημερών του, οι βαθιές δομές υπανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας αναπαράχθηκαν και εκλεπτύνθηκαν. Ο «σοσιαλισμός» του ΠΑΣΟΚ ελάχιστη σχέση είχε με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία - ήταν εσωστρεφής, λαϊκιστικός, πελατειακός, κρατικιστικός. Στο μέτρο που η «φιλολαϊκή» ιδεολογία του χρησιμοποιήθηκε για την ηθική νομιμοποίηση φαύλων πρακτικών, ανέδειξε ένα νέο ανθρωπότυπο. Το ψηφίσαμε για να αλλάξει τη χώρα, όχι εμάς. Ανταποκρίθηκε αντιστρόφως: άλλαξε εμάς προς το χειρότερο για μα μην αλλάξει τη χώρα.

Η εντυπωσιακή εκλογική πτώση του ΠΑΣΟΚ δεν αποτυπώνει συγκυριακά μειωμένη απήχηση αλλά εκφράζει την ηθικοπολιτική του χρεοκοπία. Το πιο προβεβλημένο ιστορικό στέλεχός του, αναπληρωτής πρωθυπουργός για ένα διάστημα, βρίσκεται σήμερα στη φυλακή για διαφθορά. Ο Τσοχατζόπουλος είναι το εμβληματικό είδος πολιτικού που ευδοκίμησε στο «πράσινο» θερμοκήπιο. Η κοινή γνώμη το γνωρίζει. Ο κομματικός μηχανισμός το απωθεί.

Το ΠΑΣΟΚ ζει σήμερα με τις αναμνήσεις του χθες. Όπως κάθε αυτο-εξυπηρετική νομενκλατούρα, η ηγετική του ομάδα πασχίζει να μη χάσει τα προνόμιά της. Αρκετοί αναμασάνε μηχανικά το φθαρμένο κομματικό ιδίωμα, ενώ άλλοι, πιο ευφάνταστα, πασχίζουν να το εκσυγχρονίσουν, ξεχνώντας, όμως, ότι το μήνυμα πείθει εφόσον ταυτίζεται με το μέσον. Η γλώσσα αποκτά δραστικότητα όταν σημαίνει κάτι στην κοινή εμπειρία. Κανείς μεγαλόσχημος δεν αμφισβητεί την ιερή αγελάδα του κόμματος – τον λαϊκιστή ιδρυτή και τη δυναστεία του. Κανείς τους δεν επιδίδεται σε γενναίο και ριψοκίνδυνο αναστοχασμό για τις «αμαρτίες» του κόμματος.

Η πορεία του ΠΑΣΟΚ προς την ασημαντότητα είναι αναπότρεπτη. Η πιθανή μεταμφίεσή του σε ένα άλλο πολιτικό σχήμα συνιστά οργανωτική κοπτοραπτική, προκειμένου να διατηρήσουν την πολιτική τους σταδιοδρομία οι προεστοί του. Δεν μπορεί να προβεί σε «αλλαγή παραδείγματος» (paradigm shift) γιατί αυτό προϋποθέτει ένα ορθολογικό πλαίσιο λειτουργίας (που δεν υπάρχει) και συνεπάγεται αλλαγή ηγετικής ομάδας (αδύνατον). Η ριζοσπαστική αλλαγή του κόμματος θα ήταν εφικτή αν η ηγετική ομάδα μπορούσε να αναχθεί στο μετα-επίπεδο για να δει τον εαυτό της ως αμερόληπτος παρατηρητής. Τότε, όμως, θα έβλεπε μια δυσάρεστη εικόνα, οπότε προτιμά να μην τη δει. Η απόκρυψη, η απώθηση και η υποκρισία είναι οι προτιμώμενες στρατηγικές της.

Η ριζική αλλαγή σε παρηκμασμένους οργανισμούς σπάνια έρχεται εν των ένδον. Τα κοινωνικά συστήματα έχουν την τάση να αναπαράγουν τον εαυτό τους. Τα ανταγωνιστικά start ups κομίζουν το καινούριο. Στο οικοσύστημα του ριζοσπαστικού κέντρου, το ΠΑΣΟΚ ήταν ένα τέτοιο start up το 1974. Αργοπεθαίνει από το 2010. Αναζητείται σήμερα το καινούριο start up. Το όραμα παραμένει το ίδιο: η αξιοπρεπής κοινωνία. Το ταξίδι συνεχίζεται.

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Ψευδαισθήσεις, μελαγχολία, ελπίδες


Το αποτέλεσμα των πρόσφατων ευρωεκλογών είναι τέτοιο που συντηρεί ψευδαισθήσεις, επιφέρει στοχαστική μελαγχολία, και δημιουργεί ελπίδες. Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Πρώρα οι ψευδαισθήσεις. Το ποσοστό της ΝΔ (δεύτερο κόμμα με διαφορά 4 μονάδων από τον πρωτεύσαντα ΣΥΡΙΖΑ) είναι, όπως λένε τα παπαγαλάκια του συστήματος, «πολιτικά διαχειρίσιμο». Αυτό θα πει ότι δίνει στον Σαμαρά την ψευδαίσθηση ότι θα μπορέσει να εξακολουθεί να κυβερνά. Θα διαπιστώσει, βέβαια, μετά τη θερινή ραστώνη ότι θα δυσκολευθεί. Στο μέτρο που έχει καμφθεί (έστω χωρίς να συντριβεί) η νομιμοποίηση της κυβέρνησης, πλήττεται η κυβερνησιμότητα της χώρας, ιδιαίτερα η ικανότητά του πρωθυπουργού να πάρει μεγάλες, δύσκολες αποφάσεις (διαπραγμάτευση για το χρέος, ιδιωτικοποιήσεις, ασφαλιστικά ταμεία, κλπ). Οι όροι των δανειστών, πολλοί από τους οποίους επιφέρουν τον εξορθολογισμό του κράτους, θα υλοποιούνται όλο και πιο δύσκολα, αφού οι υπουργοί θα έχουν ως πρώτη έγνοια τους την πολιτική τους διάσωση στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές.

Η κυβέρνηση θα αμφισβητείται διαρκώς, τόσο από την ισχυροποιημένη αξιωματική αντιπολίτευση, όσο και από κομμάτια του ΠΑΣΟΚ, το οποίο για να επιβιώσει, θα αναζητεί λόγους διαφοροποίησης από την κυβερνητική πολιτική. Οι τριβές και η απορρέουσα ρευστότητα θα αποτυπωθούν, στη συνέχεια, και σε δημοσκοπήσεις, θα αρχίσουν να εμφανίζονται και τα σχετικά δημοσιεύματα στον έγκυρο ξένο Τύπο, με συνέπεια να απομειώσουν περαιτέρω το πολιτικό κεφάλαιο Σαμαρά. Εν ολίγοις, η εκλογολογία θα ενταθεί, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αμφισβητεί καθημερινά την νομιμοποίηση της κυβέρνησης, οι κυβερνητικοί πολιτικοί θα ενεργούν όλο και περισσότερο με το ένστικτο της προσωπικής τους επιβίωσης. Σε ένα τέτοιο κλίμα οι εκλογές δεν θα αργήσουν, η κυβερνησιμότητα της χώρας θα μειωθεί.

[Όλα αυτά, βέβαια, συνιστούν μια ακόμα εκδήλωση της ελλαδικής παθολογίας - της αδυναμίας μας να διεξάγουμε το πολιτικό παιχνίδι με κανόνες, ένας από τους οποίους είναι ότι οι εκλογές γίνονται στην ώρα τους, ότι το Σύνταγμα δεν γίνεται εργαλείο κομματικών επιδιώξεων, ότι σε μια λειτουργική δημοκρατία δεν μπορούν να υπάγονται οι επιμέρους εκφάνσεις του δημόσιου βίου στην κομματική τιτανομαχία για την εξουσία. Αλλά αυτά είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία].

Οι ψευδαισθήσεις όμως δεν σταματούν εδώ. Η εκλογική επίδοση του ΠΑΣΟΚ (η μάσκα της «Ελιάς» δεν ξεγελά κανέναν, στο μέτρο που οι συνιστώσες της είναι ο Λοβέρδος και ο Μόσιαλος, πρώην υπουργοί του ΠΑΣΟΚ!) είναι τέτοια που του δίνει την ψευδαίσθηση να νομίζει ότι είναι ακόμα ζωντανό! Πρόκειται για ένα κατ' εξοχήν καταπραϋντικό αποτέλεσμα, το οποίο αφενός μεν αποτρέπει την άμεση αμφισβήτηση του Βενιζέλου (άρα διασφαλίζει προσωρινή ηρεμία), αφετέρου δε αποτρέπει, για μιαν ακόμα φορά, τον χώρο αυτό από τον γενναίο αναστοχασμό, δίνοντάς του τη δυνατότητα να συνεχίσει να πορεύεται λίγο-πολύ ως έχει, με όλα τα λουλούδια στο βάζο (από τον Πρωτοπαππά και τη Γεννηματά, μέχρι τον Κουκουλόπουλο και την Αντωνίου!). Είναι, στην ουσία, κλινικά νεκροί, αλλά νομίζουν ότι διέφυγαν τον κίνδυνο! Στα συστημικά ΜΜΕ, βέβαια, προβάλλεται η «σωτηρία» του ΠΑΣΟΚ (το γεγονός δηλαδή ότι ό ασθενής βγήκε από την εντατική και εισήλθε στη μονάδα παρηγορητικής φροντίδας) ως επίτευγμα! Μυωπικά ενεργούντες, νοιάζονται περισσότερο για την επιβίωση των πυλώνων του καταρρέοντος συστήματος, παρά για την ανίχνευση των υπόγειων διαδρομών που λαμβάνουν χώρα στην ελλαδική κοινωνία.

Δεύτερο, η στοχαστική μελαγχολία. Ένα από τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα των ευρωεκλογών δεν είναι η αντοχή του ΠΑΣΟΚ, αλλά η αντοχή της Χρυσής Αυγής. Στην ελλαδική κοινωνία υπάρχει απίστευτη οργή (ακόμα και «μίσος», όπως μούλεγε ένας ταξιτζής τις προάλλες) για το «σύστημα» που κατέστρεψε τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων. Μόνο ένας υποκριτής ηθικολόγος ή ένας αφελής ρασιοναλιστής απλώς καταδικάζει αυτό το γεγονός, δίχως να εμβαθύνει στη γένεσή του. Όπως έχω γράψει σε ένα προγενέστερο (και σε ανύποπτο χρόνο) άρθρο μου, αντλώντας από τα έννοιες του αείμνηστου Αλμπερτ Χίρσμαν, οι άνθρωποι προσφεύγουν στην κυριολεκτική ή συμβολική βία όταν δεν βλέπουν δυνατότητα «εξόδου», ενώ νοιώθουν ότι η «φωνή» τους δεν ακούγεται. Η ΧΑ είναι παράγωγο του «συστήματος», υπάρχει ως κατοπτρικό του είδωλο: εκφράζει τη βία που θα ήθελε να ασκήσει στο «σύστημα» (ανταποδίδοντας τη βία που υπέστη) ο πληβειοποιημένος ανθρωπάκος, αλλά δεν μπορεί.

Τρίτον, η ελπίδα. Για πρώτη φορά, μέσα σε 3 μόλις μήνες, ένα νεόκοπο κόμμα, το «Ποτάμι», από το πουθενά, πήρε το αξιοσημείωτο 6,6%. Πρόκειται όχι μόνο για «άθλο» όπως σωστά παρατήρησε ο ιδρυτής του, αλλά για ένα ευοίωνο αποτέλεσμα – ανοίγει προοπτικές. Είχαμε κι άλλα κόμματα του ριζοσπαστικού κέντρου στο παρελθόν, αλλά αυτό είναι το μόνο που φτούρησε. Το «Π» εξέφρασε με υπεύθυνο, αδογμάτιστο, φιλοευρωπαϊκό τρόπο, το άφθαρτο, αξιόπιστο, και εξωσυστημικό πολιτικό στοιχείο που έχει ανάγκη η χώρα. Με το 6,6 % το «Ποτάμι» άρχισε ήδη να φουσκώνει. Από τις επιλογές που θα κάνει από δω και πέρα, εξαρτάται πόσο μεγάλο θα γίνει. Η εξαέρωση της ΔΗΜΑΡ και της Δράσης το καθιστά τον κύριο ποταμό (mainstream) του εξωσυστημικού, προοδευτικού μεταρρυθμισμού. Θα αναπτυχθεί αν οργανωθεί και σχεδιάσει με στρατηγική τα επόμενα βήματά του. Ως πολύτιμη δεξαμενή ψήφων, θα το προσεγγίσει, βεβαίως, ο πάντοτε αρπακτικός κ. Βενιζέλος, στο όνομα της δημιουργίας της «κεντροαριστεράς». Ελπίζω το «Π» να μην πέσει στην παγίδα. Η ιστορική κεντροαριστερά, όπως τη γνωρίσαμε, έχει χρεοκοπήσει ηθικοπολιτικά. Δεν έχει κανένα λόγο το «Π» να δώσε φύλλο συκής σε φθαρμένα άτομα του συστήματος (για να το πώς όσο πιο ευγενικά μπορώ) τύπου Λοβέρδου και Βενιζέλου, το φύλλο συκής που χρειάζονται για να κρύψουν την πολιτική γύμνια τους και τις ιδιοτελείς επιδιώξεις τους.

Ως συνήθως, για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ. Η ελληνική οικονομία και οι βιοτικές συνθήκες των πολιτών άλλαξαν ριζικά. Μόνο ένας αφελής δεν βλέπει ότι αντιστοίχως θα αλλάξει και η πολιτική ζωή. Τα συστημικά κόμματα της μίζας και της χρεοκοπίας θέλουν να μας πείσουν ότι το αύριο μπορεί να είναι διαφορετικό από το χθες, νοουμένου ότι αυτά θα εξακολουθούν να κρατάνε το πηδάλιο της χώρας. Είναι απίθανο να συμβεί, όπως το φαντάζονται τουλάχιστον. Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση θα καλούμαστε να ρισκάρουμε την αυθεντική πολιτική μας αναγέννηση (προσοχή, όχι αναπαλαίωση, όπως επιζητεί ο νεοδημαγωγός κ. Τσίπρας). Όσο ο «συντηρητικός» μας εαυτός υπερισχύει του «ριψοκίνδυνου» εαυτού, το πολιτικό τέλμα θα συνεχίζεται. Όταν ο «ριψοκίνδυνος» εαυτός πάρει το πάνω χέρι, τότε θα έχουμε δημιουργήσει τις συνθήκες της υπέρβασης. Δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβεί και δεν γνωρίζουμε πώς θα συμβεί. Όπως τόνιζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, η ιστορία είναι δημιουργία. Το τίμημα για κάθε καινούριο στην επιστήμη, στην αγορά, στην πολιτική, είναι η διακινδύνευση. Αν δεν ρισκάρεις, δεν θα αμειφθείς. Ζητούνται ηγέτες που θα καταφέρουν να πείσουν τον πολίτη ότι αξίζει να ρισκάρει, αν δεν θέλει να ζει μέσα στα λύματα που παράγει ένα διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό σύστημα.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Η ηθική της ανευθυνότητας


Εν όψει των αυτοδιοικητικών εκλογών, είναι χρήσιμο να διευρύνουμε τον προβληματισμό μας για να συμπεριλάβουμε και θέματα που αφορούν στην ηθική αντίληψη που έχουν οι υποψήφιοι για το αξίωμά τους. Παραδείγματος χάριν, πολύ χειρότερο από το να πάρεις μια εσφαλμένη απόφαση είναι να προσπαθείς να τη συγκαλύψεις. Το σφάλμα είναι, συνήθως, ανεπίγνωστο – μια απόφαση λ.χ. λαμβάνεται επιπόλαια ή ερασιτεχνικά, δίχως πλήρη γνώση των συνεπειών της. Η συγκάλυψη, όμως, είναι εσκεμμένη - δείχνει μικρόνοια, ανευθυνότητα και αδιαφορία. Το δημόσιο πρόσωπο που την επιχειρεί είναι ακατάλληλο να κατέχει δημόσιο αξίωμα.

Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου για το ατύχημα που επέφερε τα θάνατο ενός παιδιού σε λούνα παρκ, το οποίο λειτουργούσε παράνομα στον Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης, ο δήμαρχος κ. Κορτζίδης επιχείρησε αποποίηση ευθυνών. Στο λόγο του καθρεφτίστηκε η ποιότητα των πρακτικών διοίκησης του Δήμου του.

Γιατί το λούνα παρκ λειτουργούσε δίχως άδεια; Διότι, σύμφωνα με τον δήμαρχο, (α) «υπάρχει ένα πολυδαίδαλο θεσμικό πλαίσιο» , (β) «ως Δήμος δεν είχαμε ανάλογη εμπειρία» , (γ) η επιχείρηση δεν αιτήθηκε άδειας, και (δ) «θεωρήσαμε ότι ήταν μια προσωρινή εγκατάσταση». «Με βάση όλα τα παραπάνω» , ισχυρίστηκε ο δήμαρχος, «εκτιμήσαμε ότι δεν απαιτείται άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας». «Ήταν αυτό σωστό ή λάθος;» αναρωτήθηκε. «Θα το δείξει η έρευνα» , είπε.

Τι εντυπωσίασε στην εξήγηση του δημάρχου; Τρία συν ένα πράγματα.

Πρώτον, η μειωμένη ηθική αυτεπίγνωσή του. Ακόμη και μετά το θανατηφόρο ατύχημα, ουδόλως αναστοχάζεται τις αποφάσεις του Δήμου. Δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για την παράλειψή του να εκδώσει άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας του λούνα παρκ (και, άρα, να ζητήσει από την επιχείρηση να πάρει όλα τα μέτρα ασφαλείας που θα καθιστούσαν την έκδοση άδειας εφικτή). Ο δήμαρχος θεωρεί ότι έχει ευθύνες μόνο αν και εφόσον του αποδοθούν! Ούτε διανοείται να τις αναλάβει μόνος του, ως επικεφαλής του οργανισμού του. Προσπαθεί να διασωθεί πολιτικά, αυτο-διασυρόμενος ηθικά.

Δεύτερον, ο δήμαρχος δεν μιλά ως λήπτης αποφάσεων, αλλά ως παρατηρητής. Αν το θεσμικό πλαίσιο είναι «πολυδαίδαλο» ή αν η Δήμος δεν είχε την «ανάλογη εμπειρία» είναι σχόλια ενός παρατηρητή, όχι ενός επικεφαλής οργανισμού. Ο λόγος του επικεφαλής είναι ο λόγος του δρώντος (του λήπτη αποφάσεων), όχι του σχολιαστή. Ο δρων αφηγείται πράξεις και παραλείψεις του, δεν αντιμετωπίζει ως τρίτος τον εαυτό του. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει είναι δικό του θέμα. Ο Δήμος όφειλε να εργασθεί πιο σκληρά και ευφάνταστα για να ξεπεράσει τα όποια προσκόμματα στο έργο του. Για τους πολιτικάντηδες, όμως, αυτά είναι ασήμαντα. Επιλέγουν τις εύκολες, «επικοινωνιακές» μάχες: να αντιμάχονται λ.χ. το Μνημόνιο, όχι τον αρπακολισμό των υπηρεσιών που εποπτεύουν.

Τρίτον, ακόμα και η «προσωρινή λειτουργία» είναι λειτουργία. Έστω και μία μέρα λειτουργίας του λούνα παρκ χωρίς άδεια, θα εξέθετε σε κίνδυνο τους χρήστες του – μικρά παιδιά. Ο Δήμαρχος, όμως, θεωρεί ότι το σόφισμα της «προσωρινής εγκατάστασης» μειώνει τη βαρύτητα της απόφασής του. Όχι βέβαια. Μια εγκατάσταση δεν είναι λιγότερο επικίνδυνη επειδή είναι «προσωρινή» .

Τέλος, την κριτική που δέχθηκε ο κ. Κορτζίδης την απέδωσε σε πολιτικά «συμφέροντα». Δείτε το βαθύτερο μοτίβο. Όταν οι πολιτικοί κατηγορούνται, επικαλούνται δόλιες συνωμοσίες των αντιπάλων τους! (Τα ίδια δεν έλεγε και ο Τσοχατζόπουλος;). Ο πολωτικός κομματικός ανταγωνισμός παρέχει ρητορικά εφόδια στους «παίκτες», προκειμένου να αποκρύψουν τις ευθύνες τους: ενισχύει τον οπαδισμό (οι πωρωμένοι κλακαδόροι στη συνέντευξη του δημάρχου έφτιαχναν κλίμα) και επιδιώκει να στρέψει την προσοχή των ΜΜΕ σε άλλα θέματα.

Αν μας ενδιαφέρει η ορθολογική αντιμετώπιση των προβλημάτων και η λογοδοσία των ηγετών μας, ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε: να στιγματίζουμε τους ανεύθυνους πολιτικούς, αποπέμποντάς τους από τα αξιώματά τους όταν μπορούμε.

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Πολιτικός γενιτσαρισμός και πολιτικοποίηση της ιδιοτέλειας! Η κληρονομιά του κ. Κώστα Μπακογιάννη στο Δήμο Καρπενησίου

του Θανάση Καραγιαννόπουλου



Λίγες μέρες πριν τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές είναι χρήσιμο να κατανοήσουμε το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της δημοτικής περιόδου, της πρώτης «Καλλικρατικής», σε ότι αφορά τουλάχιστον στο Δήμο Καρπενησίου. Μιας περιόδου που είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά λόγω του προσώπου του δημάρχου, γόνου ισχυρής πολιτικής οικογένειας, άλλα κυρίως λόγω της νοοτροπίας και λειτουργίας που μετέφερε, προσαρμοσμένης αποκλειστικά και μόνο στους σχεδιασμούς και τις προσωπικές επιδιώξεις του.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

«Διαφανώς αδωρότατοι»;


Η σοφιστική είναι ίσως η σημαντικότερη δεξιότητα που αποκτούν οι πολιτικοί, ιδιαίτερα όταν λειτουργούν σε ένα αυτο-εξυπηρετικό πολιτικό σύστημα, με καχεκτικά θεσμικά αντίβαρα, και μειωμένες απαιτήσεις ορθής θεσμικής συμπεριφοράς. Η ικανότητα να ερμηνεύεις τα εκάστοτε δεδομένα που σε αφορούν όπως σε συμφέρει και να σώζεις λογικοφανώς τα προσχήματα, προσφέρει στους πολιτικούς βραχυπρόθεσμο επικοινωνιακό πλεονέκτημα. Αν έτσι η Πολιτική απαξιώνεται, λίγο ενδιαφέρει τους επαγγελματίες της.

Η σύζυγος του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας (δηλαδή ο Πρόεδρος) αγοράζει από την Αρχιεπισκοπή ένα οικιστικό ακίνητο 1739 τμ, σε μια πιο τις ακριβότερες περιοχές της Κύπρου. Η τιμή αγοράς (500.000 ευρώ) είναι αρκετά χαμηλότερη από την τιμή που αποδίδουν στο ακίνητο ανεξάρτητοι εκτιμητές γης (τουλάχιστον 870.000 ευρώ). Οι όροι είναι εξαιρετικά ευνοϊκοί για τον αγοραστή: το 60% του ποσού θα αποπληρωθεί σε 75 άτοκες μηνιαίες δόσεις! Και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Αρχιεπίσκοπος κάνουν λόγο για μια «ιδιωτική πράξη», η οποία έγινε υπό «συνθήκες ελεύθερης αγοράς». Κατά συνέπεια, συμπεραίνουν, ουδέν «μεμπτό» ή «επιλήψιμο» υπάρχει σε αυτή τη συναλλαγή.

Ας δούμε τη λογική δομή του συλλογισμού. Λένε: «Αν μια ιδιωτική πράξη γίνει με όρους ελεύθερης αγοράς, τότε είναι ηθική πράξη» (α). «Η συγκεκριμένη πράξη είναι ιδιωτική και έγινε σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς» (β). Συμπέρασμα: «Η αγορά του ακινήτου από τον Πρόεδρο είναι μια ηθική πράξη». Σε μια σύγχρονη κοινωνία το (α) είναι ευρύτατα αποδεκτό. Το (β), όμως, πώς γνωρίζουμε ότι αληθεύει;

Ο Πρόεδρος και ο Αρχιεπίσκοπος συνήψαν μια ιδιωτική συναλλαγή; Ναι, φυσικά. Αλλά όχι μόνον. Η ιδιωτική συναλλαγή επικαλύπτεται από τη βαριά θεσμική ιδιότητα των εμπλεκομένων. Μπορούν να διαχωριστούν τα δύο; Μερικές φορές ίσως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, δύσκολα. Γιατί; Διότι δεν ξέρουμε (και δεν υπάρχει τρόπος να το μάθουμε) αν οι όροι της συναλλαγής είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης διαπραγμάτευσης δύο ανεξάρτητων μερών που συναντώνται στον απρόσωπο μηχανισμό της αγοράς, και όχι αποτέλεσμα ιδιοτελών παραχωρήσεων (ή απαιτήσεων) της μιας προς (από) την άλλη.

Να το πω διαφορετικά: αν ένας απλός πολίτης ήθελε να αγοράσει το ίδιο οικόπεδο, θα του πωλούνταν στην ίδια τιμή, με τους ίδιους ευνοϊκούς όρους; Δεν το ξέρουμε. Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι ο πιο ισχυρός άνθρωπος στη χώρα αγοράζει ένα ακίνητο-φιλέτο για την οικογένειά του. Δεν είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι η θεσμική ισχύς του προσμετρήθηκε από τον πωλητή στην, κατά τα άλλα, ιδιωτική συναλλαγή;

Κι αν ο πωλητής επέλεξε να πουλήσει το οικόπεδό του με όρους που αυτός θεωρούσε συμφέροντες, εμάς τι μας νοιάζει; Μας νοιάζει διότι ο πωλητής είναι, αφενός, δημόσιο πρόσωπο (συμβολικά και υλικά πανίσχυρο) και, αφετέρου, δεν γνωρίζουμε αν οι όροι πώλησης επιβλήθηκαν, ρητά ή άρρητα, από τη θεσμική ιδιότητα του αγοραστή, ή αν αυτή η παραχώρηση δεν έγινε ως μέρος μιας άλλης, ευρύτερης, παρασκηνιακής δοσοληψίας μεταξύ δύο πολύ ισχυρών θεσμικών παραγόντων.

Κι αν η τιμή αγοράς είναι πολύ κοντά στην τιμή του Κτηματολογίου (όπως ισχυρίζεται η Πρώτη Κυρία); Και πάλι η καχυποψία δεν αίρεται: οι τιμές του Κτηματολογίου δεν προκύπτουν «αντικειμενικά» από πίνακες τιμών, αλλά εμπεριέχουν υποκειμενική κρίση. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η κρίση αυτή ήταν όντως αμερόληπτη – αν, δηλαδή, η θεσμική ιδιότητα του αγοραστή αγνοήθηκε. Αλλά και αν δεχθούμε ότι ήταν αμερόληπτη, προκύπτει το ερώτημα γιατί ο πωλητής (ο Αρχιεπίσκοπος) δεν ζήτησε μια καλύτερη τιμή, αφού σε αυτή την ακριβή περιοχή αυτή της Λεμεσού μπορούσε εύλογα να το κάνει (όπως θα έκανε κάθε ιδιώτης πωλητής στη θέση του). Το γεγονός ότι δεν το έκανε είναι άσχετο με τη θεσμική ιδιότητα του αγοραστή και τις μεταξύ τους επίσημες σχέσεις; Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε, άρα διατηρούμε την καχυποψία μας.

Βλέπετε ποιο είναι το πρόβλημα; Ακόμα και αν το (β) αληθεύει, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Θα υπάρχει πάντοτε η εύλογη καχυποψία ότι η θεσμική ιδιότητα των εμπλεκομένων μερών είχε καθοριστική επιρροή στην ιδιωτική συναλλαγή. Όπως, κατ’ αναλογία, θα ήμασταν καχύποπτοι αν μαθαίναμε ότι η οικογένεια του Προέδρου φιλοξενήθηκε, έναντι συμβολικής τιμής, στο υπερπολυτελές ξενοδοχείο Ριτζ του Παρισιού. Θα υποπτευόμασταν ότι η ιδιωτική πράξη επικαθορίστηκε από τη θεσμική ιδιότητα του πελάτη. Με λίγα λόγια, ο πιο ισχυρός άνθρωπος της χώρας δεν μπορεί να έχει αυστηρά ιδιωτικές συναλλαγές, όπως οι υπόλοιποι πολίτες. H ιδιότητά του είναι τέτοια που επισκιάζει οποιεσδήποτε άλλες πτυχές του φορέα της.

Γιατί είμαστε τόσο αυστηροί με τους ηγέτες μας; Διότι, γνωρίζοντας την ανθρώπινη φύση, είμαστε θεσμικά καχύποπτοι σε όσους εμπιστευτήκαμε να ασκούν εξουσία. Θα τη χρησιμοποιήσουν σωστά; Δεν το γνωρίζουμε και γι αυτό απαιτούμε λογοδοσία, θεσμοθετούμε θεσμικά αντίβαρα (checks and balances) στην ισχύ τους, και αναμένουμε να μην προβαίνουν σε πράξεις που δημιουργούν υποψίες για τα κίνητρά τους. Η οιονεί απουσία ιδιωτικής συμπεριφοράς είναι το τίμημα που πληρώνει όποιος ασκεί έλλογη εξουσία στη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Για να ασκήσει αποτελεσματικά την πειθώ του ένας Πρόεδρος δεν αρκεί η τυπική ισχύς τους αξιώματός του. Απαιτείται ηθικό-συμβολικό κεφάλαιο, το οποίο αποκτάται όταν, όπως παρατηρεί ο Θουκυδίδης, ο πολιτικός ηγέτης είναι αφενός μεν «δυνατός τω τε αξιώματι και τη γνώμη», αφετέρου δε «διαφανώς αδωρότατος» (δεν λαμβάνει δώρα). Τότε ο ηγέτης χαίρει εμπιστοσύνης, ο λόγος του αποκτά δραστικότητα, και, εδώ είναι το πιο σημαντικό, «στηριγμένος στο προσωπικό του κύρος [ο ηγέτης] αποτολμά και αντιλογία προς [το λαό]» (Θουκυδίδης), όταν αυτό απαιτούν οι περιστάσεις. Ο λαός χρειάζεται «καθοδήγηση» λέει ο Θουκυδίδης, την οποία μόνον ένας ηγέτης με «προσωπικό κύρος», απόρροια αυτο-περιοριστικής συμπεριφοράς, μπορεί να παράσχει. Ο «κατ’ αλήθειαν» πολιτικός, γράφει ο Αριστοτέλης, «θέλει να δημιουργεί αγαθούς πολίτες και πρόθυμους να υπακούουν τους νόμους». Το πετυχαίνει αυτό όταν, μεταξύ άλλων, αυτοπεριορίζεται στην άσκηση της εξουσίας, δίνοντας ο ίδιος το παράδειγμα του ενάρετου βίου.

Στις ανεπτυγμένες δημοκρατίες έχει εμπεδωθεί μια κουλτούρα δημόσιας ηθικής, από την οποία είναι πολύ δύσκολο να αποστασιοποιηθούν οι πολιτικοί. Δείτε, για παράδειγμα, τη Γερμανία. Το 2012 ο Πρόεδρος Δημοκρατίας παραιτήθηκε από το υψηλό αξίωμά του. Γιατί; Διότι αποκαλύφθηκε ότι έλαβε ένα ιδιωτικό δάνειο από τη σύζυγο πλούσιου φίλου του, όταν ήταν πρωθυπουργός της Κάτω Σαξονίας. Στην ανακοίνωση της παραίτησής του ο κ. Βόλφ ανέφερε: «οι πρόσφατες εξελίξεις έδειξαν ότι η εμπιστοσύνη [στο πρόσωπό μου] και στην ικανότητα να υπηρετώ [τη χώρα] έχει επηρεαστεί δυσμενώς. Γι αυτό το λόγο δεν είναι πλέον δυνατόν μα συνεχίσω να είμαι Πρόεδρος». Ακριβώς περί αυτού πρόκειται: η άσκηση δημόσιου αξιώματος προϋποθέτει εμπιστοσύνη στο φορέα του. Όταν ιδιωτικές πράξεις εγείρουν υποψίες για εμπλοκή της θεσμικής ιδιότητας στην άσκησή τους, η εμπιστοσύνη κλονίζεται.

Ο ηθικός πήχης στην άσκηση δημόσιου αξιώματος στη βόρεια Ευρώπη είναι, συνήθως, ψηλά. Σε μας είναι τόσος όσο πρέπει για να περνούμε εύκολα από πάνω! Όπως είπε και ο καλύτερος ίσως μπίζνεσμαν του νησιού, ο Αρχιεπίσκοπος, «αυτό μας εμάρανε τώρα;». Η δημόσια ηθική των πολιτικών μας είναι μια πολυτέλεια χωρίς την οποία μπορούμε να ζήσουμε μια χαρά.

Ο πρώην Πρόεδρος κ. Χριστόφιας είχε ιδιωτικές δοσοληψίες, επί της θητείας του, με τον εθνικό εργολάβο της χώρας, για κάποια «κουτσοδούλεια», ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ. Ένας άλλος πρώην Πρόεδρος, ο κ. Βασιλείου, συν-εγγυητής εταιρίας του γαμπρού του, ήρθε σε συμβιβασμό με την Τράπεζα Κύπρου για να διαγραφούν οφειλές 10 εκατομμυρίων ευρώ όταν η εταιρία χρεοκόπησε. Ο συμπέθερος του νυν Προέδρου έβγαλε από τη χώρα μερικά εκατομμύρια, λίγες μέρες πριν το «κούρεμα» του 2013. Η χρεοκοπία των τραπεζών έφερε στη προσκήνιο χαριστικά δάνεια, διαγραφές δανείων, και δάνεια χωρίς εξασφαλίσεις σε περίβλεπτα μέλη του πολιτικού-οικονομικού-συνδικαλιστικού κατεστημένου. Η Τράπεζα Κύπρου χάρισε 3.5 εκατομμύρια ευρώ στην ΠΕΟ, ενόσω το κόμμα που την υποστηρίζει κυβερνούσε. Η εταιρία Focus επιχορήγησε με 2 εκ. ευρώ το ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ. Οι συστάσεις GRECO για την χρηματοδότηση των κομμάτων ακόμη δεν εφαρμόζονται ουσιαστικά. Και ούτω καθεξής - ο κατάλογος είναι, δυστυχώς, μακρύς. «Στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας κανείς ποτέ δεν χάνει» (Σαββόπουλος).

Ετούτο δεν «μας εμάρανε», εκείνο δεν «μας εμάρανε», τελικά μαράθηκε χώρα!

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Ένα νέο παιχνίδι χρειάζεται νέους παίκτες


Στην αρχή χλεύασαν την ιδιότητα του ιδρυτή του: ένας τηλεοπτικός δημοσιογράφος (με πολιτική άποψη) δεν γνωρίζει από πολιτική! (Μόνο οι επαγγελματίες πολιτικοί μπορούν να ασχολούνται με τα κοινά!). Μετά άρχισαν να αναζητούν κακόπιστα τις πολιτικές θέσεις του νεότευκτου κόμματος. Ποιό είναι το πρόγραμμά του; Κατόπιν, ξεκίνησαν, γκαιμπελικά, την αμφισβήτηση της ακεραιότητας του εγχειρήματος: Ποιός το χρηματοδοτεί;

Στις πιο πολλές περιπτώσεις, βέβαια, το πρόσωπο και μόνο του «αμφισβητία» αρκεί για να χάσουν την αξιοπιστία τους πιθανώς ενδιαφέρουσες ερωτήσεις. Να σε ειρωνεύεται λ.χ. ο κ. Βενιζέλος μάλλον σε ωφελεί. Να αμφισβητεί την ακεραιότητά σου ο κηπουρός (συγγνώμη, ο γιατρός ήθελα να πω) του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος προήχθη στην επόμενη ακαδημαϊκή βαθμίδα της Ιατρικής Σχολής (εντελώς αξιοκρατικά, εννοείται…) ενόσω ήταν υπουργός Υγείας, μάλλον ενισχύει τη δημοτικότητά σου. Να σε επικρίνουν για έλλειψη προγράμματος η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, τα οποία το 2012 υπόσχονταν μείωση φόρων, αποζημίωση ομολογιούχων, όχι απολύσεις στο δημόσιο, και άλλες προεκλογικές φαιδρότητες, το δε «πρόγραμμα» διακυβέρνησής τους βρίθει ταυτολογιών, γενικοτήτων και κενολογιών, δείχνει θράσος και φτώχεια επιχειρημάτων.

Το «Ποτάμι» είναι εδώ. Οι αντιδράσεις του πολιτικού κατεστημένου είναι προβλέψιμες – τα κόμματα της χρεοκοπίας πασχίζουν να προστατεύσουν το οικόπεδό τους και οι κατεστημένοι πολιτικοί τις σταδιοδρομίες τους. Είχαμε και στο παρελθόν νέα κόμματα, αλλά, για πρώτη φορά, έχουμε κάτι, στη σωστή στιγμή, που διαθέτει φρεσκάδα, εξωσυστημικότητα, ηθικοπολιτικό βάρος και ευοίωνη εκλογική προοπτική.

Τι είναι το «Ποτάμι»; Όπως τα βλέπω, το «Π» είναι ένα μετα-ιδεολογικό, αξιακό, κόμμα. Ο συμβατικός ιδεολογικός άξονας «Δεξιά- Αριστερά» είναι πλέον απαρχαιωμένος. Στην Ευρώπη άρχισε να χάνει τη δύναμή του πριν από 40 χρόνια, με την άνοδο μεταϋλιστικών κινημάτων και την είσοδο των «Πρασίνων» στη Γερμανική Βουλή. Η κρίση του παλαιού λεξιλογίου εντάθηκε, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού το 1989, το οδυνηρό ξεφούσκωμα της νεοφιλελεύθερης φούσκας του 2008, και την ελληνική πορεία προς τη χρεοκοπία. Σήμερα, η οικονομία της αγοράς, το κοινωνικό κράτος, και το κράτος δικαίου, είναι ευρύτατα αποδεκτά παγκοσμίως ως θεμελιώδη συστατικά μιας πολιτισμένης χώρας. Η σύνθεση των αποχρώσεών τους είναι το πολιτικά ζητούμενο.

Μετα-ιδεολογικό κόμμα δεν σημαίνει α-πολιτικό, κάθε άλλο. Σημαίνει ότι ένα σύγχρονο κόμμα δεν προωθεί ούτε εγκλωβίζεται σε ιδεολογικά συστήματα, αλλά εμπνέεται από ανοιχτές αξίες, οι οποίες καθοδηγούν τη συμπεριφορά του – ισότητα, ελευθερία, αξιοκρατία, επιχειρηματικότητα, συλλογικό συμφέρον, αυτοπραγμάτωση. Οι αξίες αυτές, είναι βαθιά προοδευτικές, όχι πάντοτε εναρμονιζόμενες μεταξύ τους, και μεταφράζονται αδογμάτιστα σε δημόσιες πολιτικές, στα εκάστοτε συμφραζόμενα.

Το στίγμα της προοδευτικής πολιτικής είναι η ανάπτυξη της δημόσιας σφαίρας και των συναφών συλλογικών αγαθών, σε ένα περιβάλλον αλληλεξάρτησης, εξατομίκευσης και λογοδοσίας. Η αλλαγή επιζητείται προκειμένου να προσαρμόζεται έλλογα η δημόσια σφαίρα στις εξελίξεις, και να προάγεται η ποιότητα των συλλογικών αγαθών. Στο μέτρο που η κοινωνία θεωρείται η τελική πηγή νοήματος, η θέσμισή της είναι εγγενώς αναθεωρήσιμη στον ιστορικό χρόνο. Τόσο ο πολιτικός φιλελευθερισμός, όσο και η σοσιαλδημοκρατική ευαισθησία στις ανισότητες, αλλά και η ρεαλιστική σχολή της διακυβέρνησης, αποτελούν πηγές άντλησης αξιών για ένα μετα-ιδεολογικό, αξιακό, πραγματιστικό κόμμα.

Στην παρούσα ελληνική συγκυρία, το «Π» δίνει διέξοδο σε όσους πολίτες αντιλαμβάνονται τη ρίζα της πολιτικής αντίφασης/σχιζοφρένειας που καθηλώνει τη χώρα: οι πολιτικοί που μας έφεραν στη χρεοκοπία, ηγούνται της προσπάθειας για τη σωτηρία της! Τις επώδυνες αλλαγές που τώρα μας επιβάλλουν οι δανειστές, καλούνται να τις υλοποιήσουν αυτοί που τις αντιμάχονταν! Είναι σα να ηγείται της Πυροσβεστικής ένας πυρομανής! Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί υπέστησαν μια μεταμόρφωση στο δρόμο προς τη Δαμασκό, αδυνατούν, πλέον, να πείσουν και να εμπνεύσουν. Δεν μπορούμε να τους εμπιστευθούμε.

Πρόσφατο παράδειγμα: παρουσιάζοντας το ευρωψηφοδέλτιο της ΝΔ ο κ. Σαμαράς αντιτάχθηκε στον «παλαιοκομματισμό», το «λαϊκισμό» και τα «κυκλώματα». Κοιτώντας τη σύνθεση του ψηφοδελτίου, τι βλέπει κανείς; Μεταξύ άλλων, προβεβλημένους ποδοσφαιριστές, εμβληματικούς εκπροσώπους του «γαλάζιου» παλαιοκομματισμού, και διακεκριμένους πρωτεργάτες ακαδημαϊκών κυκλωμάτων. Οι πολιτικοί της χρεοκοπίας είναι αναγκασμένοι να μιλάνε τη νέα πολιτική γλώσσα, αλλά δεν μπορούν να υπερβούν τους εθισμούς που απέκτησαν στην πολιτική τους διαδρομή. Η αντίφαση παραμένει.

Δεν μας λείπουν τόσο Εθνικά Σχέδια Ανασυγκρότησης (μια ομάδα τεχνοκρατών σου φτιάχνει στο χαρτί όσα θέλεις), όσο εμπνευσμένη ηγεσία, με αξιοπιστία, ανάληψη ρίσκου, και ρηξικέλευθη διάθεση να κάνει σκληρές επιλογές – άνθρωποι με ηθικοπολιτικό έρμα, στα πρόσωπα των οποίων το μέσον και το μήνυμα θα ταυτιστούν. Ένα καινούριο πολιτικό παιχνίδι χρειάζεται νέους παίκτες. Όσο αυτό δεν συνειδητοποιείται, θα ζούμε ένα παρατεταμένο πολιτικό αδιέξοδο, το οποίο θα μαραζώνει τη χώρα.

Το «Ποτάμι» προσφέρει διέξοδο. Η διαφαινόμενη εκλογική επιτυχία του θα δημιουργήσει μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Θα δημιουργούν συνθήκες άρσης της πολιτικής σχιζοφρένειας – να ψηφίζουμε αυτούς που σιχαινόμαστε, γιατί οι αντίπαλοί τους είναι χειρότεροι. Στη νέα μεταμνημονιακή πραγματικότητα, όσο ανακτούμε τη δυνατότητα της αυτοκυβέρνησης, τόσο πιο σημαντικές είναι οι πολιτικές επιλογές μας. Η απαρχή μιας νέας αρχής μοιάζει εφικτή.

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Ως πότε οι Μπαλτάκοι;


Αν θέλεις να μάθεις τι πιστεύει κάποιος (ιδιαίτερα ένα δημόσιο πρόσωπο), δεν αρκείσαι στη δημόσια ομιλία του. Το τι λέει δεν αντανακλά υποχρεωτικά αυτό που σκέπτεται. Η «προσκηνιακή» συμπεριφορά, υποκείμενη στις δεσμεύσεις και τις απαιτήσεις του ρόλου, είναι αναπόφευκτα σκηνοθετημένη, ενώ η «παρασκηνιακή», καθότι πιο χαλαρή, χωρίς την παρουσία «επίσημου» ακροατηρίου, είναι πιο αποκαλυπτική. Αλλιώς π.χ. μιλάς (δημοσίως) στους πελάτες σου κι αλλιώς μιλάς (ιδιωτικά) για τους πελάτες σου.

Η συνομιλία Μπαλτάκου-Κασιδιάρη είναι ένα κλασικό παράδειγμα «παρασκηνιακής» συμπεριφοράς, η οποία απο-καλύπτει πως ένας θεσμικός ομιλητής αντιλαμβάνεται το ρόλο του. Κατά πρώτο λόγο, ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου (ΥΣ) δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ δημοσίως φαλλική φρασεολογία λαχαναγοράς («τους γά… σε τα πρέκια», «της πουτ….ς», κλπ). Ο ρόλος του θα τον απέτρεπε, η «παράσταση» θα ήταν σκηνοθετημένη. Στην «παρασκηνιακή» του συνομιλία, όμως, ήταν πιο χαλαρός και, κατά τούτο, πιο αυθεντικός. Τι απο-καλύπτεται, λοιπόν, για το ποιόν του ανδρός, πέρα από τις βωμολοχίες που εκστόμισε στη συνομιλία του με τον Κασιδιάρη, έχοντας ως φόντο τις εικόνες της Παναγίας (!);

Εκτός από το ότι επιβεβαιώνει την οικειότητα (ίσως και συμπάθεια;) του κ. Μπαλτάκου με τον υπόκοσμο της κοινοβουλευτικής Χρυσής Αυγής, η «παρασκηνιακή» συνομιλία αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του ανθρώπου. Ο κ. Μπαλτάκος μιλά ανοίκεια για τον (στενό φίλο του) Πρωθυπουργό, αποστασιοποιείται από την κυβερνητική πολιτική για τους νεοναζί (την οποία εκ του ρόλου του είναι υποχρεωμένος να υπηρετεί) και συκοφαντεί (ή «καρφώνει» - διαλέγετε και παίρνετε) τους υπουργούς Αθανασίου και Δένδια, και την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κουτζαμάνη. Απέναντι σε έναν υπόδικο, τραμπούκο βουλευτή, ο Γραμματέας του ΥΣ ενεργεί σαν πληροφοριοδότης!

Γιατί το κάνει αυτό; Σε μετέπειτα δημόσιες δηλώσεις του ο κ. Μπαλτάκος αιτιολογεί την «παρασκηνιακή» στάση του λέγοντας πως είπε ό,τι είπε για να «απαλλαγεί από τις πιέσεις βουλευτών της ΧΑ»! Προσέξτε τον ασπόνδυλο-αμοραλιστικό χαρακτήρα του Γραμματέα: όχι μόνο νοιάζεται για τους χαρακτηρισμούς που του αποδίδουν διάφοροι Κασιδιώταροι, αλλά, για να προστατεύσει υποτίθεται τον εαυτό του, δεν διστάζει να συκοφαντήσει (ή να «καρφώσει») προβεβλημένους υπουργούς, τους οποίους, εκ του ρόλου του, υποχρεούται να υπηρετεί! Ο άνθρωπος δεν αποδεικνύει μόνο τον ιδιοτελή αμοραλισμό του, αλλά δείχνει και πρωτοφανή έλλειψη κρίσης. Κι όμως ένα τέτοιο άτομο επελέγη από τον κ. Σαμαρά για τη σημαντική θέση του Γραμματέα του ΥΣ!

Γιατί επελέγη; Μα ήταν ο «κολλητός» του Πρωθυπουργού για πάνω από τριάντα χρόνια! Είναι επαρκές προσόν αυτό; Α, εδώ είμαστε πάλι! Στο μεταοθωμανικό πολιτικό σύστημά μας το «κολλητιλίκι» (προσωπικό, κομματικό, φατριαστικό) είναι το βασικότερο προσόν για να καταλάβεις υπεύθυνη δημόσια θέση. Η υπόθεση Μπαλτάκου είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της ανίατης μέχρι σήμερα παθογένειας της χώρας: την κομματοκρατική-αναξιοκρατική πολιτική κουλτούρα που τη διαπερνά.

Όλοι οι Πρωθυπουργοί, τα τελευταία 40 χρόνια, διορίζουν Γραμματείς του ΥΣ τους «κολλητούς» τους – έμπιστους ανθρώπους να τους κάνουν τις «δουλειές». Το σύστημά μας δεν διαθέτει θεσμικά αντίβαρα. Δεν υπάρχουν στην Ελλάδα αντίστοιχοι Sir Humphrey – κομματικά ανεξάρτητοι, υψηλόβαθμοι δημόσιοι λειτουργοί με θεσμική επιρροή – όπως λ.χ. στη Βρετανία και τη βόρεια Ευρώπη γενικότερα.

Δείτε το Βρετανικό σύστημα και συγκρίνετέ το με το δικό μας. Στα Βρετανικά υπουργεία υπάρχουν μόνιμοι υφυπουργοί (η θεσμική μνήμη του κράτους). Ο Γραμματέας του ΥΣ είναι μόνιμος δημόσιος λειτουργός, επικεφαλής της δημόσιας διοίκησης, υπεύθυνος για τη λειτουργία της κυβέρνησης συνολικά, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης του δρακόντειου κώδικα δεοντολογίας (Ministerial Code), που διέπει τη συμπεριφορά των υπουργών. Ένας τέτοιος άνθρωπος, αντιλαμβάνεστε, δεν είναι στο τσεπάκι του εκάστοτε Πρωθυπουργού, λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο στην πολιτική εξουσία, και δεν μεριμνά για τον «επαναπατρισμό» ψήφων στο κόμμα του, όπως υπερηφανευόταν ότι έκανε ο θλιβερός κ. Μπαλτάκος, αλλά είναι αυστηρά προσηλωμένος στις τεράστιες απαιτήσεις του θεσμικού ρόλου του.

Οι σοβαρές χώρες διοικούνται από αξιοκρατικά επιλεγμένους δημόσιους λειτουργούς. Οι βλαχοδημοκρατίες διοικούνται από Μπαλτάκους ! Ως πότε Θεέ μου;

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Βιώσιμο πλεόνασμα και το τέλος του πολιτικαντισμού


Η πρόσφατη συμφωνία της κυβέρνησης με τους δανειστές αντιμετωπίστηκε από τα κόμματα με ξύλινη γλώσσα, ως συνήθως. Οι μεν επιδίδονται στη σωτηριολογία, οι δε στην καταστροφολογία. Το πολιτικό παιχνίδι στη χρεοκοπημένη Ελλάδα συνεχίζει να διεξάγεται με όρους μικρονοϊκής πόλωσης, εκνευριστικής στενομυαλιάς, και τοξικού λόγου. Για τον σκεπτόμενο πολίτη, όμως, είναι χρήσιμο να βλέπει τη μεγάλη εικόνα που οι κομματικοί μηχανισμοί αποκρύπτουν.

Πρώτον, πετύχαμε, έστω και με κάποια λογιστικά τρικ, πρωτογενές πλεόνασμα. Μετά από τέσσερα χρόνια οδυνηρών περικοπών και εξοντωτικής φορολογίας, αλλοίμονο αν δεν το πετυχαίναμε! Το ερώτημα είναι: πώς θα καταστεί βιώσιμο;

Δεύτερο, επιβεβαιώθηκε κι αυτή τη φορά ότι ο χειρισμός της Ελληνικής κρίσης από δανειστές και δανειζόμενο χαρακτηρίζεται από την αγορά πολιτικού χρόνου: αμφότερα μέρη διευθετούν πιεστικά προβλήματα (με δημοσιονομικά οδυνηρό τρόπο για τον δανειζόμενο), ανακοινώνουν δεσμεύσεις, και υπόσχονται να ξαναδούν τα επίμαχα θέματα στο μέλλον. Εν τω μεταξύ, οι πολίτες της δανειζόμενης χώρας υποφέρουν, ενώ οι κυβερνήσεις και των δύο μερών κατασκευάζουν την αισιοδοξία, ελπίζοντας στην εκλογική της εξαργύρωση.

Τρίτο, οι δανειστές δεν μας εμπιστεύονται. Ξέρουν ότι σχεδόν καμία διαρθρωτική αλλαγή δεν θα κάναμε, αν δεν μας την επέβαλλαν. Οι ανάγκες του πελατειακού-κομματικού κράτους ήταν τέτοιες που δεν νοιαστήκαμε ποτέ να έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα, όπως δεν μεριμνήσαμε για τον ουσιώδη εξορθολογισμό της υγείας, του ασφαλιστικού, της εκπαίδευσης, κοκ, όταν έπρεπε. Η εξευτελιστική επαιτεία προήλθε από την εγγενή ανικανότητα της χώρας να αυτο-μεταρρυθμίζεται.

Η τρόικα ξέρει καλά ότι οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται, είτε εκτελούνται απρόθυμα, είτε καθυστερούν, είτε δεν υλοποιούνται. Η ρετσινιά του απατεώνα εξακολουθεί να μας συνοδεύει (τα «Greek statistics» δεν θα ξεχαστούν εύκολα). Οι δανειστές ασπάζονται μια οριενταλιστική αντίληψη για τη χώρα, την οποία φροντίζουμε να επιβεβαιώνουμε. Θεωρούν ότι έχουμε ανεύθυνους και λαϊκιστές πολιτικούς, γενικευμένη ανομία, και ένα αναξιόπιστο, μετα-οθωμανικό κράτος που κυριαρχείται από επιμέρους συμφέροντα. Αν παύσουν να μας κηδεμονεύουν, διαβλέπουν ότι θα επανέλθουμε στην πρότερη κατάσταση. Δεν θέλουν να χάσουν τα λεφτά τους, γι αυτό είναι φορτικοί, σχεδόν αποικιοκρατικοί.

Τέταρτο, κάθε συμφωνία με τους δανειστές συνοδεύεται από κυβερνητική αισιοδοξία. Συνέβη το 2012 μετά το PSI, συνέβη πέρυσι με το περίφημο «success story» του κ. Σαμαρά, συμβαίνει και τώρα. Η «αισιοδοξία» διαρκεί όσο η μιντιακή κάλυψή της. Σύντομα επανακάμπτει η αφόρητη πραγματικότητα μιας οικονομικά κατεστραμμένης χώρας. Ο οικονομικός κύκλος της εφαρμογής ενός προγράμματος ακραίας λιτότητας δεν συμπίπτει με τον βιωματικό κύκλο των ανθρώπων (την οικονομική-βιοτική εξουθένωση που επέφερε η βελτίωση οικονομικών δεικτών). Η ασυγχρονία των δύο κύκλων παράγει, αναπόφευκτα, πολιτικά αποτελέσματα.

Πέμπτο, όπου δεν παρεμβαίνει η τρόικα κυριαρχούν οι γνωστοί πολιτικοί εθισμοί που επέφεραν τη χρεοκοπία. Τα μεγαλύτερα λιμάνια, τους οργανισμούς ασφάλισης, και σημαντικούς δημόσιους φορείς διοικούν κομματικοί υπάλληλοι, άνθρωποι του «συστήματος», ή κολλητοί των πολιτικών αρχηγών. Νόμοι που επέφεραν τομές ξηλώνονται (π.χ. νόμος Διαμαντοπούλου), σχέδια εκλογίκευσης δημόσιων θεσμών υποσκάπτονται (από πολιτικάντηδες τύπου Αρβανιτόπουλου), ενώ πολιτικοί της συμφοράς (Παπαθανασίου, Παπουτσής, κοκ) διορίζονται σε ιδιαίτερα καλοπληρωμένες δημόσιες θέσεις. Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν πρωτοτυπεί: αφορίζει, φοβερίζει, και, φυσικά, υπόσχεται. Στο μέτρο που η χώρα αυτο-κυβερνάται, το κάνει αναπαράγοντας την πολιτική νοοτροπία που την κατέστρεψε.

Πέμπτο, ο διεθνής οικονομικός έλεγχος δεν θα τερματισθεί με την εκπνοή του Μνημονίου. Μπορεί να ΜΜΕ να στερηθούν το ευπώλητο θέαμα τροϊκανών επισκέψεων στα υπουργεία, αλλά η Ελλάδα θα παραμείνει επί μακρόν υπό την «αυξημένη επιτήρηση» της ΕΕ. Όσο ευνοϊκή κι αν είναι η αναμενόμενη ρύθμιση του χρέους, το τίμημα θα είναι η παρατεταμένη πειθαρχία.

Έκτο, οι ρίζες της οικονομικής εξαθλίωσης βρίσκονται στην κυρίαρχη πολιτική νοοτροπία που παρήγαγε τη χρεοκοπία, η οποία οδήγησε στο Μνημόνιο. Το τελευταίο, προϊόν του συσχετισμού ισχύος δανειστών-δανειζόμενου, έχει επανορίσει πλέον τους βιοτικούς όρους των Ελλήνων. Για να είναι η χώρα σε θέση να παράγει βιώσιμο πλεόνασμα απαιτείται ένας πρωτοφανής για την ιστορία της πολιτικός-οικονομικός ορθολογισμός. Οι πολιτικάντηδες, όμως, χρονίως εθισμένοι σε παροχές, ασχολούνται με τη διανομή του πλεονάσματος, όχι με τις προϋποθέσεις βιωσιμότητάς του.

Αυτή είναι η πρόκληση της νέας «μεταμνημονιακής» πραγματικότητας: η δημοσιονομική πειθαρχία και η υγιής ανάπτυξη προϋποθέτουν μια νέα δημόσια κουλτούρα και ένα νέου ήθους πολιτικό προσωπικό να την καλλιεργήσει. Παραδόξως, το «τέλος του Μνημονίου» (και, άρα, η ανάγκη για βιώσιμα πλεονάσματα) απαιτεί σκληρές ορθολογικές επιλογές, οι οποίες θα σηματοδοτήσουν την αρχή του τέλους του πολιτικαντισμού. Αμήν!

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Οι στενοί υπολογισμοί κομματικού κόστους-οφέλους αδυνατίζουν το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς


Με το Μνημόνιο θα ξεμπερδέψουμε μια ώρα αρχύτερα αν το εφαρμόσουμε αξιόπιστα, όπως η Ιρλανδία

Συνέντευξη του Χαρίδημου Κ. Τσούκα στο «Φιλελεύθερο» (*)

Οι υπολογισμοί πολιτικού κόστους και στενού κομματικού οφέλους αδυνατίζουν το πολιτικό σύστημα στο να παίρνει εθνικά επωφελείς αποφάσεις, επισημαίνει ο Χαρίδημος Τσούκας, Κοσμήτορας της Σχολής Οικονομικών Επιστημών και Διοίκησης, Καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στην Έδρα Columbia Shipmanagement, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, και Διακεκριμένος Ερευνητής Καθηγητής Οργανωσιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Warwick της Μεγάλης Βρετανίας. Ο κ. Τσούκας καταλογίζει τεράστιες πολιτικές ευθύνες σε όσους ήταν στα πολιτικά πράγματα πριν το κούρεμα, διότι, όπως εξηγεί, τα προειδοποιητικά σημάδια του επερχόμενου τυφώνα ήταν εκεί, αλλά οι αρμόδιοι δεν έδωσαν την κατάλληλη προσοχή. Τονίζει πως μας λείπει η θεσμική ωριμότητα, η οποία πρέπει να καλλιεργηθεί ώστε να προάγεται το συλλογικό καλό, και θέλει να δει κάποιον πολιτικό να αρθρώνει έναν αξιόπιστα (και όχι υποκριτικά) αυτοκριτικό λόγο. Όταν έχεις μια οικονομική κρίση τέτοιου μεγέθους, λέει, ο στόχος, πρέπει να είναι ένας: όχι να χανόμαστε σε άγονες αντιπαραθέσεις για τη σκοπιμότητα του Μνημονίου (είναι πολύ αργά για δάκρυα και κραυγές τώρα – ας προσέχαμε) αλλά να το εφαρμόσουμε με σύνεση όσο πιο αξιόπιστα μπορούμε, προκειμένου να απαγκιστρωθούμε από αυτό μέσα στο συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα.

Της Αντιγόνης Σολομωνίδου Δρουσιώτου

Με το νέο χρόνο κάνουμε συνήθως μια ανασκόπηση: πώς είναι δυνατόν μια οικονομία, η οποία, για την ένταξή της στην ευρωζώνη το 2008, πληρούσε όλα κριτήρια του Μάαστριχτ, βρέθηκε ταπεινωμένη και χρεοκοπημένη το 2013;

Πρόκειται για ένα τεράστιο αρνητικό επίτευγμα που μας δείχνει πώς τα πράγματα μπορούν να ξεφύγουν από τον έλεγχο της εκάστοτε κυβέρνησης και, εκεί που υπολογίζεις ότι το μέλλον θα είναι μια προέκταση του παρελθόντος, ξαφνικά χάνεις τον έλεγχο. Τα προειδοποιητικά μηνύματα του επερχόμενου τυφώνα ήταν εκεί, αλλά οι αρμόδιοι δεν έδωσαν την κατάλληλη προσοχή. Κρίσιμοι οικονομικοί δείκτες χειροτέρευαν. Με την εκλογή της Κυβέρνησης Χριστόφια και τις αυξημένες δημόσιες δαπάνες στις οποίες επιδόθηκε (η Κυπριακή εκδοχή του παπανδρεϊκού «λεφτά υπάρχουν»), είχαμε μια προοδευτική διόγκωση του δημόσιου χρέους και επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το 2008, αντί να μας ταρακουνήσει η διεθνής οικονομική κρίση, είχαμε έναν καπετάνιο ο οποίος δεν αισθάνθηκε ότι, μπαίνοντας σε τρικυμιώδη νερά, έπρεπε να κάνει διόρθωση στην πορεία του σκάφους.

Φταίει ο καπετάνιος;

Βεβαίως, αλλά όχι μόνο. Τα αίτια τα εντοπίζω σε τρεις παράγοντες: ο ένας είναι οι πολιτικοί, και κυρίως ο καπετάνιος που είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο δεύτερος είναι οι θεσμοί, με κύριο παίκτη την Κεντρική Τράπεζα. Και ο τρίτος παράγοντας είναι οι αποφάσεις των Κυπριακών τραπεζών. Είναι τρεις αλληλένδετοι κρίκοι. Οι τράπεζες, για παράδειγμα, υπερεπεκτάθηκαν στην Ελλάδα, αγόραζαν ασύνετα πολλά ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου, ακόμα κι όταν η Ελλάδα βυθιζόταν στην κρίση. Η Κεντρική Τράπεζα είχε ελλιπή εποπτεία των τραπεζών, κακές σχέσεις με τον Υπουργό Οικονομικών και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είχαμε έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο οποίος εμφορούνταν από ιδεοληψία και λαϊκισμό, έχοντας μια ανεπαρκή κατανόηση των οικονομικών εξελίξεων (εγχωρίων και διεθνών). Ήλθαν μετά οι δυο κολοσσιαίες αποφάσεις που έσπασαν την σπονδυλική στήλη της οικονομίας: η διόγκωση του ΕLΑ (η παροχή επείγουσας ρευστότητας) της Λαϊκής, και η απομείωση των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου. Πρέπει αναμφίβολα να αναζητηθούν ευθύνες του Κεντρικού Τραπεζίτη αλλά και των ευρωπαίων αξιωματούχων: γιατί συνέχισαν να παρέχουν επείγουσα ρευστότητα σε μια αφερέγγυα τράπεζα, έτσι ώστε αυτή να διογκωθεί από 2,5 δις στα 9,5 δις μέσα σε ένα χρόνο, δηλαδή στο μισό κυπριακό ΑΕΠ! Τώρα, ακόμα κι ο κ. Χριστόφιας ομολογεί ότι θα ήταν καλύτερο να είχε αφεθεί να χρεοκοπήσει. Δεν το έκανε όμως, όταν ήταν Πρόεδρος. Οι κραυγές της αντιπολίτευσης, των συντεχνιών, και των καταθετών θα του δημιουργούσαν υψηλό πολιτικό κόστος. Συμπεριφέρθηκε όπως συνήθως συμπεριφέρονται οι λαϊκιστές πολιτικοί – μικροπολιτικά, κοντόθωρα, καιροσκοπικά.

Το δεύτερο τεράστιο γεγονός είναι ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποδέχτηκε αναντίρρητα την απομείωση των ελληνικών ομολόγων χωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα, με αποτέλεσμα να έχουμε 4,5 δις ζημιά των κυπριακών τραπεζών, δηλαδή το 25% του κυπριακού ΑΕΠ! Ο κ. Χριστόφιας δεν διαπραγματεύθηκε τη συναίνεσή του. Όπως και στο Μαρί, με τις παραλείψεις του οδήγησε την Κύπρο στην οικονομική καταστροφή .

Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί η ιδιοτελής ολιγωρία της κυβέρνησης Χριστόφια. Σε αντίθεση με άλλες κυβερνήσεις, προσέφυγε αργά στο Μηχανισμό Στήριξης, Επιπλέον, αφού προσέφυγε έστω και αργά, χρειάστηκε κι ένα πεντάμηνο διαπραγματεύσεων! Το ομολόγησε ο ίδιος ο πρώην Πρόεδρος: πάσχιζε να αποφύγει το Μηχανισμό Στήριξης πάση θυσία, δέσμιος καθώς ήταν των ιδεοληψιών του και του άγχους του να αποφύγει το πολιτικό κόστος.

Είχαμε προεδρικές εκλογές.

Ακριβώς, βλέπετε πώς οι ιδεοληψίες, ο καιροσκοπισμός, και ο υπολογισμός του πολιτικού κόστους αδυνατίζουν την ικανότητα της εκτελεστικής εξουσίας να παίρνει εθνικά επωφελείς αποφάσεις; Έχουν τεράστιες ευθύνες όσοι είχαν την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας τότε.

Η ευρωζώνη δεν έχει ευθύνες;

Βεβαίως και έχει. Συμπεριφέρθηκε εξόχως αλαζονικά, έως και εχθρικά απέναντι στην Κύπρο. Οι ισχυροί της ευρωζώνης κατέβαλαν μια επιτυχημένη προσπάθεια ρητορικής κατασκευής της κυπριακής οικονομίας ως «διεφθαρμένης». Η ειρωνεία είναι ότι το Δίκτυο Φορολογικής Δικαιοσύνης αποκάλυψε πρόσφατα ότι η Γερμανία είναι στην 8η θέση, ως προς τη διευκόλυνση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, ενώ η Κύπρος στην 45η! Αυτή η ρητορική κατασκευή εξυπηρέτησε πολιτικούς-ιδεολογικούς σκοπούς. Ήμασταν μια πιλοτική εφαρμογή του bail-in: μια οικονομικά ασήμαντη χώρα στην οποία δοκιμάστηκε, για πρώτη φορά, η τώρα επίσημη πλέον πολιτική της διάσωσης των τραπεζών και με κεφάλαια καταθετών. Βέβαια, ένας οξυδερκής πολιτικός ηγέτης, και ένα ευφυές πολιτικό σύστημα, όφειλαν να διαβλέψουν αυτό το ενδεχόμενο, πόσω μάλλον όταν σχετικά άρθρα γράφονταν στον Τύπο και ανάλογες κρούσεις είχαν γίνει από αρμόδιους της ευρωζώνης και του ΔΝΤ.

Πήραμε το μάθημά μας;

Δεν νομίζω. Επαναλαμβάνεται λ.χ. το μοτίβο της κακής σχέσης Προεδρικού- Κεντρικής Τράπεζας. Γινόμαστε καταγέλαστοι στην Ευρώπη ως μια θεσμικά ανώριμη χώρα, στο μέτρο που δυο βασικοί πυλώνες του οικονομικού θεσμικού περιβάλλοντος αλληλοσπαράσσονται δημοσίως. Η Επιτροπή για το Μέλλον του Κυπριακού Τραπεζικού Συστήματος μας είπε ότι έχουμε πρόβλημα πολιτικής κουλτούρας: δεν αποδεχόμαστε εύκολα την ανεξαρτησία της Κεντρικής, δεν κατανοούμε επαρκώς το ρόλο των συμβουλίων των τραπεζών, διορίζουμε ανθρώπους με πολιτικά κριτήρια και δεν τους αφήνουμε να κάνουν τη δουλειά τους καλά, υπάρχουν πολιτικές παρεμβάσεις ακόμη και στις ιδιωτικές τράπεζες. Όλα αυτά είναι εκφάνσεις θεσμικής ανωριμότητας. Είναι λυπηρό και εξοργιστικό συγχρόνως.

Γι αυτό ο κόσμος ζητά απόδοση δικαιοσύνης.

Ναι, μην ακούτε τους πολιτικάντηδες που μας ζητούν αφελώς (και ιδιοτελώς) «να κοιτάξουμε μπροστά». Αν δεν κλείσουμε τους ανοικτούς λογαριασμούς μας με το παρελθόν δεν θα μπορούμε να προχωρήσουμε. Θα μας κυνηγούν οι «δαίμονές» μας. Η ατιμωρησία δυστυχώς κυριαρχεί στην κυπριακή κουλτούρα. Χωρίς ουσιαστική δικαιοσύνη, όμως, δεν μπορούμε να χτίσουμε το μέλλον.

Πώς αλλάζει πολιτική φιλοσοφία που ήταν η πηγή όλων των κακών;

Δύσκολα. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι ο Περικλής ήταν σε θέση «να κρατά το λαό» και να «τολμά αντιλογία προς αυτόν». Μπορούσε να το κάνει, παρατηρεί ο Θουκυδίδης, διότι είχε τη διανοητική ικανότητα αλλά και το προσωπικό κύρος, καθότι ήταν «διαφανώς αδωρότατος». Με σημερινή γλώσσα θα λέγαμε, ο πολιτικός ηγέτης πρέπει να φροντίζει να διαθέτει ι το απαραίτητο συμβολικό κεφάλαιο, έτσι ώστε να μπορεί να σταθεί απέναντι στο λαό όταν αυτό επιτάσσει το εθνικό συμφέρον. Στην Κύπρο έχουμε ένα διαρκή, συχνά απίστευτης γελοιότητας, λαϊκισμό, δέσμιο συντεχνιακών συμφερόντων και παλαιομοδίτικων «φιλολαϊκών» αντιλήψεων. Δείτε την προεκλογική εκστρατεία των τελευταίων προεδρικών εκλογών ή τη στάση της Βουλής στο πρώτο κούρεμα, και θα το διαπιστώσετε.

Πράγματα που υποσχεθήκαμε προεκλογικά τότε δεν τα κάναμε μετά.

Ναι. Υπερυπόσχεται ο πολιτικός και μετά αναιρεί τα υπεσχημένα, καθότι η πραγματικότητα είναι αδυσώπητη. Το αποτέλεσμα είναι ότι μειώνεται η αξιοπιστία του, το κύρος του και, τελικά, η πειθώς του. Τα κόμματα πρέπει να λειτουργούν πιο ορθολογικά, να επιλέγουν ηγέτες οι οποίοι να ενσαρκώνουν μια νεωτερική νοοτροπία, να γίνουν πιο απαιτητικά με τον εαυτό τους. Είναι λυπηρό να βλέπεις τον κ. Μάρκο Κυπριανού, στον οποίο επισήμως αποδόθηκαν βαρύτατες θεσμικές και προσωπικές ευθύνες για το Μαρί, να διεκδικεί ηγετικό αξίωμα στο κόμμα του. Αλλά κι εμείς, οι πολίτες, να είμαστε απαιτητικοί απέναντι στους πολιτικούς.

Το βλέπετε να γίνεται;

Όχι, δεν το βλέπω, άμεσα τουλάχιστον. Μας λείπει η θεσμική ωριμότητα – να είμαστε όλοι απαιτητικοί με τον τρόπο που ασκούμε τα καθήκοντά μας, έτσι ώστε να προάγεται το συλλογικό καλό. Αν αυτό δεν το κατακτήσουμε, δεν θα προχωρήσουμε. Θέλω να δω κάποιο πολιτικό να αρθρώνει ένα ειλικρινώς αυτοκριτικό λόγο. Δεν αρκεί να καταγγέλλεις εύκολα και λαϊκιστικά τους ξένους. Πρέπει να στρέψεις το δάχτυλο προς τα μέσα, να αναστοχασθείς τη συμπεριφορά σου εξαιτίας της οποίας έγινες ευάλωτος στη χειραγώγηση των άλλων. Δεν είναι εύκολο. Χρειάζονται ηγέτες από άλλη στόφα, τους οποίους δεν βλέπω στον ορίζοντα.

Τους νέους πώς θα τους κρατήσουμε στο νησί;

Είναι μεγάλη η απογοήτευση τους. Τις μέρες του κουρέματος, μερικές φοιτήτριες έβαλαν τα κλάματα στην τάξη όταν συζητήσαμε το θέμα. Βρήκα ενδιαφέρον ότι, στην τάξη μου τουλάχιστον, τα νέα παιδιά δεν έστρεψαν επιθετικά το δάκτυλο προς τους ξένους, αλλά προς εμάς, στη παλαιότερη γενιά που διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας. Γιατί αφήσαμε τη χώρα να καταντήσει έτσι; Ο νέος κόσμος είναι απογοητευμένος. Βραχυπρόθεσμα, θα έχουμε μια φυγή εγκεφάλων στο εξωτερικό. Ίσως οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί λειτουργήσουν ανασχετικά στη φυγή, αλλά άμα δεν υπάρχουν δουλειές, αναγκαστικά αρκετοί νέοι θα φύγουν. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα: να μείνει η νέα γενιά στο χώρα και να θελήσει να δημιουργήσει. Αυτό, όμως, για να μην είναι ένα ακόμα λαϊκιστικό ευχολόγιο, χρειάζεται στρατηγική από τους πολιτικούς.

Την ανάπτυξη που θα με βγάλει από την κρίση πώς θα την πετύχω;

Όλα τα προγράμματα λιτότητας έχουν αυτήν τη μεγάλη αδυναμία ότι, δηλαδή, στοχεύουν σε δημοσιονομική προσαρμογή σε βάρος της ανάπτυξης. Υπό τις περιστάσεις, ο στόχος πρέπει να είναι: να λάβουμε γρήγορα και αξιόπιστα επώδυνες αποφάσεις, προκειμένου να τηρήσουμε τις δεσμεύσεις μας με τους δανειστές, να ανακτήσουμε την κυριαρχία μας, και να στήσουμε την οικονομία σε νέες βάσεις. Όσο χρονοτριβούμε, τόσο παρατείνουμε την οδύνη.

Δεν μας αρέσει, αλλά χουμε χάσει βαθμούς ελευθερίας. Το ζήτημα είναι να λαβαίνεις τολμηρές αποφάσεις εγκαίρως και να κάνεις τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην ώρα τους. Τότε μόνο προλαβαίνεις την κλιμάκωση των προβλημάτων. Από τη στιγμή, όμως, που αφρόνως δεν έλαβες τα αναγκαία μέτρα και ανέβαλλες κρίσιμες αποφάσεις, τα προβλήματα διογκώθηκαν και πήραν την ορμή χιονοστιβάδας. Το θέμα είναι να μην καταστείς ευάλωτος. Από τη στιγμή που έγινες ευάλωτος, είσαι πολιτικά ανίσχυρος και εξαρτάσαι, πλέον, από την καλοσύνη των ξένων. Όταν περιέλθεις στο έλεος του δανειστή σου, τουλάχιστο να έχεις το κουράγιο και το ρεαλισμό να το καταλάβεις.

Η Κύπρος έχει το ρεαλισμό αυτό;

Σε γενικές γραμμές ναι: Στην Κύπρο υπάρχει ένας μεγαλύτερος πραγματισμός απότι στην Ελλάδα, για παράδειγμα. Υπάρχουν, άλλωστε, ζωντανές οι μνήμες του ’74. Η γενιά που κυβερνά ξέρει τι θα πει εθνική καταστροφή. Ο μέσος Κύπριος έχει κάτι που δεν έχει ο μέσος Ελλαδίτης, μια αίσθηση πραγματισμού, να τα βρούμε μεταξύ μας. Αυτή η αντίληψη, στην κακή της εκδοχή, οδηγεί σε φαινόμενα συμπαιγνίας και διαπλοκής. Στην καλή της, όμως, εκδοχή παράγει πραγματισμό και αλληλεγγύη. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν έχουμε απεργίες. Αυτό το θεωρώ καλό.

Αυτό θα μας σώσει;

Όχι από μόνο του, αλλά βοηθά. Από την στιγμή που είμαστε μια μικρή χώρα, με ασήμαντο πολιτικό βάρος, και ανήκουμε σε μια μεγάλη οικογένεια χωρών, η μόνη μας στρατηγική είναι οι συμμαχίες. Αυτή ήταν η στρατηγική του Ελευθερίου Βενιζέλου – και πέτυχε.

Ποιοι είναι οι ισχυροί σήμερα;

Οι ισχυροί της ευρωζώνης, κατά κύριο λόγο. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να τα βρούμε μαζί τους.

Εμείς ανήκουμε στον αδύναμο νότο και το τραγικό εκείνο βράδυ του κουρέματος ούτε η Ελλάδα δεν μας στήριξε.

Έχετε δίκαιο έτσι έγινε, διότι στο τέλος της ημέρας είσαι μόνος σου. Όσον αφορά στην Ελλάδα, μην ξεχνάτε ότι είναι μια χρεοκοπημένη χώρα, η οποία εξαρτάται από την καλοσύνη των δανειστών της. Κατά συνέπεια, η διαπραγματευτική της ισχύς είναι ελάχιστη. Η Ελλάδα, σήμερα, κάνει ότι της υποδεικνύουν οι δανειστές. Μην περιμένετε βοήθεια από μια χώρα, η οποία βρίσκεται στο όριο της επιβίωσης. Από την άλλη μεριά, για να μην είσαι μόνος σου, φροντίζεις να συνάπτεις ευρύτερες συμμαχίες, δεν το παίζεις «παλικαράς», όπως ο κ. Χριστόφιας που έβριζε τους οίκους αξιολόγησης ως «τους κλεφταράδες της υφηλίου». Αυτό δείχνει έλλειψη επαρκούς κατανόησης του ποιος είσαι στη διεθνή γεωπολιτική σκηνή, δεν αντιλαμβάνεσαι ποιες είναι οι προτεραιότητές σου.

Μπορεί η κρίση να είναι το έναυσμα για κάτι θετικό;

Βεβαίως, όπως το κραχ στην Αμερική το ’29 παρήγαγε ένα κοινωνικό κράτος που δεν υπήρχε, όπως ο αντιναζιστικός πόλεμος της δεκαετίας του ’40 παρήγαγε ένα στιβαρό κράτος πρόνοιας και μια διευρυμένη αντίληψη της δημοκρατίας στη δυτική Ευρώπη, και οδήγησε στη δημιουργία της ΕΟΚ (αργότερα της ΕΕ). Η κρίση δυνητικά μας αφυπνίζει. Πράγματα τα οποία κάναμε και αστόχαστα προσπερνούσαμε, τώρα κατ’ ανάγκην μας απασχολούν. Όπως ένα διαζύγιο, ένα δυστύχημα, ή μια ιατρική περιπέτεια, η κρίση μας βγάζει από την αστόχαστη καθημερινότητα, μας αναγκάζει να δούμε πρακτικές που γνωρίζαμε αλλά δεν τους δίναμε σημασία, μας ωθεί να σκεφτούμε ερωτήματα που απωθούσαμε - πώς θέλουμε να ζήσουμε. Η κρίση, σε όλα τα επίπεδα, σε κάνει να θέτεις υπαρξιακά ερωτήματα στον εαυτό σου.

Για τις ιδιωτικοποιήσεις, για παράδειγμα, δεν μιλούσαμε εκτεταμένα, ενώ οι αναφορές μας στη στελέχωση και διοίκηση της δημόσιας υπηρεσίας ήταν επιφανειακές, ρητορικές, και ανώδυνες. Φυσικά, δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα δώσουμε τις σωστές απαντήσεις, γι αυτό χρειάζεται εμπνευσμένη ηγεσία. Επιμένω πολύ σε αυτό.

Ποιος είναι ο εμπνευσμένος ηγέτης;

Ένας άνθρωπος με πάθος, όραμα, που ξέρει τι θέλει, που τον ενδιαφέρει η αξιοπιστία του απέναντι στους πολίτες, που αναπτύσσει ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες, που τον διακρίνει αυτό που ο φιλόσοφος Ησαϊας Μπερλίν ονόμαζε «η αίσθηση της πραγματικότητας», που αντιλαμβάνεται ότι για να ηγείται πρέπει να υπηρετεί.

Μήπως η κρίση είναι και εσωτερική;

Σαφέστατα είναι και κρίση υπαρξιακή. Ο Κύπριος την τελευταία εικοσαετία παρασύρθηκε από την αχαλίνωτη καταναλωτική ευμάρεια, με συνέπεια να μη θέτει δύσκολα ερωτήματα στον εαυτό του. Δείτε τα αυτοκίνητα που οδηγούμε και τα σπίτια που χτίζουμε. Έχετε πάει σε παιδικό πάρτι; Κάποτε τα κάναμε στα σπίτια μας. Σήμερα «πρέπει» να γίνονται, τυποποιημένα και πολυτελώς, σε ακριβούς παιδότοπους. Έχετε δει δωμάτιο δεκάχρονου παιδιού οικογένειας της μεσαίας τάξης; Είναι εξοπλισμένο με όλα τα γκάτζετ! Ένα παιδί που έχει τα πάντα στα δέκα του, τι να περιμένει στα είκοσί του; Όταν δεν σου λείπει τίποτε, δεν αναζητάς τίποτε.

Στους φοιτητές σας τι βλέπετε;

Είναι εργατικοί, φιλομαθείς, έχουν σεβασμό, δεν έχουν αναπτύξει όμως την ικανότητα της κριτικής σκέψης και τα διάθεση για πειραματισμό και διακινδύνευση. Μου κάνει εντύπωση, επίσης, το συχνά ακριβό ντύσιμο, όλοι έχουν αυτοκίνητο…Μου δίνουν, ενίοτε, την εντύπωση κακομαθημένων παιδιών, με ένα κινητό διαρκώς στα χέρια, έχοντας δυσκολία να συγκεντρωθούν για πάνω από πέντε λεπτά. Μέχρι πρότινος, οι σημερινοί εικοσάρηδες θεωρούσαν ότι η ζωή είναι μια διαρκώς αυξανόμενη ευμάρεια. Τώρα προσγειώνονται απότομα, ξεβολεύονται, είναι αμήχανοι. Τα παιδιά χρειάζονται προσανατολισμό: να εμπεδώσουν αξίες, όπως η προσπάθεια, η προσφορά, και η πρωτοβουλία, η τόλμη του πειραματισμού, το θάρρος τη γνώμης, η μη άμεση ικανοποίηση αναγκών, η αξιοκρατία, να σκέφτονται το μέλλον, όχι μόνο το καταναλωτικό παρόν. Η κρίση μας κάνει τώρα να σκεφτούμε το μέλλον όχι ως προέκταση του παρελθόντος, αλλά ως κάτι άγνωστο που μπορούμε να δημιουργήσουμε αν πειραματιστούμε και αναλάβουμε ρίσκα.

Τι να προσδοκούμε το νέο χρόνο;

Χρειαζόμαστε κουράγιο, δύναμη. Κυρίως, χρειαζόμαστε ελπίδα. Εδώ είναι σημαντικός ο ρόλος κάθε επιμέρους ηγεσίας – με το παράδειγμά της να εμπνεύσει ελπίδα. Θα είναι πιο δύσκολη η νέα χρονιά από το 2013. Πρέπει να κάνουμε μια υγιή αυτοκριτική για το τι κάναμε και συνεχίζουμε να κάνουμε λάθος, και να έχουμε τη διάθεση να ξαναδούμε τα πράγματα με νέο μάτι. Το κακό με την κρίση είναι ότι μας φτωχαίνει. Το καλό είναι ότι, δυνητικά, μας απελευθερώνει από τον πρότερο κακό μας εαυτό. Χρειαζόμαστε, όμως, υποδειγματικά ηγετικά πρότυπα. «Οι πολίτες μιμούνται τους άρχοντες», λέει ο Ισοκράτης. Ηγέτες που προστατεύουν τα προνόμιά τους, που επιδίδονται στο λαϊκισμό, και μας λένε αυτά που συντεχνιακά ή εθνικά θέλουμε να ακούσουμε, δεν μας βοηθούν να γίνουμε καλύτεροι. Εύχομαι οι ηγέτες μας να λειτουργήσουν περισσότερο παιδαγωγικά και λιγότερο μικροπολιτικά. Εύχομαι οι πολίτες να συνειδητοποιήσουν ότι είμαστε συνυπεύθυνοι για την κοινή μας μοίρα. Μπορούμε να ελπίζουμε όσο πασχίζουμε να υπερβούμε ό,τι μας καθηλώνει.

(*) Ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή του κειμένου αυτού δημοσιεύθηκε ως συνέντευξη στην Κυπριακή εφημερίδα «Φιλελεύθερος», 5 Ιανουαρίου 2014

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

«Έχει κανείς τα κότσια να κυβερνήσει τη χώρα;»


Συνέντευξη του Χαρίδημου Κ. Τσούκα στον «Πολίτη» (*) Της Μιράντας Λυσάνδρου

Η αίθουσα του Πανεπιστημίου Κύπρου στην οποία επρόκειτο να μιλήσει ο καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στην Έδρα Columbia Ship Management, Χαρίδημος Τσούκας, ήταν κατάμεστη. Κυρίως από συναδέλφους του αλλά και φοιτητές του. Υπήρχαν ωστόσο διασκορπισμένοι στο χώρο και άλλοι εξωπανεπιστημιακοί που, παρά το τσουχτερό κρύο, επέλεξαν να βγουν βραδιάτικα για τον ακούσουν. Το θέμα καυτό: «Ο Νέλσον Μαντέλα και η τέχνη της πολιτικής ηγεσίας». Κι ο λόγος του Χαρίδημου Τσούκα φιλοσοφημένος, ανθρώπινος , ορθολογικός. Που όσο ρέει σαν ποταμός υποχρεώνει το μυαλό να κάνει συνειρμούς. Να περιπλανιέται σε μορφές ηγετών ενάρετες κι αποφασιστικές και σε μορφές ηγετών που το μόνο τους γνώρισμα είναι να ενθαρρύνουν τον λαϊκισμό. Με αφορμή αυτή τη διάλεξη, αλλά και με αφορμή την αρχή της νέας χρονιάς και την ελπίδα που κάθε νέα αρχή δημιουργεί, ο κ. Τσούκας μίλησε στον «Π» για τη σημασία της ανάδειξης μίας εμπνευσμένης ηγεσίας στο πηδάλιο μιας χώρας.

- Ο Νέλσον Μαντέλα είχε όλες τις αρετές που χαρακτηρίζουν έναν ηγέτη: τη σοφία, το θάρρος, την ανθρωπιά, την δικαιοσύνη, την εγκράτεια, την υπερβατικότητα. Εμείς εδώ έχουμε ηγέτες που να έχουν έστω κάποιες από αυτές τις αρετές ;

- Οι συγκρίσεις είναι ομολογουμένως δύσκολες. Όχι μόνο κάποιος Κύπριος, αλλά ο οποιοσδήποτε ηγέτης, δύσκολα θα μπορούσε να συγκριθεί με τον Μαντέλα. Ο Μαντέλα υπερέβη σχεδόν την ανθρώπινη φύση με τον μακροχρόνιο εγκλεισμό του στη φυλακή (27 χρόνια ήταν φυλακισμένος) και, αυτό είναι το πλέον σημαντικό, την απουσία κάθε εκδικητικού συναισθήματος. Σπάνια βλέπουμε τη θυσιαστική σμίλευση ενός χαρακτήρα σε τέτοιο βάθος. Ο πλησιέστερος ίσως άνθρωπος εν ζωή που εγώ γνωρίζω είναι η Αούνγκ Σαν Σου Κι, η ηγέτης της αντιπολίτευσης της Βιρμανίας, η οποία βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό για πάνω από μία δεκαετία, έχοντας υποστεί βαριές προσωπικές θυσίες, όπως να ζει μακριά από τα παιδιά της, να μην μπορεί να παρασταθεί στον άρρωστο σύζυγό της στην Οξφόρδη (ο οποίος τελικά πέθανε μόνος του), και, παρόλα αυτά, ή κυρία Κι να μάχεται για συνεννόηση με την κτηνώδη δικτατορία για το καλό της χώρας της. Αυτές είναι υπερβατικές συμπεριφορές, συμπεριφορές αυταπάρνησης, όπου ο ηγέτης στρατεύεται σε κάτι ευρύτερο, στο οποίο αφιερώνει τη ζωή του. Αυτό είναι δύσκολο να το ζητάμε από τον οποιονδήποτε ηγέτη.

- Τι θα μπορούμε να ζητάμε;

- Τουλάχιστον να έχουν τις αρετές αυτές ως μία πυξίδα συμπεριφοράς – να έχουν αίσθηση του δημοσίου και εθνικού συμφέροντος, το οποίο ανιδιοτελώς να υπηρετούν. Υπάρχουν φορές που ο ηγέτης πρέπει να συμπεριφερθεί περισσότερο ηρωικά ή περισσότερο συγκρατημένα. Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να εμπνεύσει. Άλλες στιγμές που πρέπει να εναντιωθεί στο λαϊκό αίσθημα, άλλες φορές που πρέπει να εκφράσει το λαϊκό αίσθημα.

- Το είπατε και στη διάλεξή σας: ο ηγέτης δεν πρέπει πάντα να ταυτίζεται με τον «δήμο», αλλά να βρίσκει τη δύναμη να «τολμήσει αντιλογία προς αυτόν». Στην Κύπρο των πελατειακών σχέσεων αυτό είναι δύσκολο. Πώς το ξεπερνούμε;

- Κι εμένα με απασχολεί αυτό ιδιαίτερα. Γι’ αυτό βρίσκω σπουδαίο το απόσπασμα του Θουκυδίδη, στο οποίο εξηγεί γιατί ήταν σημαντικός ηγέτης ο Περικλής. Γράφει ο Θουκυδίδης: Ο Περικλής, «καθώς είχε μεγάλη δύναμη, έκγονη του προσωπικού του κύρους και της διανοητικής του ικανότητας, αλλά και επειδή υπήρξε αδωροδόκητος, κρατούσε τον λαό με τρόπο ελεύθερο και δεν παρασυρόταν από αυτόν, αλλά μάλλον τον καθοδηγούσε, γιατί δεν επιδίωκε με αθέμιτα μέσα να αποκτήσει δύναμη και δεν έλεγε κάτι για να θωπεύσει τον δήμο, αλλά στηριγμένος στο προσωπικό τους κύρος αποτολμούσε και αντιλογία προς αυτόν [...]» («Ιστορίες» Β΄ 65, μετφρ. Κ. Δεσποτόπουλου).

Πρόκειται για έναν βαθύ συλλογισμό. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο ηγέτης δεν είναι απλώς ο άνθρωπος που εκφράζει τη λαϊκή διάθεση. Μια άλλη διάστασή του είναι η παιδαγωγική, όπου ο ηγέτης διαλέγεται με τον «δήμο» και τολμά «αντιλογία» προς αυτόν, προσπαθώντας να τον πείσει για τις επιλογές που πρέπει να γίνουν και οι οποίες θα διασφαλίσουν τη μακροχρόνια επιβίωση και ευημερία του. Για να το κάνει αυτό, όμως, λέει ο Θουκυδίδης, ο ηγέτης πρέπει να είναι «διαφανώς αδωρότατος». Όχι μόνο να μην δωροδοκείται με την τρέχουσα έννοια , αλλά να έχει τέτοιο ηθικό κύρος ώστε να μην μπορεί κανείς να του προσάψει ότι μεροληπτεί υπέρ κάποιου επιμέρους ειδικού συμφέροντος. Όταν ένας ηγέτης διαθέτει ηθικό κύρος μπορεί να τολμήσει «αντιλογία προς τον δήμο», όπως λ.χ. τόλμησε ο Μαντέλα αρνούμενος να συμπαραταχθεί με το κόμμα του στη διάλυση της εθνικής ομάδας Ράγκμπι.

Το συμβάν αυτό αποδόθηκε όμορφα από τον Κλιντ Ιστγουντ στην ταινία του «Ανίκητος» (“Invictus”). Πρόκειται για ένα ήσσονος σημασίας αλλά μεγάλου πολιτικού συμβολισμού γεγονός. Η εθνική ομάδα ράγκμπι συμβόλιζε για τη μαύρη πλειονότητα το μισητό απαρτχάϊντ. Η έντονη λαϊκή διάθεση ήταν να διαλυθεί η ομάδα. Ο Μαντέλα διαφώνησε και, ως Πρόεδρος, επέβαλε την άποψή του. Όπως χαρακτηριστικά λέει στην ταινία: «Με εκλέξατε ηγέτη σας, Αφήστε με να ηγηθώ». Με τη διαφωνία του διαμήνυσε στη δική του πλευρά (τους μαύρους) ότι θα πρέπει να μάθουν να ζουν ειρηνικά με τον χθεσινό εχθρό. Στη νέα Νότια Αφρική όλες οι φυλές θα ζουν μαζί σε ένα κράτος δικαίου. Συγχρόνως, σεβόμενος τα σύμβολα της λευκής μειονότητας, καθιστά συμβολικά αποδεκτή την παρουσία τους στη χώρα. Ήταν μία υψηλής σημασίας συμβολική χειρονομία, η οποία δείχνει και το ήθος του ανδρός.

- Τι θα σήμαινε λοιπόν αυτό στη δική μας πολιτική σκακιέρα;

- Υπέρβαση της διαβρωτικής νοοτροπίας του λαϊκισμού. Ο λαϊκισμός είναι η διαρκής και ιδιοτελής κολακεία του «δήμου». Ό,τι ο πολιτικός διαισθάνεται ότι συνιστά τη λαϊκή διάθεση, το αναπαράγει στην πολιτική του. Παραδείγματος χάριν, η λαϊκή διάθεση τον Μάρτιο του 2013 ήταν «Μην ακουμπάτε τις καταθέσεις μας». Αυτή τη διάθεση εξέφρασε άκριτα η Βουλή (και έμμεσα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας), με το «όχι» στο κούρεμα, στην πρώτη ψηφοφορία. Εάν οι αντιπρόσωποί μας θεωρούσαν δυσάρεστο μεν αλλά εθνικά επωφελές το κούρεμα των καταθέσεων (όπως μερικοί από αυτούς ομολόγησαν εκ των υστέρων), όφειλαν να «τολμήσουν αντιλογία» προς την κυρίαρχη λαϊκή διάθεση. Δεν το έκαναν. Δεν είχαν το πολιτικό ανάστημα να το κάνουν. Είπαν λαϊκιστικά το διαβόητο «όχι», το οποίο, μία βδομάδα αργότερα, αναίρεσαν! Αυτή είναι μια καλή περίπτωση μελέτης γιατί μας δείχνει πως όταν ο ηγέτης το μόνο που κάνει είναι να αναπαράγει τη λαϊκή οργή, δεν επιτελεί με σύνεση το έργο του. Ο,τι είναι δημοφιλές, δεν είναι απαραίτητα εθνικά επωφελές.

- Το ίδιο έγινε και το 2004 σε ένα άλλο επίπεδο.

- Θα μπορούσε να το πει κανείς, αλλά δεν θα ήθελα να το συζητήσω γιατί δεν το ξέρω καλά το θέμα. Μπορώ να σχολιάσω όμως πώς η κυβερνητική ενδοτικότητα σε επιμέρους συντεχνιακά συμφέροντα, αντιβαίνει το κοινό καλό. Δείτε την εκπαίδευση, λ.χ.

Ενώ διεθνείς οργανισμοί και έγκριτοι αναλυτές μας λένε ότι το σύστημα πρόσληψης εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι αναχρονιστικό, η συντεχνιακή αντίδραση είναι «Μην πειράζετε τη λίστα διοριστέων. Κάτω τα χέρια από έναν καταξιωμένο θεσμό». Το εθνικό συμφέρον, όμως, επιτάσσει την αλλαγή του συστήματος. Δεν διασφαλίζεται η ποιότητα των προσλαμβανομένων εκπαιδευτικών απλά και μόνο με την ημερομηνία εγγραφής τους στην επετηρίδα. Κανείς ορθολογικός εργοδότης δεν θα προσλάμβανε ανθρώπους με τέτοιο τρόπο, όταν μάλιστα η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση. Ένας οραματιστής Υπουργός Παιδείας θα κριθεί στο μέτρο που αντιλαμβάνεται μεν τη συντεχνιακή φοβία να μην καταστρατηγηθεί ένα αδιάβλητο σύστημα, αλλά, συγχρόνως, είναι σε θέση να την κατευνάσει και να την υπερβεί. Να τολμήσει πειστική «αντιλογία», στο όνομα του εθνικού συμφέροντος. Δεν χρειάζεται να εφεύρει τον τροχό. Αρκεί να δει τι κάνουν οι καλύτερες εκπαιδευτικά χώρες στον κόσμο, όπως είναι οι Σκανδιναβικές και μερικές ασιατικές. Για να το κάνει, όμως, αυτό χρειάζεται όραμα, τόλμη, πολιτικό κεφάλαιο, σύνεση, δεξιότητες πειθούς. Περιμένουμε να δούμε αν ο σημερινός Υπουργός Παιδείας διαθέτει αυτές τις δεξιότητες. Ο μέχρι τώρα πολιτικός του βίος δεν μας προδιαθέτει θετικά. Ενδέχεται όμως να μας εκπλήξει ευχάριστα.

- Πάντως δεν είναι τυχαίο που είχαμε από τη μία μια εθνική καταστροφή και από την άλλη μια οικονομική καταστροφή…

- Μπορούμε να μιλάμε ώρες γι’ αυτό... Το κοινό μοτίβο και στις δύο περιπτώσεις είναι η διολίσθηση σε αποφάσεις πολιτικά συμφέρουσες βραχυπρόθεσμα, οι οποίες όμως μόνο επιφανειακά αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, επιδεινώνουν τη φύση του, και κλιμακώνουν την κακή διαχείρισή του, μέχρις ότου συμβεί το μοιραίο.

Δείτε τους κακούς χειρισμούς που έγιναν στο θέμα της «Λαϊκής». Ακόμη και ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Χριστόφιας, μας λέει τώρα ότι έπρεπε να είχε κλείσει η Λαϊκή, επί της δικής του θητείας. Μας λέει επίσης, τώρα, ότι προσπάθησε να αποφύγει πάση θυσία την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης της ευρωζώνης. Και στις δύο περιπτώσεις επέδειξε ανεύθυνη ολιγωρία. Γιατί το έκανε αυτό; Διότι αφενός δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να υπερβεί τις δικές του ιδεοληψίες, αφετέρου διότι, σε ένα λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα, το πολιτικό κόστος γι αυτόν θα ήταν πράγματι βραχυπρόθεσμα υψηλό.

Ο κυβερνήτης, όμως, δεν είναι εκεί μόνο για να εφαρμόζει τη δική του ιδεολογία αγνοώντας την πραγματικότητα, ούτε είναι εκεί για να είναι αρεστός στο «δήμο», αλλά, όπως μας θυμίζει έξοχα ο Μακιαβέλι, για να λαμβάνει τις αναπόφευκτα σκληρές αποφάσεις όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Ο κυβερνήτης πρέπει να πασχίζει να είναι χρήσιμος στο «δήμο», όχι αρεστός. Σε μια δημοκρατία, βέβαια, αυτό δεν είναι εύκολο, αφού η δημοφιλία κερδίζεται όχι τόσο με το να είσαι χρήσιμος (αυτή η ιδιότητα είναι μια υπόσχεση που το εκλογικό σώμα δεν γνωρίζει όταν ψηφίζει) αλλά με το να είσαι αρεστός (αυτή η ιδιότητα πιστοποιείται στο παρόν). Το κυβερνάν είναι μια εξόχως δύσκολη υπόθεση, αφού ο κυβερνήτης δεν καλείται να επιλέξει μόνο μεταξύ του «σωστού» και του «λάθους», αλλά, συχνά μεταξύ δύο «σωστών» ή δύο «λαθών». Έχει τα κότσια; Διαθέτει το απαιτούμενο ηθικο-πολιτικό ανάστημα; Η μήπως κλωτσάει το τενεκεδάκι παρακάτω, για το βρουν οι διάδοχοί του;

- Έχουμε επίσης νοοτροπίες που ενθαρρύνουν την πόλωση. Ακόμα μιλάμε για σχήματα του ’60. Για εθνικόφρονες και αριστερούς.

- Αυτές είναι αφελείς και απλοϊκές σχηματοποιήσεις, οι οποίες μας εμποδίζουν να δούμε τη συνθετότητα των προβλημάτων. Αυτό μπορούμε να το δούμε και σε εθνικό επίπεδο. Σε κοινωνίες όπου υπάρχουν θέματα μειονοτήτων πρέπει να μπορείς να διευρύνεις του θεσμούς ώστε οι πολίτες, ανεξάρτητα από την εθνοτική τους καταγωγή, τη θρησκεία τους, ή οτιδήποτε άλλο, να νιώθουν ότι ανήκουν σε μία ευρύτερη πολιτεία. Αυτή την ευρύτερη πολιτεία η Κυπριακή Δημοκρατία δεν κατάφερε ψυχικά να τη θεμελιώσει.

- Τι δεν κάναμε σωστά;

- Πρέπει να κατανοήσουμε την εμπειρία του Άλλου. Εδώ χρειάζονται υπερβατικές συμπεριφορές τύπου Μαντέλα. Η ηθικοπολιτική ευφυΐα του Μαντέλα ποια ήτανε; Ότι π.χ. η «Επιτροπή για την Αλήθεια και τη Συμφιλίωση» που θέσπισε, συστήθηκε στη βάση μιας απλής αρχής: πρέπει να μιλήσουμε για τα εγκλήματα, όλα τα εγκλήματα, που διαπράχθηκαν στο καθεστώς του απαρτχάϊντ. Όσοι τα διέπραξαν, ανεξαρτήτως φυλής, πρέπει να τα ομολογήσουν, να ζητήσουν συγχώρεση, και θα τους δοθεί αμνηστία. Η νέα Νότια Αφρική δεν θα θεμελιωθεί στη βουβή λήθη αλλά στην ζωογόνα α-λήθεια. Ήταν ένα υπέροχο μάθημα εμπνευσμένης πολιτικής ηγεσίας.

- Πιστεύετε ότι απαιτείται να γίνει μια τέτοια επιτροπή και στην Κύπρο; Θα βοηθήσει στη λύση του Κυπριακού;

- Εγώ θα περίμενα να είναι ένα από τα σημαντικά θέματα συζήτησης. Το Κυπριακό δεν είναι απλώς μια άσκηση θεσμικής μηχανικής. Χρειάζονται και συμβολικού τύπου παιδαγωγικές συμπεριφορές. Αν τα βιώματά της κάθε πλευράς, οι αδικίες που αισθάνεται ότι υπέστη, δεν καταστούν αντικείμενο δημοσίου διαλόγου, το παρελθόν θα συνεχίσει να μας δυναστεύει. Οι κακοί δαίμονες δεν φεύγουν με ξόρκια, αλλά με ανοιχτή συζήτηση (συν-αναζήτηση).

Στη Νότιο Αφρική 20000 περίπου άνθρωποι κατέθεσαν αίτηση για αμνήστευση κι ομολόγησαν εγκλήματα. Ήταν μια εξουθενωτική συναισθηματικά διαδικασία, αλλά, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Τούτου, ο οποίος προήδρευε της Επιτροπής, ήταν μία «καθαρτική εμπειρία». Ο Τούτου δεν λειτούργησε ως Αρχιεπίσκοπος των μαύρων αλλά όλων των Νοτιοαφρικανικών. Προέταξε τη χριστιανική του ιδιότητα (το «αγαπάτε αλλήλους»), όχι τη φυλετική. Δεν είμαι βέβαιος ότι ο δικός μας θρησκευτικός ηγέτης λειτουργεί, ή θα ήθελε να λειτουργήσει, με αντίστοιχο «θεραπευτικό» τρόπο. Καμία διαιρεμένη κοινωνία δεν πρόκειται να ενωθεί και να λειτουργήσει ως κοινωνία (ως μετοχή, δηλαδή, σε έναν κοινό λόγο) αν δεν υπάρχει ένα ελάχιστο ψυχικής συνένωσης των μελών της - ένα κοινό αίσθημα του συνανήκειν.

Χρειαζόμαστε σύνθετους ηγέτες: που ενώ θα εκφράζουν και θα υπερασπίζουν τα συμφέροντα της δικής τους πλευράς, θα κατανοούν την οπτική γωνία του Άλλου• ενώ θα αποτελούν έκφραση της υφιστάμενης διαίρεσης, θα πασχίζουν, συγχρόνως, να την υπερβούν• θα συνιστούν και κατάφαση (της υπάρχουσας διαίρεσης) και άρνηση (της διαίρεσης) συγχρόνως. Αν υπάρχουν πολιτικοί ηγέτες στην Κύπρο που να κατανοούν αυτή την ανάγκη, έχουν πολλά να διδαχθούν από τον Νέλσον Μαντέλα, τον Μαρτιν Λούθηρ Κίνγκ και, φυσικά, τον Γκάντι.

- Πώς μπορούμε να νικήσουμε αυτό το καθεστώς και να παράξουμε ηγέτες;

- Δεν το ξέρω. Αυτές οι διαδικασίες είναι υπόγειες και, ουσιαστικά, στοχαστικές-απρόβλεπτες. Μπορούμε όμως να δημιουργήσουμε το «οικοσύστημα», το περιβάλλον, μέσα στο οποίο θα αναπτυχθούν τέτοιου είδους ηγέτες. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως, μεταξύ άλλων, πρέπει να είμαστε απαιτητικοί από τους ανθρώπους που ασκούν εξουσία, ή που φιλοδοξούν να ασκήσουν εξουσία. Να απαιτούμε λ.χ. από τα κόμματα να πάρουν στα σοβαρά το θέμα της ηθικής στην πολιτική, κάτι που συνηθίζουν να απωθούν. Το πολιτικό χρήμα π.χ. στην Κύπρο ξέρουμε πώς διακινείται. Οι συστάσεις Greco για το πολιτικό χρήμα δεν λαμβάνονται σοβαρά από τα κόμματα. Πρέπει να πιέσουμε τα κόμματα να αναδεικνύουν στελέχη, τα οποία έχουν αποδεδειγμένη προσφορά και εγνωσμένο ήθος, δεν είναι απλώς σταδιοδρομιστές και θεσιθήρες. Είναι ενοχλητικό να βλέπεις ότι ο κ. Μάρκος Κυπριανού, πρώην Υπουργός Εξωτερικών, διεκδικεί ανώτατο αξίωμα στο ΔΗΚΟ, όταν επισήμως του αποδόθηκαν τεράστιες θεσμικές και προσωπικές ευθύνες για το ατύχημα στο Μαρί. Είναι επίσης ενοχλητικό που το ΑΚΕΛ υπερασπίζεται υψηλόβαθμα πολιτικά στελέχη του κατηγορούμενα για διαφθορά, αντί να πάρει αποστάσεις από αυτά και να αφήσει τη Δικαιοσύνη να κάνει ανεπηρέαστη τη δουλειά της. Σε μία ορθολογική πολιτική κουλτούρα άνθρωποι με ψεγάδια στη δημόσιο βίο τους παραμερίζονται από την πολιτική σκηνή. Ιδιωτεύουν.

- Χρειάζεται πίεση εκ μέρους της κοινωνίας.

- Αναμφίβολα. Συγχωρέστε μου την προσωπική αναφορά, αλλά αυτό το μήνυμα ήθελα να μεταφέρω, στο μέτρο των ελάχιστων δυνατοτήτων μου, με τη δημόσια αντίδρασή μου, τον Γενάρη 2012, στον τότε Πρόεδρο Χριστόφια για τη στάση που κράτησε απέναντι στο επίσημο πόρισμα, που του καταλόγιζε βαρύτατες προσωπικές και θεσμικές ευθύνες για την έκρηξη στο Μαρί: η κοινωνία είναι εδώ, παρακολουθεί, αντιδρά, και ζητά από τους ηγέτες το «λόγον διδόναι». Στην περίπτωση Χριστόφια έχουμε την αρνητική όψη της παιδαγωγικής λειτουργίας του ηγέτη. Με την άρνησή του να αποδεχτεί τις ευθύνες που του αποδόθηκαν με τον πιο επίσημο τρόπο απ’ την Επιτροπή που ο ίδιος διόρισε (τις οποίες ευθύνες είχε ρητά ομολογήσει ότι θα αναδεχόταν εάν του αποδίδονταν), ο κ. Χριστόφιας έκανε ένα μάθημα ανευθυνότητας στην κοινωνία. Πρόκειται για μια διαβρωτική των θεσμών παιδαγωγική λειτουργία, η οποία συμβολίζει την αποστροφή στο πνεύμα του κράτος δικαίου και προκρίνει την ιδιοτέλεια ως κύριο στοιχείο πολιτικής συμπεριφοράς. Αντιλαμβάνεστε ότι, αν γενικευθούν, η αποστροφή στο κράτος δικαίου και η ιδιοτέλεια δυναμιτίζουν τα θεμέλια της κοινωνικής συμβίωσης. Φυσικά, δείχνει το ήθος τους ανδρός, ότι ο κ. Χριστόφιας, ως πρώην Πρόεδρος τώρα, επέδειξε την ίδια απαξίωση στην Επιτροπή για την Οικονομία, αρνούμενος να καταθέσει! Τέτοιους ηγέτες πρέπει να τους καθιστούμε υπόλογους για την συμπεριφορά τους. Σε μια ορθολογική πολιτική κουλτούρα, τέτοιοι ηγέτες εισπράττουν την κοινωνική απαξίωση.

- Από την άλλη πόσες φορές να λες τα ίδια και τα ίδια; Είναι κουραστικό.

- Την απάντηση μας την δίνουν άνθρωποι σαν τον Βάτσλαβ Χάβελ και τον Νέλσον Μαντέλα. Στα απομνημονεύματά του ο Μαντέλα λέει πως πρέπει να περάσουμε από την κοιλάδα του θανάτου για να φτάσουμε στην κορυφή του βουνού. Αυτός το εννοούσε κυριολεκτικά. Εμείς έχουμε την πολυτέλεια να μιλάμε για «την κοιλάδα του θανάτου» μεταφορικά: την απογοήτευση , την παραίτηση, την τάση να κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτό. Να υπερβούμε την παραίτηση, ελπίζοντας και πιέζοντας ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν. Τίποτε αξιόλογο δεν είναι εύκολο. Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ.

(*) Ελαφρά συντομευμένη εκδοχή της συνέντευξης αυτής δημοσιεύτηκε στην Κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης», στις 29 Δεκεμβρίου 2013.