Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Η αβάσταχτη ελαφρότητα να είσαι Τσίπρας



Πηγαίνει σε συναντήσεις κορυφής με άλλους ηγέτες χωρίς γραβάτα, σα να επισκέπτεται κομματική εκδήλωση, δεξίωση βάπτισης ή δείπνο φιλικού ζευγαριού. Αδυνατεί να κάνει τις απαραίτητες διακρίσεις μεταξύ κοινωνικών συμφραζομένων (social contexts) και την ανάγκη που προκύπτει για διαφορετική ενδυμασία. Δεν καταλαβαίνει ο κακόμοιρος ότι (και) το ρούχο σηματοδοτεί – δεν τους τα έμαθαν ποτέ στην ΚΝΕ αυτά, ενώ η «πολιτική επανάσταση» του Μάο, που τόσο θαύμαζε εκ τους ασφαλούς, του δίδαξε ότι η γραβάτα είναι αστική πολυτέλεια. (Οι ‘ταξικές’ του αντιλήψεις δεν τον αποτρέπουν να στέλνει τα παιδιά του στο ακριβότερο ιδιωτικό σχολείο της χώρας, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Ανοίγει το στόμα του να μιλήσει αγγλικά και ντρέπεσαι για λογαριασμό του – πρόκειται για εκείνο το συναίσθημα ντροπής (embarrassment για την ακρίβεια) που νοιώθεις όταν ένας στενός συγγενής σου είναι μισομεθυσμένος ή πέρδεται σε μια κοινωνική εκδήλωση.

Ο αμοραλιστής εαυτός του δεν φαίνεται μόνο από τα αναρίθμητα ψέματα που έχει πει και την ασύστολη δημαγωγία του, αλλά και από την απουσία του αισθήματος ντροπής. (Η βίωση της ντροπής δηλώνει άτομο με στοιχειώδη ηθική συγκρότηση, λένε οι ηθικοί φιλόσοφοι). Ο Τσίπρας δεν δείχνει να έχει μάθει να βιώνει αυτό το συναίσθημα (πρόκειται για ένα ‘bourgeois feeling’), γι αυτό και δεν κοκκινίζει ούτε, έστω, αυτοσαρκάζεται, όπως θα κάναμε οι περισσότεροι αν λέγαμε το απίστευτο “we have eaten the camel, now we must eat the queue”. Δεν γνωρίζουμε την οικογενειακή ανατροφή του, αλλά η πολιτική αγωγή του δεν έχει καλλιεργήσει τέτοιου είδους συναισθηματική ευφυία.

Δεν απέκτησε τη μετα-γνωστική (meta-cognitive) ικανότητα να ξέρει ότι δεν ξέρει. Επιμένει να συνδιαλέγεται στα αγγλικά σε διεθνείς εκδηλώσεις, χωρίς να τον ενοχλεί η αυτο-γελοιοποίησή του, αν και, ομολογουμένως, παρέχει πολύτιμο παιδαγωγικό υλικό σε δασκάλους και γονιούς. (Όταν θέλω να πειράξω τις κόρες μου για τα Αγγλικά τους, με την προσδοκία ότι θα φιλοτιμηθούν να τα βελτιώσουν, τους λέω ‘ελάτε τώρα, αυτά είναι αγγλικά Τσίπρα, μπορείτε πολύ καλύτερα’. Σε ευχαριστώ Αλέξη.).

Η συναισθηματική ακηδία του δεν παράγει έπαρση αλλά, εδώ είναι το ενδιαφέρον, συνοδεύεται με εκείνη τη γλώσσα του σώματος που προδίδει είτε υπερβολική χαλαρότητα (ελαφρά πλήξη και αδιαφορία – π.χ. συνάντηση με τον Ομπάμα), είτε το διαρκές χαμόγελο του ανθρώπου που θέλει να αρέσει στο συνομιλητή του (συνάντηση με Τραμπ). Ο άνθρωπος που κατέχει το σημαντικότερο αξίωμα στη χώρα αισθάνεται άνετα στην καφετέρια (ή στην καντίνα του κόμματός του, καλύτερα), να κάνει πλάκα με την παρέα του (ή τους 'συντρόφους' του), και να παπαρολογεί περί παντός απλωμένος σε τέσσερεις καρέκλες. Δυσκολεύεται, όμως, να αναπτύξει ένα συγκροτημένο επιχείρημα με βάθος, να πάρει συνεπείς αποφάσεις, να σταθεί με κύρος (πόσο μάλλον να διαλεχθεί και να διαπραγματευθεί) απέναντι στους ομοτέχνους του, στο αυστηρώς χορογραφημένο περιβάλλον της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής.

Φαντάζεστε πώς τον βλέπουν οι υπόλοιποι; Αν είσαι η Λαγκάρντ λ.χ. δεν θα νοιώσεις ότι έχεις απέναντί σου έναν γραφικό ανατολίτη που τα μισά που του λες δεν τα καταλαβαίνει, αλλά κουνά συγκαταβατικά το κεφάλι, μιλά πεζοδρομιακά αγγλικά που δεν κατανοείς, και, για να κρύψει την άγνοιά του, διαρκώς χαμογελά;

Η ηγεσία αποτυπώνεται τόσο στη γλώσσα όσο και στην εκφραστική του σώματος. Δεν είναι τυχαίο ότι μιλάμε μεταφορικά για ηγετικό ανάστημα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να αποδώσει ακριβέστερα τη σοβαροφανή αμορφωσιά, την καφενόβια φρασεολογία, και την παρεϊστικη νοοτροπία που δίνουν τον τόνο στα πανεπιστήμια, τα κόμματα, και τους δημόσιους οργανισμούς, σηματοδοτώντας, εν τέλει, την κατάντια της χώρας, από το να έχει έναν άνθρωπο σαν τον Τσίπρα να την εκπροσωπεί διεθνώς.

Μην θυμώνετε, όμως, συμπολίτες μου: όσοι τον ψηφίσατε (δύο φορές μάλιστα…) είδατε στην εικόνα του κάτι από τον δικό σας εαυτό…Ελπίζω, εσείς τουλάχιστον, να ντρέπεστε!

Δυσφορία φύλου και εξουσιαστικός χριστιανισμός



Η Ντέϊντρι Μακλόσκι είναι μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες στην οικονομική σκέψη διεθνώς. Καθηγήτρια μέχρι πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόϊ, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων και εκατοντάδων ακαδημαϊκών άρθρων, δεν υπήρξε μόνο παραγωγική αλλά και πρωτότυπη. Όταν οι λοιποί οικονομολόγοι έβλεπαν μόνο εξισώσεις, καμπύλες και χρονοσειρές στα οικονομικά, η Μακλόσκι αναδείκνυε την ιστορική, ηθική, και ρητορική φύση της οικονομικής επιστήμης.

Η Μακλόσκι δεν είναι μόνο μια διακεκριμένη οικονομολόγος. Είναι κι ένας ασυνήθιστος άνθρωπος. Όσοι παρακολουθούμε το έργο της, τη γνωρίζαμε μέχρι το 1997 ως Ντόναλντ Μακλόσκι. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στα 52 του, ο Ντόναλντ έκανε αλλαγή φύλου, έγινε η Ντέϊντρι. Τη συγκλονιστική αυτή εμπειρία την περιγράφει στο βιβλίο της Crossing (University of Chicago Press, 1999).

Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ήδη από την ηλικία των 11 ετών, είχε βιώσει την επίμονη «δυσφορία φύλου» - την απόκλιση μεταξύ του βιολογικού φύλου (πως γεννιέσαι) και της ψυχικής εμπειρίας του φύλου (πώς νοιώθεις). Παρακαλούσα το Θεό, γράφει, να ξυπνήσω το πρωί χωρίς να τραυλίζω και να είμαι κορίτσι. Πρόκειται για ένα γνώριμο συναίσθημα σε όσους υποφέρουν από δυσφορία φύλου (πολλοί λίγοι, αλλά υπάρχουν), το οποίο συχνά οδηγεί σε απόπειρες αυτοκτονίας.

Ο Ντόναλντ παντρεύτηκε στα 22 του. Είχε μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή, απέκτησε και δύο παιδιά. Ωστόσο, η δυσφορία φύλου δεν τον εγκατέλειψε: του άρεσε μερικές φορές να φορά γυναικεία εσώρουχα, κάτι που παραξένεψε τη σύζυγό του αρχικά αλλά μετά το θεώρησε μια γραφική ιδιορρυθμία. Επρόκειτο, όπως αποδείχθηκε, για κάτι σοβαρότερο και, τελικά, οδυνηρό. Η αδερφή του προσπάθησε να τον κλείσει στο ψυχιατρείο, ενώ τα παιδιά του ουδέποτε του ξαναμίλησαν μετά την αλλαγή φύλου. Παρ’ όλα αυτά, δεν το μετανιώνει: συχνά έχει πει ότι νοιώθει ευτυχισμένος που έγινε γυναίκα.

Η αλλαγή φύλου ήταν η σημαντικότερη αλλά όχι η μόνη αλλαγή που έκανε η Μακλόσκι. Παράλληλα σχεδόν, από άθεη έγινε μέλος της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Στον χριστιανισμό βρήκε νόημα ζωής. Η Εκκλησία της την καλοδέχτηκε. Τον περασμένο Ιούλιο, μάλιστα, η Γενική Σύνοδος της Εκκλησίας της Αγγλίας αποφάσισε να καλωσορίσει επίσημα τους διεμφυλικούς στην κοινότητά της. Ο Δημιουργός αγαπά τους διεμφυλικούς, είπε ο αρμόδιος επίσκοπος, και είναι πάντα παρών στις περιπέτειες της ζωής τους.

Η Ιερά Σύνοδος (ΙΣ) της Εκκλησίας της Ελλάδας πήρε, στο ίδιο θέμα, την ακριβώς αντίθετη θέση. Το θέμα είναι επίμαχο και, όπως και σε άλλα σύγχρονα θέματα, οι χριστιανοί δεν ομονοούν. Αυτό που εντυπωσιάζει (χωρίς να εκπλήσσει) στην ανακοίνωση της ΙΣ είναι η στενότητα των αντιλήψεών της. Λένε: «το φύλο δεν είναι επιλέξιμο, αλλά ως δώρο αποτελεί θείο χάρισμα στον άνθρωπο που πρέπει αυτός να αξιοποιήσει για τον αγιασμό του».

Αν και το βιολογικό φύλο έχει τεράστια σημασία, το μείζον στο θείο δώρο είναι η ίδια η ζωή. Όταν το δώρο του βιολογικού φύλου συνοδεύεται από αβάσταχτο ψυχικό πόνο, ως μέρος της ιδιοσυστασίας του ατόμου (η δυσφορία φύλου, όπως η σχιζοφρένεια, δεν είναι επιλογή), το μείζον δεν είναι η ιερότητα του βιολογικού φύλου αλλά η ιερότητα του προσώπου. Ο άνθρωπος, για τον χριστιανό, είναι κάτι παραπάνω από το βιολογικό του φύλο – είναι πρόσωπο που πασχίζει να μετάσχει στο ευ-αγγέλιο· να γίνει κατ΄ ομοίωση του Θεού. Το πνεύμα της Καινής Διαθήκης δεν είναι η τήρηση «κανόνων» (οι Φαρισαίοι τηρούσαν άψογα τους θρησκευτικούς κανόνες της εποχής τους) αλλά η απροϋπόθετη αγάπη για τον άλλο – η αγάπη που μετασχηματίζει διαρκώς τον φορέα της.

Αν υπάρχει αγάπη στην ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου είναι δυσδιάκριτη. Η μούχλα των έτοιμων σχημάτων κυριαρχεί: τα «χρηστά ήθη» , ο «ανεξέλεγκτος δικαιωματισμός» , ο «ιερός θεσμός της οικογένειας» . Η συμπόνοια υπάρχει ως ρητορικό στολίδι, όχι ως ενεργός παρουσία. Ο Απόστολος Παύλος, σκανδαλωδώς, θέλει να γίνει τα πάντα (ακόμα και «άνομος» ), «ίνα τους πλείονας κερδίσω» (Α’ Κορ.9:19-22). Η ΙΣ μάλλον θα εύχονταν να μην υπήρχαν άνθρωποι με δυσφορία φύλου – η ύπαρξή τους είναι ένα stress test για τα βολικά σχήματά της. Ακόμη χειρότερος είναι ο χλευασμός. «Αυτά είναι παιχνιδίσματα» είπε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, υποτιμώντας τη σημασία του νόμου για την ταυτότητα φύλου. Δεν μπήκε καν στον κόπο να κατανοήσει τους «στεναγμούς και τις λύπες» των διεμφυλικών. Τι σχέση έχει αυτή η στάση με το πλουραλιστικό πνεύμα του Παύλου;

Ελάχιστη, νομίζω. Ο χριστιανισμός του Αρχιεπισκόπου και της ΙΣ είναι ο εξουσιαστικός χριστιανισμός - μια ακόμα ιδεολογία για τους ‘πιστούς’. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τους ιεράρχες είναι να κρατήσουν την κεντρική θέση που παραδοσιακά κατέχουν στο ελληνικό γκουβέρνο: να υπαγορεύουν νόμους και να ασκούν την εξουσία των συμβόλων-νοημάτων ως προϋπόθεση για την κοσμική εξουσία που κατέχουν. Λένε ότι απλώς καταθέτουν τη γνώμη τους. Πόσο υποκριτικό! Δεν πρόκειται μόνο για το ότι πιέζουν φανερά υπουργούς, βουλευτές και κόμματα, αλλά και ότι, παθητικά, προσφέρονται να χρησιμοποιηθούν (να ειδωλοποιηθούν) από μισάνθρωπους πολιτικάντηδες.

Το βαθύτερο πρόβλημα της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι αυτό που εύστοχα επεσήμανε ο π. Β. Θερμός στο διεισδυτικό βιβλίο του Φυγή προς τα Εμπρός (Αρμός, 2017): αισθάνεται άνετα κυρίως στο ομοιογενές περιβάλλον του προνεωτερικού «χωριού» , όχι στο ανοιχτό περιβάλλον της νεωτερικής «πόλης» και τη ρευστότητα της «μεταπόλης» . Η δυσαρμονία με τη νεωτερικότητα εκφυλίζει τον λόγο της σε συντηρητική προπαγάνδα.

Ως χριστιανή, η καθηγήτρια Μακλόσκι μάλλον θα ένοιωθε δυσάρεστα στην Εκκλησία της Ελλάδος. Ως πολίτης, όμως, θα ήταν ικανοποιημένη, εφόσον, στην οργανωμένη πολιτική μας κοινότητα, με όλα τα στραβά της, μια βαθιά υπαρξιακή της ανάγκη αναγνωρίστηκε επισήμως. Το όφελος είναι και δικό μας. Δίνοντας το χέρι στους διεμφυλικούς, πετυχαίνουμε ένα ηθικό-πολιτικό κατόρθωμα: εκλεπτύνουμε την ευαισθησία μας, διευρύνουμε την κοινότητά μας.

Καλή τύχη κυρία Μέρκελ!



Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που βρίσκεται διαρκώς σε πολιτική υπερδιέγερση, οι εκλογές στη Γερμανία προσφέρουν ένα χρήσιμο αντιπαράδειγμα: πως λειτουργεί η πολιτική σε μια θεσμικώς ώριμη δημοκρατία, στην οποία κυριαρχεί η άρρητη συναίνεση στα θεμελιώδη, όπου η πολιτική διαμάχη είναι πολιτισμένη, διαλογική και εκλογικευμένη.

Η μεταπολεμική Γερμανία βασίστηκε σε συναίνεση γύρω από κεντρώες πολιτικές (π.χ. η έννοια της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς») κι ένα αίσθημα ηθικής ενοχής για το ναζιστικό παρελθόν που λειτούργησε προωθητικά και υπεύθυνα για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Σε μια χώρα στην οποία το 80% ορίζει τον εαυτό του ως «κεντρώο», δεν είναι περίεργο που η Γερμανία ως brand ταυτίζεται με τη σταθερότητα και τον πραγματισμό.

Η πολιτική όμως δεν είναι άσκηση βελτιστοποίησης, ούτε καλών τρόπων - εμπεριέχει τη σύγκρουση. Μπορεί τα παραδοσιακά κόμματα να συμφωνούν με την απόφαση της Καγκελαρίου Μέρκελ να υποδεχθεί η χώρα ένα εκατομμύριο πρόσφυγες το 2015, αλλά ένα μέρος του γερμανικού λαού την απορρίπτει ηχηρά, ενώ ένα άλλο την αντιμετωπίζει βουβά με δυσπιστία. Μια τόσο σημαντική απόφαση έδωσε τεράστια ώθηση στο νεότευκτο ακροδεξιό κόμμα (το AfD), ώστε να αξιώνει βάσιμα να είναι το τρίτο κόμμα στη Βουλή! Αν μάλιστα επαναληφθεί το σενάριο του μεγάλου συνασπισμού, το AfD θα καταστεί η αξιωματική αντιπολίτευση, απολαμβάνοντας θεσμικά προνόμια όπως η προεδρία της Επιτροπής Προϋπολογισμού, κλπ. Στη Βουλή του Πολλάκη και του Καμμένου αυτό δεν είναι είδηση, στη Μπούντεστανγκ όμως είναι.

Δεν πρόκειται μόνο για το γεγονός ότι κλονίζεται η παραδοσιακή πολιτική συναίνεση. Ο τρόπος που κλονίζεται είναι αξιοσημείωτος. Για πρώτη φορά μεταπολεμικά, ο πολιτικός λόγος γίνεται επικίνδυνα τοξικός, απηχώντας (και εντείνοντας) αντίστοιχα αρνητικά συναισθήματα μέρους της κοινής γνώμης. Η κυρία Βέϊντελ, συμπρόεδρος του AfD, δήλωσε ότι «η Γερμανία έχει γίνει παράδεισος για εγκληματίες και τρομοκράτες από όλο τον κόσμο». Ο έτερος συμπρόεδρος κ. Γκάουλαντ, ζήτησε από τους Γερμανούς να είναι «περήφανοι για τα επιτεύγματα των στρατιωτών τους στους δύο παγκοσμίους πολέμους»! Τέτοιας κοπής πολιτικοί θα καταλάβουν περίπου 80 έδρανα στην μετεκλογική Μπούντεστανγκ! Όπως αντίστοιχα και στην Ολλανδία, ήδη ο άξονας της συζήτησης για την ενσωμάτωση των προσφύγων έχει μετατοπισθεί προς τα δεξιά, ενώ ενισχύεται συμβολικά η ευρύτερη οικογένεια εννοιών στην οποία νοηματικά εντάσσεται το «προσφυγικό» - «εφαρμογή των κανόνων», καχυποψία στον «άλλο», δυσπιστία σε υπερεθνικούς οργανισμούς, εθνική αναδίπλωση.

Η Γερμανία θα βρεθεί για πρώτη φορά ξεκάθαρα αντιμέτωπη με το πολιτικό παράδοξο κάθε ισχυρής χώρας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης: βραχυχρόνια, ο λαός θέλει ευημερία και ησυχία, αλλά, για να τα διασφαλίσει αυτά μακροχρόνια, πρέπει να είναι διατεθειμένος να τα διακινδυνεύει! Τι λένε οι αφίσες των Χριστιανοδημοκρατών; «Για μια Γερμανία στην οποία να ζούμε καλά κι ευτυχισμένοι» . Δεν είναι άσχημη ιδέα, μόνο που, όπως και στην προσωπική ζωή, η ευημερία μιας πολιτικής κοινότητας εξαρτάται από την ικανότητά της να αλλάζει – να προσαρμόζεται, να αναθεωρεί, να διακινδυνεύει.

Η Γερμανία λ.χ. χρειάζεται νέο εργατικό δυναμικό – είναι η πιο γερασμένη χώρα της Ευρώπης. Η ενσωμάτωση των προσφύγων συνιστά, συν τοις άλλοις, οικονομική αναγκαιότητα. Η ενσωμάτωση όμως δημιουργεί προβλήματα σύγκρουσης συνηθειών, αντιλήψεων και πολιτιστικών προτύπων, τα οποία απαιτούν σύνθετη διαχείριση. Επίσης: η Γερμανία είναι, εκ των πραγμάτων, η ηγέτιδα δύναμη της Ευρώπης. Για να διαπεραιώσει τον ηγετικό της ρόλο επιτυχώς, για να αποκτήσει δηλαδή την «ήπια δύναμη» που αποφέρει ηθική νομιμοποίηση και οικειοθελή αποδοχή, χρειάζεται ένα πνεύμα φωτισμένης μεγαλοσύνης, το οποίο προέρχεται από ένα ευρύτερο συνεγερτικό όραμα που οφείλει να διαθέτει η πολιτική ελίτ.

Η Γερμανική σταθερότητα, όμως, δεν οικοδομήθηκε τόσο με «οράματα» όσο με προσήλωση σε κανόνες, σκληρή δουλειά, πραγματισμό, και ενοχές. Στην τέταρτη θητεία της ως καγκελάριος η κυρία Μέρκελ θα κληθεί να πολιτευθεί με οραματική εξωστρέφεια και αυτοπεποίθηση σε μια χώρα που γίνεται όλο και πιο εσωστρεφής. Το πιθανότερο είναι ότι θα βαδίσει την πεπατημένη με τον κλασικά Γερμανικό τρόπο: εφαρμογή των κανόνων, βαθμιαίες αλλαγές, διασφάλιση της σταθερότητας. Η Μέρκελ που θα δούμε δεν θα διαφέρει πολύ από τη Μέρκελ που ξέρουμε!

Η αξιοθαύμαστα υπεύθυνη, όσο και απρόβλεπτη, μαζική αποδοχή προσφύγων ήταν η εξαίρεση. Έχοντας τακτοποιήσει τη συνείδηση της Γερμανικής ψυχής και εξιλεωθεί στους υπόλοιπους Ευρωπαίους για την ανηλεή λιτότητα που επέβαλε στους «προβληματικούς» της ευρωζώνης, η κυρία Μέρκελ θα επιστρέψει στη συνήθη προτεσταντική διαχείριση. Θα προσχωρήσει τη δημοσιονομική ένωση της ευρωζώνης αλλά αργά, προσεκτικά, και με βάση τους φετιχοποιημένους «κανόνες». Το ελληνικό χρέος δεν θα το αντιμετωπίσει ρηξικέλευθα – θεωρεί ότι η αλληλεγγύη ήδη έχει φτάσει στα όριά της. Με τον Μακρόν θα συμφωνήσει σε βαθύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση, αφού όμως δει πρώτα τα έργα του στη γαλλική οικονομία.

Είναι απαιτητικό να είσαι ισχυρός και πλούσιος: χρειάζεται σύνεση και τόλμη μαζί. Η ηγεσία κοστίζει. Στη νέα Γερμανική Βουλή, με μια ξενοφοβική και ευρωσκεπτικιστική ακροδεξιά να κάνει διαρκώς θόρυβο, το κόστος θα είναι ακόμα υψηλότερο. Οι απαιτήσεις από τη νέα κυβέρνηση συνασπισμού θα είναι μεγάλες σε όλα τα μέτωπα – από την τρομοκρατία μέχρι την κρίση στην ευρωζώνη, τις σχέσεις με τη Ρωσία, και την κοινωνική συνοχή. Το σταθερό χέρι της κυρίας Μέρκελ στο τιμόνι παρέχει ασφάλεια, αλλά δεν αρκεί. Θα χρειαστεί και τολμηρή οδήγηση, με την αντίστοιχη πολιτική δεξιοτεχνία που απαιτείται. Στην εποχή του απρόβλεπτου Τραμπ και των κλόουν του Brexit, μακάρι η κυρία Μέρκελ να έχει την τόλμη του Βίλυ Μπράντ, τη στιβαρότητα του Χέλμουτ Σμιτ, και την έμπνευση του Χέλμουτ Κόλ! Η καλή της τύχη θα είναι η καλή τύχη όλων των υπόλοιπων Ευρωπαίων.