Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Η κεντροαριστερά δεν απέτυχε, χρεοκόπησε!


Δεν χρειάζεται να είσαι ψυχολόγος για να κάνεις αυτό που υποδεικνύει η κοινή λογική: για να αντιμετωπίσεις ένα πρόβλημά σου πρέπει να δεχθείς πρώτα ότι υπάρχει! Ακούγεται εύκολο αλλά δεν είναι. Χρειάζεται κουράγιο και αυθεντικότητα – δύο δυσεύρετες ηθικές ποιότητες.

Αυτό που μας αποτρέπει να αντικρύσουμε κατάματα τα προβλήματά μας είναι αυτό που ο αείμνηστος ψυχολόγος Κρις Αργύρης ονόμαζε «επιδέξια άγνοια» (“skilled ignorance”) - η καλλιεργημένη προδιάθεση να προσπερνούμε τα προβλήματά μας. Η άγνοια δεν προκύπτει εξαιτίας της μη γνώσης διαθέσιμων πληροφοριών, αλλά ως αποτέλεσμα συνηθειών (άρα: δεξιοτήτων), οι οποίες καλλιεργούνται με τρόπο ώστε το άτομο ή η ομάδα να αποφύγουν να βιώσουν τη δυσφορία, ενίοτε έως και υπαρξιακή δυσανεξία, που επιφέρει η παραδοχή του προβλήματος. Η απώθηση και η αυταπάτη είναι οι κύριοι μηχανισμοί παραγωγής της «επιδέξιας άγνοιας».

Η περίπτωση της κίνησης των «58» για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς είναι χαρακτηριστική. Η αγωνία τους είναι προφανής και κατανοητή: αυτό που παραδοσιακά αποκαλείται προοδευτική παράταξη στην Ελλάδα βρίσκεται στα όρια της εξαφάνισης. Η υπαρξιακή αγωνία, όμως, που παράγεται από αυτό το καταστροφικό γεγονός, αντί να κινητοποιήσει τους εμπλεκόμενους σε έναν ρηξικέλευθο αναστοχασμό, τους ωθεί σε έναν άνευρο, «εντός πλαισίου», πολιτικό ακτιβισμό.

Ποιο είναι το μείζον πρόβλημα της κεντροαριστεράς σήμερα; Η ηθικοπολιτική της χρεοκοπία. Η κεντροαριστερά δεν απέτυχε, χρεοκόπησε! Όποιος δεν το βλέπει, αυταπατάται. Το κόμμα εξουσίας που μέχρι πριν τέσσερα χρόνια αποτέλεσε τον κύριο κορμό της μεταπολιτευτικής κεντροαριστεράς είναι το κόμμα που, στη λαϊκή συνείδηση, ταυτίστηκε με τη απίστευτη διαφθορά, τη χυδαία κομματικοποίηση του κράτους, τον άθλιο πελατειασμό-συντεχνιασμό, τον αυτοαναφορικό κυβερνητισμό, και τον εξουσιομανή καιροσκοπισμό. Δεν ήταν βέβαια οι πρώτοι διδάξαντες, αλλά η μίμηση δεν μειώνει την ενοχή! Το γεγονός παραμένει ότι αυτοί που επαγγέλθηκαν την Αλλαγή, τα τελευταία σαράντα χρόνια, εν πολλοίς διαιώνισαν και εκλέπτυναν τις «βαθιές δομές» της ελλαδικής υπανάπτυξης.

Το κόμμα της παπανδρεϊκής δυναστείας ουδέποτε ήταν σοσιαλδημοκρατικό. Πρόκειται για μια βαλκανικού τύπου οικογενειακή επιχείρηση, εμπορευόμενη τον κρατοκεντρικό εθνολαϊκισμό, περιστρεφόμενη γύρω από τον ιδρυτή της και το μύθο του, επικεντρωμένη (όπως αυτός) στη νομή και την απόλαυση της εξουσίας. Είναι αλήθεια ότι, κάποτε, το κόμμα αυτό εξέφρασε τους πικρούς καημούς, τα θολά όνειρα, και τις αγωνιώδεις προσδοκίες αλλαγής τριών γενεών. Δεν τα μεταποίησε, όμως, σε κάτι θεσμικά ευγενέστερο. Τα προσάρμοσε στο ανάστημά του.

Πώς αντιμετωπίζεται η ηθικοπολιτική χρεοκοπία; Κατ’ αρχάς με την παραδοχή της. Δεύτερον, με τον ρηξικέλευθο αναστοχασμό. Και, τρίτον, με τον παραμερισμό όλων όσων ταυτίστηκαν με την ιστορία του ηθικοπολιτικά χρεοκοπημένου φορέα. Μόνο στην Ελλάδα δεν συνειδητοποιείται αυτό που είναι γνωστό σε όλες τις ώριμες δημοκρατίες: νέα πολιτική εκφράζεται από νέα, άφθαρτα, ριζοσπαστικώς σκεπτόμενα πρόσωπα.

Να περιμένεις από τον χειμαζόμενο προοδευτικό πολίτη να συστρατευθεί με μια διακήρυξη που συνυπογράφει ο κ. Αυγερινός, η κ. Δρέτα, ή ο κ. Βούγιας, και υποστηρίζει ο κ. Βενιζέλος, είναι τόσο ρεαλιστικό όσο να περιμένεις τον κ. Λιάπη να μεταμορφωθεί σε έντιμο statesman! Να καλείς τους προοδευτικούς πολίτες να προσέλθουν σε μια εκδήλωση για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς, στην οποία έχεις δημιουργήσει χώρο να συμμετέχουν στελέχη της νομενκλατούρας όπως ο κ. Αγγελούδης («πράσινο» κομματικό στέλεχος που, χάρη στο κομματικό κράτος, «διοικεί» τον ΟΛΘ), δείχνει ότι δεν έχεις καταλάβει τίποτε για την ηθικοπολιτική χρεοκοπία σου και πώς αυτή συνεισέφερε στην εθνική χρεοκοπία.

Η κεντροαριστερά, με τέτοιους όρους, δεν πρόκειται να ανασυσταθεί. Θα ανακυκλώνει την εσωστρέφειά της και θα εντείνεται η αποσύνθεσή της. Ετσι κι αλλιώς, τώρα, πλέον, είναι αργά, ό,τι και να κάνει. Η εκρηκτική πόλωση μεταξύ της αμετανόητα παλαιοκομματικής Δεξιάς και της χοντροκομμένα ιδεοληπτικής Αριστεράς, αντανάκλαση του πολιτικού πρωτογονισμού στον οποίο έχει περιέλθει η χώρα στην εποχή της χρεοκοπίας, δεν επιτρέπει δημιουργικές αποχρώσεις ή ευφάνταστες συνθέσεις. Θα πιούμε το πικρό ποτήρι μέχρι τέλους. Μετά την καταστροφή, ίσως ξαναπιάσουμε τη συζήτηση για το πολιτικό σύστημα συνολικά, με νέους όρους. Ίσως…

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Ο βαρόνος Μινχάουζεν και η Κεντροαριστερά


Είναι γνωστές οι ιστορίες του φαντασιόπληκτου βαρόνου Μινχάουζεν. Σε μια από αυτές διηγείται πως βρέθηκε με το άλογό του σε ένα βάλτο. Κάθε κίνησή του να βγει, τον ακινητοποιούσε όλο και περισσότερο. Τότε, λέει με καμάρι, έπιασε τα μαλλιά του, τα τράβηξε προς τα πάνω και, ω του θαύματος, σήκωσε τον εαυτό του (και το άλογο) από το βάλτο!

Η δυσάρεστη θέση, όπως και η φαντασίωση, του βαρόνου Μινχάουζεν δεν μας είναι ξένες. Η κλασική περίπτωση είναι το αδιέξοδο που προκύπτει στις ανθρώπινες σχέσεις (π.χ. σε ένα ζευγάρι ή μεταξύ προϊσταμένου-υφισταμένων) όταν έχει διαταραχθεί σοβαρά η εμπιστοσύνη. Κάθε προσπάθεια για επικοινωνία όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα αλλά το επιτείνει, αφού το πλαίσιο της επικοινωνίας (π.χ. καχυποψία) προσδιορίζει πως ερμηνεύεται το περιεχόμενό της. Αυτό συμβαίνει διότι, στην επικοινωνία, κάθε ρήση έχει διττή υπόσταση: αφενός λέει κάτι σχετικά με ένα συγκεκριμένο θέμα (το περιεχόμενο), αφετέρου λέει κάτι για τον εαυτό της (μετα-επικοινωνία) – πώς, δηλαδή, να την εκλάβει ο συνομιλητής. Η προτροπή π.χ. «μην αργήσεις απόψε» μπορεί να υποδηλώνει έγνοια, υπερπροστατευτισμό, ή διάθεση ελέγχου. Το πώς θα την εκλάβει ο συνομιλητής εξαρτάται από το μετα-επικοινωνιακό πλαίσιο.

Αν δεν αντιμετωπίσατε ποτέ τέτοια προβλήματα, είστε τυχερoί! Μακάρι να μπορούσαν να πουν το ίδιο όσοι δικαιολογημένα αγωνιούν για την Κεντροαριστερά. Η εκλογική και δημοσκοπική κατάρρευση του κύριου φορέα της, του ΠΑΣΟΚ, την έχει οδηγήσει σε βάλτο. Το καλό είναι ότι αυτό έχει γίνει αντιληπτό - εξού και η κίνηση των «58». Το κακό είναι ότι δεν συνειδητοποιούνται επαρκώς οι προϋποθέσεις εξόδου από το βάλτο. Οι «58» πιάνονται από τα μαλλιά τους, ελπίζοντας στην τύχη του βαρόνου Μινχάουζεν!

Δείτε, π.χ., τις δηλώσεις ενός από τους πλέον σοβαρούς κεντροαριστερούς πολιτικούς, του κ. Γιαννίτση. Σε ομιλία του σε εκδήλωση των «58» στη Θεσσαλονίκη, είπε: «έπειτα από πέντε χρόνια, εμείς πρέπει να επαναλάβουμε τη φράση «Μέχρι εδώ, το παιχνίδι τελείωσε». Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας με το παρελθόν μας […]». Με άλλα λόγια: «να αλλάξουμε, αναστοχαζόμενοι το παρελθόν μας». Ποιος θα διαφωνήσει;

Του διέφυγε, όμως, το κρισιμότερο: το μετα-επικοινωνιακό πλαίσιο – πώς, δηλαδή, θα εκλάβουν οι πολίτες την προτροπή του. Το περιεχόμενο της προτροπής «να αναστοχαστούμε το παρελθόν μας» θα κινητοποιήσει, μόνο αν συνοδευτεί με το κατάλληλο μετα-επικοινωνιακό πλαίσιο – αν, δηλαδή, την προτροπή υλοποιήσουν αυτοί που την εκφέρουν! Πολύ απλά: θα αλλάξω, αν δω ότι αλλάζεις.

Δεν είναι βέβαιο, όμως, ότι η κίνηση των «58» επιδιώκει να ξεκαθαρίσει ουσιαστικά τους λογαριασμούς με το παρελθόν της Κεντροαριστεράς. Η έκκλησή της μοιάζει με την προτροπή του πατέρα στο γιο: «να κάνεις ό,τι λέω, όχι ό,τι κάνω». Το μετα-επικοινωνιακό πλαίσιο των «58» αναπαράγει πρακτικά τη μη αλλαγή (αφού δεν αναστοχάζεται εμπράκτως τα λάθη της Κεντροαριστεράς), ενώ συγχρόνως καλεί τους άλλους να αλλάξουν!

Θέλετε ένα παράδειγμα; Τη σημαντικότερη τομή στο ασφαλιστικό, που επιχείρησε ο ίδιος ο κ. Γιαννίτσης ως υπουργός Ασφαλίσεων το 2001, την πολέμησε λυσσαλέα το ίδιο του το κόμμα. Δεν πρέπει συζητηθεί αυτό; Αν όμως αρχίσει η συζήτηση, τότε θα έρθει στην επιφάνεια η στάση των σημαντικότερων στελεχών του ΠΑΣΟΚ τότε, ιδιαίτερα του κ. Βενιζέλου. Το κουτί της Πανδώρας θα ανοίξει… Αντιστοίχως: δεν θα πρέπει να συζητηθούν η λαϊκιστική προεκλογική εκστρατεία του ΠΑΣΟΚ το 2009 και η μετέπειτα κακή διαχείριση της χρεοκοπίας από έναν τραγικά ανεπαρκή ηγέτη, ο οποίος, λόγω οικογενειακής παράδοσης, εξελέγη στην ηγεσία του κόμματος; Επίσης: δεν θα πρέπει να συζητηθεί η άθλια κομματική άλωση του κράτους ακόμη και τώρα, σε συνθήκες χρεοκοπίας; Το κουτί της Πανδώρας δεν θα κλείσει εύκολα…Οπότε, καλύτερα να μην ανοίξει καθόλου! Δείτε το παράδοξο: αναστοχάσου/μην αναστοχάζεσαι το παρελθόν σου. Αδιέξοδο.

Όποιος θέλει να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν του, δεν το διακηρύσσει - το κάνει. Αναστοχάζεται τους δαίμονές του, απαλλάσσεται από τα βαρίδια του, διακινδυνεύει. Και τότε μόνο μπορεί να ελπίζει ότι θα πείσει.

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Ο Νέλσον Μαντέλα και η τέχνη της πολιτικής ηγεσίας


Ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς ηγέτες του 20ου αιώνα, ο Νέλσον Μαντέλα, πρόσφατα απεβίωσε. Οι εκδηλώσεις παγκόσμιου πένθους και συγκίνησης που ακολούθησαν το θάνατό του δείχνουν την οικουμενική ακτινοβολία του και το τεράστιο ηθικό κύρος που εξέπεμπε ως ηγέτης. Δεν πρόκειται μόνο για τον αγωνιστή που αφοσίωσε τη ζωή του στον αγώνα κατά του απαρτχάϊντ στη Νότια Αφρική – τις διώξεις που υπέστη, τα 27 χρόνια φυλάκισης που εξέτισε σε απάνθρωπες συχνά συνθήκες, την απλή ανθρώπινη ζωή που δεν χάρηκε – αλλά και για τον σοφό κυβερνήτη που, υπερβαίνοντας το διάχυτο μίσος του καταπιεζόμενου έναντι του καταπιεστή, θεμελίωσε τη συμφιλίωση ως απαραίτητη προϋπόθεση καλής λειτουργίας του κράτους δικαίου στη χώρα του.

Η ζωή του Μαντέλα ήταν η ενσάρκωση των ιδανικών του – δεν κήρυττε απλώς την υπέρβαση του μίσους, την έδειχνε με την ηγετική συμπεριφορά του. Έφερε στο προσκήνιο τις αλληλένδετες έννοιες της «συγχώρεσης» και της «μετάνοιας» ως ηθικές προϋποθέσεις υπέρβασης της καταστροφικής πολιτικής σύγκρουσης, στην οποία συχνά τείνουν χώρες που γνώρισαν ακραία καταπιεστικά καθεστώτα, εμφυλίους πολέμους ή βίαιες εσωτερικές διαμάχες. «Ο Θεός ήταν πολύ καλός με τη Νότιο Αφρική», δήλωσε ο Αρχιεπίσκοπος της Νότιας Αφρικής Ντέσμοντ Τούτου, «καθώς μας έδωσε έναν τέτοιο πρόεδρο σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας μας». Τυχερή ήταν όλη η ανθρωπότητα να έχει ως σημείο αναφοράς έναν ηγέτη του αναστήματος του Μαντέλα. Μας θύμισε πώς μπορεί να υπάρξει ένας πολιτικός ηγέτης που δεν ακολουθεί την πεπατημένη, που εμπνέει με το παράδειγμά του ακόμη και τους εχθρούς του, που αίρεται πάνω από μια εδραιωμένη σύγκρουση, μετασχηματίζοντας τόσο τη φύση της όσο και τις συνειδήσεις των εμπλεκομένων.

Για να αλλάξει τη Νότιο Αφρική, ο Νέλσον Μαντέλα έπρεπε να απαλλάξει τη χώρα όχι μόνο από τους λευκούς δυνάστες της αλλά, ακόμα πιο σημαντικό, από τη νοοτροπία της δυνάστευσης. Γνώριζε καλά ότι, καθήκον του δεν ήταν μόνο να οδηγήσει το λαό του στη νίκη κατά του ρατσιστικού καθεστώτος, αλλά, με το τεράστιο ηθικό κύρος του, να αποτρέψει τη μαύρη πλειοψηφία από την πιθανή παγίδευσή της στο φαύλο κύκλο της εκδίκησης. Η νέα Νότιος Αφρική δεν θα ήταν απλώς μια χώρα με διαφορετική κυβέρνηση, αλλά μια χώρα με νέα ηθική υποδομή. Για να συμβεί αυτό, τα χθεσινά θύματα έπρεπε να προστατευθούν από τους δαίμονές τους, να μετατραπούν δηλαδή με τη σειρά τους σε νέους θύτες. Ο θριαμβευτής του Αγώνα δεν απολυτοποιεί ιδεοληπτικά τη δική του πλευρά, γνωρίζει τα αδύνατα σημεία της, και καθοδηγεί με επιδεξιότητα και σοφία το λαό του. Η ηγεσία είναι πρωτίστως η ευθύνη να υπηρετείς. «Έφυγε ένας γίγαντας που ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους», είπε εύστοχα ο Ινδός πρωθυπουργός Μανμοχάν Σίνγκ.

Η μεγαλύτερη τιμή για ηγέτες-σύμβολα δεν είναι η τυποποιημένη αγιογραφική αναφορά αλλά η ζωντανή στοχαστική ανάλυση. Η φλόγα της μνήμης συντηρείται όσο εμβαθύνουμε στην ηγετική παρακαταθήκη. Μαθαίνουμε από το παράδειγμα εμπνευσμένων ηγετών ανατέμνοντας στοχαστικά τη ζωή τους, εξετάζοντας τις επιλογές τους, κρίνοντας την κρίση τους. Υποδειγματικοί ηγέτες μας θυμίζουν πως μπορεί να ασκηθεί διαφορετικά η πολιτική ηγεσία, πώς εμπνέει ένας πολιτικός ηγέτης το λαό του, πώς ασκεί συνετά την εξουσία του, πώς προτάσσει το εθνικό συμφέρον έναντι επιμέρους συμφερόντων, πώς υπερβαίνονται οι φαύλοι κύκλοι στους οποίους συχνά περιέρχονται χώρες με ασταθείς ή εύθραυστους θεσμούς.

Αν η πολιτική είναι, όπως την χαρακτήριζε ο Αριστοτέλης, η «κυριωτάτη και μάλιστα αρχιτεκτονική των τεχνών και δυνάμεων», οι υποδειγματικοί πολιτικοί ηγέτες είναι οι μάστορές της. Στην εκδήλωση του Πανεπιστημίου Κύπρου για τον Νέλσον Μαντέλα, δεν θέλουμε μόνο να τιμήσουμε έναν οικουμενικό ηγέτη-σύμβολο αλλά, συγχρόνως, επιδιώκουμε: να εμβαθύνουμε στην τέχνη της πολιτικής ηγεσίας, όπως την άσκησε ο Μαντέλα• να αναλύσουμε το ρόλο του πολιτικού ηγέτη σε κρίσιμες στιγμές• και να στοχαστούμε στους τρόπους με τους οποίους ένας πολιτικός ηγέτης μπορεί να καταστεί σύμβολο έμπνευσης, αγώνα, και συνετής διακυβέρνησης.

Η εκδήλωση θα λάβει χώρα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013, στις 18:00, στο Κέντρο Κοινωνικών Δραστηριοτήτων, αίθουσα 010, κτίριο 7, Πανεπιστημιούπολη (Λεωφ. Πανεπιστημίου 1).

Ομιλητές θα είναι:

- Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας, Καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στην Έδρα Columbia Ship Management, ο οποίος θα αναπτύξει το θέμα «Εμπνευσμένη ηγεσία σε δύσκολους καιρούς: Ο Νέλσον Μαντέλα ως ενάρετος ηγέτης», και

- Ο κ. Κώστας Κωνσταντίνου, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, ο οποίος θα μιλήσει με θέμα «Ο Νέλσον Μαντέλα και ο μύθος της πολιτικής ηγεσίας».

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Κεντροαριστερά: Η αυτογνωσία κοστίζει…


Αν και απαιτητικό, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να γράψεις ένα καλό πολιτικό κείμενο. Αρκεί η γλώσσα σου να είναι αρκούντως ελκυστική και διαφωτιστικά αναλυτική. Είναι όμως εξόχως δύσκολο να γράψεις ένα καλό πολιτικό κείμενο που να εμπνέει. Οι απαιτήσεις εδώ ανεβαίνουν: δεν αρκεί η αναλυτική σου ικανότητα, χρειάζεται η γλώσσα σου να έχει δραστικότητα - να συν-κινεί.

Για είναι πιο δύσκολο ένα τέτοιο εγχείρημα; Διότι η γλώσσα δεν περιγράφει ούτε αναλύει μόνο τον κόσμο, αλλά εν μέρει τον συγκροτεί – παράγει αποτελέσματα. Μια έκκληση ή μια διακήρυξη δεν αποσκοπεί μόνο να πείσει αλλά, κυρίως, να κινητοποιήσει. Το πετυχαίνει μόνο στο μέτρο που συντονίζεται με την κοινή εμπειρία, αρθρώνει αυτό που πολλοί αισθανόμαστε αλλά δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε, και, συγχρόνως, μορφοποιεί τα κοινά αισθήματά μας, παράγοντας καινούρια γεγονότα. Δεν είναι εύκολο.

Η Έκκληση των 58 προσωπικοτήτων για την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς είναι ένα καλό αλλά ξέπνοο πολιτικό κείμενο. Προτείνει αλλά δεν συγκινεί, διατυπώνει αλλά δεν συμβολίζει, αναλύει αλλά δεν εμπνέει. Λέει αρκετά σωστά, πλην τετριμμένα, πράγματα για το ρόλο του κράτους, το νέο παραγωγικό μοντέλο που χρειάζεται η χώρα, την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων, τη σταθερή προσήλωση στην ενωμένη Ευρώπη. Όλα τούτα είναι, πλέον, ανώδυνες γενικότητες. Δεν ερεθίζουν γιατί δεν απηχούν την κοινή εμπειρία – την εμπειρία της οικονομικής καταστροφής και της καθοριστικής ευθύνης της υπαρκτής Κεντροαριστεράς στην παραγωγή της και τη διαχείρισή της. Οι αποσιωπήσεις είναι περισσότερο ηχηρές από τις διατυπώσεις.

Πρώτον, η κριτική στο πολιτικό σύστημα είναι έμμεση, όχι ευθύβολη, μαχητική, και κεντρική. Η χώρα χρεοκόπησε διότι την ιστορική της παθογένεια (πελατειακό κράτος, ισχνοί θεσμοί, λαϊκισμός, πόλωση) όχι μόνο δεν θεράπευσε η για τρεις δεκαετίες κυβερνητική Κεντροαριστερά (αυτή στην οποία κυρίως απευθύνεται το κείμενο) αλλά, αντίθετα, εν πολλοίς, την ανέχθηκε και την προήγαγε. Τον θυμό του πολίτη οι συντάκτες της Έκκλησης τον περιγράφουν σαν ανταποκριτές ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων, δεν τον κατανοούν σε βάθος, γι αυτό και αδυνατούν να τον εκφράσουν.

Δεύτερον, η Έκκληση σωστά ζητά μια «νέα εθνική αυτογνωσία», μόνο που, όπως οι πολιτικάντηδες, δεν την πραγματώνει η ίδια, μιλά απλώς γι αυτή. Η Διακήρυξη θα συνεισέφερε στην εθνική αυτογνωσία αν καταδείκνυε ρητά τις νοοτροπίες, τις πρακτικές, και τους πρωταγωνιστές της φαυλότητας, της οικογενειοκρατίας, της απαξίωσης των θεσμών, του πελατειακού κρατισμού, του λαϊκισμού, και της ηγετικής ανεπάρκειας στον δικό της χώρο. Μόνο όποιος μπορεί γενναία να ξαναδεί κριτικά την παράδοσή του και αυτούς που την ενσάρκωσαν, μπορεί να σκεφτεί διαφορετικά και να πείσει για την ειλικρίνειά του. Η αυτογνωσία κοστίζει.

Τρίτον, η Έκκληση ζητά, ουσιαστικά, τη συγκόλληση των υπαρχόντων κομμάτων της Κεντροαριστεράς σε ένα ευρύτερο σχήμα. Οι συντάκτες της μιλάνε, βεβαίως, για την ανάγκη της «αυτοκριτικής», αλλά απλώς μιλάνε γι αυτή, δεν την πραγματώνουν. Θεωρούν ότι ο οργανωτικός κερματισμός της παράταξης είναι το μείζον πρόβλημα, ενώ αυτό είναι η ηθικοπολιτική της χρεοκοπία. Δεν αντιλαμβάνονται ότι, για να μην είναι η επανίδρυση της Κεντροαριστεράς απλή αλλαγή περιτυλίγματος, πρέπει να συνοδεύεται με την αυτο-διάλυση των συναφών κομματικών σχηματισμών και τον παραμερισμό των περισσότερων ιστορικών στελεχών τους. Νέα πολιτικά γεγονότα δημιουργούνται μέσα από γενναίες πράξεις διακινδύνευσης (σαν την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ το 1974).

Φανταστείτε αν το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ αυτοδιαλύονταν (αν έκαναν δηλαδή αυτό που η Έκκληση ζητά να μην κάνουν!) και οι ηγετικές τους ομάδες παραιτούνταν και έκαναν πίσω, καλώντας συγχρόνως τους πολίτες να πλαισιώσουν το νέο εγχείρημα. Αυτή, ναι, θα ήταν μια ύψιστη πράξη αυτογνωσίας κι ένα συγκλονιστικά καινοτόμο πολιτικό γεγονός. Το παλιό θα παραμέριζε ενσυνείδητα για να κάνει χώρο στο καινούριο. Κάτι τέτοιο, όμως, θα απαιτούσε υψηλή αυτοσυνειδησία, αυτοπεριορισμό, υπαγωγή ηγετικών φιλοδοξιών στον κοινό σκοπό, θυσιαστική ανιδιοτέλεια - συμπεριφορές που, ας το πω ευγενικά, δεν καλλιεργήθηκαν επαρκώς στον Κεντροαριστερό κήπο τα τελευταία σαράντα χρόνια!

Η επανίδρυση της Κεντροαριστεράς είναι τόσο απαραίτητη όσο η βαθιά συνειδητοποίηση των ευθυνών της για το δράμα της χώρας. Μπορούμε να ελπίζουμε μόνο αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να απογοητευθεί βαθιά για τι αστοχίες μας. Όλα τα άλλα είναι άσφαιρα λόγια κομμάτων και επαγγελματιών πολιτικών που πασχίζουν για την επιβίωσή τους.

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Πόνος που χωρίζει και πόνος που ενώνει


Δείτε, ξανά, το χάλι μας: ακόμη κι όταν στα κόμματά μας δίνονται ευκαιρίες να ομονοήσουν αυτά προτιμούν τον καυγά! Δεν είναι, φυσικά, τυχαίο. Η κυρίαρχη αυτιστική πολιτική κουλτούρα παράγει πόλωση, άκρατο καιροσκοπισμό, προσπορισμό πλεονεκτήματος μέσω της ρητορικής κατασκευής του «αντιπάλου». Όχι, δεν πρόκειται για παράγωγο του φυσιολογικού πολιτικού ανταγωνισμού, αλλά για στρέβλωσή του.

Στην αυτιστική κουλτούρα οι επιδιώξεις των «παικτών» δεν υπηρετούν κοινούς σκοπούς, ούτε κρίνονται με κοινά κριτήρια αναφοράς. Ο καθένας ενεργεί ως «ιδιώτης» - προωθεί καιροσκοπικά, πολωτικά, και αμετροεπώς την κατίσχυσή του έναντι των άλλων.

Ο πολιτικός αυτισμός διακρίνεται από τρία γνωρίσματα. Πρώτον, διαστρέφει την επικοινωνία (τη μετοχή στον κοινό λόγο) κατασκευάζοντας ιδιοτελώς το δικό του γλωσσικό ιδίωμα. Δεύτερον, συνιστά ένα κλειστό σύστημα σκέψης, με αυτο-επιβεβαιωτικά κριτήρια εγκυρότητας. Και τρίτον, προσλαμβάνει την πραγματικότητα μέσα από την κατασκευή «εχθρών». Ιδού μερικά παραδείγματα.

Ένας νεαρός επιβάτης σε τρόλεϊ δεν έχει εισιτήριο, αντιδικεί με τον ελεγκτή, εξέρχεται από το όχημα υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, πέφτει και σκοτώνεται. Η μείζων αντιπολίτευση χαρακτηρίζει το τραγικό συμβάν αποτέλεσμα της απεχθούς «μνημονιακής πολιτικής» (προσέξτε το λογικό άλμα). Η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή ερμηνεύεται από τον κ. Κουτσούμπα του ΚΚΕ ως «γέννημα-θρέμμα του καπιταλισμού» (προσέξτε την αφελή αιτιοκρατία). Ο αρχηγός των ΑΝΕΛ κ. Καμμένος καλεί απερίφραστα τους πολίτες να «λυντσάρουν» έναν δήμαρχο, για να διευκρινίσει πονηρά αργότερα ότι εννοούσε «πολιτικό λυντσάρισμα»! (Προσέξτε την αυτο-εξυπηρετικά ιδιοσυγκρασιακή χρήση της γλώσσας). Το ενδιαφέρον είναι ότι ο κ. Καμμένος υπέστη, την επομένη, τα αποτελέσματα της προτροπής του: σχεδόν λυντσαρίστηκε ο ίδιος! Μετά τη δολοφονία του νεαρού μουσικού Παύλου Φύσσα από χρυσαυγίτη, ο κ. Τσίπρας επέλεξε να επικρίνει τον πρωθυπουργό για «τη θεωρία των δύο άκρων» και η βουλευτής κ. Κωνσταντοπούλου κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «υποθάλπει τοπ ναζισμό». Αναφερόμενος στο ίδιο τραγικό συμβάν, ο στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού κ. Λαζαρίδης αποδίδει ευθύνες και στον ΣΥΡΙΖΑ (!).

Προσέξτε τη διαστροφή: η δολοφονία ενός πολίτη από νεοναζί τραμπούκο, αντί να αποτελέσει μια ευκαιρία για τα κόμματα του δημοκρατικού πλαισίου να ομονοήσουν στην καταδίκη της βίας (παραδειγματίζοντας έτσι τους πολίτες ότι, παρά τις έντονες διαφορές τους, υπάρχουν θέματα που τους ενώνουν), καθίσταται μια ακόμα αφορμή πολωτικής αντιπαράθεσης! Το τραγικό περιστατικό χρησιμοποιείται για να πληγεί ο αντίπαλος, όχι για να προασπισθούν κοινές αξίες! Ο πόνος δεν ενώνει, χωρίζει.

Η πρωτόγονη η πολιτική σκέψη των ταγών μας απορρέει από την αγωνιώδη προσπάθειά τους για αυτο-επιβεβαίωση και ωμή κατίσχυση. Η γλώσσα διαστρέφεται, η λογική παραβιάζεται, επίπεδα ανάλυσης συγχέονται, η αιτιότητα κατασκευάζεται, οι αποχρώσεις χάνονται. Η εμμονική προσπάθεια για κατίσχυση παράγει ασυναρτησίες.

Δείτε τώρα τον ώριμο, τύπου Γκάντι, λόγο ενός πολίτη, φίλου του Π. Φύσσα, ο οποίος σε εκδήλωση στη μνήμη του είπε: «Ο μεγαλύτερος φασίστας είναι ο ίδιος μας ο εγωισμός. Τώρα που μιλάμε για τον Παύλο κάποιοι εκεί έξω μιλάνε για εκδίκηση. Εμεί όμως συνιστάμε ψυχραιμία. Γιατί; Διότι εμείς είμαστε ψυχικά πολύ καλύτερα. Εμείς θέλουμε ακόμα κι αυτοί που σκοτώσανε κάποιον να πάρουν αγάπη… Να τους δώσουμε κι αυτούς ελπίδα…Δεν διψάω για εκδίκηση, διψάω για φως. Αν είναι να κερδίσουμε αυτόν τον πόλεμο με δεκάδες κρεμασμένους στις πλατείες, καλύτερα να τον χάσουμε». Ο πόνος εδώ δεν χωρίζει, γίνεται έναυσμα υπέρβασης.

Συγκρίνετε αυτή την ποιότητα λόγου με την αντίστοιχη των πολιτικών μας και βγάλτε τα συμπεράσματά σας!

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ανορθολογισμός του ΠΑΣΟΚ και η αναβαλλόμενη συμβολική πατροκτονία


Τα ορθολογικά κόμματα, αυτά δηλαδή που λειτουργούν ετερο-αναφορικά, ερειδόμενα σε έλλογες καθολικές αξίες και όχι σε εμπρόσωπες ή πατρογονικές συμπεριφορές, αναστοχάζονται τις αποτυχίες τους, υιοθετούν μια ριζοσπαστικά νέα αφήγηση για τη συνολική τους πορεία και, φυσικά, επιλέγουν εκείνες τις ηγετικές ομάδες που θα αρθρώσουν τη νέα πολιτική γλώσσα και διαθέτουν το απαραίτητο ηθικοπολιτικό κύρος να εκφέρουν τη νέα αφήγηση.

Τα ανορθολογικά κόμματα, αυτά δηλαδή που λειτουργούν αυτο-αναφορικά, ερειδόμενα σε επιμεριστικές πρακτικές πελατειακού-αυτοεξυπηρετικού χαρακτήρα, προσποιούνται ότι αυτο-αναλύονται, συγκαλύπτουν επιδέξια τα σκοτεινά σημεία του παρελθόντος τους, αρθρώνουν θραυσματικό λόγο, και ανακυκλώνουν τις ηγετικές τους ομάδες. Το ένστικτο της επιβίωσης τα ωθεί, βέβαια, να μην αγνοήσουν εντελώς την αναγκαιότητα της ανανέωσης, αρκεί αυτή να μη θίγει το βαθιά εμπεδωμένο μοντέλο λειτουργίας. Κυριαρχεί η φαντασίωση ότι η επιστροφή στο παλαιό ένδοξο παρελθόν («ένα νέο 1974», Σημίτης) είναι θέμα χρόνου και προσπάθειας. Αναδιατάσσουν τα έπιπλα, προσποιούνται ότι αλλάζουν, και φαντασιώνονται το καινούριο ως μια μεταγενέστερη εκδοχή του παλαιού - όλα αυτά για να μην αλλάξουν βαθιά.

Στο πρόσφατο Συμπόσιο του ΙΣΤΑΜΕ για την επέτειο των 39ων γενεθλίων του ΠΑΣΟΚ διατυπώθηκαν ψήγματα αυτοκριτικής, αλλά μέσα σε ευρύτερα συμφραζόμενα γνώριμης αυτοδικαίωσης («ήμασταν πάντοτε η παράταξη της ευθύνης», Βενιζέλος). Η όποια αυτοεξέταση διατυπώθηκε περισσότερο ως επιμέρους παραχώρηση στο γενικότερο κλίμα απαξίωσης του κόμματος και λιγότερο ως προσπάθεια συνολικής, όσο και γενναίας, αυτοκριτικής αφήγησης. Η τελευταία θεωρείται, ανορθολογικά, «αυτομαστίγωμα» (!) και έλλειψη κομματικού πατριωτισμού!

Όλοι είπαν επιμέρους αλήθειες και όλοι απέκρυψαν τις ιδιαίτερες ευθύνες τους. Ουδείς κατέδειξε τη μεγάλη εικόνα. Αν την έδειχναν θα έπρεπε να τοποθετήσουν τον εαυτό τους στο χάρτη, άρα να προβούν σε τολμηρή αυτοκριτική. Δεν είναι εύκολο…

Ο Σημίτης επέκρινε κυρίως την παράλειψη του ΠΑΣΟΚ να δει το επερχόμενο «τσουνάμι της κρίσης» το 2008 και την εμμονή του κόμματος σε λαϊκιστική πλειοδοσία. Ο Παπανδρέου υπεράσπισε την επιλογή του να προσφύγει σε διεθνή δανεισμό το 2010. Και ο Βενιζέλος εξήγησε γιατί, ένα υπεύθυνο κόμμα, όφειλε, το 2012, να ενδιαφερθεί κυρίως για τη σωτηρία της χώρας.

Όλα τούτα είναι σωστές, επιμέρους επισημάνσεις. Αποκρύπτουν όμως τη μεγάλη εικόνα – τη βαθύτερη παθολογία του ΠΑΣΟΚ. Ποια είναι αυτή;

Πρώτον, η λαϊκιστική πλειοδοσία του 2009 («λεφτά υπάρχουν», Παπανδρέου) δεν ήταν ένα συγκυριακό φαινόμενο, απότοκο απλώς του καιροσκοπισμού ενός ανεπαρκούς ηγέτη, αλλά εγγενές παράγωγο του λαϊκισμού που συγκροτεί ιστορικά την πασοκική πολιτική κουλτούρα.

Δεύτερον, ο (εγνωσμένα ανεπαρκής) ηγέτης που χειρίστηκε τη χρεοκοπία από το 2009 μέχρι το 2011, εξελέγη αρχηγός, κυρίως γιατί ήταν ο γιός του ιδρυτή του κόμματος – ένα ανορθολογικό κριτήριο επιλογής. Τα αποτελέσματα τα είδαμε…

Τρίτον, ο κρατισμός, το πελατειακό σύστημα, η κομματική χειραγώγηση των θεσμών και η διαφθορά (συμπεριλαμβανομένου του παράνομου χρήματος από εταιρίες που συναλλάσσονταν με το δημόσιο στα κομματικά ταμεία), όλα αυτά, δηλαδή, που γονάτισαν τη χώρα, δεν παρήχθησαν μεν πρωτογενώς (καθ’ ολοκληρίαν τουλάχιστον) από το ΠΑΣΟΚ, αλλά ενθαρρύνθηκαν, τελειοποιήθηκαν και, κυρίως, απέκτησαν ιδεολογικό επίχρισμα (άρα κατέστησαν περισσότερο ανθεκτικά) από το κόμμα του «πράσινου ήλιου». Γι αυτά ουδείς από τους ηγέτες του ΠΑΣΟΚ είπε τίποτε.

Η ιερή αγελάδα του ΠΑΣΟΚ είναι, φυσικά, ο γεννήτωρ του, ο Ανδρέας Παπανδρέου – ο χαρισματικός πολιτικός που δημιούργησε μεν τη σύγχρονη κεντροαριστερά (το επίτευγμα είναι σημαντικό, δεν το παραγνωρίζω), αλλά την εμπότισε συγχρόνως με αντιθεσμικό αρχηγισμό, πολωτική αντίληψη, ιδιοκτησιακή αντίληψη των θεσμών, και ιδεολογικοποιημένο λαϊκισμό. Το ΠΑΣΟΚ θα ανανεωθεί πραγματικά στο μέτρο που θα απαλλαγεί από τις φαντασιώσεις του και, κυρίως, το πνεύμα του γενάρχη του – στο μέτρο, δηλαδή, που θα καταφέρει να διαπράξει συμβολική πατροκτονία.

Όπως συχνά συμβαίνει με τους ιδρυτές οργανισμών, ο συμβολικός θάνατος του πατέρα απελευθερώνει. Δεν επιχειρήθηκε ποτέ στο ΠΑΣΟΚ, αμφιβάλλω αν θα επιχειρηθεί τώρα. Οι κατά καιρούς ηγετικές του ομάδες είναι, εν πολλοίς, ανακυκλωμένα υλικά του παπανδρεϊκού παρελθόντος, ψυχικά ανίκανες για ένα τόσο τολμηρό εγχείρημα. Η ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς σε συνθήκες οικονομικής καταστροφής είναι ένα πολύ πιο δύσκολο εγχείρημα απ’ όσο φαντάζονται οι κομματικοί γραφειοκράτες και οι συνοδοιπόροι τους.

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

«Ταλαιπωρία» και ακρισία


Οι πράξεις μας απο-καλύπτουν τις αξίες μας και τις προτεραιότητές μας: όλες εκείνες τις αυτονόητες (και κατά τούτο άρρητες) παραδοχές με τις οποίες διεκπεραιώνεται η ζωή μας. Ο ασθενής λ.χ. θεωρεί αυτονόητο ότι θα δώσει «φακελάκι» στο γιατρό, όπως ο πελάτης της ταβέρνας έχει συνηθίσει να μην παίρνει απόδειξη όταν πληρώνει το λογαριασμό. Και οι δύο έχουν εθιστεί σε συγκεκριμένες πρακτικές (και στις αξίες που τις υποστηρίζουν). Τις ακολουθούν χωρίς να τις στοχάζονται.

Όταν όμως η αστόχαστη πράξη μας διακόπτεται από ένα συμβάν, τότε μας δίνεται η ευκαιρία να ξανασκεφτούμε τις σιωπηρές παραδοχές μας. Αίφνης, η οικονομική μας στενότητα ή η θιγμένη μας αξιοπρέπεια μας απο-καλύπτει ότι το «φακελάκι», είναι μια ενδεχόμενη - όχι αναγκαία - πρακτική. Όταν, όμως, ακόμα και τότε, υπερασπιζόμαστε την αστόχαστη πράξη μας, τότε απο-καλύπτεται ο χαρακτήρας μας. Είχαμε την ευκαιρία να αναστοχαστούμε την πράξη μας και το αποφύγαμε. Επιλέξαμε να ζήσουμε αστόχαστα, όχι από συνήθεια, αλλά ενσυνείδητα.

Ο πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ (του οργανισμού που έχει αναλάβει τη διεκπεραίωση των ιδιωτικοποιήσεων) κ. Σταυρίδης παραιτήθηκε από το αξίωμά του όταν αποκαλύφθηκε ότι, την επομένη της παραχώρησης του ΟΠΑΠ από το ΤΑΙΠΕΔ σε όμιλο στον οποίο συμμετέχει ο επιχειρηματίας κ. Μελισσανίδης, χρησιμοποίησε αστόχαστα το ιδιωτικό αεροπλάνο του επιχειρηματία για να μεταβεί στην Κεφαλονιά. Δηλαδή, ο πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ αποδέχθηκε μια «εξυπηρέτηση» από τον μέχρι χθες διαπραγματευτικό του αντίπαλο! Αναρωτιέται καχύποπτα ο χειμαζόμενος πολίτης: γιατί αυτή η «εξυπηρέτηση» να μην επεκτάθηκε και αλλού; Γιατί να μην συνεχιστούν οι «εξυπηρετήσεις» άλλων υποψηφίων αγοραστών κρατικών οργανισμών και στο μέλλον;

Οι «εξυπηρετήσεις», μικρές ή μεγάλες, δημιουργούν υποψίες για ηθικές υποχρεώσεις, ακόμη και αναδρομικές. Δεδομένου ότι οι ιδιωτικοποιήσεις είναι ένα επαναλαμβανόμενο παίγνιο (ακολουθούν, δηλαδή, και άλλες σημαντικές ιδιωτικοποιήσεις ιδιαίτερα ευαίσθητων οργανισμών, όπως η ύδρευση και η ηλεκτροδότηση, τα λιμάνια κλπ) τα μηνύματα που, συνειδητά ή ασυνείδητα, στέλνει ο επικεφαλής του ΤΑΙΠΕΔ είναι σημαντικά. Ένας πρόεδρος που δέχεται μικρές «εξυπηρετήσεις» σήμερα, γιατί να μην δεχθεί μεγαλύτερες «εξυπηρετήσεις» (και τις ηθικές υποχρεώσεις που δημιουργούν) αύριο; Από τη στιγμή που εγείρονται τέτοια ερωτήματα, το συμβολικό κεφάλαιό του απομειώνεται. Ορθά ό υπουργός Οικονομικών κ. Στουρνάρας ζήτηση την παραίτησή του κ. Σταυρίδη. Ήταν αδύνατο να διατηρήσει το απαραίτητο κύρος για να παραμείνει πρόεδρος του (πολιτικά επίμαχου) ΤΑΙΠΕΔ.

Ποια ήταν η αντίδραση του κ. Σταυρίδη μετά την αναγκαστική παραίτησή του; Ενώ είχε την ευκαιρία να αναστοχαστεί δημοσίως την πράξη του, την υπερασπίσθηκε! Τι είπε; «Ουδέν μεμπτόν. Μια εξυπηρέτηση με το ιδιωτικό του τζετ για να μην ταλαιπωρηθώ στις μετακινήσεις μου στην Κεφαλονιά μου προσέφερε ο κ. Μελισσανίδης».

Ιδού μια ακόμη προσχώρηση στη σχολή σκέψης των αξιότιμων κκ. Βουλγαράκη, Πολύδωρα, Παυλίδη, Πάγκαλου, Τσίπρα, και άλλων επίλεκτων μελών της πολιτικής ελίτ: «αν κάτι δεν είναι παράνομο, είναι αποδεκτό»!

Η αντίδραση του κ. Σταυρίδη αποκαλύπτει τόσο την ακρισία του, όσο και τον τρόπο που, γενικότερα, σκέπτεται μεγάλο μέρος των ιθυνόντων της χώρας: η ιδιωτική «εξυπηρέτηση» είναι σημαντικότερη από τις απαιτήσεις του δημόσιου ρόλου. Για τον κ. Σταυρίδη ήταν πιο σημαντικό να «μην ταλαιπωρηθεί» από το να κακολογηθεί. Είχε να επιλέξει μεταξύ δυο αντικρουόμενων αγαθών: την αποφυγή της «ταλαιπωρίας» ή την προστασία της υπόληψής του. Επέλεξε το πρώτο – τη βολή του... Είχε τη δυνατότητα να αναστοχαστεί την πράξη του. Επέλεξε να μην το κάνει. Διπλή αστοχία. Κρίμα!

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Δίχως πολιτική αναγέννηση είναι αδύνατη η ριζική διοικητική μεταρρύθμιση


Για όποιον χρειαζόταν αποδείξεις, τώρα τις έχουμε απτές: ο λόγος που η βαρύγδουπη «επανίδρυση του κράτους» παρέμεινε επί δεκαετίες κενόλογη προεκλογική διακήρυξη είναι πιο σαφής από ποτέ: η ριζοσπαστική διοικητική μεταρρύθμιση κοστίζει πολιτικά. Ποια κυβέρνηση θα τολμούσε να συγκρουστεί με τα οργανωμένα συμφέροντα υλοποιώντας συνολικές διοικητικές αλλαγές, οι οποίες και θα περιόριζαν την πελατειακή-κομματοκρατική ισχύ της, αλλά και θα της κόστιζαν σημαντικά σε ψήφους;

Βέβαια, οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις ένοιωθαν υποχρεωμένες να εμφανίζονται ενίοτε ότι υιοθετούν καλές διοικητικές πρακτικές, στο μέτρο που, στο ευρωπαϊκά προσανατολισμένο πολιτικό σύστημα, ο «μεταρρυθμισμός» απέφερε ιδεολογικά πλεονεκτήματα. Συγχρόνως, όμως, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αναιρέσουν το πνεύμα τους (π.χ. ΑΣΕΠ-συμβασιούχοι). Η βέλτιστη στρατηγική των εκάστοτε κυβερνώντων υπήρξε η αναπαραγωγή του υφιστάμενου καθεστώτος διοικητικής φαυλότητας.

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Ρουσφέτια VIP!


“Παλιέ μου φίλε/σύντροφε περασμένων καιρών/συγχώρα με που χτες, όταν καμάρωνες/για τα καινούρια σου έπιπλα,/εγώ σκεφτόμουνα πως το καθένα/έκρυβε κάποιαν υποχώρηση,/ένα χιλιάρικο περίπου εκπορνευμένης σκέψης/που πια την πούλαγες/χωρίς να νιώθεις την ανάγκη/έστω να παραστήσεις τραγωδία.” - Τίτος Πατρίκιος

Υποθέστε ότι είστε ένας από τους 4250 υπαλλήλους του Δημοσίου που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα. Όχι μόνο παίρνεις το 75% ενός ήδη γλίσχρου μισθού, αλλά σε βασανίζει η αβεβαιότητα: «θα έχω δουλειά αύριο;». Η κυβέρνηση σου υπόσχεται «αντικειμενική αξιολόγηση». Όσοι την περάσουν με επιτυχία, λένε, θα μετακινηθούν σε άλλους τομείς του Δημοσίου, οι υπόλοιποι θα απολυθούν. Αγωνιάς και αγχώνεσαι.

Θες να πιστέψεις ότι άλλαξαν τα ήθη, ότι στη «νέα Ελλάδα» του κ. Σαμαρά η αξιοκρατία αντικαθιστά την ευνοιοκρατία. Δυσκολεύεσαι, όμως. Δεν πάει καιρός που κομματικά στελέχη τοποθετήθηκαν σωρηδόν επικεφαλής δημοσίων οργανισμών. Παρόλα αυτά, έχεις ανάγκη να ελπίζεις… Και τι βλέπεις; Ενώ εσένα θα σε «αξιολογήσουν», διορίζουν τους «κολλητούς» τους σε επίλεκτες κρατικές θέσεις. Ρουσφέτια VIP!

Στο «Βήμα» (15/6/2013) λ.χ. διάβασες για την κυρία Τζότζολα, πρώην αναπληρώτρια εκπρόσωπο Τύπου της ΝΔ, για την οποία δημιουργήθηκε ειδική θέση νομικού συμβούλου στο ΚΕΠΕ! Και το αποκορύφωμα: τη χώρα θα εκπροσωπήσει στη Διεθνή Τράπεζα ένας άνεργος πολιτικός τόσο μεγάλου βεληνεκούς, που η χώρα δεν μπορούσε να αφήσει αναξιοποίητο: ο Χ. Παπουτσής!

Σκέφτεσαι ότι τέτοιοι άνθρωποι αναδεικνύονται σε κρατικές θέσεις όχι επειδή χρειάστηκε να αποδείξουν σε κάποιον την αξία τους, αλλά γιατί προσκολλήθηκαν σε κομματικά επιτελεία - είναι τα αναρριχώμενα φυτά των κομματικών τειχών. Οι κρατικές θέσεις είναι η ανταμοιβή τους. Ενώ το κράτος το χρηματοδοτούμε όλοι με τους φόρους μας, η στελέχωσή του εξακολουθεί να γίνεται ευνοιοκρατικά από τους πολιτικούς.

Ο ιστορικός του μέλλοντος θα βρει στο πρόσωπο του κ. Παπουτσή ιδιαίτερα, το αρχέτυπο του κομματανθρώπου, για τον οποίο η πολιτική δεν υπήρξε τόσο πρόκληση για προσφορά στα κοινά με βάση αρχές και αξίες, όσο ευκαιρία για αναρριχητική θεσιθηρία στο δημόσιο βίο. Πρόσφερε την αφοσίωσή του στην οικογένεια Παπανδρέου και το κόμμα τους, ανταμειβόμενος ποικιλοτρόπως. Ως ηγετικό μέλος της αυτο-αναφορικής και ηθικά αμβλύνοος «πράσινης» νομενκλατούρας, τον ενδιέφερε πρωτίστως η αναπαραγωγή της. Πολιτικός σύμμαχος κάποτε του Τσοχατζόπουλου, αντιτάχθηκε σε ό,τι μεταρρυθμιστικό επιχειρήθηκε από το ίδιο του το κόμμα.

Ο Παπουτσής δεν είναι ένας απλός πολιτικός. Είναι ο εμβληματικός εκπρόσωπος της κομματοκρατικής (χρεοκοπημένης πλέον…) Ελλάδας της Μεταπολίτευσης, που έκρυψε την ιδιοτέλεια πίσω από την υψωμένη γροθιά. Η σχέση του με τον «σοσιαλισμό» είναι όση η σχέση του Βουλγαράκη με την Καντιανή ηθική! Στη Διεθνή Τράπεζα ολοκληρώνεται ο σταδιοδρομισμός ενός απαράτσνικου.

Εσύ όμως δημόσιε υπάλληλε θα «αξιολογηθείς»…!

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

«Να σας κρατήσουμε δεν ωφελεί, να σας καταστρέψουμε δεν χάνουμε»


Από τότε που ο Πρωθυπουργός κ. Σαμαράς αποφάσισε σουλτανικά να κλείσει την ΕΡΤ, το ακούω πιο έντονα: ο μόνος τρόπος να γίνουν βαθιές αλλαγές στο Δημόσιο είναι να κλείσουν οργανισμοί, να εξυγιανθούν, και να ξανανοίξουν.

Πρόκειται για μια αφελή προσέγγιση, ορμώμενη περισσότερο από κατανοητή αγανάκτηση παρά από στοχαστική ανάλυση. Στον πυρήνα της κυριαρχεί η φαντασίωση της μαγικής μεταμόρφωσης: το νέο θα γεννηθεί από τη στιγμιαία καταστροφή του παλαιού. Θα εξαφανιστεί ταχυδακτυλουργικά το ιστορικό παρελθόν για να χτιστεί το καινούριο μέλλον! Η φαντασίωση αυτή διαπερνάται από την αντίληψη της κοινωνικής μηχανικής.

Η κοινωνική μηχανική, αρχετυπικά αποτυπωμένη στο κομμουνιστικό πρόταγμα, αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως μια εύπλαστη ύλη την οποία μπορεί να διαμορφώσει κατά το δοκούν ο κοινωνικός μηχανικός. Οι Κόκκινοι Χμερ της Καμπότζης (1974-1979) λ.χ. ήθελαν να απαλλαγεί πλήρως και για πάντα ο πληθυσμός από την «καπιταλιστική μόλυνση», γι αυτό κατάργησαν το νόμισμα, μετακίνησαν βιαίως πληθυσμούς, σκότωσαν εκατομμύρια, αλλοίωσαν τη γλώσσα. Η ολοκληρωτική νοοτροπία τους αποτυπώθηκε στο διαβόητο σύνθημα για τους κατοίκους των πόλεων (τους πλέον επιρρεπείς στις «καπιταλιστικές» συνήθειες): «Να σας κρατήσουμε δεν ωφελεί, να σας καταστρέψουμε δεν χάνουμε».

Αν κάτι μάθαμε στον εικοστό αιώνα είναι ότι οι κοινωνίες είναι σύνθετα συστήματα, με ιστορία, άρρητες και συχνά αντικρουόμενες αξίες, χτισμένες από το «στραβόξυλο της ανθρώπινης φύσης». Ο κοινωνικός μηχανικός όχι μόνο δεν διαθέτει πλήρη γνώση για να επιφέρει ριζική αλλαγή, αλλά είναι μέρος της κοινωνίας που θέλει να αλλάξει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δική του συγκρότηση και συμπεριφορά. Η αντίληψη της κοινωνικής μηχανικής οδηγεί σε απερίγραπτη πολιτική αλαζονεία, η οποία στην ακραία της μορφή (όπως ο κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός),μεταλλάσσεται σε αυτό που ο Χάγιεκ ονόμασε «θανατηφόρα έπαρση», ενώ στις ήπιες εκδοχές της (δηλαδή σε συνθήκες δημοκρατίας) επιφέρει την αποσάρθρωση θεσμών και εξαθλιώνει, ή τουλάχιστον αναστατώνει, τη ζωή των ανθρώπων.

Αλλάζοντας επίπεδο ανάλυσης, όσοι πιστεύουν ότι μόνο με το κλείσιμό του αλλάζει ριζικά ένας οργανισμός, υποπίπτουν, τηρουμένων των αναλογιών, στο σφάλμα των Κόκκινων Χμερ: πιστεύουν αλαζονικά ότι κατέχουν την τέλεια γνώση που θα οδηγήσει στο «νέο» οργανισμό, γεγονός που τους κάνει όλο και περισσότερο αυταρχικούς• παραβλέπουν τη νοο-τροπία που έχει ιστορικά εμπεδωθεί στον οργανισμό, την οποία νομίζουν ότι μπορούν να διαγράψουν στιγμιαία• και, βεβαίως, θεωρούν τον εαυτό τους «αμόλυντο» από τις πρακτικές που θέλουν να καταργήσουν. Συνήθως τίποτε από αυτά δεν ισχύει.

Όταν ο Πρωθυπουργός σατραπικά ανακοινώνει το κλείσιμο ενός δημόσιου οργανισμού, δείχνει ότι περιφρονεί το έργο του και, συλλήβδην, τους ανθρώπους που το παράγουν (άρα τους αποξενώνει), ενώ δεν σέβεται τους χρήστες των υπηρεσιών του. «Να σας κρατήσουμε δεν ωφελεί, να σας καταστρέψουμε δεν χάνουμε».

Η γνωστή φαυλότητα που ιστορικά διέπει τη λειτουργία αρκετών δημόσιων οργανισμών συγκροτεί ένα πλέγμα αξιών - μια νοο-τροπία - η οποία δεν θα εξαλειφθεί επειδή διατάσσεται το κλείσιμο του οργανισμού. Αντιθέτως, η αλλαγή προϋποθέτει ενεργό εμπλοκή του μεταρρυθμιστή με την κυρίαρχη νοοτροπία, όχι για να συμβιβαστεί μαζί της αλλά, κυρίως, για να σηματοδοτήσει με τη δική του, αυτο-δεσμευτικά νεωτερική, συμπεριφορά ότι μια άλλη νοο-τροπία είναι δυνατή.

Για να έχει πειστικότητα το εγχείρημα του μεταρρυθμιστή δεν πρέπει να τον βαρύνουν αυτά που καταγγέλλει. Αν έχει διορίσει σωρηδόν ψηφοφόρους του στο Δημόσιο, αν έχει τοποθετήσει συντοπίτες, κομματανθρώπους ή «κολλητούς» επικεφαλής δημοσίων οργανισμών, κι αν προωθεί σε κάθε ευκαιρία ανυπόληπτα ανδρείκελα σε θέσεις ευθύνης, τότε είναι οργανικό μέρος (το πιο σημαντικό μάλιστα, ex officio) του «συστήματος» που καταγγέλλει. Μια κυβέρνηση που διορίζει τον Παπουτσή εκπρόσωπο της χώρας στη Διεθνή Τράπεζα θα δυσκολευθεί να πεισθεί ότι πιστεύει στην «αξιοκρατία» και την αμερόληπτη «αξιολόγηση» των δημοσίων υπαλλήλων.

Όταν ο Πρωθυπουργός ισχυρίζεται ότι η ΕΡΤ έπρεπε να κλείσει διότι «ποτέ καμία διοίκηση δεν κατάφερε να αλλάξει τίποτε» (συνέντευξη Σαμαρά στο «Βήμα», 23/6/13), είναι σημαντικό να καταδειχθεί η υποκρισία του. Μα αφού οι διοικήσεις που διόριζε αυτός και το κόμμα του (όπως και το συγκυβερνών παλιότερα) τοποθετούνταν ακριβώς για να μην αλλάξει τίποτα! Η αλλαγή δεν είναι εφικτή όταν ο φορέας της αναπαράγει την παθογένεια του συστήματος που καλείται να αλλάξει.

Κι όταν ο Πρωθυπουργός κλείνει έναν οργανισμό γιατί δεν κατάφερε να συντονίσει την κυβέρνησή του, έτσι ώστε να βρεθούν εγκαίρως οι 2000 πλεονάζοντες στο Δημόσιο (βλ. συνέντευξη Σαμαρά, ο.π.), μιλά περισσότερο σαν σχολιαστής και λιγότερο ως κυβερνήτης. Γιατί να πληρώσουν την απουσία ορθολογικού σχεδίου και ισχυρής βούλησης όλα αδιακρίτως τα μέλη του οργανισμού; Γιατί αυτοί κι όχι άλλοι;

Το μήνυμα που παίρνει ένας εργαζόμενος του Δημοσίου σήμερα είναι ότι η θέση εργασίας του είναι περισσότερο προϊόν πολιτικής λοταρίας και λιγότερο αποτέλεσμα ορθολογικού σχεδιασμού. Πώς θα πειστεί αύριο ότι απολύεται κατόπιν «αξιολόγησης»; Όσο «πολιτικά» απολύθηκε, άλλο τόσο «πολιτικά» μπορεί να ξαναπροσληφθεί. Βλέπετε πώς διαιωνίζεται η παλαιά νοοτροπία (η κομματοκρατία) που υποτίθεται ότι πρέπει να αλλάξει; Βλέπετε γιατί η «αποφασιστικότητα» του Σαμαρά είναι κίβδηλη; Αντιλαμβάνεστε γιατί η χώρα βουλιάζει αλλά δεν αλλάζει;

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Έλλειμμα αυτοκριτικής, περίσσευμα αυτο-θυματοποίησης!

Ήταν μια υπέροχη βραδιά. Η ζέστη της ημέρας είχε υποχωρήσει κι ένα απαλό αεράκι δρόσιζε το πρόσωπο. Υπήρχε μια διάχυτη χαρά στην ατμόσφαιρα. Οι αποφοιτούντες του Πανεπιστημίου Κύπρου θα έπαιρναν τα πτυχία τους. Η συγκίνηση της αποφοίτησης – του τερματισμού – συνυπήρχε με την προσδοκία της νέας πορείας. Αβέβαιης, βέβαια, πορείας σε μια οικονομικά κατεστραμμένη χώρα, αλλά όταν είσαι 22 χρονών τα ερείπια μπορείς να τα δεις και ως υλικά ανάπλασης, όχι μόνο ως υλικά κατεδάφισης.
Χρειάζεσαι όμως την απαραίτητη έμπνευση που θα σε κάνει να δώσεις ένα διαφορετικό νόημα στην εμπειρία σου. Πού θα τη βρεις; Αν ελπίζεις ότι η έμπνευση θα έρθει από τους πολιτικούς, αυτοί κάνουν ότι μπορούν για να σε διαψεύσουν! Δεν το κάνουν επίτηδες οι άνθρωποι, απλώς δυσκολεύονται να είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που συνήθως οι περισσότεροι έμαθαν να είναι - πολιτικάντηδες. 
Τη βραδιά της αποφοίτησης, ο Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων κ. Γ. Ομήρου απηύθυνε χαιρετισμό. Όσοι περίμεναν να ακούσουν κάτι φρέσκο, κάτι διαφορετικό, περίμεναν άδικα. Ο κ. Ομήρου άρχισε την ομιλία του με τα τετριμμένα περί της σπουδαιότητας της παιδείας στη εποχή της «απάνθρωπης παγκοσμιοποίησης» (!), για να αναλώσει τα τρία τέταρτα της ομιλίας του σε έναν αντιμνημονιακό λόγο! Είπε αυτά που συνήθως λέει: για τις «αρχές της κοινοτικής αλληλεγγύης» που παραβιάστηκαν με το κυπριακό κούρεμα καταθέσεων, για την Κύπρο που μετατράπηκε σε «πειραματόζωο» από τους ισχυρούς, κλπ, κλπ. Θρηνητικός λόγος… Και, σε μια βραδιά χαράς, όπου τα νέα παιδιά θα περίμεναν ν’ ακούσουν έναν λόγο προοπτικής, ο κ. Ομήρου τους είπε ότι θα ζήσουν σε «μια προοπτική που δεν έχει μέλλον» (!) εξαιτίας της οξείας οικονομικής ύφεσης. Φυσικά τόνισε πόσο σημαντικό είναι «να απαλλαγούμε από τα δεσμά της τρόικας, του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης», αλλά - τι κρίμα! - λησμόνησε να προτείνει πώς μπορούμε να το πετύχουμε αυτό. Επανέλαβε, όμως, ότι «αυτή σήμερα είναι η μεγάλη πρόκληση και η μεγάλη ευθύνη για όλους». Η καθολικότητα, βλέπετε, είναι μια πολύ χρήσιμη ρητορική κατασκευή για όσους θέλουν να μείνουν στη σκιά, προκειμένου να μην αναλάβουν τις ευθύνες που απορρέουν από τα αξιώματά τους: ηγέτες και ηγούμενοι, πολιτικοί και πολίτες, ταγοί και λαός έχουν «όλοι» τις ίδιες ευθύνες να βρουν τη διέξοδο! 
Οι ηγέτες μας, καθότι δημοκρατικοί μέχρι το μεδούλι, δεν θέλουν να μας προσβάλλουν προτείνοντάς μας λύσεις. Όχι, περιμένουν να ακούσουν, εντελώς δημοκρατικά, από εμάς τι πρέπει να γίνει! Ας είμαστε όμως ειλικρινείς: τους πολιτικούς τους πληρώνουμε για να γεμίζουν τις κενές ώρες των τελετών με τα λογύδριά τους, να κάνουν χάρες και ρουσφέτια, όχι να προτείνουν λύσεις, να προλαμβάνουν κρίσεις, να εμπνέουν του πολίτες.
Το πιο ενδιαφέρον στην ομιλία του κ. Ομήρου δεν ήταν το τι είπε, αλλά το τι δεν είπε! Εκστόμισε μισές αλήθειες, αποσιωπώντας τις άλλες μισές. Ναι, οι ισχυροί της ευρωζώνης φέρθηκαν απαράδεκτα στην Κύπρο, αλλά ποιοι ευθύνονται για το ότι η Κύπρος κατέστη τόσο ευάλωτη στις πιέσεις των ισχυρών με τα αυξανόμενα ελλείμματά της, έναν υπερτροφικό δημόσιο τομέα, κι έναν υπερμεγέθη, διαπλεκόμενο και, εν πολλοίς, ανεύθυνο τραπεζικό τομέα; Τι κατέγραψε η πρόσφατη έκθεση της Ανεξάρτητης Επιτροπής για το Μέλλον του Κυπριακού Τραπεζικού Τομέα; Αυτά που διαισθητικά μαντεύαμε: κακή εποπτεία των τραπεζών, ανεξέλεγκτος δανεισμός στη βάση προσωπικών σχέσεων, ευνοιοκρατία, και, φυσικά, πολιτική επιρροή (βλ. «Φιλελεύθερος», 28/613). Ο κ. Ομήρου παρέλειψε να πει ότι όλα τα σκάνδαλα που έχουν συγκλονίσει την Κύπρο έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τη συγκάλυψη και την ατιμωρησία. Και φυσικά αποσιώπησε την κοινή διαπίστωση ότι ένα πολιτικό σύστημα που εκτρέφει τη φαυλότητα και κομματικοποιεί τα πάντα, αποσαρθρώνει τους θεσμούς, ευνοεί τη συναλλαγή και, τελικά, εξαχρειώνει τους πολίτες. 
 Ο κ. Ομήρου δεν κατάφερε να αρθρώσει ούτε ψήγματα ενός στοιχειωδώς αυτοκριτικού λόγου. Για όλα φταίνε οι άκαρδοι ξένοι! Δεν το έκανε, βέβαια, τυχαία. Ο αυτο-θυματοποιητικός λόγος συνιστά το κυρίαρχο μοτίβο περιγραφής των μειζόνων προβλημάτων μας. Για τα δεινά μια μικρής χώρας, πάντοτε φταίνε οι άλλοι – οι «ανάλγητοι» ισχυροί. Εκτός από το ότι αυτό το είδος λόγου προδίδει αφελή πολιτική σκέψη (αφού υπαινίσσεται ότι η διεθνής πολιτική διέπεται από αξίες αλληλεγγύης κι όχι από συμφέροντα) και καλλιεργεί τον εθνικό ναρκισσισμό (αφού μας λέει αυτά που μας αρέσει να ακούμε), ωθεί τους πολιτικούς να λειτουργούν δημαγωγικά και όχι παιδαγωγικά προς τον «δήμο», ενώ στερεί τη δυνατότητα από τους πολίτες να αναστοχαστούν τις κυρίαρχες πρακτικές του δημόσιου βίου – την κομματοκρατία, τη διαπλοκή, την ευνοιοκρατία. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μαθαίνουμε – γι αυτό και συνεχίζουμε να παθαίνουμε! Θα υπάρξει, άραγε, ποτέ πολιτικός με ανάστημα που θα πει τολμηρά: «Μη ρωτάτε τι έκαναν οι άλλοι στη χώρα μας. Αναρωτηθείτε τι κάναμε εμείς στην πατρίδα μας»;

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

«Δεν υπήρχε άλλος τρόπος»;


«Όταν είσαι υποχρεωμένος να ανοικοδομήσεις εκ θεμελίων μια επιχείρηση οφείλεις να την κλείσεις», δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Κεδίκογλου. «Δεν υπήρχε άλλος τρόπος».

Σοβαρά; Ρώτησε κάποιον πεπειραμένο επικεφαλής επιχείρησης και του έδωσε αυτή τη συμβουλή; Αν το έκανε, θα ανακάλυπτε ότι η πρόκληση για μια επιχείρηση, ιδιαίτερα όταν αυτή παράγει δημόσια αγαθά, είναι να αλλάξει ενόσω λειτουργεί. Η στέρηση ενός δημόσιου αγαθού από τους πολίτες υποβαθμίζει την ποιότητα της ζωής τους, απαξιώνει την επιχείρηση και ευνοεί, φυσικά, τον ανταγωνισμό.

Η διαχείριση της αλλαγής είναι μια κοπιαστική διαδικασία, γεμάτη παγίδες, η οποία χρειάζεται όραμα, καλό σχεδιασμό, και ηγέτες που να εμπνέουν εμπιστοσύνη. Το κλείσιμο είναι μια απλοϊκή προσέγγιση, η οποία αποκαλύπτει μηχανιστική νοοτροπία: η επιχείρηση θεωρείται όπως ένας υπολογιστής στον οποίο, αφού κάνεις «επανεκκίνηση», θα απαλλαγείς από τα bugs! Η διαχείριση αλλαγών στα ανθρώπινα συστήματα, όμως, είναι λίγο πιο δύσκολη απ’ ότι φαντάζεται ο κ. Κεδίκογλου!

Κατ’ αρχάς, πώς να εμπιστευτείς μια κυβέρνηση η οποία διαιωνίζει ασυστόλως το κομματικό κράτος (με ποσοστώσεις πλέον…) ακόμα και τώρα, στην εποχή της χρεοκοπίας; Πώς να εμπιστευθείς ανθρώπους οι οποίοι, για χρόνια, θεωρούσαν την ΕΡΤ κομματικό μαγαζί; Ποιος ξεχνά το «πάρτι» της εποχής Ρουσόπουλου-Παναγόπουλου; Η τους διορισμούς κολλητών στην ΕΡΤ τον τελευταίο χρόνο; Γιατί να πιστέψεις ότι η νοοτροπία που διαπερνά τον διορισμό της κυρίας Σαλαγκούδη και του κ. Λιάτσου θα εκλείψει σε δύο μήνες επειδή μπήκε λουκέτο στον οργανισμό;

Δεύτερον, μια επιχείρηση όσο προβληματική κι αν είναι (και η ΕΡΤ αναμφίβολα είναι) δεν είναι μόνον αυτό. Υπάρχουν πάντοτε θύλακες ευσυνειδησίας και αριστείας. Απαξιώνοντας συλλήβδην την ΕΡΤ, η κυβέρνηση ισοπεδώνει έναν δημόσιο θεσμό, κατασκευάζει εχθρούς, και στερεί τον εαυτό της από δυνητικούς συμμάχους - εκείνη τη μαγιά που απαιτείται για μια νέα πορεία.

Τρίτον, το μείζον σε μια διαδικασία αλλαγής είναι η εμπιστοσύνη ως απαραίτητο στοιχείο για τη δημιουργία νέας νοοτροπίας. Λέει ο κ. Κεδίκογλου: «Σας καλώ να δείτε πως λειτουργούν τα πράγματα [στην ΕΡΤ] και να συγκρίνετε με αυτό που θέλουμε να φτιάξουμε. […]». Μπα, τι μας λες! Η ρητορική διατύπωση προθέσεων είναι εύκολη. Στα χαρτιά μπορείς να σχεδιάζεις την ΕΡΤ στα πρότυπα του BBC! Το δύσκολο είναι να αναλαμβάνεις έμπρακτες δεσμεύσεις που να δείχνουν ότι υλοποιείς τα σχέδιά σου.

Γιατί είναι δύσκολο; Διότι αφενός μεν πρέπει να αλλάξει ο οργανισμός, άρα να αλλάξουν συνήθειες και παγιωμένες αντιλήψεις, αλλά, συγχρόνως, να αλλάξεις κι εσύ που εισάγεις τις αλλαγές. Εδώ είναι το κουμπί. Η κακοδιοίκηση και οι φαύλες πρακτικές στην ΕΡΤ δεν είναι αυτοφυείς, αλλά καλλιεργήθηκαν στο φυτώριο της κομματοκρατίας, του πελατειασμού, και της ιδιοκτησιακής αντίληψης των δημόσιων θεσμών από τις κυβερνήσεις. Αυτός που διόρισε τους κολλητούς του χθες, θα δυσκολευτεί να πείσει για την ειλικρίνεια των προθέσεών του σήμερα. Γιατί να πιστέψουν αύριο οι εργαζόμενοι στη νέα ΕΡΤ ότι δεν θα γίνουν κλοτσοσκούφι στο πολιτικό παιχνίδι των κομμάτων; Τι δείγματα αλλαγής του «μεταρρυθμιστή» έχουμε για να τον εμπιστευθούμε;

Αυτό που ενοχλεί ιδιαίτερα στην περίπτωση της ΕΡΤ είναι η ιδιοτελώς μονομερής διάγνωση της προβληματικότητας του οργανισμού: για τον Κεδίκογλου φταίνε οι «άλλοι» (οι εργαζόμενοι, τα συνδικάτα), όπως για τους συνδικαλιστές της ΕΡΤ φταίνε επίσης οι άλλοι «άλλοι» - η κυβέρνηση. Όσο δεν συνειδητοποιούμε τη φαύλη κυκλικότητα του προβλήματος (τη συμπαιγνία κυβερνήσεων και συνδικάτων για την ιδιοποίηση και τον εκμαυλισμό του θεσμού), τόσο θα μας έλκει η ψευδεπίγραφη «αποφασιστικότητα» του Σαμαρά ή τα υποκριτικά δάκρυα των δήθεν υπερασπιστών της δημόσιας ΡΤ.

«Δεν μπορούμε να επιλύσουμε τα προβλήματά μας», έλεγε ο Αϊνστάιν, «αν παραμείνουμε στο ίδιο επίπεδο που ήμασταν όταν τα δημιουργήσαμε». Για να αρθούμε στο μετα-επίπεδο, όμως, απαιτείται έντιμη αυτοκριτική και έμπρακτες αυτοδεσμεύσεις. Αλλά αυτά είναι δύσκολα πράγματα για βαλκάνιους πολιτικάντηδες…

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Οριενταλιστικά στερεότυπα, ιδεοληψίες, και ο πραγματισμός του Θουκυδίδη


Ο Εκκλησιαστής το λέει σοφά: «Ό,τι έχει γίνει θα ξαναγίνει. Ό,τι έχει συμβεί θα ξανασυμβεί. Τίποτα το νέο δεν υπάρχει κάτω από τον ήλιο». Ο κόσμος είναι μια σκηνή στην οποία παίζεται και ξαναπαίζεται το ίδιο έργο, επειδή τα θεμελιώδη της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι αυτά που πάντοτε ήταν: τα συμφέροντα, η ισχύς, τα πάθη, ο θάνατος (και φυσικά οι φόροι!).

Στον «Έμπορο της Βενετίας» ο Σάιλοκ δεν απαιτεί μόνο την αποπληρωμή του δανείου που έδωσε στον Μπασάνιο με εγγύηση του φίλου του Αντόνιο. Είναι και μια ευκαιρία να πάρει εκδίκηση για τις προσβολές που υπέστη ως χρηματολάγνος Εβραίος. Ακόμη κι όταν, με τη βοήθεια των φίλων του, ο Αντόνιο είναι σε θέση, όχι μόνο να αποπληρώσει το δάνειο που εγγυήθηκε αλλά να το επιστρέψει εις διπλούν, ο Σάιλοκ δεν ικανοποιείται. Θέλει ένα κομμάτι από τη σάρκα του Αντόνιο, όπως είχε αρχικά συνομολογηθεί στο συμβόλαιο. Η εκδίκηση ήταν πιο σημαντική γι’ αυτόν από την αποπληρωμή. Τα ανθρώπινα κίνητρα είναι πιο σύνθετα απ’ ό,τι οι ορίζουν οι τυπικές συμβάσεις.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι δανειστές της τρόικας δοκίμασαν στην Κύπρο τη νέα στρατηγική του bail-in – την «εκ των έσω» διάσωση τραπεζών με συμμετοχή και των καταθετών. Η σκληρότητα με την οποία το έκαναν αποκαλύπτει ένα ευρύτερο πλέγμα κινήτρων και αντιλήψεων.

Η Κύπρος γι’ αυτούς –το ‘χουν πει– δεν έπρεπε να είναι μέλος της ΕΕ. Θεωρούν ότι «εξαπατήθηκαν» με το ελληνοκυπριακό «όχι» στο δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν. Η σημερινή σκληρότητα των ισχυρών της ΕΕ εμπεριέχει στοιχεία εκδίκησης, βασισμένα στην καχυποψία και την απαξίωση.

Για να ασκηθεί αποτελεσματικά η ηγεμονική πολιτική, απαιτείται το κατάλληλο ιδεολογικό υπόστρωμα. Ο αείμνηστος Εντουαρντ Σαϊντ κατέδειξε πώς η κυριαρχία των δυτικών δυνάμεων θεμελιώθηκε πάνω σε αναπαραστάσεις της Ανατολής, βασισμένες σε προκαταλήψεις και στερεότυπα. Το στερεότυπο του πονηρού, ανεύθυνου, και απείθαρχου Ανατολίτη (σε αντίθεση με τον αυτοπειθαρχημένο, υπεύθυνο, και έντιμο Δυτικό) κυριαρχεί στη (βορειο) ευρωπαϊκή κουλτούρα τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα.

Δηλώσεις αξιωματούχων των δανειστών ταιριάζουν σε αυτό το οριενταλιστικό πρότυπο πρόσληψης: «η Κύπρος είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση» (Σόιμπλε), «το οικονομικό μοντέλο της Κύπρου έχει χρεοκοπήσει» (Σόιμπλε, Μέρκελ), «η Κύπρος είναι οικονομία-καζίνο» (Μοσκοβισί), «οποιαδήποτε σύγκριση της Κύπρου με το Λουξεμβούργο θα ήταν παράλογη» (Σόιμπλε). Πιο αποκαλυπτική είναι η γλώσσα των ΜΜΕ και των κομμάτων στις βόρειες χώρες της ΕΕ. «Κύπρος: η Ευρώπη θέλει να κλείσει το καζίνο», ήταν ένα πρωτοσέλιδο της Γαλλικής «Λιμπερασιόν». Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες και «πράσινοι» βουλευτές ταύτισαν την Κύπρο με το «ξέπλυμα μαύρου χρήματος Ρώσων ολιγαρχών».

Η οριενταλιστική κατασκευή επέφερε την ηθική απαξίωση της Κύπρου και διευκόλυνε την επιβολή της ισχύος των δανειστών. Όπως παρατηρεί ο Σαϊντ, ο οριενταλισμός δεν είναι απλώς μια αντίληψη για μιαν άλλη κουλτούρα, αλλά ένα «πολιτικό δόγμα» που στηρίζει ηγεμονικές επιδιώξεις. Η απαξίωση του Άλλου είναι προϋπόθεση βιώσιμης ηγεμονίας.

Υπάρχει όμως κι ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο: η εσωτερίκευση των οριενταλιστικών αναπαραστάσεων από τους εγχώριους διαμορφωτές κοινής γνώμης. Έγκριτοι αρθρογράφοι στην Ελλάδα προσέγγισαν την Κυπριακή κρίση αναπαράγοντας τις οριενταλιστικές κατασκευές των ηγεμονικών δυνάμεων της ΕΕ. Σε άρθρο λ.χ. του Τ. Μίχα (βλ. «Βήμα»/«Πολίτης», 24/3/13), η Κύπρος προσεγγίζεται με το αξιακά φορτισμένο διχοτομικό σχήμα «νορμάλ κράτος» (π.χ. χώρες Βόρειας Ευρώπης) - «μη νορμάλ κράτος» (π.χ. Ρωσία). Κατόπιν, με την παράθεση εμβληματικών περιπτώσεων ξεπλύματος μαύρου χρήματος (π.χ. καταθέσεις Μιλόσεβιτς), ο αρθρογράφος οδηγεί στο υπόρρητο συμπέρασμα ότι η Κύπρος δεν είναι ένα «νορμάλ κράτος», άρα –υπονοείται – της αξίζει η μεταχείριση που είχε.

Τέτοια ερμηνευτικά σχήματα επιτελούν, κυρίως, ιδεολογική λειτουργία – εκλογικεύουν την κατίσχυση των ισχυρών. Οι ισχυροί της ευρωζώνης ταυτίζονται με την εικόνα του τιμωρού Θεού που αποδίδει δικαιοσύνη, ανάλογα με τις αμαρτωλές πράξεις των πιστών. Οι διεθνείς σχέσεις εκλαμβάνονται απλοϊκά ως ένα μεταφυσικό πεδίο διαπάλης αξιών (οι «νορμάλ» και οι «μη νορμάλ»), όχι ως ένα πεδίο σύγκρουσης αξιώσεων ισχύος. Ο αξεπέραστος Θουκυδίδης μας προϊδέασε για τη σημασία της ισχύος στον περίφημο διάλογο Αθηναίων – Μηλίων κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Στις αναφορές των αδύναμων Μηλίων στο «δίκαιο», οι ισχυροί Αθηναίοι απαντούν ωμά: «ξέρετε πως […] μπορούμε να μιλάμε για δίκαιο όταν και δύο μέρη έχουν ίση ισχύ και ότι οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν και το δέχονται» (μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος). Με άλλα λόγια: τα συμφέροντα κινούν τον κόσμο• οι αξίες διαμορφώνονται στο πεδίο της διαπάλης αξιώσεων ισχύος.

Μαντεύω τον αντίλογο: και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος στην Κύπρο; Η πλημμελής (τουλάχιστον) εποπτεία των τραπεζών; Τα θαλασσοδάνεια; Οι τεράστιες ευθύνες των πολιτικών; Όλα αυτά είναι «κατασκευές»;

Θα επανέλθω.

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Can Aphrodite reunite Cyprus and Turkey?


Συνέντευξη του Χαρίδημου Τσούκα στην Margareta Pagano, The Independent
Εμφάνιση της συνέντευξης στον ιστοχώρο της εφημερίδας

Professor Hari Tsoukas has a simple theory to explain how and why Cyprus is in such crisis: he calls it an "organisational accident".

The Greek Cypriot academic says the country has collapsed because the politicians buried their heads in the sand, ignoring the failures of the banking system. They allowed what had been an efficient banking sector to become eight times the size of the country's GDP and permitted the banks to become so powerful that they became part of the political establishment, leading to reckless lending to Greece but also to many Cypriot businessmen, without guarantees.

Thus, when the Greek crisis crunched, Cyprus was at its most vulnerable and open to random events with disproportionate impact; not dissimilar to what the writer Nassim Taleb famously called the black swan effect.

It was only when the Greek haircut took place last year, and the Laiki bank lost €4bn (£3.4bn), that the extent of the crisis became clearer. But even then, the Cypriot Communist leaders turned a blind eye, even though they were warned by the IMF's Christine Lagarde that they too faced razor treatment as the price for doing a deal to restructure the banks. They thought Ms Lagarde was bluffing and chose to ignore her warnings. Instead of just a haircut, they got a shearing.

When I caught up with the Professor last Thursday, he was in a break between lectures at the University of Cyprus in Nicosia – he also teaches at the Warwick Business School. He had been lecturing on the management of change, and saw the funny side. But his students didn't – the mature ones studying part-time were in a state of shock, while many of his undergraduates were sobbing. Many want to leave.

But they aren't angry with the IMF's Ms Lagarde, the ECB or the EU, as so many of the headlines over here seem to suggest, he says. Their anger was for their politicians who allowed the country to fall into such chaos. Like his students he fears the worst, and predicts a decade of suffering with unemployment rising to 30 per cent.

Whether the country stays in the euro or not is almost incidental – either way there will be suffering. More important is what to do next? The new centre-right President, Nicos Anastasiades, is looking at many options – how to make tourism competitive again, whether to privatise industries such as electricity and the airlines and how to build on its expertise in English law and software services. For sale signs over land are already written in Chinese.

By far the biggest prize, though, is finding the cheapest way to explore the natural gas in the Aphrodite gas field lying to the south of the island. Aphrodite has some 200 billion cubic metres of natural gas worth about $80bn at current prices – enough to provide 40 per cent of the EU's annual gas intake. But the costs of piping this to Europe are crippling – about $40bn. Building a pipeline to Turkey would cost far less, about $15bn.

But is the political price too high? Turkey made its usual noises last week about claims on the gas fields but is said to be willing to renew talks. President Anastasiades, only elected last month, is said to be warm to the idea too – he voted for the Annan plan in 2004. As well as the $3bn a year that the gas could bring to Cyprus in the long-term, reunification could boost GDP by 3 per cent a year. Turkey has shown it can do business with past enemies such as Israel and longs to be a good partner with the EU. For their part, Cyprus and Greece no longer veto Turkey at the EU.

It could be that the EU's brutal bail-out, coupled with the riches named after the goddess of love, could prove the trigger that reunifies these countries. Stranger things have been born of such accidents.

Εκβίασαν την Κύπρο ν' αλλάξει σε μία νύχτα


Συνέντευξη του Χαρίδημου Τσούκα στον Χρήστο Ζέρβα, Ελευθεροτυπία


Ο ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ ΤΣΟΥΚΑΣ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο βρετανικό Warwick, συμφωνεί ότι ο γιγαντισμός του τραπεζικού συστήματος είχε καταστήσει τη χώρα ευάλωτη, αλλά καταγγέλλει τη βίαιη αποσάθρωσή του από την αλαζονεία των ισχυρών της Ευρωζώνης. Ρίχνει ευθύνες στην κυπριακή πλευρά για την αλόγιστη έκθεση στα ελληνικά ομόλογα και στον Χριστόφια που συναίνεσε παθητικά στο κούρεμά τους

«Οι ισχυροί της Ευρωζώνης φέρθηκαν με αλαζονεία σε μια μικρή χώρα, εκβίασαν την Κύπρο να αλλάξει οικονομικό μοντέλο σε μία νύχτα», λέει στην «Κ.Ε.» ο Χαρίδημος Τσούκας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου, αλλά και στο βρετανικό Warwick. Μιλά για τις ευθύνες των τραπεζιτών αλλά και της πολιτικής ηγεσίας στην Κύπρο και επισημαίνει πως η γερμανική μονομέρεια υπονομεύει την ευρωπαϊκή ενοποίηση. «Αυτοί που βάζουν τα λεφτά παρακάμπτουν τη νομιμοποίηση που διέπει μια εθνική δημοκρατική πολιτεία. Αυτό οργίζει τους πολίτες και τροφοδοτεί τον αντιευρωπαϊσμό», υπογραμμίζει.


Πώς φτάσαμε εδώ; Ποιος ευθύνεται για την κρίση;

― Θυμίζω μερικά απλά δεδομένα μετά την εισβολή του 1974. Η Κυπριακή Δημοκρατία καταστράφηκε οικονομικά: έχασε το 65% των ξενοδοχείων, το 41% των κτηνοτροφικών μονάδων, το 48% των εξαγωγικών προϊόντων. Για να σταθεί η οικονομία στα πόδια της έπρεπε να βρεθούν νέοι τομείς ανάπτυξης. Ο τραπεζικός τομέας ήταν ένας από αυτούς, ο σημαντικότερος. Η Κύπρος κατέστη ένα αξιοσημείωτο χρηματοπιστωτικό κέντρο (ιδιαίτερα για τους Ρώσους), οι τράπεζες γιγαντώθηκαν. Αυτή η γιγάντωση όμως κατέστησε τη χώρα ευάλωτη. Πρώτη παρατήρηση: αυτό που αποτελεί για μια χώρα ευλογία, μπορεί να καταστεί κατάρα όταν αλλάξουν οι συνθήκες. Δεύτερη παρατήρηση: αντί να επιδιωχθεί η βαθμιαία συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα, συνέβη η βίαιη κατάρρευσή του. Μεγάλη ευθύνη γι' αυτό έχουν οι ισχυροί της Ευρωζώνης. Φέρθηκαν με αλαζονεία σε μια μικρή χώρα όπως η Κύπρος και ουσιαστικά την εκβίασαν να αλλάξει το οικονομικό μοντέλο της εν μια νυκτί. Από την άλλη μεριά, οι κυπριακές Αρχές γνώριζαν τα σχέδια του Βορρά, αλλά δεν προετοιμάστηκαν. Εχω την εντύπωση, όμως, ότι η απόφαση για την Κύπρο είχε ήδη ληφθεί. Η Γερμανία ήθελε οπωσδήποτε συμμετοχή των καταθετών στη διάσωση των τραπεζών και η Κύπρος ήταν η πρώτη, ανίσχυρη, όχι ιδιαίτερα συστημική χώρα στην οποία θα εφάρμοζαν ένα διαφορετικό από τα μέχρι σήμερα μοντέλα διάσωσης - το bail-in, το κούρεμα δηλαδή των καταθέσεων.

Πόσο καθοριστικά συνέβαλε η έκθεση των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα και το ελληνικό κούρεμα;

― Οι κυπριακές τράπεζες υπερεπεκτάθηκαν στην Ελλάδα και οι ευθύνες των εμπλεκομένων είναι σημαντικές. Σας διαβάζω από την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του πρώην υπουργού Οικονομικών κ. Σιαρλή στον «Φιλελεύθερο» (14/3/2013): «Το πιο σημαντικό πρόβλημα που τελικά έσπρωξε την κυπριακή οικονομία πέρα από το όριο αντοχής της ήταν η υπερβολική τους έκθεση στην ελληνική οικονομία. Πιο συγκεκριμένα, η τεράστια έκθεση στα ελληνικά ομόλογα [...] ήταν ένα τεράστιο λάθος που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Επίσης, η μεγάλη επέκταση των τραπεζικών εργασιών των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα ήταν ένα μεγάλο λάθος. Τεράστιο λάθος ήταν επίσης η έγκριση της συγχώνευσης των τραπεζών Μαρφίν και Εγνατίας με τη Λαϊκή Τράπεζα. Το τελειωτικό χτύπημα λαθών ήταν η αποδοχή από κυπριακής πλευράς της μετατροπής αυτών των τραπεζών από θυγατρικές της Λαϊκής σε υποκαταστήματά της. Ιδιαίτερα αν ένας αναλογιστεί ότι αυτό έγινε το 2011, όπου είχε ήδη διαφανεί ότι η έκθεση της Κύπρου στην ελληνική οικονομία βρισκόταν σε επικίνδυνα επίπεδα». Θα 'θελα να προσθέσω κάτι ακόμα. Το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων το 2012 (το PSI) επιβάρυνε τις κυπριακές τράπεζες με 4,5 δισ. Γιατί δεν διαπραγματεύθηκε τη συναίνεσή του στη σχετική απόφαση του Γιούρογκρουπ ο τότε πρόεδρος κ. Χριστόφιας; Οι ευθύνες του για ό,τι ακολούθησε είναι τεράστιες.

Μεθόδευσαν το bail-in

Γιατί η Ε.Ε. θέλει την καταστροφή του χρηματοοικονομικού πυλώνα του νησιού; Του καζίνο, όπως το είπαν οι Γάλλοι.

― Η τρόικα επεδίωξε τη συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα προκειμένου αυτός να καταστεί βιώσιμος. Αυτό το αποδέχθηκε και η κυβέρνηση Χριστόφια. Μην ξεχνάτε ότι, μετά το PSI, η Λαϊκή ήταν μια χρεοκοπημένη τράπεζα και οι ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών γενικότερα ανήλθαν σε 10 δισ. - το 60% του ΑΕΠ! Τα νούμερα είναι μεγάλα. Δεν θα έβλαπτε, βέβαια, αν ρωσικά και άλλα κεφάλαια στρέφονταν στη βόρεια Ευρώπη, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό ήταν το σημαντικότερο κίνητρο των δανειστών. Η γενικότερη στρατηγική τους ήταν το bail-in -και η Κύπρος η πρώτη εφαρμογή. Στην περίπτωση της Κύπρου, η στρατηγική αυτή υποβοηθήθηκε από μια «οριενταλιστική» αντίληψη για τους «πονηρούς» και «αναξιόπιστους» ανατολίτες που εμπλέκονται σε «ξέπλυμα μαύρου χρήματος». Αυτή η μιντιακή-ιδεολογική κατασκευή διευκόλυνε το σχεδιασμό των ισχυρών του Βορρά. Μπορούσαν να επιβάλουν τις μεθοδεύσεις τους ευκολότερα σε μια ηθικά-ιδεολογικά απαξιωμένη χώρα. Πίσω από την οικονομική πολιτική υπάρχει πάντα μια συγκεκριμένη ανθρωπολογία.

Η οποία στοχεύει πού;

― Ο στόχος να συρρικνωθεί ο κυπριακός τραπεζικός τομέας δεν είναι εσφαλμένος. Τίθεται όμως από λάθος ανθρώπους. Δεν θα μας πει ο Σόιμπλε ή η Λαγκάρντ για το ποιο πρέπει να είναι το μέγεθος του τραπεζικού τομέα. Εκλέγουμε κυβερνήσεις για να το κάνουν αυτό. Βλέπετε όμως την αντίφαση; Σε ένα στρεβλό οικοδόμημα, όπως είναι η Ευρωζώνη, οι ισχυρές οικονομικά χώρες υπαγορεύουν στις λιγότερο ισχυρές πώς πρέπει να οργανώνουν την οικονομία τους. Με λίγα λόγια, αυτοί που βάζουν τα λεφτά παρακάμπτουν τη νομιμοποίηση που διέπει μια εθνική δημοκρατική πολιτεία. Αυτή η στάση οργίζει τους πολίτες του Νότου και τροφοδοτεί αντιευρωπαϊκές αντιλήψεις.

Τι επιδιώκει η γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη; Πόσο απειλείται η ευρωπαϊκή ενοποίηση;

― Εχει γραφεί αρκετές φορές και είναι σωστό: οι «καλβινιστές» Γερμανοί συμπεριφέρονται στους «διεφθαρμένους» Νότιους όπως συμπεριφέρθηκαν οι σύμμαχοι στην ηττημένη Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο: υπεραυστηρά, εξουθενωτικά, τιμωρητικά. Η Γερμανία αυτό που ξέρει να κάνει καλά είναι να επιβάλλει οικονομική πειθαρχία και κανόνες. Η τεράστια οικονομική ισχύς της δεν της επιτρέπει να αντιληφθεί την πολιτική διάσταση του ευρώ. Η ελίτ της Γερμανίας εξακολουθεί να κατατρύχεται από τις ενοχές του ναζιστικού παρελθόντος, που δεν της επιτρέπουν να ασκήσει πραγματική ηγεσία. Η οικονομική της μονομανία την εμποδίζει να σκεφτεί με ευρύτερους γεωπολιτικούς όρους. Το έθεσε εξαιρετικά ο πρώην καγκελάριος κ. Σμιτ, πέρυσι, σε συνέντευξή του στη γερμανική τηλεόραση (το αποδίδω ελεύθερα): «Το Αουσβιτς εμποδίζει τη Γερμανία να ηγηθεί πραγματικά της Ευρώπης». Η γερμανική μονομέρεια υπονομεύει την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Διδάγματα από την Κυπριακή κρίση


Εδώ και δύο βδομάδες αισθάνομαι σαν πολεμικός ανταποκριτής. Διεθνή ΜΜΕ όπως το CNN, το BBC, το Sky, το ABC και άλλα, μου ζητούν συνεντεύξεις για το νέο «Κυπριακό» – την απόφαση της Ευρωζώνης για τη διάσωση της Κυπριακής οικονομίας. Δεν απευθύνονται σε μένα για την πολιτική-οικονομική σοφία μου, αλλά μάλλον γιατί έχω το «προνόμιο» να κατοικώ στην Κύπρο και να παρακολουθώ τις εξελίξεις από κοντά. «Πώς είναι η ζωή χωρίς τράπεζες;», ρωτάνε. «Πώς αισθάνονται οι Κύπριοι;».

Κατανοητά τα ερωτήματα αυτά, αλλά δεν είναι απαραίτητα τα πιο σημαντικά για μας. Για τους Ελλαδίτες και τους Κύπριους οι καίριες ερωτήσεις είναι: Πώς έφτασε η Κύπρος στην οικονομική καταστροφή; Πώς διαχειρίστηκε την κρίση η πολιτική ηγεσία; Τι μαθήματα πρέπει να συναγάγουν οι Ελλαδίτες πολιτικοί από όσα συνέβησαν στο νησί;

Ας το δούμε πρώτα γενικά. Η πρόσφατη κρίση στην Κύπρο ήταν αποτέλεσμα συσσώρευσης «λανθανουσών αστοχιών» - αστοχιών που δεν αναγνωρίζονται στην ώρα τους ως σημαντικές και προσπερνώνται. Με τη συνδρομή τυχαίων γεγονότων σε ένα διασυνδεδεμένο σύστημα, οι λανθάνουσες αστοχίες ενεργοποιούνται και παράγουν «ατυχήματα».

Να το κάνω πιο λιανά. Το διασυνδεδεμένο σύστημα είναι η Ευρωζώνη: δυσμενείς δημοσιονομικές-οικονομικές εξελίξεις σε μία χώρα επηρεάζουν και τις υπόλοιπες. Όταν σε μια χώρα συστηματικά λαμβάνονται εσφαλμένες οικονομικές αποφάσεις και παράγονται θεσμικές δυσλειτουργίες («λανθάνουσες αστοχίες»), τότε συσσωρεύονται προβλήματα που καθιστούν τη χώρα ευάλωτη. Τα προβλήματα αυτά δεν αναγνωρίζονται εγκαίρως από τους λήπτες αποφάσεων ως εν δυνάμει καταστροφικά. Σε ένα ευάλωτο σύστημα, αρκεί ένα τυχαίο σημαντικό γεγονός, για να αρχίσει η κρίση. Η κρίση είναι μια διαδικασία: ανάλογα με το πώς τη χειρίζεσαι, ενδέχεται να κλιμακωθεί, αλλάζοντας την ίδια τη φύση του προβλήματος που έχεις να διαχειριστείς.

Το σχήμα αυτό βοηθάει να καταλάβουμε πώς η Κύπρος έφθασε στο σημείο να είναι, ουσιαστικά, μέλος της Ευρωζώνης υπό αναστολή. Ο συνδυασμός χαμηλής εταιρικής φορολογίας, καλού φορολογικού συστήματος, αγγλικού δικαίου, και σχετικά χαλαρών (αρχικά τουλάχιστον) ελέγχων, προσέλκυσε πολλά ξένα κεφάλαια στις τράπεζες. Η Κύπρος έγινε σημαντικό υπεράκτιο τραπεζικό κέντρο, προσελκύοντας, μεταξύ άλλων, ρωσικά κεφάλαια. Η μεγέθυνση των τραπεζών ενισχύθηκε περαιτέρω με την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωζώνη το 2008 και την υψηλή διαθεσιμότητα χαμηλότοκης πίστωσης, οδηγώντας τες σε υπερδιόγκωση: το ενεργητικό των τραπεζών έφτασε να είναι οκταπλάσιο του ΑΕΠ! Η άλλη όψη της τραπεζικής υπερτροφίας ήταν ότι η χώρα κατέστη ευάλωτη σε απότομες αλλαγές στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα -- πολλά αυγά μπήκαν στο ίδιο καλάθι.

Κανείς δεν ασχολήθηκε σοβαρά με τον υπερτροφικό τραπεζικό τομέα. Τη χρυσοτόκο όρνιθα την προστατεύεις, δεν της κάνεις τη ζωή δύσκολη! Η οικονομική ισχύς των τραπεζών απέφερε και πολιτική ισχύ. Οι τράπεζες κατέστησαν τα αγαπημένα παιδιά των πολιτικών, οι σχέσεις διαπλοκής έγιναν πολύ στενές. Πέρυσι λ.χ. αποκαλύφθηκε στον Κυπριακό Τύπο ότι χαρίστηκε δάνειο σε εταιρία που φέρεται να ήλεγχε το τότε κυβερνών κόμμα ΑΚΕΛ. Οι πρόσφατες αποκαλύψεις στον ελλαδικό Τύπο για διαγραφές τραπεζικών χρεών και άλλες χαριστικές ρυθμίσεις σε περίβλεπτα μέλη του κυπριακού πολιτικού κατεστημένου και των συνδεδεμένων με αυτό επιχειρηματικών συμφερόντων, επιβεβαιώνουν τη διάχυτη υποψία της στενής διαπλοκής τραπεζικού-πολιτικού συστήματος. Ούτε βέβαια είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι υπουργοί Οικονομικών είναι πρώην τραπεζίτες.

Τον Φεβρουάριο 2008 εξελέγη Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ο κ. Χριστόφιας. Η εντυπωσιακή ανεπάρκειά του τον κατέστησε μοιραίο πρόσωπο. Δεν είναι μόνο οι προσωπικές ευθύνες που επισήμως του καταλογίστηκαν για την καταστροφική έκρηξη στο Μαρί το 2011 (τις οποίες ουδέποτε ανέλαβε), αλλά και το ότι, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του, επιδόθηκε σε αλόγιστες δημόσιες δαπάνες, αυξάνοντας πάνω από 80% το δημόσιο χρέος, τη στιγμή που στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα άρχιζε η κρίση. Οι παροιμιωδώς κακές σχέσεις του με τον τότε κεντρικό τραπεζίτη της Κύπρου κ. Ορφανίδη, έφτασαν μέχρι και δημόσιες αντιπαραθέσεις!

Οι Κυπριακές τράπεζες επεκτάθηκαν ραγδαία στην Ελλάδα, ανοίγοντας υποκαταστήματα και αγοράζοντας ομόλογα, ακόμα και όταν η κρίση ήταν εμφανής. Στο τέλος του 2010 η έκθεση των τραπεζών σε Ελληνικά ομόλογα και επιχειρήσεις έφτασε σε 2,5 φορές το Κυπριακό ΑΕΠ! Τις προάλλες αποκαλύφθηκε στην Κυπριακή Βουλή το πλιάτσικο της Λαϊκής: τεράστια δάνεια δίνονταν δίχως επαρκείς εξασφαλίσεις. Όπως είπε πρόσφατα ο κ. Σιαρλή, ο τελευταίος υπουργός Οικονομικών του κ. Χριστόφια, η έγκριση της συγχώνευσης της Μαρφίν Εγνατίας με την Λαϊκή ήταν σφάλμα. Όπως ήταν λάθος η αποδοχή από την Κυπριακή πλευρά της μετατροπής των θυγατρικών της Λαϊκής σε υποκαταστήματά της το 2011, φορτώνοντας τελικά την τράπεζα με υποχρεώσεις πάνω από 3 δισ. ευρώ! Για να το πω ευγενικά, οι ρυθμιστικοί έλεγχοι εκ μέρους της Κυπριακής πολιτείας αποδείχθηκαν τουλάχιστον ανεπαρκείς.

Τα αγαπημένα παιδιά του πολιτικού συστήματος συνέχιζαν να απολαμβάνουν την εύνοια των ελεγκτών τους μέχρι τέλους. Ακόμη και τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες η Λαϊκή, μια χρεοκοπημένη τράπεζα, συνέχιζε να λαμβάνει επείγουσα ρευστότητα από την ΕΚΤ συνολικού ύψους σχεδόν 10 δισ. ευρώ, ήτοι σχεδόν το 60% του ΑΕΠ! Πώς το δικαιολόγησε αυτό ο κ. Δημητριάδης, διάδοχος του κ. Ορφανίδη στην Κεντρική Τράπεζα και εκλεκτός του κ. Χριστόφια; «Επιβαλλόταν να την κρατήσουμε για να γίνουν οι εκλογές, να υπάρξει μια νέα κυβέρνηση, να πάρει τις αποφάσεις της […]», δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του. Μετάφραση: οι ορθολογικές οικονομικές αποφάσεις έπρεπε να υποχωρήσουν μπροστά σε εκλογικές σκοπιμότητες!

Με τέτοια συσσώρευση αστοχιών - οικονομικών και θεσμικών - η Κύπρος έγινε άκρως ευάλωτη. Αρκούσε ένα τυχαίο σημαντικό γεγονός για να αρχίσει η κρίση. Αυτό ήρθε με το κούρεμα των Ελληνικών ομολόγων το 2012, που επιβάρυνε τις τράπεζες με 4,5 δισ. Ήταν το αποφασιστικό χτύπημα για την Κυπριακή οικονομία. Ο τότε Πρόεδρος Χριστόφιας δεν διαπραγματεύτηκε τη συναίνεσή του στο ελληνικό κούρεμα που τόσο επηρέαζε τις τράπεζες της χώρας του. Ήταν ένα κολοσσιαίο λάθος και η αφετηρία της σημερινής καταστροφής.

Η διαχείριση της κρίσης

Τη στιγμή που η Κύπρος υπέβαλε το αίτημα στο Γιούρογκρουπ για να υπαχθεί σε πρόγραμμα στήριξης τον Ιούνιο 2012, άρχισε η αντίστροφη πορεία. Η κυρίαρχη άποψη στη βόρεια Ευρώπη ήταν ότι θα πρέπει να συμμετάσχουν και οι καταθέτες σε ένα πρόγραμμα διάσωσης. Αυτό ήταν γνωστό, και είχε τεθεί, τουλάχιστον τεχνοκρατικά, υπόψη των κυβερνήσεων Χριστόφια και Αναστασιάδη. Επιπλέον, ως φορολογικός παράδεισος, η Κύπρος εθεωρείτο πλυντήριο μαύρου χρήματος, κυρίως Ρωσικού. Με τις εκλογές ενόψει, η αριστεροπράσινη αντιπολίτευση στη Γερμανία απειλούσε τη Μέρκελ ότι θα καταψήφιζε ένα πακέτο διάσωσης που δεν θα κούρευε τους «Ρώσους ολιγάρχες». Κατασκευάστηκε μιντιακά η εικόνα της «ιδιαίτερης περίπτωσης» - μιας ανατολίτικης χώρας, που είναι καταφύγιο μαύρου χρήματος και έχει «οικονομία-καζίνο».

Μια τέτοια «οριενταλιστική» αντίληψη διευκόλυνε τη σκληρή έως βάναυση συμπεριφορά των δανειστών έναντι της Κύπρου. Ο Σόϊμπλε, η Μέρκελ και η Λαγκάρντ επανειλημμένα δήλωσαν ότι «το επιχειρηματικό μοντέλο της Κύπρου έχει πεθάνει» και ότι ο τραπεζικός τομέας έπρεπε να συρρικνωθεί στο μισό. Δεν ήταν δύσκολο αυτή η άποψη να ερμηνευθεί από την κυπριακή κοινή γνώμη ως προσπάθεια των ξένων να «μας πάρουν τον πλούτο». Σε συνδυασμό με την πρώτη ηλίθια απόφαση του Γιούρογκρουπ για κούρεμα και των ασφαλισμένων καταθέσεων, πυροδότησε την έκρηξη της κοινής γνώμης κατά της τρόικας.

Αυτή τη θυμική λαϊκή διάθεση εξέφρασε η Κυπριακή Βουλή με την απόφασή της να απορρίψει το σχετικό νομοσχέδιο που κατέθεσε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης. Ήταν αναμενόμενο. Οι πλείστοι Κύπριοι πολιτικοί είναι επιρρεπείς στο λαϊκισμό, τη ρουσφετολογία, και τη νοοτροπία της χώρας-θύμα. Προεκλογικά, άλλωστε, και οι τρεις υποψήφιοι διακήρυσσαν υπερηφάνως ότι «θα επαναδιαπραγματευθούν το Μνημόνιο» και δήλωναν κατηγορηματικά ότι θα αρνηθούν οποιοδήποτε κούρεμα καταθέσεων!

Δύο βδομάδες αργότερα διαπίστωσαν πόσο δύσκολο είναι να μεταμορφωθούν μέσα σε μια νύχτα σε σοβαρούς statesmen, που πρέπει να πάρουν σκληρές αποφάσεις για το δημόσιο συμφέρον. Η ταύτιση με τη θυμική διάθεση του λαού ήταν εύκολη. Η έγκαιρη επεξεργασία ρεαλιστικού Σχεδίου Β ήταν δύσκολη: δεν είχαν προετοιμαστεί, ούτε είχαν αίσθηση της διαπραγματευτικής πραγματικότητας. Θεώρησαν ότι αρκούσε το περήφανο «όχι».

Υπήρξαν τραγικά αφελείς. Στο μπρα ντε φερ με την τρόϊκα ήταν το δυσανάλογα αδύναμο μέρος. Η διαπραγματευτική τους στρατηγική ήταν σπασμωδική. Άρχισαν την τελευταία στιγμή να αναζητούν, πανικόβλητοι, λύσεις δεξιά-αριστερά. Σε κρίσιμη συνεδρία της ομάδας εργασίας του Γιούρογκρουπ η Κύπρος ήταν απούσα. Η πιο βασική στρατηγική επιλογή της χώρας – η ένταξη στην ΕΕ – άρχισε να αμφισβητείται εμπράκτως, όταν αναζητήθηκε βοήθεια από τη Ρωσία, αποξενώνοντας έτσι τους εταίρους. Ο Κύπριος Πρόεδρος δεν αντελήφθη ότι η διαπραγμάτευση είναι ένα επαναλαμβανόμενο παίγνιο και ότι, κατά συνέπεια, το κλειδί στη στρατηγική είναι να βλέπεις μπροστά και να σκέφτεσαι προς τα πίσω.

Αν η Κυπριακή πολιτική ηγεσία είχε ρεαλιστική αίσθηση της πραγματικότητας, θα γνώριζε ότι η συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα δεν μπορούσε να αποτραπεί, οπότε το ζητούμενο, διαπραγματευτικά, ήταν αν αυτό θα γίνει απότομα ή βαθμιαία. Δεν πίστευαν ότι οι δανειστές θα προχωρούσαν σε κούρεμα, θεωρούσαν ότι μπλόφαραν. Ανακάλυψαν ότι, στον επόμενο γύρο, οι επιλογές τους στένευαν. Το δίλημμα πλέον δεν ήταν αποδοχή του κουρέματος των καταθέσεων ή όχι, αλλά παραμονή στο ευρώ ή όχι. Σε κάθε γύρο τα διλήμματα οξύνονταν καθώς η κρίση κλιμακωνόταν. Για τους δανειστές, το κόστος από πιθανή έξοδο της Κύπρου από την ευρωζώνη ήταν υπαρκτό αλλά διαχειρίσιμο, ενώ για την Κύπρο ήταν καταστροφικά υψηλό. Ο αδύναμος, φυσικά, υποχώρησε.

Διδάγματα

Τι διδάσκει η Κυπριακή εμπειρία; Πρώτον, αληθινός πατριωτισμός σημαίνει να υπερασπίζεσαι αποτελεσματικά τα μακροχρόνια συμφέροντα της πατρίδας σου. Όλα τα άλλα είναι δημαγωγικοί και ανόητοι παλληκαρισμοί. Δεύτερον, ότι στο διεθνές πολιτικό σύστημα αυτό που μετράει είναι η ισχύς. Μια μικρή χώρα έχει πιθανότητες να προωθήσει τα συμφέροντά της στο μέτρο που τα κάνει να συμπέσουν με τα συμφέροντα ηγεμονικών δυνάμεων. Αυτή ήταν η στρατηγική του Ελευθερίου Βενιζέλου. Τρίτον, ότι οι ηγέτες πρέπει να διαθέτουν νοοτροπία κυβερνήτη, όχι λαϊκιστή πολιτικάντη ή αφελούς πατριώτη. Να έχουν αίσθηση της πραγματικότητας, να διαθέτουν στρατηγική, να τολμούν να παίρνουν εγκαίρως επώδυνες αποφάσεις υπέρ του γενικού καλού κι όχι επιμέρους συμφερόντων, να μην υπερυπόσχονται.

Η Κύπρος άλλαξε βίαια οικονομικό μοντέλο. Από την αβεβαιότητα της χρεοκοπίας πέρασε στη βεβαιότητα της βάρβαρης λιτότητας. Η σκληρότητα των δανειστών απέναντί της ήταν αξιοσημείωτη. Το χάσμα εμπιστοσύνης μεταξύ των ιδεοληπτικών «καλβινιστών» του Βορρά και των «ηθικά ύποπτων» του Νότου διευρύνθηκε. Το να υπερασπίζεται κανείς μια τέτοια στρεβλή κατασκευή όπως είναι η Ευρωζώνη, γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Η ασυμμετρία μεταξύ των οικονομικών επιταγών της ευρωζώνης (όπως αυτές υπαγορεύονται από τους ισχυρούς του Βορρά) και των αναγκών της εθνικής πολιτικής των Νοτίων είναι πολύ μεγάλη για να γίνει αποδεκτή. Έχουμε φθάσει στο σχιζοφρενικό σημείο ότι για να σωθεί το ευρώ να πρέπει να καταστραφούν οι ευρωπαίοι του Νότου! Αν οι ισχυροί του Βορρά συνεχίσουν έτσι, η ευρωζώνη θα οδηγηθεί πιθανότατα στην κατάρρευση.

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Η ηθική της (μη) μεταμέλειας


Δημοσιογράφος: «Ο κ. Παπαγεωργόπουλος ελέγχεται από τη Δικαιοσύνη. Μπορείτε να μας πείτε ποια είναι η θέση του στη ΝΔ;» Α. Σαμαράς: «[…] Θεωρώ ότι ο Βασίλης ο Παπαγεωργόπουλος είναι ένας έντιμος άνθρωπος, ο οποίος έχει προσφέρει απίστευτα πολλά στην πόλη της Θεσσαλονίκης», Συνέντευξη Τύπου, 76η ΔΕΘ, 18/9/2011

Η καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη του πρώην δημάρχου Θεσσαλονίκης Β. Παπαγεωργόπουλου για συνέργεια σε υπεξαίρεση 18 εκατομμυρίων ευρώ από το Δήμο του, δεν προκάλεσε έκπληξη μόνο για το ασυνήθιστο ύψος της ποινής, αλλά και για το ότι οδήγησε ένα προβεβλημένο δημόσιο πρόσωπο στη φυλακή. Και άλλοι πολιτικοί έχουν καταδικασθεί (θυμηθείτε λ.χ. τον μακαρίτη Γ. Κεφαλογιάννη, τον Μαντέλη, τον Ψωμιάδη, αρκετούς δημάρχους, κλπ), αλλά οι ποινές τους ήταν συνήθως με αναστολή. Ο Παπαγεωργόπουλος οδηγήθηκε από την αίθουσα του δικαστηρίου κατευθείαν στη φυλακή! Στην Ελλάδα της ατιμωρησίας αυτό εκπλήσσει…

Σε μια ώριμη δημοκρατία, μια οποιαδήποτε δικαστική καταδίκη αρκεί συνήθως για να καταστρέψει τη σταδιοδρομία ενός πολιτικού. Όχι όμως απαραίτητα στη χώρα της φαύλης κομματοκρατίας. Εδώ οι δικαστικές έρευνες, διώξεις, ακόμη και καταδίκες (ιδιαίτερα αυτές με ανασταλτικό χαρακτήρα) εμπλέκονται στην πολωτική αντιπαράθεση των κομμάτων, οπότε τείνουν να αντιμετωπίζονται ως παροδικές, πολιτικά υποκινούμενες οχλήσεις. Η Δικαιοσύνη ως δημόσιος θεσμός υποσκάπτεται, στο μέτρο που οι αποφάνσεις της τίθενται διαρκώς υπό (κομματική) αμφισβήτηση.

Σε ένα τέτοιο σύστημα, πρώτιστο μέλημα των κομματικών φυλών είναι η προστασία των μελών τους. Ο καταδικασθείς κ. Ψωμιάδης (όπως και ο κ. Κεφαλογιάννης παλαιότερα), ακόμα παράγει πολιτικό θόρυβο, χωρίς να διαγραφεί από το κόμμα του, ενώ στο βιογραφικό του κ. Παπαγεωργόπουλου θα χάσκει ένα μικρό κενό μετά την «αναστολή» (!) της κομματικής του ιδιότητας. Μπορεί να συνέργησε σε υπεξαίρεση δημοτικού χρήματος, αλλά σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό, «πρόσφερε απίστευτα πολλά» στην πόλη του. Δεν προσπερνώνται εύκολα τέτοιοι ογκόλιθοι... Τα κόμματα αρνούνται να αποβάλλουν τα ύποπτα παράνομης συμπεριφοράς, διαφθοράς ή κακοδιοίκησης στελέχη τους, παρά μόνο ως ύστατη επιλογή. Πρώτα ενεργοποιείται η αλληλεγγύη της «φυλής» και, όταν δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά, επιδεικνύουν ηθικο-πολιτική «ευαισθησία»!

Τα μετα-οθωμανικά μας ήθη θέλουν κλεπτοκράτες ή παραβατικούς πολιτικούς να διαμαρτύρονται ότι, ενώ αυτοί είναι «άμεμπτοι», οι δικαστικές καταδίκες τους είναι «πολιτικά» υποκινούμενες. Δεν εκπλήσσει. Ο πολυχρονεμένος πασάς δεν ζητά συγγνώμη για τις πράξεις του, ούτε ομολογεί τις αδυναμίες του. Ο κυρίαρχος ανθρωπότυπος πολιτικού στην Ελλάδα αντλεί την υπόστασή του από δύο συνυφασμένα ψυχολογικά αρχέτυπα: το ναρκισσισμό και τη θυματοποίηση. Ο κορδωμένος Παπαγεωργόπουλος, που μιλά για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο, εύκολα μεταπίπτει στο ρόλο του θύματος, όπως η εγωπάθεια του Τσοχατζόπουλου ή του Ψωμιάδη εύκολα μετατρέπεται σε αίσθημα καταδίωξης. Ο ναρκισσιστής που παρεκτρέπεται δεν νοιώθει την ανάγκη της κάθαρσης μέσα από τη δημόσια μεταμέλεια. Δεν επιζητεί τη συγχώρεση εφόσον δεν θεωρεί ότι οφείλει. Δεν πασχίζει να επαναφηγηθεί τα γεγονότα προκειμένου να αναδεχθεί τις ευθύνες του. Αυτο-επιβεβαιώνεται μέσω της αυτο-θυματοποίησης. Κυριαρχεί το ναρκισσιστικό εγώ, όχι η ηθική ανασύστασή του.

Σε άλλες χώρες, με διαφορετικές παραδόσεις, τείνουν να επικρατούν διαφορετικοί ανθρωπότυποι. Όταν ο Μπλαγκόγιεβιτς, πρώην Κυβερνήτης του Ιλλινόϊ, καταδικάστηκε το 2011 σε φυλάκιση 14 ετών για διαφθορά, ζήτησε την επιείκεια του δικαστηρίου, αναδεχόμενος τις ευθύνες του: «Εγώ τα προκάλεσα όλα, δεν κατηγορώ κανέναν», είπε. «Ήμουν ο Κυβερνήτης και έπρεπε να ξέρω καλύτερα. Λυπάμαι απίστευτα πολύ».

Ο Μέηντοφ, προβεβλημένος απατεώνας που καταδικάστηκε σε 150 χρόνια φυλάκιση το 2009 για τη μεγαλύτερη χρηματοοικονομική απάτη στην Αμερική, ζήτησε δημοσίως συγγνώμη από τα θύματά του στο δικαστήριο. «Θα ζω με αυτό τον πόνο, αυτό το βασανιστήριο, για το υπόλοιπο της ζωής μου», είπε. Συντετριμμένος ανέφερε: «Δεν μπορώ να σας προσφέρω μια δικαιολογία για τη συμπεριφορά μου. Πώς να δικαιολογήσεις την προδοσία χιλιάδων επενδυτών που μου εμπιστεύτηκαν τα χρήματά τους; Πώς να δικαιολογήσεις την εξαπάτηση 200 εργαζομένων που ξόδεψαν το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής τους ζωής μαζί μου; […] Πώς να δικαιολογήσεις τα ψέματα σε μια σύζυγο που σου συμπαραστάθηκε για 50 χρόνια;». Ακόμα κι ένας απατεώνας δεν χάνει απαραίτητα το αίσθημα της ηθικής ευθύνης. Παρέχοντας ευκαιρία αναγέννησης στη συνείδηση των άλλων, η δημόσια συγγνώμη λυτρώνει και παιδαγωγεί. Αλλά και η σύζυγός του Μέηντοφ δεν κραύγασε, με παβλώφεια ανακλαστικά, πόσο αθώος είναι ο σύζυγός της, αλλά με ειλικρίνεια ανέφερε ότι αισθάνθηκε «ντροπιασμένη και προδομένη».

Ο δικαστής Σιν που δίκασε τον Μέηντοφ αναγνώρισε την αυστηρότητα της ποινής, αλλά τη χαρακτήρισε «συμβολικά σημαντική». Σε όσους τον επέκριναν ότι ενέδωσε «στην εκδίκηση του όχλου», αντέτεινε: «[Τα θύματα] εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους στο δικαιοδοτικό σύστημα. [Η ποινή] θα συμβάλλει, έστω και με έναν μικρό τρόπο, στην επούλωση των πληγών τους». Και ο δικαστής Ζέηγκελ που δίκασε τον Μπλαγκόγιεβιτς, απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο ως εξής: «Παρά τα όσα καλά έκανες για το λαό, και έκανες μερικά καλά, νοιάζομαι περισσότερο για εκείνες τις περιπτώσεις που ήθελες να χρησιμοποίησες την εξουσία σου για να κάνεις καλό μόνο στον εαυτό σου». Σοφές κουβέντες: η ιδιοτελής κατάχρηση εξουσίας είναι το μείζον που πρέπει να αποτραπεί σε μια δημοκρατία. Υποθέτω ότι δεν διαφωνείτε κ. Σαμαρά…

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Η παραδοχή, οι παραδοχές και η αβεβαιότητα


Πολύ θα το θέλαμε, αλλά δεν μπορούμε να προβλέψουμε τον καιρό σε βάθος χρόνου. Γιατί; Διότι αδυνατούμε: πρώτον να έχουμε τις απαιτούμενες πληροφορίες για όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τον καιρό• δεύτερον να έχουμε τόσο μεγάλη υπολογιστική ικανότητα που θα μας επέτρεπε να επεξεργαζόμαστε τις απαιτούμενες πληροφορίες• και τρίτον να διαθέτουμε ολοκληρωμένη κατανόηση των φυσικών διεργασιών που παράγουν τα καιρικά φαινόμενα. Με άλλα λόγια, η εγγενής ατέλεια της γνώσης παράγει αβεβαιότητα, δυσχεραίνοντας έτσι την πρόβλεψη.

Αν αδυνατούμε να προβλέψουμε αξιόπιστα τον καιρό για παραπάνω από μία εβδομάδα, πόσο αξιόπιστη είναι η πρόβλεψη των επιπτώσεων ενός προγράμματος δρακόντειας δημοσιονομικής προσαρμογής για τρία χρόνια; Μικρή, για τους ίδιους λόγους με την πρόγνωση του καιρού, συν έναν ακόμα. Ένα δρακόντειο πρόγραμμα λιτότητας ενσωματώνει παραδοχές. Οι προβλέψεις του στηρίζονται, πρώτον σε παραδοχές για την εξέλιξη κρίσιμων μεγεθών με βάση τις κρατούσες απόψεις και, δεύτερον, στην παραδοχή ceteris paribus – δηλαδή, ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες θα εφαρμοστεί το πρόγραμμα (π.χ. πολιτική σταθερότητα, εκτελεστική αποφασιστικότητα, κλπ) θα παραμείνουν σταθερές. Και οι δύο παραδοχές συχνά αποδεικνύονται στην πράξη προβληματικές.

Αντίθετα με τους μετεωρολόγους, οι οικονομολόγοι της τρόικας δεν αναλύουν απλώς ένα ανεξάρτητο από αυτούς φαινόμενο (την ελληνική οικονομία), αλλά, με το πρόγραμμα που επέβαλλαν, στοχεύουν να παρέμβουν σε αυτό - να αλλάξουν τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν οικονομικές συμπεριφορές. Στο μέτρο που τα Μνημόνια δεν είναι πολιτικώς ουδέτερα κείμενα αλλά εμπεριέχουν αξιώσεις ισχύος, η αβεβαιότητα που εγγενώς συνοδεύει την εφαρμογή τους υποτονίζεται. «Το Μνημόνιο», ακούμε, «πάνω απ’ όλα, πρέπει να εφαρμοστεί». Η ισχύς του δεν πρέπει να αμφισβητηθεί.

Τα Μνημόνια μοιάζουν με τη θεραπευτική αγωγή μιας δύσκολης ασθένειας, με όλη την αβεβαιότητα που εμπεριέχεται σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Τόσο στην ασθένεια, όσο και στην οικονομική συμπεριφορά, αυτός που παρεμβαίνει εφαρμόζει την ατελή γνώση του σε ένα σύνθετο και δυναμικό φαινόμενο.

Μια σημαντική παραδοχή του ΔΝΤ ήταν οι «πολλαπλασιαστές», δηλαδή η επίπτωση της δημοσιονομικής προσαρμογής (μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος) στο ΑΕΠ. Όσο πιο μικρός ο πολλαπλασιαστής, τόσο μικρότερη η επίπτωση, και αντιστρόφως. Με βάση τις κρατούσες απόψεις, οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ υπέθεσαν έναν μικρό πολλαπλασιαστή (0.5), ενώ οι κατοπινές έρευνες τους έδειξαν ότι έπρεπε να ήταν μέχρι τριπλάσιος. Με απλά λόγια, έπεσαν δραματικά έξω στο μέγεθος της ύφεσης που προέβλεψαν.

Θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί; Εκ των υστέρων, όλες οι αστοχίες θα μπορούσαν να μην υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι ότι, όπως στη μετεωρολογία, δεν διαθέτουμε τέλεια γνώση για να προβλέψουμε με αξιοπιστία σύνθετες οικονομικές συμπεριφορές. Πάντα οι παρεμβάσεις μας στηρίζονται σε παραδοχές, οι οποίες είναι εγγενώς ατελείς.

Ποιος είναι λ.χ. ο σωστός πολλαπλασιαστής; Ξέρουμε τώρα ότι δεν είναι 0,5, αλλά ποιος είναι; Η άβολη απάντηση είναι ότι, αν και έγκυρες εκτιμήσεις υπάρχουν, ουδείς γνωρίζει με βεβαιότητα. Η κρατούσα άποψη σήμερα είναι ότι είναι τουλάχιστον 1, αλλά πριν από πενήντα χρόνια ή κρατούσα άποψη τον έφερνε να ανέρχεται στο 2. Η πρόσφατη εμπειρική μελέτη των οικονομολόγων του ΔΝΤ Μπλανσάρ και Λι, από την οποία ξεκίνησε η συζήτηση για τον λάθος πολλαπλασιαστή του ΔΝΤ, επικρίθηκε. Μελέτες που ομαδοποιούν διαφορετικές χώρες, καταλήγουν σε μη αξιόπιστα συμπεράσματα, λένε οι επικριτές. Αν π.χ. η Ελλάδα και η Γερμανία απουσίαζαν από τις 28 χώρες που μελέτησαν οι ερευνητές, τα συμπεράσματά τους θα ήταν διαφορετικά. Το ίδιο θα συνέβαινε και αν επέλεγαν ένα διαφορετικό χρονικό διάστημα μελέτης. Η οικονομική γνώση είναι ανεξάλειπτα ατελής.

Το πιθανότερο είναι ότι, όπως δεν υπάρχει μια ταυτόσημη, πλήρως γνωστή θεραπευτική αγωγή για όλους όσους πάσχουν από την ίδια ασθένεια, έτσι δεν υπάρχει ένας πολλαπλασιαστής για όλες τις χώρες. Η κάθε μία έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες, τις οποίες οι κοινωνικοί μηχανικοί του ΔΝΤ είτε αγνοούν, είτε προσπερνούν. Οι πολιτικές ιδιαιτερότητες της Ελλάδας – η απίστευτη πολιτική πόλωση, η ασύστολη δημαγωγία, και οι φαυλοκρατικοί εθισμοί μιας εν πολλοίς άτολμης, κουτοπόνηρης, και ανίκανης πολιτικής ελιτ – παρήγαγαν πολιτική αστάθεια και πλημμελή εφαρμογή των Μνημονίων. Αυτά δημιούργησαν βαθιά κρίση εμπιστοσύνης στην ικανότητα της χώρας να παραμείνει στο ευρώ, η οποία παρήγαγε τεράστια αβεβαιότητα σε δανειστές, επενδυτές και καταθέτες, επιτείνοντας το πρόβλημα. Η παραδοχή ceteris paribus των τεχνοκρατών κατέρρευσε.

Προσέξτε: η αποτυχία του αρχικού προγράμματος της τρόικας δεν προήλθε μόνο εξαιτίας εσφαλμένων παραδοχών τους, αλλά και από όλους εκείνους τους λαϊκιστές πολιτικούς (ένας έγινε πρωθυπουργός!), οι οποίοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ακυρωθεί η παραδοχή ceteris paribus των σχεδιαστών του! Ενώ το ΔΝΤ παραδέχθηκε εμμέσως το σφάλμα του, το εγχώριο πολιτικό σύστημα κάνει αυτό που έκανε πάντα – επιδίδεται σε ασύστολο λαϊκισμό, κατηγορώντας ο ένας τον άλλο, και όλοι μαζί στους ξένους. Και η χώρα καταστρέφεται…

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Πες μου το «παράδειγμά» σου να σου πω τι σκέφτεσαι!


Πενήντα χρόνια από τη δημοσίευση
της «Δομής των Επιστημονικών Επαναστάσεων» του Τόμας Κουν


Στη μνήμη του Γιώργου Γκουνταρούλη που πρώτος μας εισήγαγε στη σκέψη του Τόμας Κουν στο ΑΠΘ στη δεκαετία του ‘80


Αν, στην προσπάθειά σας σαν να καταλάβετε την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα, παρακολουθείτε τις αναλύσεις των οικονομολόγων, ίσως σας δυσκολεύει η γλώσσα τους. Όταν, μάλιστα, αυτή γίνεται ιδιαίτερα τεχνική, αναλύοντας, ας πούμε, τη διεθνή αγορά των ομολόγων, μετατρέπεται σε μια αργκό τόσο ακατάληπτη όσο η γλώσσα των φυσικών του CERN!

Μια γλώσσα είναι ακατάληπτη όταν δεν την έχουμε μάθει – όταν, δηλαδή, δεν έχουμε μυηθεί στη χρήση της. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν η ορολογία ενός πεδίου μας είναι ξένη αλλά και όταν, επίσης, οι συναφείς όροι μας είναι μεν οικείοι, αλλά δεν παράγουν νόημα για μας. Πως είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;

Ο Τόμας Κουν, ο πιο διακεκριμένος φιλόσοφος-ιστορικός της επιστήμης του 20ου αιώνα, αντιμετώπισε ακριβώς αυτό το πρόβλημα το 1947, όταν προετοιμαζόταν να διδάξει, μεταξύ άλλων, αριστοτελική μηχανική στους φοιτητές του Χάρβαρντ. Ο Κουν προσπαθούσε να απαντήσει στο ερώτημά του τι γνώριζε ο Αριστοτέλης σχετικά με τη μηχανική, και τι κενά άφησε στους επιστήμονες του 16ου και 17ου αιώνα να ανακαλύψουν. Κάτι παράξενο όμως συνέβη. «Όσο τον διάβαζα, ο Αριστοτέλης μου φαινόταν όχι μόνο αδαής σχετικά με τη μηχανική αλλά κι ένας απαίσιος φυσικός», σημειώνει ο Κουν. Οι παρατηρήσεις του για την κίνηση, λ.χ. ήταν γεμάτες «λάθη» – «λάθη παρατήρησης και λογικής».

Είναι δυνατόν; Είναι δυνατόν ο άνθρωπος που θεμελίωσε τη λογική να κάνει τέτοια λάθη, αναρωτήθηκε ο Κουν. Το ερώτημα στριφογύριζε στο μυαλό του. «Καθόμουν στο γραφείο μου με τα «Φυσικά» του Αριστοτέλη ανοιχτά μπροστά μου […]», γράφει, «και κοίταζα αφηρημένα από το παράθυρο του γραφείου μου [...]. Ξαφνικά, τα θραύσματα σκέψεων στο κεφάλι μου τακτοποιήθηκαν με νέο τρόπο […]. Ο Αριστοτέλης μου φάνηκε ένας πολύ καλός φυσικός, αλλά ενός είδους που δεν θεωρούσα δυνατόν».

Τι είχε συμβεί; Ο Κουν μόλις είχε συλλάβει την κεντρική ιδέα για την οποία κατέστη παγκοσμίως γνωστός με την κατοπινή δημοσίευση του εμβληματικού βιβλίου του «Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων»: η δυσκολία του να καταλάβει τι εννοούσε ο Αριστοτέλης με την έννοια «κίνηση» προερχόταν από το ότι, στο αριστοτελικό λεξιλόγιο, η «κίνηση» (και οι λοιπές συναφείς έννοιες της μηχανικής) είχε πολύ διαφορετικό νόημα απ’ ότι στο Νευτώνειο λεξιλόγιο με το οποίο ο Κουν ήταν εξοικειωμένος. Και ο Νεύτων και ο Αριστοτέλης χρησιμοποιούν την ίδια έννοια αλλά με διαφορετικό τρόπο. Για τον Νεύτωνα η «κίνηση» αναφέρεται στην αλλαγή θέσης ενός σώματος, ενώ, στον Αριστοτέλη, η «κίνηση» είναι μια ευρύτερη έννοια: αναφέρεται στην αλλαγή γενικώς, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης ενός οργανισμού, της αλλαγής στην ένταση, ή της μετάβασης από την υγεία στην ασθένεια.

Το Αριστοτέλειο και το Νευτώνειο λεξιλόγιο συνιστούν δύο διαφορετικούς συνεκτικούς «κόσμους» («παραδείγματα»), οι οποίοι όμως είναι «ασύμμετροι», δηλαδή αναφέρονται σε διαφορετικά πράγματα και δεν επιδέχονται αναγωγή σε μια κοινή γλώσσα. Δεν υπάρχει τρόπος συγκριθούν ορθολογικά οι προτάσεις τους για να διαγνωσθεί η «αλήθεια» τους. Η μετάβαση από τον ένα κόσμο στον άλλο επιφέρει μια «επαναστατική αλλαγή» - πρόκειται για «αλλαγή παραδείγματος», όπου αλλάζει το νόημα των εννοιών.

Η επιστημονική αλλαγή δεν είναι πάντοτε σωρευτική. Όταν οι επιστήμονες έχουν μυηθεί στο ίδιο «παράδειγμα» και εργάζονται αποτελεσματικά μέσα σε αυτό (παρά τις όποιες διαφωνίες τους), οι ανακαλύψεις τους επιλύουν προβλήματα και, άρα, είναι σωρευτικές. Η επιστήμη τότε είναι «κανονική». Όταν, όμως, αλλάζει το «παράδειγμα», αυτή η αλλαγή δεν είναι σωρευτική, αφού δεν αλλάζουν μόνο οι επιστημονικοί νόμοι, αλλά και το νόημα των εννοιών που χρησιμοποιούνται. Δεν μπορεί να μεταβεί κανείς από το παλαιό στο νέο λεξιλόγιο απλά αναζητώντας περισσότερα εμπειρικά στοιχεία, αλλά να κατανοήσει το «νέο» με τους δικούς του όρους. Η «αλλαγή παραδείγματος» είναι ολιστική – αλλάζει το νόημα των εννοιών, ο τρόπος που σχετίζονται, και οι όψεις της πραγματικότητας στην οποία αναφέρονται. Ό,τι λ.χ. συνιστούσε «κίνηση» στο Αριστοτελικό «παράδειγμα» (π.χ. ο καρπός που γίνεται δένδρο, ο ασθενής που γίνεται υγιής) δεν συνιστά «κίνηση» για τον Νεύτωνα• δεν αναφέρονται στα ίδια φαινόμενα.

Με την «αλλαγή παραδείγματος» αλλάζουν οι ταξινομικές κατηγορίες κατανόησης του κόσμου. Οι αρχαίοι Έλληνες και οι νεωτερικοί άνθρωποι δεν παρατηρούν τους ίδιους πλανήτες, αφού οι αντίστοιχες ταξονομίες είναι διαφορετικές. Δεν πρόκειται μόνο για διαφορετικές πεποιθήσεις διαφορετικών ανθρώπων, ενώ το φαινόμενο παραμένει ίδιο, αλλά για κάτι πιο σύνθετο: στο μέτρο που οι πλανήτες εισέρχονται στο λεξιλόγιό μας, η γλώσσα περιγραφής που παρέχει ένα «παράδειγμα» διαμορφώνει εν μέρει το φαινόμενο. Η επιστήμη, παρατηρεί ο Κουν, έχει μια ανεξάλειπτα «ερμηνευτική βάση», γι αυτό και κύρια μέριμνα της επιστημονικής κοινότητας είναι να ενεργεί πρώτα ως κοινότητα - μυεί τους νέους της σε ένα σύστημα παρατήρησης και ερμηνείας.

Η συνεισφορά του Κουν ξεφεύγει από τα όρια της επιστήμης. Ο μεγάλος φιλόσοφος-ιστορικός άλλαξε, γενικότερα, τον τρόπο που βλέπουμε κάθε σύστημα σκέψης. Πρώτον, συνέβαλλε στην απο-ιεροποίηση της επιστήμης. Η επιστήμη δεν συνιστά μια αλλόκοσμη αναζήτηση της μίας και μοναδικής αλήθειας, αλλά μια ανεξάλειπτα κοινωνική-πολιτισμική δραστηριότητα, στην οποία το εκάστοτε επικρατούν λεξιλόγιο αντανακλά κυρίαρχες κοσμολογικές αντιλήψεις και συμφέροντα. Δεύτερον, συνεισέφερε στην ιστορικοποίηση της σύγχρονης σκέψης. Το λεξιλόγιο περιγραφής του κόσμου αλλάζει στο χρόνο, ενίοτε με «ασύμμετρο» τρόπο. Κατανοώντας μια άλλη εποχή, κατανοούμε καλύτερα και τη μερικότητα της δικής μας οπτικής γωνίας, γινόμαστε αναστοχαστικοί.

Τρίτον, η «αλλαγή παραδείγματος» διατηρεί πάντοτε μια αινιγματικότητα: δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίζουμε πλήρως γιατί, ιστορικά, αλλάζουμε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο – γιατί, ούτως ειπείν, βλέπουμε διαφορετικά μοτίβα στο καλειδοσκόπιο. Ακόμα και η πιο ορθολογική δραστηριότητα, όπως είναι η επιστήμη, ερείδεται σε μη ορθολογικά («φαντασιακά», θάλεγε ο Καστοριάδης) στοιχεία.

Αν και δεν το επεδίωξε ποτέ, η μεγαλύτερη συνεισφορά του Κουν, πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευση της «Δομής», ήταν ότι μας έδωσε ένα πρώτο λεξιλόγιο να κατανοήσουμε τον εαυτό μας ως σύνθετοι νεωτερικοί άνθρωποι: η σκέψη μας αναγκαστικά περιχαρακώνεται σε «παραδείγματα»• δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από την εποχή μας• για να καταλάβουμε μια ανοίκεια έννοια πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα που την εμπεριέχει και τον τρόπο ζωής που την υποστηρίζει• οι ριζικές αλλαγές έχουν, εν μέρει, μη ορθολογική βάση. Κυρίως: η αναστοχαστικότητα είναι ένα γνώρισμα του σύνθετου ανθρώπου.