Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Πατριωτισμός, αυθεντικός και κίβδηλος

Ο αείμνηστος Αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρόρτι εύστοχα παρατηρεί ότι η «εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ό,τι είναι ο αυτο-σεβασμός για τα άτομα: μια αναγκαία συνθήκη για αυτο-βελτίωση». Ο συναισθηματικός δεσμός με τη χώρα σου είναι απαραίτητος, υποστηρίζει, προκειμένου να είναι γόνιμη η πολιτική διαβούλευση. Με άλλα λόγια, για να βουλεύεται γόνιμα μια οργανωμένη πολιτική κοινότητα πρέπει οι πολίτες της να νοιώθουν ότι ανήκουν σε αυτή. Γιατί άραγε;

Μια πρώτη απάντηση είναι ότι οι άνθρωποι δεν είναι υπολογιστικές μηχανές, ούτε αλγόριθμοι. Δεν μπορούμε να μετάσχουμε γόνιμα - παραγωγικά, ευφάνταστα - σε κάτι αν δεν νοιώθουμε ότι έχει σημασία για μας. Όπως δεν θα ασκήσεις καλά ένα επάγγελμα αν δεν ενστερνισθείς βιωματικά τις αξίες του, έτσι δεν θα διαβουλευθείς γόνιμα για τη χώρα σου αν δεν την αγαπάς. Αν μετέχεις στο δημόσιο βίο στεγνά χρησιμοθηρικά, η συνεισφορά σου κυριαρχείται από ωφελιμιστικό υπολογισμό, ο οποίος αφορά στο στενό συμφέρον σου. Αν, όμως, μετέχεις στα κοινά ως πολίτης που νοιάζεται για τη χώρα του – παθιάζεται για τη βελτίωσή της -, τότε η συνεισφορά σου έχει ως σημείο αναφοράς το κοινό καλό. Ο περί κοινών λόγος διαμορφώνεται από το περί κοινών πάθος.

Μια δεύτερη απάντηση είναι ότι δίχως τον πατριωτισμό είναι δύσκολο να ανθήσει η δημοκρατία. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία προϋποθέτει τον «δήμο» - μια αυτοκυβερνώμενη πολιτική οντότητα, τα μέλη της οποίας βιώνουν το αίσθημα του συνανήκειν. Στο μέτρο που η δημοκρατία ως πολίτευμα εκτοπίζει παραδοσιακές ιεραρχίες και υπερκεράζει επιμέρους ταυτότητες (π.χ. θρησκευτικές, εθνοτικές, φυλετικές, κλπ.), αναδεικνύει την ατομική συμμετοχή στα κοινά, η οποία, με τη σειρά της, για να επισυμβεί, απαιτεί την κινητοποίηση των πολιτών εφόσον αισθάνονται ότι μοιράζονται μια κοινή ταυτότητα. Μόνο αν βιώνεις τη δημοκρατική πολιτεία ως ένα κοινό έργο που σε αφορά, θέλεις να συμμετάσχεις ενεργά στην πραγμάτωσή του.

Αν τα μέλη της δημοκρατικής πολιτείας τα ενώνει μόνο το κοινό συμφέρον, ο συνεταιρισμός τους δεν θα έχει διάρκεια - δεν θα καταστεί κοινωνία· μετοχή στον κοινό λόγο. Χρειάζεται μια ισχυρότερη συγκολλητική ουσία για κάτι τέτοιο – μια κοινή ταυτότητα. Αν δεν έχει οικοδομηθεί το αίσθημα του συνανήκειν, όπως λ.χ. συνέβη με το σχίσμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων στην Κυπριακή Δημοκρατία, στη δεκαετία του 1960, είναι δύσκολο να συσταθεί ένας «δήμος», στο όνομα του οποίου θα ασκηθεί αποτελεσματικά και νομιμοποιημένα η δημοκρατική διακυβέρνηση.

Η δημιουργία του έθνους-κράτους και η ραγδαία εξάπλωσή του από τον 19ο αιώνα και μετά καθιέρωσε την κοινή εθνική ταυτότητα ως τη βάση της δημοκρατικής διακυβέρνησης: το έθνος είναι ο κορμός του «δήμου», εν ονόματι του οποίου ασκείται η διακυβέρνηση. Από τη στιγμή που δημιουργείται, το έθνος-κράτος, μέσω των εκπαιδευτικών-πολιτιστικών θεσμών του, αναζητεί μια κοινή αφήγηση – επιμελείται τα ιστορικά γεγονότα με τρόπο που υπογραμμίζει την κοινή καταγωγή, κοινά έθιμα, κοινή αντίληψη ζωής. Το έθνος-κράτος έχει ανάγκη να φανταστεί το παρελθόν του για να συνεχίσει συντεταγμένα την πορεία του στο μέλλον.

Η κοινή αφήγηση δημιουργεί ή/και εντείνει το αίσθημα του συνανήκειν, το οποίο καθιστά εφικτή την ανάληψη αμοιβαίων δεσμεύσεων – τόσο μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, όσο και μεταξύ των πολιτών. Δίχως το συναισθηματικό δεσμό μεταξύ αγνώστων πολιτών που παρέχει η αίσθηση κοινής ταυτότητας δεν μπορούν να αναληφθούν αμοιβαίες υποχρεώσεις. Το σύγχρονο προνοιακό κράτος δημιουργήθηκε ακριβώς στο μέτρο που αναπτύχθηκε το αίσθημα της αλληλεγγύης μεταξύ αγνώστων, πλην ομοεθνών πολιτών. Χωρίς αυτό το συναισθηματικό υπόστρωμα είναι αδιανόητη η αναδιανεμητική οικονομική πολιτική.

Αυθεντικός πατριωτισμός

Για τους κυνικούς (ακριβέστερα, γι’ αυτούς που, όπως λέει ο Ρόρτι, αντιμετωπίζουν το δημόσιο βίο ως «θεατές»), εφόσον η κοινή αφήγηση του έθνους συνιστά ιστορική κατασκευή είναι αυθαίρετη, άρα κατεδαφιστέα. Για τους ανθρώπους της πολιτικής δράσης, όμως, κάθε κατασκευή είναι μεν φαντασιακή (με την έννοια ότι δεν μπορεί να είναι αντικειμενική), αλλά, συγχρόνως, είναι μέρος της διαδικασίας του τι θέλουμε να ελπίζουμε - τι θέλουμε να γίνουμε. Συνδέουμε επινοητικά στο παρόν τις τελείες του παρελθόντος, με τρόπο που θεωρούμε πρόσφορο, προκειμένου να δημιουργήσουμε το μέλλον.

Όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, το 1838, στην περίφημη ομιλία του στην Πνύκα, στους νέους της Αθήνας, αφηγείται τον ξεσηκωμό του 1821, εντάσσει τη φλογερή «επιθυμία της ελευθερίας» στην πατρογονική παράδοση των «παλαιών» (αρχαίων) Ελλήνων, την οποία οι νεότεροι Έλληνες έπρεπε να «μιμηθούν». Στο νεότευκτο ελληνικό κράτος, έλεγε ο ήρωας της Επανάστασης, χρειάζεται «η στερέωσις τη πολιτείας μας», η έμφαση στη «μάθηση», και η μέριμνα για «την ομόνοια, την θρησκεία […] και την φρόνιμον ελευθερία».

Παρόμοιο μοτίβο συναντούμε σε άλλες στιγμές εθνικής εξέγερσης. Στο περίφημο φυλλάδιο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», ο Δημήτρης Γληνός, επιδιώκοντας να ενισχύσει το ηθικό των Ελλήνων κατά των Γερμανών κατακτητών, το 1944, εντάσσει τον αγώνα τους σε μια ακολουθία εθνικών αγώνων: «… οι Έλληνες ξέρουν να πεθαίνουνε για τη λευτεριά, που δεν τους την εχάρισε κανένας ποτέ, παρά πάντα, από τον καιρό του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας ως το ‘21 και ως σήμερα, την καταχτήσανε με το αίμα τους και με τον ηρωισμό τους». Ο αντιναζιστικός αγώνας, γράφει ο Γληνός, θέλει και να λευτερώσει τη χώρα και να καθιερώσει «λαοκρατικό πολίτευμα».

Αντιστοίχως, δέκα περίπου χρόνια αργότερα, η πρώτη προκήρυξη της ΕΟΚΑ, βλέπει τον απελευθερωτικό αγώνα υπό το πρίσμα της μακράς παράδοσης των ηρωικών αγώνων του έθνους προκειμένου να επιτευχθεί η εθνική ολοκλήρωση: «Αδελφοί Κύπριοι, από τα βάθη των αιώνων μας ατενίζουν όλοι εκείνοι οι οποίοι ελάμπρυναν την Έλληνικήν Ιστορίαν, δια να διατηρήσουν την ελευθερίαν των: οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι Τριακόσιοι του Λεωνίδα και οι νεώτεροι του Αλβανικού έπους. Μας ατενίζουν οι αγωνισταί του 1821, οι οποίοι και μας εδίδαξαν ότι η απελευθέρωσις από τον ζυγόν δυνάστου αποκτάται πάντοτε με το αίμα. Μας ατενίζει ακόμη σύμπας ο Ελληνισμός, ο οποίος και μας παρακολουθεί με αγωνίαν, αλλά και με εθνικήν υπερηφάνειαν».

Ο πατριωτισμός είναι πρωτίστως αίσθημα, όχι ιδεολογία. Αγαπάς την πατρίδα σου τόσο φυσιολογικά όσο αγαπάς την οικογένειά σου. Ο συναισθηματικός δεσμός εκλογικεύεται όταν τα άτομα καλούνται να τον εκφράσουν – να μορφοποιήσουν το αίσθημα σε λόγο. Αντίστοιχα με ότι συμβαίνει σε μια οικογένεια ή σε έναν οργανισμό, η εκλογίκευση στα έθνη παίρνει τη μορφή της κατασκευής μιας κοινής αφήγησης.

Η κοινή αφήγηση για την πατρίδα λειτουργεί ως ηθικο-πολιτική πυξίδα: προσανατολίζει τους πολίτες, καθιστώντας αυτονόητο το αίσθημα της αλληλεγγύης προς άγνωστους άλλους, με τους οποίους μοιραζόμαστε κοινή ιστορική καταγωγή. Μαθαίνοντας την αλληλεγγύη σε τοπικό επίπεδο, μπορούμε αργότερα να την επεκτείνουμε και σε άλλους ανθρώπους που δεν αποτελούν μέλη της εθνικής μας κοινότητας. Ο πατριωτισμός καλλιεργεί την περηφάνεια για τα επιτεύγματα των συμπατριωτών μας (στον αθλητισμό, τις επιστήμες, τις τέχνες, κλπ.) και των θεσμών της κοινότητάς μας. Θυμάμαι συχνά τη γειτόνισσά μου στην Αγγλία να μου λέει πόσο περήφανη ήταν για τη Βρετανική της εθνικότητα. Γιατί; Για το Εθνικό Σύστημα Υγείας και το BBC!

Ο πατριωτισμός, όμως, καλλιεργεί κι ένα άλλο συναίσθημα, το οποίο, αν και αρνητικό, μπορεί να κινητοποιήσει τους πολίτες: πρόκειται για το συναίσθημα της ντροπής για επιμέρους επιλογές της κοινότητάς μας. Ο αυθεντικός πατριώτης ενοχλείται όταν η χώρα εκλέγει έναν δημαγωγό ηγέτη, πικραίνεται με την ανάρμοστη συμπεριφορά δημοσίων προσώπων (να μην παραιτείται λ.χ. ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή ένας υπουργός Οικονομικών, όταν αρμοδίως τους αποδίδονται τεράστιες προσωπικές ευθύνες για την έκρηξη στο Μαρί ή την κατάρρευση του Συνεργατισμού αντιστοίχως), νοιώθει απέχθεια για τη φοροδιαφυγή, την αναξιοκρατία και τη διαφθορά, και ντρέπεται με το διεθνή διασυρμό της χώρας του. Μόνο όταν ταυτίζεσαι συναισθηματικά με την πατρίδα σου θα νοιώσεις και περηφάνεια και ντροπή. Και μόνο τότε θα κινητοποιηθείς για να απαιτήσεις και να συμβάλλεις στη δημιουργίας μιας καλύτερης πατρίδας.

Τα γραπτά των αγωνιστών της ΕΟΚΑ μαρτυρούν ένα αγνό αίσθημα αγάπης στην ελευθερία και στο αλύτρωτο έθνος. Λιτά και αποφασιστικά δηλώνει ο 18χρονος Παλληκαρίδης στους δικαστές του: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο». Σε λιγότερο ηρωικούς καιρούς, η αγάπη για την πατρίδα μετουσιώνεται σε πάθος για το κοινό καλό – την οικονομική ευημερία, τη μόρφωση και πολιτιστική καλλιέργεια, τη δημόσια υγεία, τη θεσμική ευρωστία, την καλή διακυβέρνηση, και τις ελευθερίες επιλογής των πολιτών. Αν αγαπάς την πατρίδα σου παθιάζεσαι για το καλό της - και το δείχνεις εμπράκτως. Πληρώνεις τους φόρους σου, τηρείς τους νόμους (προβληματιζόμενος, παράλληλα, για την πιθανή αλλαγή τους), μεριμνάς για τα κοινά αγαθά που διαμορφώνουν την ποιότητα της ζωής σου (την ασφάλεια, το περιβάλλον, την υγεία και την εκπαίδευση), και, ιδιαίτερα αν έχεις θέση ευθύνης, παθιάζεσαι με την αριστεία του θεσμού που υπηρετείς. Με δυο λόγια, δεν είσαι «ιδιώτης», αλλά πολίτης. Η συνείδησή σου δεν είναι ατομοκεντρική αλλά σχεσιοκεντρική.

Κίβδηλος πατριωτισμός

Όταν ο πατριωτισμός μετατρέπεται σε ιδεολογία χάνει την αυθεντικότητά του, γίνεται κίβδηλος. Μετατρέπεται σε εθνικισμό - σε αποστροφή, περιφρόνηση, αντιπαλότητα, ακόμη και μίσος προς τον Άλλο· σε άκριτη εξύμνηση της εθνικής ιδιαιτερότητας· και σε στενά ιδιοτελή αντίληψη του εθνικού συμφέροντος. Ο εθνικιστής εκλαμβάνει το έθνος σαν μια αναλλοίωτη στο χρόνο ουσία, την οποία θέλει να συντηρήσει. Εκμεταλλευόμενοι τα πατριωτικά αισθήματα του λαού, οι εθνικιστές χτίζουν πολιτική σταδιοδρομία ή εμπεδώνουν την πολιτική ισχύ τους. Το «έθνος» μετατρέπεται σε εμπόρευμα στην πολιτική αγορά. Συναντάμε τον κίβδηλο πατριωτισμό σε τρεις εκδοχές.

Η σοβινιστική εκδοχή διαπερνάται από την πιο φανατική προσκόλληση στο έθνος, την απόρριψη και, υπό ορισμένες ακραίες συνθήκες, την εξόντωση όσων δεν ανήκουν σε αυτό. Στο μέτρο που η πολιτική συγκυρία δίνει την ευκαιρία στους σοβινιστές να διεισδύσουν στο κύριο ρεύμα της πολιτικής, η εθνικιστική ιδεολογία γίνεται πρώτη ύλη για ασύστολη δημαγωγία και πολεμοχαρή ρητορική ή/και πρακτική. Σε καιρούς ειρήνης, η περίπτωση ακροδεξιών κομμάτων είναι χαρακτηριστική.

Η χειριστική εκδοχή του κίβδηλου πατριωτισμού χρησιμοποιεί εθνοκαπηλική ρητορική για την προστασία του «απειλούμενου» έθνους ως προκάλυμμα με σκοπό τον προσπορισμό πολιτικού οφέλους (π.χ. αρκετοί Brexiters) ή την προστασία ενός εμπεδωμένου συστήματος εξουσίας (π.χ. το ελληνικό πολιτικό σύστημα μετά τον Εμφύλιο, το καθεστώς Ερντογκάν σήμερα). Εδώ, ο εθνικισμός είναι η ιδεολογία που παρέχει νομιμοποιητική ισχύ στις κυρίαρχες πολιτικές ελίτ και διαμορφώνει το πλαίσιο λειτουργίας της κρατικής γραφειοκρατίας. Ο Μπέρτολτ Μπρέχτ έχει αποδώσει ωραία τη βαθιά υποκρισία που συνοδεύει τον χειριστικό εθνικισμό:

«Μιλάνε για καιρούς δοξασμένους, και πάλι

(Άννα μην κλαις)

θα γυρέψουμε βερεσέ απ’ τον μπακάλη.

Μιλάνε για του έθνους, ξανά, την τιμή

(Άννα μην κλαις)

στο ντουλάπι δεν έχει ψίχα ψωμί»

Τέλος, στην ιδιοτελή εκδοχή του κίβδηλου πατριωτισμού, η συνεισφορά σε εθνικούς αγώνες γίνεται αντικείμενο ατομικής εξαργύρωσης. Σε πολλές χώρες που κατέκτησαν την ανεξαρτησία τους μετά από απελευθερωτικούς αγώνες, έχουμε παραδείγματα πρώην αγωνιστών οι οποίοι θεώρησαν αυτονόητο ότι δικαιούνται περίοπτες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό – ήταν η «αποπληρωμή» για τη συνεισφορά στον εθνικό αγώνα. Στα καθ’ ημάς, θυμάστε, υποθέτω, την πρόσφατη περίπτωση του καταδικασθέντος για φοροδιαφυγή πρώην Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος, δια του συνηγόρου του στο δικαστήριο, επικαλέστηκε ως ελαφρυντικό το γεγονός ότι συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ! «Δεν έχει κανένας το δικαίωμα να χρησιμοποιεί αυτή την προσφορά ως ασπίδα για καταδικαστέες πράξεις μας», ανακοίνωσε τότε ενοχλημένα, και απολύτως δικαιολογημένα, ο Σύνδεσμος Αγωνιστών ΕΟΚΑ (1955-59).

Σε όλες τις εκδοχές του, ο κίβδηλος πατριωτισμός είναι επικίνδυνος. Ενώ για τον αυθεντικό πατριώτη, η κοινή αφήγηση για το έθνος είναι ένα έργο υπό κατασκευή (τελεί, δηλαδή, υπό κριτική έρευνα, διαρκή συζήτηση, και απαρτίζεται από αναθεωρήσιμα συμπεράσματα), όταν η κοινή αφήγηση μετατρέπεται σε ιδεολογία γίνεται ένα κλειστό σύστημα σκέψης, το οποίο, αφενός αναζητεί τη διαρκή επιβεβαίωση, αφετέρου θρέφεται από την αντιπαλότητα με άλλες ιδεολογίες. Οι εθνικιστές χρειάζονται (και γι’ αυτό κατασκευάζουν) «εχθρούς», προκειμένου να επιβεβαιώσουν την αναγκαιότητα της ιδεολογίας τους.

Για τον Τραμπ, ο υπόλοιπος κόσμος, από την Κίνα μέχρι την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους φτωχούς γείτονες της χώρας του, συνωμοτεί, συνιστά απειλή, ή ζει σε βάρος της Αμερικής. Για τον Ερντογκάν, η Δύση και οι σύμμαχοί της βυσσοδομούν κατά της χώρας του· ανακατασκευάζει αυταρχικά το Οθωμανικό παρελθόν της Τουρκίας για να υποστυλώσει ιδεολογικά τον σύστημα εξουσίας του σήμερα. Ο Ορμπαν υπεραμύνεται των «χριστιανικών αξιών» της Ευρώπης, οι οποίες απειλούνται από την «πλημμύρα» των μεταναστών. Καταφεύγει στον αντισημιτισμό, κλείνει μη κρατικά πανεπιστήμια, παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη και μοιράζει κρατικές δουλειές στους κολλητούς του.

Το μοτίβο των εθνικιστών είναι κοινό: μετατροπή των πατριωτικών αισθημάτων του λαού σε ιδεολογία, εκμετάλλευση της πολιτικής συγκυρίας για να παροξυνθεί ο ιδεολογικοποιημένος πατριωτισμός, αντιπαλότητα σε «εχθρούς», επιδίωξη πολιτικού οφέλους, οικονομικός προστατευτισμός, αυταρχική διακυβέρνηση. Εφόσον το έθνος εκπροσωπούν προνομιακά οι «ιδεολόγοι» του, αυτοί αναλαμβάνουν να μεριμνούν παντοιοτρόπως για την επιβίωση του έθνους, έστω κι αν παραβιάζουν βασικές αρχές της δημοκρατίας - την ανεξαρτησία των θεσμών και τα δικαιώματα των πολιτών. Όταν το ιδεολογικοποιημένο έθνος τίθεται über alles, η φιλελεύθερη δημοκρατία υποφέρει (για «ανελεύθερη δημοκρατία» μιλά ο Ορμπαν) και ο ορίζοντας του εθνικού συμφέροντος συρρικνώνεται, ταυτιζόμενος με τις πολιτικές επιδιώξεις των εθνικιστών.

Πατριωτισμός και κοσμοπολιτισμός

Αν ο κίβδηλος - ιδεολογικοποιημένος - πατριωτισμός εχθρεύεται ή περιφρονεί τους «άλλους», ο αυθεντικός πατριωτισμός ανοίγεται σε αυτούς. Όπως μας θυμίζει η Αμερικανίδα φιλόσοφος Μάρθα Νουσμπάουμ, οι Στωικοί μας προτρέπουν να σκεφτόμαστε με τη μορφή ομόκεντρων κύκλων: ο πρώτος κύκλος είναι ο εαυτός μας, μετά η οικογένεια, κατόπιν οι γείτονες και οι συμπολίτες, μετά οι ομοεθνείς μας και, τέλος, ο μεγαλύτερος από όλους τους κύκλους, η ανθρωπότητα.

Η ταυτότητά μας διαμορφώνεται από τη συμμετοχή μας σε όλους αυτούς τους κύκλους. Ξεκινάμε, αναπόφευκτα, από τον εγγύτερο κύκλο για να καταλήξουμε, με προσπάθεια, στον απώτερο. Έχοντας μυηθεί στις αξίες της παράδοσής μας, μπορούμε να εκτιμήσουμε οικουμενικές αξίες (π.χ. δικαιοσύνη, ελευθερία, ευ ζην)· μετακινούμαστε από το μέρος στο όλον. Όταν εμβαθύνουμε σε αλλότριες παραδόσεις, συνειδητοποιούμε τα κοινά στοιχεία τους. Κι όταν συνειδητοποιούμε την κοινή ανθρώπινη συνθήκη, αντιλαμβανόμαστε πόσο διαφορετικά εκφράζεται αυτή σε ποικίλες κουλτούρες και ιστορικές περιόδους. Ο άνθρωπος ριζώνει στο χώμα της παράδοσής του αλλά η φυλλωσιά του αναζητεί τον ήλιο. Αν η παράδοση είναι το χώμα, ο ήλιος είναι η αλήθεια – η κριτική διερώτηση, η αναζήτηση της επεξεργασμένης άποψης, η επίγνωση της μερικότητας της γνώσης μας.

Η κοινή εθνική αφήγηση ουδέποτε είναι στατική: όσο πιο πολύ ερευνούμε το παρελθόν μας κι όσο αλλάζουν οι προτεραιότητές μας, τόσο μεταβάλλεται η αυτο-κατανόησή μας. Στις συνθήκες του 1955-59, ο απελευθερωτικός αγώνας είχε αλυτρωτικό χαρακτήρα – ένωση με τον εθνικό κορμό. Από την εισβολή του 1974 και μετά, η επανένωση της Κύπρου και η οικοδόμηση μιας βιώσιμης πατρίδας όλων των κοινοτήτων ήταν και παραμένει η προτεραιότητα. Μετά το 2004, το όραμα της κοινής πατρίδας απέκτησε νέα διάσταση – ευρωπαϊκή. Η ενωμένη ευρωπαϊκή Κύπρος είναι το ζητούμενο. Ξανακοιτάμε το παρελθόν μας υπό αυτή την οπτική γωνία. Βλέπουμε τώρα καλύτερα τα λάθη μας και συνειδητοποιούμε τις θεσμικές ελλείψεις μας. Η διάβαση από τον έναν κύκλο στον επόμενο δημιουργεί εντάσεις, τις οποίες πρέπει να διαχειριστούμε, αναδιατάσσοντας τις αντιλήψεις μας. Όταν το καταφέρνουμε, αποδεικνύουμε ότι είμαστε διανοητικά ζωντανοί και ακμαίοι. Τα πάντα ρει.

Κάθε εθνική επέτειος είναι ευκαιρία να θυμόμαστε και να εμπνεόμαστε από τους ήρωές μας. Είναι τιμή και ευθύνη να είσαι απόγονος των Αγωνιστών του ’21 και της Εθνικής Αντίστασης, του Παλληκαρίδη, του Αυξεντίου, του Μάτση, και όλων των ηρώων του Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ. Δεν ξέρω τι θα έλεγαν οι ήρωες αν ζούσαν σήμερα ανάμεσά μας. Μαντεύω όμως ότι, με την ανιδιοτέλεια που τους διέκρινε, θα μας θύμιζαν την ηθική της ευθύνης: τι κάνεις για το καλό της πατρίδας σου σήμερα; Πληρώνεις τους φόρους σου; Προστατεύεις τους θεσμούς της; Μάχεσαι την αναξιοκρατία και τη διαφθορά; Προστατεύεις τα δημόσια αγαθά; Υπερασπίζεσαι το δημόσιο συμφέρον;

Για τον αυθεντικό πατριώτη αυτές οι ερωτήσεις είναι πάντοτε επίκαιρες. Όπως ασίγαστη είναι η μέριμνα για την ελευθερία, την αλήθεια, και τα οικουμενικά ιδεώδη. Ο αυθεντικός πατριώτης έχει επίγνωση της βαθιάς ανθρώπινης συνθήκης – ότι, όπως έγραψε ο Τσαρλς Ντίκενς, «είμαστε όλοι συνοδοιπόροι προς τον τάφο» και ότι η επίγνωση της θνητότητας είναι όρος για την ανθρώπινη δημιουργία. Αυτή η υπαρξιακή επίγνωση προσδίδει οικουμενικό χαρακτήρα στη συμπεριφορά του αυθεντικού πατριώτη. «Δεν ξέρω αν θα με χαρακτηρίσεις υπερβολικά ευαίσθητο Όμως ν' αγωνιστεί πρέπει ο καθένας. Να πλάσει ο ίδιος κάτι και με το κορμί, με την καρδιά, με το πνεύμα, με το γέλιο να το χαίρεται...[…].

Να γιατί δε νοιάζουμαι αν τη γη τη ζουν Τούρκοι για Έλληνες, Εβραίοι

για Εκείνο πούχει αξία είναι να τη ζουν αυτοί που την ποτίζουν με

τον ιδρώτα τους και να περπατούν ελεύθεροι πάνω της, διαφεντευτές της, κυρίαρχοί της. Ν’ αναπνέουν περήφανοι τον αέρα της που νάναι

αέρας δροσιάς, ομορφιάς, λεβεντοσύνης. Όχι πνίχτης».

Κυριάκος Μάτσης, Νοέμβριος 1958, λίγες μέρες πριν τον ηρωικό του θάνατο στο Δίκωμο.

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Η αβάσταχτη ελαφρότητα να είσαι Τσίπρας



Πηγαίνει σε συναντήσεις κορυφής με άλλους ηγέτες χωρίς γραβάτα, σα να επισκέπτεται κομματική εκδήλωση, δεξίωση βάπτισης ή δείπνο φιλικού ζευγαριού. Αδυνατεί να κάνει τις απαραίτητες διακρίσεις μεταξύ κοινωνικών συμφραζομένων (social contexts) και την ανάγκη που προκύπτει για διαφορετική ενδυμασία. Δεν καταλαβαίνει ο κακόμοιρος ότι (και) το ρούχο σηματοδοτεί – δεν τους τα έμαθαν ποτέ στην ΚΝΕ αυτά, ενώ η «πολιτική επανάσταση» του Μάο, που τόσο θαύμαζε εκ τους ασφαλούς, του δίδαξε ότι η γραβάτα είναι αστική πολυτέλεια. (Οι ‘ταξικές’ του αντιλήψεις δεν τον αποτρέπουν να στέλνει τα παιδιά του στο ακριβότερο ιδιωτικό σχολείο της χώρας, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Ανοίγει το στόμα του να μιλήσει αγγλικά και ντρέπεσαι για λογαριασμό του – πρόκειται για εκείνο το συναίσθημα ντροπής (embarrassment για την ακρίβεια) που νοιώθεις όταν ένας στενός συγγενής σου είναι μισομεθυσμένος ή πέρδεται σε μια κοινωνική εκδήλωση.

Ο αμοραλιστής εαυτός του δεν φαίνεται μόνο από τα αναρίθμητα ψέματα που έχει πει και την ασύστολη δημαγωγία του, αλλά και από την απουσία του αισθήματος ντροπής. (Η βίωση της ντροπής δηλώνει άτομο με στοιχειώδη ηθική συγκρότηση, λένε οι ηθικοί φιλόσοφοι). Ο Τσίπρας δεν δείχνει να έχει μάθει να βιώνει αυτό το συναίσθημα (πρόκειται για ένα ‘bourgeois feeling’), γι αυτό και δεν κοκκινίζει ούτε, έστω, αυτοσαρκάζεται, όπως θα κάναμε οι περισσότεροι αν λέγαμε το απίστευτο “we have eaten the camel, now we must eat the queue”. Δεν γνωρίζουμε την οικογενειακή ανατροφή του, αλλά η πολιτική αγωγή του δεν έχει καλλιεργήσει τέτοιου είδους συναισθηματική ευφυία.

Δεν απέκτησε τη μετα-γνωστική (meta-cognitive) ικανότητα να ξέρει ότι δεν ξέρει. Επιμένει να συνδιαλέγεται στα αγγλικά σε διεθνείς εκδηλώσεις, χωρίς να τον ενοχλεί η αυτο-γελοιοποίησή του, αν και, ομολογουμένως, παρέχει πολύτιμο παιδαγωγικό υλικό σε δασκάλους και γονιούς. (Όταν θέλω να πειράξω τις κόρες μου για τα Αγγλικά τους, με την προσδοκία ότι θα φιλοτιμηθούν να τα βελτιώσουν, τους λέω ‘ελάτε τώρα, αυτά είναι αγγλικά Τσίπρα, μπορείτε πολύ καλύτερα’. Σε ευχαριστώ Αλέξη.).

Η συναισθηματική ακηδία του δεν παράγει έπαρση αλλά, εδώ είναι το ενδιαφέρον, συνοδεύεται με εκείνη τη γλώσσα του σώματος που προδίδει είτε υπερβολική χαλαρότητα (ελαφρά πλήξη και αδιαφορία – π.χ. συνάντηση με τον Ομπάμα), είτε το διαρκές χαμόγελο του ανθρώπου που θέλει να αρέσει στο συνομιλητή του (συνάντηση με Τραμπ). Ο άνθρωπος που κατέχει το σημαντικότερο αξίωμα στη χώρα αισθάνεται άνετα στην καφετέρια (ή στην καντίνα του κόμματός του, καλύτερα), να κάνει πλάκα με την παρέα του (ή τους 'συντρόφους' του), και να παπαρολογεί περί παντός απλωμένος σε τέσσερεις καρέκλες. Δυσκολεύεται, όμως, να αναπτύξει ένα συγκροτημένο επιχείρημα με βάθος, να πάρει συνεπείς αποφάσεις, να σταθεί με κύρος (πόσο μάλλον να διαλεχθεί και να διαπραγματευθεί) απέναντι στους ομοτέχνους του, στο αυστηρώς χορογραφημένο περιβάλλον της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής.

Φαντάζεστε πώς τον βλέπουν οι υπόλοιποι; Αν είσαι η Λαγκάρντ λ.χ. δεν θα νοιώσεις ότι έχεις απέναντί σου έναν γραφικό ανατολίτη που τα μισά που του λες δεν τα καταλαβαίνει, αλλά κουνά συγκαταβατικά το κεφάλι, μιλά πεζοδρομιακά αγγλικά που δεν κατανοείς, και, για να κρύψει την άγνοιά του, διαρκώς χαμογελά;

Η ηγεσία αποτυπώνεται τόσο στη γλώσσα όσο και στην εκφραστική του σώματος. Δεν είναι τυχαίο ότι μιλάμε μεταφορικά για ηγετικό ανάστημα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να αποδώσει ακριβέστερα τη σοβαροφανή αμορφωσιά, την καφενόβια φρασεολογία, και την παρεϊστικη νοοτροπία που δίνουν τον τόνο στα πανεπιστήμια, τα κόμματα, και τους δημόσιους οργανισμούς, σηματοδοτώντας, εν τέλει, την κατάντια της χώρας, από το να έχει έναν άνθρωπο σαν τον Τσίπρα να την εκπροσωπεί διεθνώς.

Μην θυμώνετε, όμως, συμπολίτες μου: όσοι τον ψηφίσατε (δύο φορές μάλιστα…) είδατε στην εικόνα του κάτι από τον δικό σας εαυτό…Ελπίζω, εσείς τουλάχιστον, να ντρέπεστε!

Δυσφορία φύλου και εξουσιαστικός χριστιανισμός



Η Ντέϊντρι Μακλόσκι είναι μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες στην οικονομική σκέψη διεθνώς. Καθηγήτρια μέχρι πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόϊ, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων και εκατοντάδων ακαδημαϊκών άρθρων, δεν υπήρξε μόνο παραγωγική αλλά και πρωτότυπη. Όταν οι λοιποί οικονομολόγοι έβλεπαν μόνο εξισώσεις, καμπύλες και χρονοσειρές στα οικονομικά, η Μακλόσκι αναδείκνυε την ιστορική, ηθική, και ρητορική φύση της οικονομικής επιστήμης.

Η Μακλόσκι δεν είναι μόνο μια διακεκριμένη οικονομολόγος. Είναι κι ένας ασυνήθιστος άνθρωπος. Όσοι παρακολουθούμε το έργο της, τη γνωρίζαμε μέχρι το 1997 ως Ντόναλντ Μακλόσκι. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στα 52 του, ο Ντόναλντ έκανε αλλαγή φύλου, έγινε η Ντέϊντρι. Τη συγκλονιστική αυτή εμπειρία την περιγράφει στο βιβλίο της Crossing (University of Chicago Press, 1999).

Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ήδη από την ηλικία των 11 ετών, είχε βιώσει την επίμονη «δυσφορία φύλου» - την απόκλιση μεταξύ του βιολογικού φύλου (πως γεννιέσαι) και της ψυχικής εμπειρίας του φύλου (πώς νοιώθεις). Παρακαλούσα το Θεό, γράφει, να ξυπνήσω το πρωί χωρίς να τραυλίζω και να είμαι κορίτσι. Πρόκειται για ένα γνώριμο συναίσθημα σε όσους υποφέρουν από δυσφορία φύλου (πολλοί λίγοι, αλλά υπάρχουν), το οποίο συχνά οδηγεί σε απόπειρες αυτοκτονίας.

Ο Ντόναλντ παντρεύτηκε στα 22 του. Είχε μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή, απέκτησε και δύο παιδιά. Ωστόσο, η δυσφορία φύλου δεν τον εγκατέλειψε: του άρεσε μερικές φορές να φορά γυναικεία εσώρουχα, κάτι που παραξένεψε τη σύζυγό του αρχικά αλλά μετά το θεώρησε μια γραφική ιδιορρυθμία. Επρόκειτο, όπως αποδείχθηκε, για κάτι σοβαρότερο και, τελικά, οδυνηρό. Η αδερφή του προσπάθησε να τον κλείσει στο ψυχιατρείο, ενώ τα παιδιά του ουδέποτε του ξαναμίλησαν μετά την αλλαγή φύλου. Παρ’ όλα αυτά, δεν το μετανιώνει: συχνά έχει πει ότι νοιώθει ευτυχισμένος που έγινε γυναίκα.

Η αλλαγή φύλου ήταν η σημαντικότερη αλλά όχι η μόνη αλλαγή που έκανε η Μακλόσκι. Παράλληλα σχεδόν, από άθεη έγινε μέλος της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Στον χριστιανισμό βρήκε νόημα ζωής. Η Εκκλησία της την καλοδέχτηκε. Τον περασμένο Ιούλιο, μάλιστα, η Γενική Σύνοδος της Εκκλησίας της Αγγλίας αποφάσισε να καλωσορίσει επίσημα τους διεμφυλικούς στην κοινότητά της. Ο Δημιουργός αγαπά τους διεμφυλικούς, είπε ο αρμόδιος επίσκοπος, και είναι πάντα παρών στις περιπέτειες της ζωής τους.

Η Ιερά Σύνοδος (ΙΣ) της Εκκλησίας της Ελλάδας πήρε, στο ίδιο θέμα, την ακριβώς αντίθετη θέση. Το θέμα είναι επίμαχο και, όπως και σε άλλα σύγχρονα θέματα, οι χριστιανοί δεν ομονοούν. Αυτό που εντυπωσιάζει (χωρίς να εκπλήσσει) στην ανακοίνωση της ΙΣ είναι η στενότητα των αντιλήψεών της. Λένε: «το φύλο δεν είναι επιλέξιμο, αλλά ως δώρο αποτελεί θείο χάρισμα στον άνθρωπο που πρέπει αυτός να αξιοποιήσει για τον αγιασμό του».

Αν και το βιολογικό φύλο έχει τεράστια σημασία, το μείζον στο θείο δώρο είναι η ίδια η ζωή. Όταν το δώρο του βιολογικού φύλου συνοδεύεται από αβάσταχτο ψυχικό πόνο, ως μέρος της ιδιοσυστασίας του ατόμου (η δυσφορία φύλου, όπως η σχιζοφρένεια, δεν είναι επιλογή), το μείζον δεν είναι η ιερότητα του βιολογικού φύλου αλλά η ιερότητα του προσώπου. Ο άνθρωπος, για τον χριστιανό, είναι κάτι παραπάνω από το βιολογικό του φύλο – είναι πρόσωπο που πασχίζει να μετάσχει στο ευ-αγγέλιο· να γίνει κατ΄ ομοίωση του Θεού. Το πνεύμα της Καινής Διαθήκης δεν είναι η τήρηση «κανόνων» (οι Φαρισαίοι τηρούσαν άψογα τους θρησκευτικούς κανόνες της εποχής τους) αλλά η απροϋπόθετη αγάπη για τον άλλο – η αγάπη που μετασχηματίζει διαρκώς τον φορέα της.

Αν υπάρχει αγάπη στην ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου είναι δυσδιάκριτη. Η μούχλα των έτοιμων σχημάτων κυριαρχεί: τα «χρηστά ήθη» , ο «ανεξέλεγκτος δικαιωματισμός» , ο «ιερός θεσμός της οικογένειας» . Η συμπόνοια υπάρχει ως ρητορικό στολίδι, όχι ως ενεργός παρουσία. Ο Απόστολος Παύλος, σκανδαλωδώς, θέλει να γίνει τα πάντα (ακόμα και «άνομος» ), «ίνα τους πλείονας κερδίσω» (Α’ Κορ.9:19-22). Η ΙΣ μάλλον θα εύχονταν να μην υπήρχαν άνθρωποι με δυσφορία φύλου – η ύπαρξή τους είναι ένα stress test για τα βολικά σχήματά της. Ακόμη χειρότερος είναι ο χλευασμός. «Αυτά είναι παιχνιδίσματα» είπε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, υποτιμώντας τη σημασία του νόμου για την ταυτότητα φύλου. Δεν μπήκε καν στον κόπο να κατανοήσει τους «στεναγμούς και τις λύπες» των διεμφυλικών. Τι σχέση έχει αυτή η στάση με το πλουραλιστικό πνεύμα του Παύλου;

Ελάχιστη, νομίζω. Ο χριστιανισμός του Αρχιεπισκόπου και της ΙΣ είναι ο εξουσιαστικός χριστιανισμός - μια ακόμα ιδεολογία για τους ‘πιστούς’. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τους ιεράρχες είναι να κρατήσουν την κεντρική θέση που παραδοσιακά κατέχουν στο ελληνικό γκουβέρνο: να υπαγορεύουν νόμους και να ασκούν την εξουσία των συμβόλων-νοημάτων ως προϋπόθεση για την κοσμική εξουσία που κατέχουν. Λένε ότι απλώς καταθέτουν τη γνώμη τους. Πόσο υποκριτικό! Δεν πρόκειται μόνο για το ότι πιέζουν φανερά υπουργούς, βουλευτές και κόμματα, αλλά και ότι, παθητικά, προσφέρονται να χρησιμοποιηθούν (να ειδωλοποιηθούν) από μισάνθρωπους πολιτικάντηδες.

Το βαθύτερο πρόβλημα της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι αυτό που εύστοχα επεσήμανε ο π. Β. Θερμός στο διεισδυτικό βιβλίο του Φυγή προς τα Εμπρός (Αρμός, 2017): αισθάνεται άνετα κυρίως στο ομοιογενές περιβάλλον του προνεωτερικού «χωριού» , όχι στο ανοιχτό περιβάλλον της νεωτερικής «πόλης» και τη ρευστότητα της «μεταπόλης» . Η δυσαρμονία με τη νεωτερικότητα εκφυλίζει τον λόγο της σε συντηρητική προπαγάνδα.

Ως χριστιανή, η καθηγήτρια Μακλόσκι μάλλον θα ένοιωθε δυσάρεστα στην Εκκλησία της Ελλάδος. Ως πολίτης, όμως, θα ήταν ικανοποιημένη, εφόσον, στην οργανωμένη πολιτική μας κοινότητα, με όλα τα στραβά της, μια βαθιά υπαρξιακή της ανάγκη αναγνωρίστηκε επισήμως. Το όφελος είναι και δικό μας. Δίνοντας το χέρι στους διεμφυλικούς, πετυχαίνουμε ένα ηθικό-πολιτικό κατόρθωμα: εκλεπτύνουμε την ευαισθησία μας, διευρύνουμε την κοινότητά μας.

Καλή τύχη κυρία Μέρκελ!



Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που βρίσκεται διαρκώς σε πολιτική υπερδιέγερση, οι εκλογές στη Γερμανία προσφέρουν ένα χρήσιμο αντιπαράδειγμα: πως λειτουργεί η πολιτική σε μια θεσμικώς ώριμη δημοκρατία, στην οποία κυριαρχεί η άρρητη συναίνεση στα θεμελιώδη, όπου η πολιτική διαμάχη είναι πολιτισμένη, διαλογική και εκλογικευμένη.

Η μεταπολεμική Γερμανία βασίστηκε σε συναίνεση γύρω από κεντρώες πολιτικές (π.χ. η έννοια της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς») κι ένα αίσθημα ηθικής ενοχής για το ναζιστικό παρελθόν που λειτούργησε προωθητικά και υπεύθυνα για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Σε μια χώρα στην οποία το 80% ορίζει τον εαυτό του ως «κεντρώο», δεν είναι περίεργο που η Γερμανία ως brand ταυτίζεται με τη σταθερότητα και τον πραγματισμό.

Η πολιτική όμως δεν είναι άσκηση βελτιστοποίησης, ούτε καλών τρόπων - εμπεριέχει τη σύγκρουση. Μπορεί τα παραδοσιακά κόμματα να συμφωνούν με την απόφαση της Καγκελαρίου Μέρκελ να υποδεχθεί η χώρα ένα εκατομμύριο πρόσφυγες το 2015, αλλά ένα μέρος του γερμανικού λαού την απορρίπτει ηχηρά, ενώ ένα άλλο την αντιμετωπίζει βουβά με δυσπιστία. Μια τόσο σημαντική απόφαση έδωσε τεράστια ώθηση στο νεότευκτο ακροδεξιό κόμμα (το AfD), ώστε να αξιώνει βάσιμα να είναι το τρίτο κόμμα στη Βουλή! Αν μάλιστα επαναληφθεί το σενάριο του μεγάλου συνασπισμού, το AfD θα καταστεί η αξιωματική αντιπολίτευση, απολαμβάνοντας θεσμικά προνόμια όπως η προεδρία της Επιτροπής Προϋπολογισμού, κλπ. Στη Βουλή του Πολλάκη και του Καμμένου αυτό δεν είναι είδηση, στη Μπούντεστανγκ όμως είναι.

Δεν πρόκειται μόνο για το γεγονός ότι κλονίζεται η παραδοσιακή πολιτική συναίνεση. Ο τρόπος που κλονίζεται είναι αξιοσημείωτος. Για πρώτη φορά μεταπολεμικά, ο πολιτικός λόγος γίνεται επικίνδυνα τοξικός, απηχώντας (και εντείνοντας) αντίστοιχα αρνητικά συναισθήματα μέρους της κοινής γνώμης. Η κυρία Βέϊντελ, συμπρόεδρος του AfD, δήλωσε ότι «η Γερμανία έχει γίνει παράδεισος για εγκληματίες και τρομοκράτες από όλο τον κόσμο». Ο έτερος συμπρόεδρος κ. Γκάουλαντ, ζήτησε από τους Γερμανούς να είναι «περήφανοι για τα επιτεύγματα των στρατιωτών τους στους δύο παγκοσμίους πολέμους»! Τέτοιας κοπής πολιτικοί θα καταλάβουν περίπου 80 έδρανα στην μετεκλογική Μπούντεστανγκ! Όπως αντίστοιχα και στην Ολλανδία, ήδη ο άξονας της συζήτησης για την ενσωμάτωση των προσφύγων έχει μετατοπισθεί προς τα δεξιά, ενώ ενισχύεται συμβολικά η ευρύτερη οικογένεια εννοιών στην οποία νοηματικά εντάσσεται το «προσφυγικό» - «εφαρμογή των κανόνων», καχυποψία στον «άλλο», δυσπιστία σε υπερεθνικούς οργανισμούς, εθνική αναδίπλωση.

Η Γερμανία θα βρεθεί για πρώτη φορά ξεκάθαρα αντιμέτωπη με το πολιτικό παράδοξο κάθε ισχυρής χώρας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης: βραχυχρόνια, ο λαός θέλει ευημερία και ησυχία, αλλά, για να τα διασφαλίσει αυτά μακροχρόνια, πρέπει να είναι διατεθειμένος να τα διακινδυνεύει! Τι λένε οι αφίσες των Χριστιανοδημοκρατών; «Για μια Γερμανία στην οποία να ζούμε καλά κι ευτυχισμένοι» . Δεν είναι άσχημη ιδέα, μόνο που, όπως και στην προσωπική ζωή, η ευημερία μιας πολιτικής κοινότητας εξαρτάται από την ικανότητά της να αλλάζει – να προσαρμόζεται, να αναθεωρεί, να διακινδυνεύει.

Η Γερμανία λ.χ. χρειάζεται νέο εργατικό δυναμικό – είναι η πιο γερασμένη χώρα της Ευρώπης. Η ενσωμάτωση των προσφύγων συνιστά, συν τοις άλλοις, οικονομική αναγκαιότητα. Η ενσωμάτωση όμως δημιουργεί προβλήματα σύγκρουσης συνηθειών, αντιλήψεων και πολιτιστικών προτύπων, τα οποία απαιτούν σύνθετη διαχείριση. Επίσης: η Γερμανία είναι, εκ των πραγμάτων, η ηγέτιδα δύναμη της Ευρώπης. Για να διαπεραιώσει τον ηγετικό της ρόλο επιτυχώς, για να αποκτήσει δηλαδή την «ήπια δύναμη» που αποφέρει ηθική νομιμοποίηση και οικειοθελή αποδοχή, χρειάζεται ένα πνεύμα φωτισμένης μεγαλοσύνης, το οποίο προέρχεται από ένα ευρύτερο συνεγερτικό όραμα που οφείλει να διαθέτει η πολιτική ελίτ.

Η Γερμανική σταθερότητα, όμως, δεν οικοδομήθηκε τόσο με «οράματα» όσο με προσήλωση σε κανόνες, σκληρή δουλειά, πραγματισμό, και ενοχές. Στην τέταρτη θητεία της ως καγκελάριος η κυρία Μέρκελ θα κληθεί να πολιτευθεί με οραματική εξωστρέφεια και αυτοπεποίθηση σε μια χώρα που γίνεται όλο και πιο εσωστρεφής. Το πιθανότερο είναι ότι θα βαδίσει την πεπατημένη με τον κλασικά Γερμανικό τρόπο: εφαρμογή των κανόνων, βαθμιαίες αλλαγές, διασφάλιση της σταθερότητας. Η Μέρκελ που θα δούμε δεν θα διαφέρει πολύ από τη Μέρκελ που ξέρουμε!

Η αξιοθαύμαστα υπεύθυνη, όσο και απρόβλεπτη, μαζική αποδοχή προσφύγων ήταν η εξαίρεση. Έχοντας τακτοποιήσει τη συνείδηση της Γερμανικής ψυχής και εξιλεωθεί στους υπόλοιπους Ευρωπαίους για την ανηλεή λιτότητα που επέβαλε στους «προβληματικούς» της ευρωζώνης, η κυρία Μέρκελ θα επιστρέψει στη συνήθη προτεσταντική διαχείριση. Θα προσχωρήσει τη δημοσιονομική ένωση της ευρωζώνης αλλά αργά, προσεκτικά, και με βάση τους φετιχοποιημένους «κανόνες». Το ελληνικό χρέος δεν θα το αντιμετωπίσει ρηξικέλευθα – θεωρεί ότι η αλληλεγγύη ήδη έχει φτάσει στα όριά της. Με τον Μακρόν θα συμφωνήσει σε βαθύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση, αφού όμως δει πρώτα τα έργα του στη γαλλική οικονομία.

Είναι απαιτητικό να είσαι ισχυρός και πλούσιος: χρειάζεται σύνεση και τόλμη μαζί. Η ηγεσία κοστίζει. Στη νέα Γερμανική Βουλή, με μια ξενοφοβική και ευρωσκεπτικιστική ακροδεξιά να κάνει διαρκώς θόρυβο, το κόστος θα είναι ακόμα υψηλότερο. Οι απαιτήσεις από τη νέα κυβέρνηση συνασπισμού θα είναι μεγάλες σε όλα τα μέτωπα – από την τρομοκρατία μέχρι την κρίση στην ευρωζώνη, τις σχέσεις με τη Ρωσία, και την κοινωνική συνοχή. Το σταθερό χέρι της κυρίας Μέρκελ στο τιμόνι παρέχει ασφάλεια, αλλά δεν αρκεί. Θα χρειαστεί και τολμηρή οδήγηση, με την αντίστοιχη πολιτική δεξιοτεχνία που απαιτείται. Στην εποχή του απρόβλεπτου Τραμπ και των κλόουν του Brexit, μακάρι η κυρία Μέρκελ να έχει την τόλμη του Βίλυ Μπράντ, τη στιβαρότητα του Χέλμουτ Σμιτ, και την έμπνευση του Χέλμουτ Κόλ! Η καλή της τύχη θα είναι η καλή τύχη όλων των υπόλοιπων Ευρωπαίων.

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Λυπάμαι Φώφη. Ο επόμενος παρακαλώ…



Ένας δίκαιος άνθρωπος πρέπει να της το πιστώσει: αν δεν άνοιγε τις διαδικασίες η Φώφη Γεννηματά, ο νέος φορέας της κεντροαριστεράς δεν ήταν σήμερα υπό δημιουργία. Την τιμά αυτή η πρωτοβουλία. Τώρα, το αν θα πετύχει ή όχι είναι μια άλλη συζήτηση.

Ένας απροκατάληπτος πολίτης, όμως, θα έλεγε και κάτι ακόμα: Τι σε κάνει να πιστεύεις Φώφη ότι είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος να ηγηθεί του νέου φορέα; Στο μέτρο που δεν ενσαρκώνεις το καινούριο, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορείς να δώσεις νέα ορμή, νέους ορίζοντες, νέα προοπτική στη νέα κεντροαριστερά που εξήγγειλες. Γιατί; Διότι, καλώς ή κακώς, είσαι ο εμβληματικός εκπρόσωπος του παλαιού ΠΑΣΟΚ. Η πολιτική σου διαδρομή συμβολίζει όλα όσα είναι λάθος σε αυτό το κόμμα (και τη χώρα).

Μήπως είμαι προκατειλημμένος αρνητικά; Όχι παραπάνω απ’ ότι μου επιτρέπουν τα γεγονότα. Η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ συγκεφαλαιώνει τη βαθιά ελληνική παθολογία: οικογενειοκρατία, κομματικό κράτος, αντιθεσμική συμπεριφορά.

Δύσκολα θα της προσάψει κανείς ότι παρέλειπε να αναφέρεται τακτικά στον πατέρα της, τον αείμνηστο Γιώργο Γεννηματά, εμβληματικό πρόσωπο στην πασοκική μυθολογία. Το επώνυμό της ήταν το κεφάλαιό της – και το γνώριζε. Κάθε αναφορά στο ΕΣΥ και στην κοινωνική πρόνοια λ.χ. συνοδευόταν από μια υπενθύμιση του οικογενειακού επωνύμου. Στην πρόσφατη συνέντευξή της στον ΣΚΑΙ (9/9/2017), μετά την εξαγγελία της υποψηφιότητάς της, μας το θύμισε ξανά: θέλει να ολοκληρώσει, είπε, το όραμα του πατέρα της, «αυτό που δεν πρόλαβε να κάνει» . Για όσους παρακολουθούν την πολιτική πορεία της, δεν εκπλήσσει: ως κόρη του Γεννηματά σταδιοδρόμησε επιτυχώς στον επιρρεπή στις δυναστείες, έτσι κι αλλιώς, ‘πράσινο’ χώρο.

Το 1986, πριν αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, προσελήφθη στην (κρατική) Εθνική Τράπεζα, με τις γνωστές διαδικασίες της εποχής. Από την τράπεζα αποσπάστηκε αργότερα στο κόμμα της στη Βουλή. Τα κομματικά στελέχη που προσλαμβάνονται στο ευρύτερο δημόσιο δεν σημαίνει ότι εργάζονται σε αυτό. Σίγουρα όμως αμείβονται από αυτό! Ως υπερνομάρχης Αθηνών-Πειραιώς (2003-2007) εισέπραττε το μισθό της (συν την αμοιβή ως πρόεδρος της Ένωσης Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας) αλλά, παράλληλα, και το μισθό της Εθνικής Τράπεζας (νομίμως, παρακαλώ!). Συγγενείς της απασχολούνταν με διάφορες ιδιότητες στην υπερνομαρχία. Στις εκλογές του 2007 ετέθη από τον κ. Παπανδρέου επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, απο το οποίο εξέπεσε πάραυτα με απόφαση του Αρείου Πάγου, λόγω ασυμβίβαστου (εφόσον ήταν υπερνομάρχης – η διατύπωση του άρθρο 56 του Συντάγματος ήταν ξεκάθαρη). Η αντίδρασή της ήταν κλασική αντίδραση μέλους νομενκλατούρας τριτοκοσμικής χώρας: χαρακτήρισε τη σχετική απόφαση «δικαστικό πραξικόπημα» και μίλησε για «αδίστακτη Δεξιά»! Τέτοιος σεβασμός στους θεσμούς!

Ως υπουργός στην εποχή των μνημονίων υπερασπίστηκε το τέλμα σε κρατικοδίαιτες, χρονίως προβληματικές επιχειρήσεις-υποστυλώματα του κομματικού κράτους, όπως η ΕΑΒ, παρά τη συμφωνία της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου με την τρόικα να προχωρήσουν σε μερική αποκρατικοποίηση της επιχείρησης. (Φανταστείτε να έχανε τη διοίκηση της ΕΑΒ και της ΛΑΡΚΟ το κομματικό κράτος; Αδιανόητο…). Αργότερα, το 2016, ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, επέκρινε τη σημερινή κυβέρνηση για την «απώλεια του δημοσίου ελέγχου στη ΔΕΗ» , υπερασπίστηκε διακριτικά την πρόσφατη κρατικοποίηση του ΟΑΣΘ, ενώ έχει κρατήσει αποστάσεις από τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Στην ψηφοφορία για το νόμο για τη συμβίωση ομόφυλων ζευγαριών, το 2015, δεν προσήλθε καν στη Βουλή! Τέτοια τόλμη!

Και το τελευταίο, κρισιμότερο, τεστ - το litmus test - για οποιονδήποτε πασοκικής προελεύσεως υποψήφιο πρόεδρο της ενιαίας κεντροαριστεράς: τι στάση κράτησες στην αποπειραθείσα μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού από τον Τάσο Γιαννίτση, το 2001;

Μην κουράζεσαι Φώφη, ξέρουμε την απάντηση. Η μεταρρύθμιση Γιαννίτση ήταν πολύ ‘νεοφιλελεύθερη’ για τα δικά σου ‘σοσιαλιστικά’ γούστα! Ουδέποτε την υπερασπίστηκες! Πόσο πειστική νομίζεις ότι είσαι σήμερα όταν μας λες ότι «η μεγάλη κεντροαριστερά μπορεί να εγγυηθεί το τέλος της επιτροπείας και την προοδευτική διακυβέρνηση του τόπου»; Μα, όπως έδειξε στα βιβλία του ο σοσιαλιστής (χωρίς εισαγωγικά) κ. Γιαννίτσης, ένας από τους σημαντικότερος λόγους που οδηγηθήκαμε στη χρεοκοπία ήταν η εκρηκτική διόγκωση των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού. Τι έκανες εσύ Φώφη ως βουλευτής και στέλεχος του ΠΑΣΟΚ να τα σταματήσεις;

Τα πράγματα είναι απλά: ένας νέος προοδευτικός φορέας χρειάζεται νέους ανθρώπους (όχι απαραίτητα σε ηλικία, αλλά σε νοοτροπία και ιδέες· άφθαρτους πολιτικά). Η πολιτική είναι, κυρίως, μια συμβολική υπόθεση. Ο παλιός δεν μπορεί να εκφράσει πειστικά το καινούριο· τον σκιάζει η ιστορία του και οι συνειρμοί που αυτή προκαλεί.

Η κυρία Γεννηματά κάθε άλλο παρά νέα είναι. Συμβολίζει ό,τι οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Θυμίζει, σήμερα, περισσότερο το στέλεχος που δεν θέλει να χάσει τη δουλειά του στην προβληματική επιχείρηση και γι’ αυτό ρετουσάρει το βιογραφικό του επιδιώκοντας μετεγγραφή. Θεμιτή η επιδίωξη, αλλά γιατί να ενδιαφέρει εμάς τους υπόλοιπους; Όσους, εν πάση περιπτώσει, μας αφορά μια σύγχρονη, ανανεωτική και πειστική κεντροαριστερά στη μετα-μνημονιακή Ελλάδα;

Η πολιτική ωρίμανση απαιτεί τολμηρή ανα-θεώρηση



Η γλώσσα, παρατηρεί ο Βίτγκενστάϊν, μας βάζει συχνά τρικλοποδιές. Μια από αυτές είναι η χρήση των λέξεων σαν να αναφέρονται σε μία αναλλοίωτη πραγματικότητα. Λέμε «η οικογένεια» , «το κόμμα», «η χώρα» και νομίζουμε ότι αναφερόμαστε σε μια αμετάλλακτη οντότητα. Ακόμη, όμως, κι όταν έχουμε επίγνωση της ιστορικότητας μια έννοιας, επιλέγουμε εκείνη την εκδοχή της που φαντασιωσικά μας βολεύει.

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να προβάλλει σήμερα πειστικά την πολιτική συγγένειά του με το ΠΑΣΟΚ; Σε μακροσκελές άρθρο του σε φιλική του εφημερίδα, ο κ. Τσίπρας απαντά θετικά εστιάζοντας στο πρώιμο ΠΑΣΟΚ και προκαλεί συνειρμούς για την ηγετική του αναλογία με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Χαρακτηρίζει το πρώιμο ΠΑΣΟΚ «παραγωγό προοδευτικής ενέργειας» και τον Ανδρέα Παπανδρέου ως τον πολιτικό που «διέθετε το πολιτικό αισθητήριο» για να διαγνώσει «τις μεγάλες δυνατότητες που άνοιγε [η Μεταπολίτευση]», ανταποκρινόμενος στα αιτήματα μιας ευρείας «λαϊκής προοδευτικής πλειοψηφίας». Πιο εύστοχα το διατύπωσε ο υπουργός κ. Ν. Παππάς: «Ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ το '81 έλυσαν το κορυφαίο πολιτικό ζήτημα στην Ελλάδα, ότι ο μισός πληθυσμός βρισκόταν στο πολιτικό και οικονομικό ημίφως, απόρροια του μετεμφυλιακού κράτους. [...] Ως εκ τούτου, το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε τον κορμό της προοδευτικής μεριάς του πολιτικού φάσματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατ' αναλογία αυτήν τη στιγμή είναι ο κορμός της προοδευτικής παράταξης, ο οποίος καλείται να λύσει το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα».

Η ρητορική του εγχειρήματος που ανέλαβε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (η απόπειρα να επεκταθεί η εμβέλειά του σε όλο τον «προοδευτικό» χώρο) είναι δοκιμασμένη: στηρίζεται στη δύναμη της ιστορικής αναλογίας. Η αναλογία ‘όψιμος ΣΥΡΙΖΑ-πρώιμο ΠΑΣΟΚ’ δεν στερείται ευλογοφάνειας, τελικά όμως είναι χονδροειδής και άστοχη. Ενώ εντοπίζει υπαρκτές ομοιότητες μεταξύ των δύο κομμάτων, η σύγκριση είναι στατική (σαν να συγκρίνει μοτίβα σε παζλ)· της λείπει η λεπτή κατανόηση των ιστορικών συμφραζομένων. Αποσκοπεί να μετακινήσει πολιτικά τον ΣΥΡΙΖΑ προς το ‘κέντρο’, αλλά το κάνει με τρόπο που τον εγκλωβίζει σε ένα αναχρονιστικό αφήγημα.

Όπως οι κυβερνητικές εμπειρίες άλλαξαν το πρώιμο ΠΑΣΟΚ, έτσι αλλάζει σήμερα ο κυβερνητικός (και μάλιστα μνημονιακός) ΣΥΡΙΖΑ, αναζητώντας ζωτικό πολιτικό χώρο σε μια αναχρονιστική εκδοχή του ΠΑΣΟΚ – στο πρώιμο ΠΑΣΟΚ του εθνολαϊκισμού. Ιδού το παράδοξο: η ωρίμανση του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκεται να επέλθει με την αναζήτηση αναλογιών με την ανώριμη εκδοχή του ΠΑΣΟΚ!

Από την άλλη μεριά, το σημερινό ΠΑΣΟΚ, αυτό που αντιμετώπισε διστακτικά και ενίοτε εχθρικά τόσο το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα Σημίτη όσο και τη μνημονιακή διαχείριση της εθνικής χρεοκοπίας, μην έχοντας επεξεργασθεί τη δική του ιστορική μεταμόρφωση, εγκαλεί τον κ. Τσίπρα για «ύβριν». Δεν διαθέτει ένα ανα-θεωρητικό συνεκτικό αφήγημα για τον εαυτό του. Υπερασπίζεται οπαδικά και άγαρμπα τη νεανική του ανωριμότητα.

Το ενδιαφέρον σε αυτό το ρητορικό παίγνιο δεν είναι μόνο πόσο αναχρονιστικό είναι το συγκεκριμένο άνοιγμα Τσίπρα στην «προοδευτική παράταξη» , αλλά και πόσο αμήχανα αυτο-προστατευτικά είναι τα επιχειρήματα της τελευταίας. Αγιοποιώντας τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναιρούν τη μετέπειτα πορεία ωρίμανσης του ΠΑΣΟΚ, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, ήταν μια διαδικασία απογαλακτισμού (ατελής και διστακτική βέβαια) από τα νάματα του ιδρυτή του. Ο οπαδικός αυτο-δοξασμός, ως στρατηγική απόκρουσης του αντιπάλου, είναι υποχρεωμένος να αποκρύπτει και να παραπλανά. Έτσι, ενώ υμνείται ο πρωτεργάτης της «αλλαγής», αποσιωπάται ο εθνολαϊκισμός που συστηματικά καλλιέργησε, το πελατειακό κράτος που ενέτεινε, ο πολωτικός λόγος που εξέφερε, η κομματική άλωση των θεσμών που προώθησε. Ιδού το δεύτερο παράδοξο: για να οριοθετηθεί απέναντι στον μετακινούμενο ΣΥΡΙΖΑ, το ώριμο πλέον ΠΑΣΟΚ επιστρέφει ρητορικά στον προγενέστερο ανώριμο εαυτό του! Έτσι, όμως, παλινδρομεί, σκοντάφτει, δεν επινοεί εκ νέου την ταυτότητά του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αρνείται ουσιαστικά να ωριμάσει. Ενώ η μνημονιακή του συνθηκολόγηση θα μπορούσε να εκκινήσει τη δημιουργική του μεταμόρφωση σε ένα κόμμα της ευρύτερης ευρωπαϊκής Αριστεράς, που θα συστεγάζει θεσμικούς σοσιαλδημοκράτες και ιδεαλιστές ριζοσπάστες, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα αριστερά-του-κέντρου κόμματα στην Ευρώπη, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνεται την ωρίμανση ως καταφυγή στο ‘μυθικό’ παρελθόν – δείγμα ανικανότητας να σκεφτεί πρωτότυπα μια νέα ταυτότητα. Διότι τι άλλο παρά επιστροφή σε ένα τέτοιο παρελθόν συνιστά η αναφορά Τσίπρα «στην επικαιρότητα των λαϊκών αγώνων […] για εθνική ανεξαρτησία», στη σημερινή Ελλάδα της ΕΕ;

Μπορεί ο κ. Τσίπρας να επικαλείται «το πολιτικό αισθητήριο» του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά δεν το κατανοεί σε βάθος. Σε μια χώρα που μέχρι το 1974 κυβερνήθηκε εν πολλοίς αυταρχικά, αντιθεσμικά, και αργότερα δικτατορικά, είχε νόημα να μιλά ένας προοδευτικός πολιτικός για «λαϊκή κυριαρχία» και «εθνική ανεξαρτησία». Αν ο Τσίπρας διέθετε αντίστοιχής λεπτότητας αισθητήριο σήμερα, θα κατανοούσε ότι στη χρεοκοπημένη χώρα που κυβερνά, το ζητούμενο είναι πιο πεζό: να γίνει η Ελλάδα επιτέλους ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος! Θα καταλάβαινε ότι, αντίθετα με το 1974, ο κύριος λόγος της μειωμένης σήμερα εθνικής κυριαρχίας οφείλεται κυρίως στις βαθιές δομές και χρόνιες θεσμικές παθογένειες που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Η Ελλάδα οικειοθελώς μπήκε σε ένα παιχνίδι πάλης βαρέων βαρών (την ευρωζώνη), στο οποίο θεσμικά-οικονομικά δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημά της σήμερα, όχι η άσκηση «λαϊκής εξουσίας» . Είναι εύκολο να μιμηθείς επιφανειακά έναν ηγέτη που θαυμάζεις. Το δύσκολο είναι να κατανοήσεις σε βάθος τι είναι αυτό που τον καθιστά αξιοθαύμαστο για να κάνεις μια δική σου νέα αρχή. Χρειάζεσαι εκείνη την προσέγγιση που δεν αναζητεί επιφανειακές ομοιότητες αλλά επιμένει, όπως έλεγε ο Βίτγκενστάϊν, στις λεπτές «διαφορές» . Χρειάζεσαι διαύγεια, τόλμη, και αντισυμβατική σκέψη. Τι απ’ όλα διαθέτει ο κ. Τσίπρας;