Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Η ΣΗΜΑΙΑ, Η ΜΑΝΤΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ: ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ


Μπορεί μια αριστούχος μαθήτρια, μουσουλμάνα, αλλοδαπής καταγωγής, να συμμετέχει στην παρέλαση για τη Γιορτή της Εθνικής Ανεξαρτησίας; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, είναι διδακτικό να πάμε 20 και πλέον χρόνια πίσω. Μπορεί ένας αριστούχος μαθητής, αλβανικής καταγωγής, να κρατά την ελληνική σημαία στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου;

Αυτό το ερώτημα δεν τίθεται πλέον, είναι ξεπερασμένο. Δεν τίθεται όχι γιατί «λύσαμε» το πρόβλημα αλλά γιατί, όπως λέει ο Βιτγκενστάϊν, το «διαλύσαμε» - δεν υφίσταται πλέον. Έχουμε αποδεχθεί ότι η εθνική προέλευση του αριστούχου μαθητή δεν μας ενδιαφέρει, στο μέτρο που αριστεύει μετέχοντας της ημετέρας παιδείας. Όταν τέθηκε για πρώτη φορά το θέμα, προκλήθηκαν, όπως είναι φυσικό, αντιδράσεις. Εκφράστηκαν διαφορετικές απόψεις (ακόμα θυμάμαι τους «αγανακτισμένους» γονείς στη Θεσσαλονίκη να διαμαρτύρονται κατά της σημαιοφορίας του μαθητή Οδυσσέα Τσεναϊ, πετυχαίνοντας, τελικά, να αποτρέψουν τη συμμετοχή του στην παρέλαση) αλλά το θέμα έληξε. Τους μετανάστες της δεκαετίας του 1990 τους αφομοιώσαμε, τα παιδιά τους όχι μόνο μιλάνε άψογα ελληνικά αλλά τους επιτρέψαμε να κρατάνε την ελληνική σημαία, η πολιτική μας κοινότητα εμπλουτίστηκε. Η πρόκληση της δεκαετίας του 1990 μας ώθησε να αναστοχαστούμε την ελληνικότητα, να εκλεπτύνουμε την αυτο-κατανόησή μας. Οι δυσκολίες μας ωρίμασαν.

Προτείνω να δούμε το θέμα της μουσουλμανικής μαντήλας στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου με παρόμοιο τρόπο. Ιδού γιατί – φιλοσοφικά και πραγματιστικά.

Φιλοσοφικά, για τον John Rawls, τον μεγαλύτερο ηθικό φιλόσοφο του 20υ αιώνα, ο πολιτικός φιλελευθερισμός σέβεται τον την αρχή του «reasonable pluralism», ότι, δηλαδή, η «εύτακτη κοινωνία» (“well-ordered society”) οφείλει να δημιουργεί χώρο για την έκφραση των ηθικών πεποιθήσεων των μελών της, συμπεριλαμβανομένων των θρησκευτικών. Προσέξτε την κρίσιμη έννοια «reasonable pluralism» («εύλογος πλουραλισμός»). Το γεγονός ότι δυσκολευόμαστε να προσδιορίσουμε οριστικά τι είναι «εύλογο» δεν σημαίνει ότι η έννοια είναι άχρηστη. Αντιθέτως, στις φιλελεύθερες κοινωνίες προσπαθούμε κάθε φορά να ορίσουμε τι συνιστά «εύλογο», στα εκάστοτε συμφραζόμενα. Αυτή η ελεύθερη συζήτηση προσδιορίζει και τη φιλελεύθερη ταυτότητα της κοινωνίας – συζητούμε για να ανακαλύψουμε τι πεποιθήσεις θα υιοθετήσουμε (ο ορισμός του John Dewey για τη στοχαστική σκέψη).

Πριν από 100 χρόνια δεν θεωρούνταν «εύλογο» οι μαύροι να έχουν πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ, ενώ θεωρούνταν «εύλογο» σε πολλές χώρες να διώκονται ποινικά οι γκέι. Οι φιλελεύθερες κοινωνίες, ακριβώς επειδή είναι ανοιχτές κοινωνίες, δεν θεωρούν τετελεσμένο το νόημα που συνέχει τους κοινωνικούς θεσμούς, αλλά διαρκώς συζητήσιμο και δυνητικά αναθεωρήσιμο.

Έτσι, θεωρείται «εύλογο» σήμερα να σέβεται μια φιλελεύθερη κοινωνία το δικαίωμα του σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού του ατόμου, όπως θεωρεί «εύλογο» να προσφέρει τη δυνατότητα εναλλακτικής θητείας στους αντιρρησίες συνειδήσεως. Το γεγονός ότι είναι πλέον δικαίωμα του Αμερικανού στρατιώτη να ομολογεί ότι είναι γκέι, δεν σημαίνει ότι ο Αμερικανικός Στρατός θα δεχθεί τραβεστί – αυτό δεν θεωρείται «εύλογο». Το γεγονός ότι όλοι, δυνητικά, μπορούν να αποφύγουν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία (αν τους δοθεί η δυνατότητα της εναλλακτικής θητείας), δεν είναι «εύλογο» να τη στερούμε από όσους, για λόγους συνειδήσεως, αρνούνται να το πράξουν.

Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι μια φιλελεύθερη κοινωνία, όπως συνταγματικά και πολιτισμικά είναι η ελληνική, πρέπει να θεωρεί «εύλογη» τη χρήση της μαντήλας, όπως αυτή της αριστούχας μουσουλμάνας μαθήτριας που παρέλασε την 25η Μαρτίου, ως έκφραση της θρησκευτικής της ιδιοπροσωπίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρηθεί «εύλογη» η ένδυση της μπούρκας διότι αυτή, κυριολεκτικά, απο-προσωποποιεί το άτομο, κάτι το οποίο δεν γίνεται αποδεκτό σε μια φιλελεύθερη κοινωνία. Ο «εύλογος πλουραλισμός» πασχίζει να είναι ευρύχωρος αλλά έχει όρια.

Το αν η μαθήτρια οικειοθελώς φορά τη μαντήλα ή της την επιβάλλει η οικογένειά της είναι κάτι που δεν γνωρίζουμε. Το πιθανότερο είναι ότι, ως μουσουλμάνα γυναίκα, έμαθε να θεωρεί αυτονόητη τη χρήση της μαντήλας σε δημόσιο χώρο, όπως τη θεωρούσαν αυτονόητη οι μακαρίτισσες (χριστιανές) γιαγιές μου. Για πολλές μουσουλμάνες γυναίκες, ακόμα και μορφωμένες, ακόμα και γι αυτές που δεν ταυτίζονται με το Ισλάμ, η μαντήλα θεωρείται σύμβολο πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Την απόρριψη της μαντήλας από τους «δυτικούς» την εκλαμβάνουν ως πολιτισμική απόρριψη κα έκφραση ισχύος. Σε κάθε περίπτωση, τι συμβολίζει η μαντήλα δεν είναι μονοσήμαντα ορισμένο – το ίδιο το σύμβολο συνιστά ένα διακύβευμα.

Με άλλα λόγια, στη φιλελεύθερη νοο-τροπία, σημασία έχει η στοχαστική επεξεργασία λεπτών διακρίσεων, όχι η εφαρμογή καθολικής ισχύος συμπερασμάτων. Ο φιλελεύθερος θέλει να δώσει τη δυνατότητα «εύλογης» έκφρασης των ταυτοτικών πεποιθήσεων των συμπολιτών του. Με βάση αυτή τη φιλελεύθερη θεώρηση, δεν πρέπει να στερείται μια συμπολίτης μας τη δυνατότητα να εκφράσει την πολιτιστική της ιδιαιτερότητα στην Εθνική Εορτή μας.

Πραγματιστικά, πρέπει να χαιρόμαστε που το κάνει, διότι δείχνει επιθυμία ενσωμάτωσης στην κοινωνία μας. Μετέχοντας στα εθνικά μας σύμβολα, μετέχει στην πάντοτε-υπό-διαμόρφωση εθνική μας κουλτούρα, με τη δική της ετερότητα. Η συμμετοχή της στην παρέλαση και, γενικότερα, η συμμετοχή της σε ό,τι ιστορικά ορίζει το έθνος μας, την κάνει ελληνίδα. (Όπως έλεγε ο Πρίμο Λέβι, σε άλλα συμφραζόμενα, έγινα «εβραίος» στο Άουσβιτς). Γινόμενη ελληνίδα, εμπλουτίζουμε κι εμείς οι γηγενείς την κατανόηση της ελληνικότητας. Διαφορετικά: η μαντηλοφορούσα μαθήτρια θα γίνει ελληνίδα, στο μέτρο που της επιτρέπουμε να μετέχει στα σύμβολα τη κοινότητάς μας, κομίζοντας τη δική της «εύλογη» ετερότητα. Εκτός, λοιπόν, από το φιλοσοφικό επιχείρημα, υπάρχει και το πραγματιστικό – πρόκειται για μια κατάσταση «κερδίζω-κερδίζεις» (win-win situation). Ωφελείται και η κοινωνία (υποδοχής) και το (ετερόδοξο) άτομο.

Εν κατακλείδι, δεν χρειαζόμαστε την χονδροειδή προπαγάνδα της «Αυγής» για τη μαντήλα που «τσακίζει το ρατσισμό», ούτε την ανελεύθερη «εθνικοφροσύνη» ή τη μυωπική κοσμικότητα όσων καταδικάζουν τη χρήση της μαντήλας. Και στις δύο περιπτώσεις γίνεται ιδεολογική χρήση του θέματος, οπότε χάνεται η γόνιμη πρόκληση που μας θέτει για περαιτέρω στοχασμό της ελληνικότητας και των συμβόλων της.

Χρειαζόμαστε, αντιθέτως, φιλ-ελεύθερο πνεύμα, σύνεση, κατανόηση, και εμπιστοσύνη στον συλλογικό εαυτό μας. Αν κάτι μάθαμε από τις κοινωνίες του Νέου Κόσμου (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, κλπ) είναι ότι ακμάζουν εκείνες οι κοινωνίες που δεν περιθωριοποιούν αλλά γόνιμα ενσωματώνουν τον «άλλο», καθιστάμενες έτσι πολιτισμικά πιο πλούσιες. Αλλά μια τέτοια στάση μόνο κοινωνίες με αυτοπεποίθηση μπορούν να υιοθετήσουν.

Εκλεπτυσμένη σκέψη και ελεύθερη κοινωνία


Οι σωστές διακρίσεις είναι για τη σκέψη ότι είναι το οξυγόνο για τη ζωή. Όσο πιο λεπτές οι διακρίσεις, τόσο πιο οξεία η αντίληψή μας. Η έλλειψη λεπτών διακρίσεων καθιστά τον φορέα της ανίκανο να δει την πολλαπλότητα του ανθρώπινου βίου.

Δείτε τις αντιδράσεις που προκάλεσε η παράσταση της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου «Ισορροπία του Nash». Η παράσταση αυτή χρησιμοποιεί, εκτός από κείμενα του Καμύ για την τρομοκρατία, αποσπάσματα από βιβλίο του τρομοκράτη-δολοφόνου Σ. Ξηρού για την, κατ’ ισχυρισμόν, βάναυση μεταχείριση που υπέστη από τις ανακριτικές Αρχές όταν νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο. Οι περισσότεροι από όσους επέκριναν συγκροτημένα την παράσταση δεν το έκαναν με όρους δραματουργικούς, αλλά πολιτικούς-θεσμικούς: ένας δημοσίως χρηματοδοτούμενος οργανισμός όπως το Εθνικό Θέατρο, είπαν, δεν μπορεί να προβάλλει τις απόψεις ενός εγκληματία.

Μπορεί η φορολογία των πολιτών να χρηματοδοτεί έργα τέχνης που εξοργίζουν τους πολίτες; Σε μια ελεύθερη κοινωνία, όχι μόνο μπορεί αλλά επιβάλλεται. Η τέχνη – η πραγμάτευση, δηλαδή, θεμάτων που άπτονται της ανθρώπινης συνθήκης – δεν έχει όρια επειδή τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας δεν είναι γνωστά. Η φιλελεύθερη δημοκρατία θεμελιώνεται πάνω στην άρνηση της απόλυτης γνώσης: δεν ξέρουμε στ’ αλήθεια «τι είναι ο άνθρωπος», δεν γνωρίζουμε τα όρια τη ανθρώπινης εμπειρίας, και γι αυτό διαρκώς αναζητούμε. Ο ανθρώπινος βίος είναι αυτοδημιουργία. Μέσα από την τέχνη πασχίζουμε να στοχαστούμε το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όσοι διαμαρτύρονται θεωρούν ότι δημόσιοι θεσμοί, όπως το Εθνικό, οφείλουν να λειτουργούν με βάση την εικαζόμενη εθνική συνισταμένη. Δεν καταλαβαίνουν ότι η καλλιτεχνική πράξη πειραματίζεται, λειτουργεί στα όρια, προκαλεί, και, ενδεχομένως, εξοργίζει. Αντιλαμβάνονται τα καλλιτεχνικά έργα ως κατανεμημένα σε μια κανονική κατανομή, με τους κρατικά χρηματοδοτούμενους θεσμούς να παράγουν έργα στη μέση της καμπύλης. Η τέχνη, όμως, απαιτεί outliers, όχι συνισταμένες.

Όταν ο Σαββόπουλος γράφει το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο», δεν εξυμνεί έναν μαχαιροβγάλτη όπως ήταν ο Κοεμτζής αλλά αναζητά, με καλλιτεχνικούς όρους, τη διαμόρφωση του ψυχισμού του. Για ένα δικαστή, βέβαια, αυτό είναι (και πρέπει να είναι) δευτερεύουσας σημασίας, αφού, σε αυτό το θεσμικό πεδίο, προέχει η απόδοση δικαιοσύνης. Για τον καλλιτέχνη, όμως, δεν είναι η πράξη της δολοφονίας το μόνο στοιχείο που έχει ενδιαφέρον, αλλά και η κίνηση της ψυχής του δολοφόνου, η οποία πρέπει να κατανοηθεί ερμηνευτικά.

Στο μέτρο που κάθε πράξη ερμηνείας εμπεριέχει τη στοιχειώδη συμπάθεια, η κατανόηση ενός εγκληματία υπογραμμίζει ότι, παρά την απέχθεια που μας προκαλεί, δεν παύει να μετέχει της ανθρώπινης φύσης και, ως εκ τούτου, αξίζει, εκτός από την τιμωρία, τον οίκτο μας, ίσως και, υπό όρους, την ηθική συγχώρεσή μας. Στην ταινία Dead Man Walking, η Σούζαν Σάραντον υποδύεται το ρόλο μιας καλόγριας που προσεγγίζει αγαπητικά έναν θανατοποινίτη δολοφόνο, ο οποίος, λίγο πριν εκτελεστεί, μετανοεί και ζητά συγχώρεση. Η μετάνοια είναι αδιάφορη για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης αλλά δεν παύει να συνιστά ένα πνευματικό-ηθικό γεγονός. Η τέχνη αναζητά αυτό που οι άλλοι θεσμοί μας αφήνουν ανεξερεύνητο – το βάθος της ανθρώπινης εμπειρίας.

«Γιατί σε ενδιαφέρει περισσότερο η εμπειρία ενός εγκληματία όπως ο Ξηρός, στο νοσοκομείο που νοσηλεύθηκε, και δεν σε ενδιαφέρει το βίωμα του ανθρώπου που του δολοφόνησαν τον πατέρα;». Εύλογη η ερώτηση, αλλά τόσο πεπλανημένη όσο η παρατήρηση σε ένα ζωόφιλο γιατί νοιάζεται περισσότερο για τις γάτες από τους ανθρώπους που υποφέρουν. Σε μια ελεύθερη κοινωνία δεν υπάρχει προκαθορισμένη ιεραρχία στις ανθρώπινες ευαισθησίες. Στην τέχνη διερευνώνται, δυνητικά, όλες οι ανθρώπινες εμπειρίες. Στους πολιτικούς θεσμούς, αντιθέτως, ιεραρχούμε τις εμπειρίες μας: ο αποτροπιασμός που μας προκαλεί η δολοφονία μας κάνει να θέλουμε να αποδοθεί δικαιοσύνη, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τα βιώματα του δολοφόνου.

Σε μια ελεύθερη κοινωνία γνωρίζουμε ότι, σε τελική ανάλυση, δεν γνωρίζουμε: ξέρουμε ότι πάντα κάτι ίσως μας διαφεύγει και γι αυτό θέτουμε το Σωκρατικό ερώτημα: πράττουμε ορθά; Είμαστε αυτό που πρέπει να είμαστε; Πράξαμε ορθά ως κράτος δικαίου στον τρόπο που ανακρίναμε στο νοσοκομείο τον τρομοκράτη-δολοφόνο Ξηρό; Η «Ισορροπία του Nash» έθεσε δραματουργικά το ερώτημα.

Στην ελεύθερη κοινωνία δημιουργούμε θεσμούς (και) για να μας θέτουν ενοχλητικά ερωτήματα. Οι αυθεντικά φιλελεύθεροι είναι πρόθυμοι να χρηματοδοτούν με τους φόρους τους θεσμούς-«αλογόμυγες» ακριβώς γιατί, εμπνεόμενοι από το Σωκρατικό παράδειγμα, δεν εμπιστεύονται πλήρως το συλλογικό τους εαυτό και θέλουν να τον αποτρέψουν από το να διαπράξει, έστω αθέλητα, κάτι «άδικο και ανόσιο». Ως φιλελεύθεροι πολίτες αμφιβάλλουμε υγιώς για τα αγαθά κίνητρα των κρατικών μας οργάνων, δεν είμαστε βέβαιοι ότι η πολιτεία μας υπηρετεί πάντοτε τη δικαιοσύνη, και γι αυτό επιμένουμε να ρωτάμε: «πράττουμε ορθά;». Μόνο μια ελεύθερη κοινωνία μπορεί να συζητήσει αυτό το ερώτημα, μόνο μια φιλελεύθερη δημοκρατία ενδιαφέρεται να εγκύψει στην εμπειρία ενός εγκληματία, μόνο ένας φιλ-ελεύθερος δέχεται να πληρώνει για να τον ενοχλούν.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ – ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟ


Καθώς η συζήτηση για το μάθημα των Θρησκευτικών αναζωπύρωσε, έστω και φευγαλέα, το πάντοτε υπαρκτό, αν και υποβόσκον, ενδιαφέρον μας για μεταφυσικά θέματα, ιδού μερικά παραθέματα/αφορισμοί του αγαπημένου μου φιλόσοφου Ludwig Wittgenstein:

"We feel that even when all possible scientific questions have been answered, the problems of life remain completely untouched. Of course there are then no questions left, and this itself is the answer" (Tractatus, 6.52)

«Τhe sense of the world must lie outside the world. In the world everything is as it is, and everything happens as it does happen: in it no value exists – and if it did exist, it would have no value” (Tractatus, 6.41).

“Feeling the world as a limited whole – it is this that is mystical;” (Tractatus, 6.45)

“What do I know about God and the purpose of life? I know that this world exists. That I am placed in it like my eye in its visual field. That something about it is problematic, which we call its meaning. This meaning does not lie in it but outside of it. That life is the world. That my will penetrates the world. That my will is good or evil. Therefore that good and evil are somehow connected with the meaning of the world. The meaning of life, i.e. the meaning of the world, we can call God

“To believe in a God means to see that the facts of the world are not the end of the matter. To believe in God means to see that life has a meaning” (Notebooks, 1914-1916).

“I am not a religious man but I cannot help seeing every problem from a religious point of view” (in conversation with Mr Drury).

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ


Είμαι Χριστιανός Ορθόδοξος – περισσότερο από επιλογή, λιγότερο από ανατροφή. Θέλω οι κόρες μου να γνωρίσουν βιωματικά τη χριστιανική μεταφυσική διότι τους δίνει έναν στέρεο ηθικό προσανατολισμό στον κόσμο. Όταν ενηλικιωθούν και αποκτήσουν αυτόνομη ηθική υπόσταση, μπορούν να επιλέξουν τις πεποιθήσεις με τις οποίες θα πορευτούν στη ζωή τους.

Ως φιλελεύθερος προοδευτικός πολίτης θεωρώ ότι η «εύτακτη πολιτεία» (όπως λέει ο μεγάλος φιλόσοφος του προοδευτικού λιμπεραλισμού Τζον Ρολς) οφείλει να σέβεται την ηθική ταυτότητα των ατόμων και τις όποιες μεταφυσικές βάσεις στις οποίες εδράζονται. Σε μια φιλελεύθερη πολιτεία που σέβεται τις ηθικές, φιλοσοφικές, και μεταφυσικές πεποιθήσεις των πολιτών της, τα κατηχητικά Θρησκευτικά δεν πρέπει να υφίστανται ως μάθημα στο δημόσιο σχολείο, στο μέτρο που επιβάλλουν ένα συγκεκριμένο φιλοσοφικό-μεταφυσικό δόγμα σε όλους τους πολίτες.

Η default θέση, λοιπόν, πρέπει να είναι ότι, στο δημόσιο σχολείο, τα ομολογιακά Θρησκευτικά είναι προαιρετικά, και μόνο όποια οικογένεια το επιθυμεί μπορεί να εγγράφει τα παιδιά της σε αυτό. (Η γυναίκα μου κι εγώ α ήμασταν οι πρώτοι που θα το κάναμε). Οι δάσκαλοι των Θρησκευτικών δεν πρέπει να είναι δημόσιοι λειτουργοί αλλά πιστοποιημένα μέλη των διαφόρων οργανωμένων δογμάτων. Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι η αυθεντικά χριστιανική στάση. Αυτή είναι η εύλογη φιλελεύθερη στάση.

Δυστυχώς μια αριστερή, υποτίθεται, κυβέρνηση υποχώρησε στο πιο ισχυρό και οργανωμένο λόμπι στην Ελλάδα σήμερα, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Η φανατικά αντιδραστική της Εκκλησία της Ελλάδας σε οτιδήποτε απειλεί την κυριαρχία της στον ελλαδικό δημόσιο βίο δεν έχει να κάνει με «πολιτισμό» και «παράδοση», αλλά με τα τεράστια υλικά συμφέροντα του συγκεκριμένου οργανισμού. Αν διαθέταμε μια θεολογικά ζωντανή Εκκλησία, θα ήταν πρώτη αυτή που θα υπερθεμάτιζε για το διαχωρισμό κράτους-Εκκλησίας. Διαθέτουμε, δυστυχώς, κρατικοποιημένους θρησκευτικούς λειτουργούς, οι οποίοι λαμβάνουν και επίδομα παραγωγικότητας παρακαλώ, η ηγεσία των οποίων απολαμβάνει απίστευτα υλικά-συμβολικά προνόμια. Είναι λογικό, αν και βαθιά μη χριστιανικό, αυτοί οι άνθρωποι να υπερασπίζονται τα προνόμιά τους. Ο κρατικοποιημένος χριστιανισμός βολεύει μόνο τους υπαλλήλους του, όχι όσους πασχίζουν να εντάσσουν το ζωογόνο λόγο του Χριστού στη ζωή τους.

Ο Χριστιανισμός είναι η κατ’ εξοχή θρησκεία της προσωπικής ελευθερίας. Η διαρκής μέριμνα γα τον Άλλο καλεί το άτομο σε μια διαρκή υπέρβαση του εαυτού. Η προσωπική σχέση με ο Θεό μας καλεί σε μια διαρκή υπέρβαση ειδωλοποιημένων σχημάτων.

Όχι, η πίστη μου δεν απειλείται από την ελευθερία των συμπολιτών μου, αλλά από την αντιδραστική μικρόνοια των θρησκευτικών μου ταγών.

ΥΓ

Με αφορμή την παραπάνω ανάρτησή μου, η οποία αναπαράχθηκε από τον κ. Κάπα στο facebook (https://www.facebook.com/josef.../posts/1475837039412751...), διεξήχθη ένας ενδιαφέρον διάλογος για το παραπάνω θέμα. Προτρέπω όποιον ενδιαφέρεται να τον παρακολουθήσει. Εδώ παραθέτω την κύρια δική μου συνεισφορά (ελαφρώς τροποποιημένη).

Διατυπώθηκε η αιτίαση ότι αντιφάσκω: ότι δεν μπορώ να είμαι και χριστιανός και φιλελεύθερος προοδευτικός. Δεν συμφωνώ. Δεν υπάρχει λογική αντίφαση στα όσα υποστήριξα. Ο χριστιανισμός μου είναι προσωπική υπόθεση, ενώ η σχολική κατήχηση αναφέρεται στη δημόσια σφαίρα. Δεν αντιφάσκω λογικά, στο μέτρο που αναφέρομαι σε δύο διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης – προσωπικό vs. κοινωνικό. Σε μια φιλελεύθερη κοινωνία ο πολίτης δεν πρέπει να υποχρεώνεται να ακολουθεί ή να χρηματοδοτεί μια μεταφυσική πεποίθηση που δεν ασπάζεται. Σε προσωπικό επίπεδο πρέπει να είναι ελεύθερος να ακολουθεί τις πεποιθήσεις που δίνουν νόημα στη ζωή του. Στο μέτρο που ως γονιός είμαι υπεύθυνος για την ηθική συγκρότηση των παιδιών μου, θα τους δώσω τις αρχές που θεωρώ σωστές. Στο μέτρο που είμαι και φιλελεύθερος πολίτης, θα υπερασπίσω το δικαίωμα της ελευθερίας της συνείδησης στο δημόσιο σχολείο. Πού βλέπετε τη λογική αντίφαση;

Τώρα, εννοιολογικά (όχι λογικά) μιλώντας, οι πλουραλιστικές κοινωνίες παράγουν διαρκώς αντιφάσεις και διλήμματα – αυτή είναι και η ζωντάνια τους. Δείτε το «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα». Βλέπετε την αντίφαση; Όσο ποιο πολύ ελευθερία έχεις, τόσο λιγότερη ισότητα πιθανότατα θα προκύψει! Η ομορφιά των ζωντανών, πλουραλιστικών κοινωνιών είναι η αέναη προσπάθειά τους να συμβιβάζουν διαφορετικές, ακόμη και αντίθετες, αξίες. Ο ώριμος άνθρωπος αναγνωρίζει τον μη εξαλείψιμο (irreducible) πλουραλισμό και έχει μάθει να ζει με τις αντιφάσεις που προκύπτουν, πασχίζοντας να επινοεί διαρκώς τρόπους αναστοχασμού και ανα-σύνθεσής τους (ο αείμνηστος Ερνεστ Γκέλνερ ονόμαζε αυτό τον τύπο ανθρώπου “modular man”). Είναι κοπιαστικό αλλά εξαιρετικά γόνιμο.

Ο σκεπτόμενος χριστιανός καλείται να προσαρμόζει ερμηνευτικά τις αξίες του στα διλήμματα που του παρουσιάζει η επιστήμη και η κοινωνική εξέλιξη. Η χριστιανική θεολογία διεθνώς, για όποιον την παρακολουθεί, είναι εντυπωσιακή στις επεξεργασίες της. Η πρόοδος στην ιατρική λ.χ. είναι τέτοια που ο χριστιανός καλείται διαρκώς να διερωτάται για την ανθρώπινη ζωή, την προστασία της, και την ποιότητά της. Ο σκεπτόμενος φιλελεύθερος καλείται να αναστοχάζεται την ελευθερία της συνείδησης, ακόμα κι όταν αυτή απειλεί τις αξίες του. Γενικότερα, το πρόβλημα της σύνθετης γνώσης με απασχολεί ερευνητικά και όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να δει τα βιβλία μου: «Αν ο Αριστοτέλης ήταν Διευθύνων Σύμβουλος» (Καστανιώτης, 4η έκδοση), “Complex Knowledge” (Oxford University Press).

Αναφορικά με τα θέματα πίστης, ελευθερίας κλπ, τα θέματα αυτά είναι τεράστια και δεν μπορούν α συζητηθούν εδώ. Απασχόλησαν και απασχολούν τους μεγαλύτερους φιλόσοφους και επιστήμονες. Να θυμίσω το θεϊσμό του Whitehead, τις θεολογικές ανησυχίες της Arendt και του Jonas, τον σπιριτουαλισμό του Bateson, του Bergson, του Einstein και του David Bohm, τον χριστιανισμό του process theology & philosophy (εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τάση φιλοσόφων που ακολουθούν τον Γουάϊντχεντ, κυρίως στην Αμερική), τον μεταμοντέρνο χριστιανισμό του John Caputo, και τον καθολικό χριστιανισμό του Charles Taylor και του Alasdair McIntyre (δύο από τους μεγαλύτερους εν ζωή φιλόσοφους). Το σημαντικό δεν είναι να καταλήξουμε κάπου αλλά, όπως έλεγε ο φιλόσοφος Richard Rorty, “to keep the conversation going”. Όπως επίσης έλεγε ο αείμνηστος Καστοριάδης, η ομορφιά των ελληνο-δυτικών κοινωνιών είναι ότι κρατούν το πεδίο του νοήματος ανοιχτό.

ΑΛΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΡΟΒΛΗΜΑ, ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΜΠΑΖΙΑΝΑ!


Η σύζυγος του Πρωθυπουργού κυρία Μπαζιάνα έχει όλα τα τυπικά προσόντα, όχι μόνο να είναι διδάσκουσα σε ελληνικό πανεπιστήμιο αλλά να διεκδικήσει ακόμη και τη θέση λέκτορα ή επίκουρου καθηγητή. Άλλο είναι το πρόβλημα: ότι το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας (ΠΔΜ) δεν έχει καταργηθεί!

Παρά τη σχετική πρόνοια του αρχικού σχεδίου «Αθηνά» για τον ορθολογικό επανασχεδιασμό του χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης, το οποίο προέβλεπε απορρόφησή του από το ΑΠΘ και το ΠΑΜΑΚ, το ΠΔΜ εξακολουθεί να υφίσταται (οπότε, λογικά, χρειάζεται διδάσκοντες σαν την κυρία Μπαζιάνα).

Ο τότε υπουργός Παιδείας (το 2013) κ. Αρβανιτόπουλος, «καθηγητής» πανεπιστημίου ο ίδιος (αναζητήστε τις διεθνείς δημοσιεύσεις του και θα δείτε ότι τα εισαγωγικά δεν περιττεύουν), ενήργησε με το γνωστό τρόπο των ελλήνων πολιτικών: εξήγγειλε τον ανασχεδιασμό, τον τροποποίησε ενδίδοντας σε συντεχνιακές-τοπικιστικές πιέσεις, και ουδέποτε τον υλοποίησε. Έτσι, το ΠΔΜ, όπως τόσα άλλα επαρχιακά πανεπιστήμια, κατανέμεται μεταξύ Φλώρινας και Κοζάνης, διαθέτει ανεπαρκείς υποδομές (ρίξτε μια ματιά στην ιστοσελίδα του και θα καταλάβετε - http://www.uowm.gr/. Ούτε ένα απλό σωματείο δεν διαθέτει τέτοια ιστοσελίδα), είναι υποστελεχωμένο και, φυσικά, απορροφά πολύτιμους εθνικούς πόρους. Δεν υπαινίσσομαι τίποτε για το ακαδημαϊκό προσωπικό του, αλλά δείχνω τη μεγάλη εικόνα.

Για να μην ξεχνούμε: το ΠΔΜ ιδρύθηκε το 2003 επί πρωθυπουργίας Σημίτη, με υπουργό Παιδείας τον κ. Ευθυμίου. Την ίδρυσή του υπαγόρευε περισσότερο η τοπική ανάγκη «ανάπτυξης» και λιγότερο οι ακαδημαϊκές ανάγκες της χώρας. Σήμερα χρηματοδοτούμε (λέμε τώρα…) μια πληθώρα τέτοιων πανεπιστημίων και ΤΕΙ (ρίξτε μια ματιά στο Πανεπιστήμιο Κεντρικής Ελλάδας, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Ελλάδας, το Διεθνές Πανεπιστήμιο, κλπ – απορία: γιατί δεν έγινε και Πανεπιστήμιο Νοτιοδυτικής ή Βορειοανατολικής Ελλάδας;) -, τα οποία φυτοζωούν και, φυσικά, ουδείς πολιτικός τολμά να πει ότι μερικά ιδρύματα πρέπει να καταργηθούν.

Συμπέρασμα: μην εστιάζετε στην κυρία Μπαζιάνα, μια ικανή, νέα γυναίκα που θέλει να εργασθεί. Επικεντρωθείτε στο ανορθολογικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης που χρηματοδοτούμε (ούτως ειπείν…) από το διαρκώς συρρικνούμενο εθνικό εισόδημά μας.

MR.TSIPRAS IN NEW YORK!


Listening to Prime Minster Tsipras’s recent discussion with President Clinton, at the Clinton Global Initiative 2015, in New York, I was struck, again, by a few things.

One is his imprudent decision to address a global audience in a language he does not master. If you want to impress a foreign audience, use the language you are most comfortable with – in Tsipras’ case, his mother tongue. Speaking in rather mediocre English, he missed an opportunity to pass on his message effectively. (A minor point: the typically Greek “I believe…” in prefacing every other statement, is rather irritating to foreign ears). It would have been better to use an interpreter.

Secondly, juxtapose Clinton’s pragmatic questions (e.g. about attracting investors) and Tsipras ‘visionary’ waffle about a “Europe that needs to come back to its foundational values”. He does not fully understand that a Prime Minister is not there to lecture (leave it to us Prime Minister!) but to offer pragmatic responses that will appeal to those that matter.

And thirdly, Tsipras’s narrative can’t help but be conflicted. He keeps saying the right things about reform but, at the same time, he criticizes the bailout agreement he has signed, which mandates those reforms he allegedly embraces! Moreover, Mr Clinton does not know Greece well enough or is polite enough to ask his distinguished guest how he reconciles his high rhetoric about the need for reform with typically Greek, old-party politics: why, for example, he considers it necessary for hospital managers or regional education authority heads to be party political appointees, why nepotism is being so alarmingly continued by a government of the left, or why he has appointed as minsters people who you would never trust to run a kiosk. (Look at the CVs of the Education or Interior or Environment Ministers and you will understand). And in yet another display of lack of pragmatism, rather than focusing on what his strategy for Greece is, as invited by Clinton, Prime Minster Tsipras went on to lecture his audience about the need for change in Europe! Mind your country first, Prime Minister! Tell us what you are going to do for your people, before you expand on your vision for Europe!

Overall, Mr. Tsipras finds it difficult to connect with the world at large (especially investors) and he will find it even more difficult to implement an agreement his party so bitterly opposes. He will keep saying the ‘right’ things to the right audience (watch him next time he addresses the Greek farmers) and he will go on sermonizing on the need for Europe to change, while everybody will watch him to see how he enacts an agreement he dislikes. All things considered, if I were an investor, I would be, to put it mildly, rather reluctant.