Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Η αβάσταχτη ελαφρότητα να είσαι Τσίπρας



Πηγαίνει σε συναντήσεις κορυφής με άλλους ηγέτες χωρίς γραβάτα, σα να επισκέπτεται κομματική εκδήλωση, δεξίωση βάπτισης ή δείπνο φιλικού ζευγαριού. Αδυνατεί να κάνει τις απαραίτητες διακρίσεις μεταξύ κοινωνικών συμφραζομένων (social contexts) και την ανάγκη που προκύπτει για διαφορετική ενδυμασία. Δεν καταλαβαίνει ο κακόμοιρος ότι (και) το ρούχο σηματοδοτεί – δεν τους τα έμαθαν ποτέ στην ΚΝΕ αυτά, ενώ η «πολιτική επανάσταση» του Μάο, που τόσο θαύμαζε εκ τους ασφαλούς, του δίδαξε ότι η γραβάτα είναι αστική πολυτέλεια. (Οι ‘ταξικές’ του αντιλήψεις δεν τον αποτρέπουν να στέλνει τα παιδιά του στο ακριβότερο ιδιωτικό σχολείο της χώρας, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Ανοίγει το στόμα του να μιλήσει αγγλικά και ντρέπεσαι για λογαριασμό του – πρόκειται για εκείνο το συναίσθημα ντροπής (embarrassment για την ακρίβεια) που νοιώθεις όταν ένας στενός συγγενής σου είναι μισομεθυσμένος ή πέρδεται σε μια κοινωνική εκδήλωση.

Ο αμοραλιστής εαυτός του δεν φαίνεται μόνο από τα αναρίθμητα ψέματα που έχει πει και την ασύστολη δημαγωγία του, αλλά και από την απουσία του αισθήματος ντροπής. (Η βίωση της ντροπής δηλώνει άτομο με στοιχειώδη ηθική συγκρότηση, λένε οι ηθικοί φιλόσοφοι). Ο Τσίπρας δεν δείχνει να έχει μάθει να βιώνει αυτό το συναίσθημα (πρόκειται για ένα ‘bourgeois feeling’), γι αυτό και δεν κοκκινίζει ούτε, έστω, αυτοσαρκάζεται, όπως θα κάναμε οι περισσότεροι αν λέγαμε το απίστευτο “we have eaten the camel, now we must eat the queue”. Δεν γνωρίζουμε την οικογενειακή ανατροφή του, αλλά η πολιτική αγωγή του δεν έχει καλλιεργήσει τέτοιου είδους συναισθηματική ευφυία.

Δεν απέκτησε τη μετα-γνωστική (meta-cognitive) ικανότητα να ξέρει ότι δεν ξέρει. Επιμένει να συνδιαλέγεται στα αγγλικά σε διεθνείς εκδηλώσεις, χωρίς να τον ενοχλεί η αυτο-γελοιοποίησή του, αν και, ομολογουμένως, παρέχει πολύτιμο παιδαγωγικό υλικό σε δασκάλους και γονιούς. (Όταν θέλω να πειράξω τις κόρες μου για τα Αγγλικά τους, με την προσδοκία ότι θα φιλοτιμηθούν να τα βελτιώσουν, τους λέω ‘ελάτε τώρα, αυτά είναι αγγλικά Τσίπρα, μπορείτε πολύ καλύτερα’. Σε ευχαριστώ Αλέξη.).

Η συναισθηματική ακηδία του δεν παράγει έπαρση αλλά, εδώ είναι το ενδιαφέρον, συνοδεύεται με εκείνη τη γλώσσα του σώματος που προδίδει είτε υπερβολική χαλαρότητα (ελαφρά πλήξη και αδιαφορία – π.χ. συνάντηση με τον Ομπάμα), είτε το διαρκές χαμόγελο του ανθρώπου που θέλει να αρέσει στο συνομιλητή του (συνάντηση με Τραμπ). Ο άνθρωπος που κατέχει το σημαντικότερο αξίωμα στη χώρα αισθάνεται άνετα στην καφετέρια (ή στην καντίνα του κόμματός του, καλύτερα), να κάνει πλάκα με την παρέα του (ή τους 'συντρόφους' του), και να παπαρολογεί περί παντός απλωμένος σε τέσσερεις καρέκλες. Δυσκολεύεται, όμως, να αναπτύξει ένα συγκροτημένο επιχείρημα με βάθος, να πάρει συνεπείς αποφάσεις, να σταθεί με κύρος (πόσο μάλλον να διαλεχθεί και να διαπραγματευθεί) απέναντι στους ομοτέχνους του, στο αυστηρώς χορογραφημένο περιβάλλον της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής.

Φαντάζεστε πώς τον βλέπουν οι υπόλοιποι; Αν είσαι η Λαγκάρντ λ.χ. δεν θα νοιώσεις ότι έχεις απέναντί σου έναν γραφικό ανατολίτη που τα μισά που του λες δεν τα καταλαβαίνει, αλλά κουνά συγκαταβατικά το κεφάλι, μιλά πεζοδρομιακά αγγλικά που δεν κατανοείς, και, για να κρύψει την άγνοιά του, διαρκώς χαμογελά;

Η ηγεσία αποτυπώνεται τόσο στη γλώσσα όσο και στην εκφραστική του σώματος. Δεν είναι τυχαίο ότι μιλάμε μεταφορικά για ηγετικό ανάστημα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να αποδώσει ακριβέστερα τη σοβαροφανή αμορφωσιά, την καφενόβια φρασεολογία, και την παρεϊστικη νοοτροπία που δίνουν τον τόνο στα πανεπιστήμια, τα κόμματα, και τους δημόσιους οργανισμούς, σηματοδοτώντας, εν τέλει, την κατάντια της χώρας, από το να έχει έναν άνθρωπο σαν τον Τσίπρα να την εκπροσωπεί διεθνώς.

Μην θυμώνετε, όμως, συμπολίτες μου: όσοι τον ψηφίσατε (δύο φορές μάλιστα…) είδατε στην εικόνα του κάτι από τον δικό σας εαυτό…Ελπίζω, εσείς τουλάχιστον, να ντρέπεστε!

Δυσφορία φύλου και εξουσιαστικός χριστιανισμός



Η Ντέϊντρι Μακλόσκι είναι μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες στην οικονομική σκέψη διεθνώς. Καθηγήτρια μέχρι πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόϊ, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων και εκατοντάδων ακαδημαϊκών άρθρων, δεν υπήρξε μόνο παραγωγική αλλά και πρωτότυπη. Όταν οι λοιποί οικονομολόγοι έβλεπαν μόνο εξισώσεις, καμπύλες και χρονοσειρές στα οικονομικά, η Μακλόσκι αναδείκνυε την ιστορική, ηθική, και ρητορική φύση της οικονομικής επιστήμης.

Η Μακλόσκι δεν είναι μόνο μια διακεκριμένη οικονομολόγος. Είναι κι ένας ασυνήθιστος άνθρωπος. Όσοι παρακολουθούμε το έργο της, τη γνωρίζαμε μέχρι το 1997 ως Ντόναλντ Μακλόσκι. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στα 52 του, ο Ντόναλντ έκανε αλλαγή φύλου, έγινε η Ντέϊντρι. Τη συγκλονιστική αυτή εμπειρία την περιγράφει στο βιβλίο της Crossing (University of Chicago Press, 1999).

Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ήδη από την ηλικία των 11 ετών, είχε βιώσει την επίμονη «δυσφορία φύλου» - την απόκλιση μεταξύ του βιολογικού φύλου (πως γεννιέσαι) και της ψυχικής εμπειρίας του φύλου (πώς νοιώθεις). Παρακαλούσα το Θεό, γράφει, να ξυπνήσω το πρωί χωρίς να τραυλίζω και να είμαι κορίτσι. Πρόκειται για ένα γνώριμο συναίσθημα σε όσους υποφέρουν από δυσφορία φύλου (πολλοί λίγοι, αλλά υπάρχουν), το οποίο συχνά οδηγεί σε απόπειρες αυτοκτονίας.

Ο Ντόναλντ παντρεύτηκε στα 22 του. Είχε μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή, απέκτησε και δύο παιδιά. Ωστόσο, η δυσφορία φύλου δεν τον εγκατέλειψε: του άρεσε μερικές φορές να φορά γυναικεία εσώρουχα, κάτι που παραξένεψε τη σύζυγό του αρχικά αλλά μετά το θεώρησε μια γραφική ιδιορρυθμία. Επρόκειτο, όπως αποδείχθηκε, για κάτι σοβαρότερο και, τελικά, οδυνηρό. Η αδερφή του προσπάθησε να τον κλείσει στο ψυχιατρείο, ενώ τα παιδιά του ουδέποτε του ξαναμίλησαν μετά την αλλαγή φύλου. Παρ’ όλα αυτά, δεν το μετανιώνει: συχνά έχει πει ότι νοιώθει ευτυχισμένος που έγινε γυναίκα.

Η αλλαγή φύλου ήταν η σημαντικότερη αλλά όχι η μόνη αλλαγή που έκανε η Μακλόσκι. Παράλληλα σχεδόν, από άθεη έγινε μέλος της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Στον χριστιανισμό βρήκε νόημα ζωής. Η Εκκλησία της την καλοδέχτηκε. Τον περασμένο Ιούλιο, μάλιστα, η Γενική Σύνοδος της Εκκλησίας της Αγγλίας αποφάσισε να καλωσορίσει επίσημα τους διεμφυλικούς στην κοινότητά της. Ο Δημιουργός αγαπά τους διεμφυλικούς, είπε ο αρμόδιος επίσκοπος, και είναι πάντα παρών στις περιπέτειες της ζωής τους.

Η Ιερά Σύνοδος (ΙΣ) της Εκκλησίας της Ελλάδας πήρε, στο ίδιο θέμα, την ακριβώς αντίθετη θέση. Το θέμα είναι επίμαχο και, όπως και σε άλλα σύγχρονα θέματα, οι χριστιανοί δεν ομονοούν. Αυτό που εντυπωσιάζει (χωρίς να εκπλήσσει) στην ανακοίνωση της ΙΣ είναι η στενότητα των αντιλήψεών της. Λένε: «το φύλο δεν είναι επιλέξιμο, αλλά ως δώρο αποτελεί θείο χάρισμα στον άνθρωπο που πρέπει αυτός να αξιοποιήσει για τον αγιασμό του».

Αν και το βιολογικό φύλο έχει τεράστια σημασία, το μείζον στο θείο δώρο είναι η ίδια η ζωή. Όταν το δώρο του βιολογικού φύλου συνοδεύεται από αβάσταχτο ψυχικό πόνο, ως μέρος της ιδιοσυστασίας του ατόμου (η δυσφορία φύλου, όπως η σχιζοφρένεια, δεν είναι επιλογή), το μείζον δεν είναι η ιερότητα του βιολογικού φύλου αλλά η ιερότητα του προσώπου. Ο άνθρωπος, για τον χριστιανό, είναι κάτι παραπάνω από το βιολογικό του φύλο – είναι πρόσωπο που πασχίζει να μετάσχει στο ευ-αγγέλιο· να γίνει κατ΄ ομοίωση του Θεού. Το πνεύμα της Καινής Διαθήκης δεν είναι η τήρηση «κανόνων» (οι Φαρισαίοι τηρούσαν άψογα τους θρησκευτικούς κανόνες της εποχής τους) αλλά η απροϋπόθετη αγάπη για τον άλλο – η αγάπη που μετασχηματίζει διαρκώς τον φορέα της.

Αν υπάρχει αγάπη στην ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου είναι δυσδιάκριτη. Η μούχλα των έτοιμων σχημάτων κυριαρχεί: τα «χρηστά ήθη» , ο «ανεξέλεγκτος δικαιωματισμός» , ο «ιερός θεσμός της οικογένειας» . Η συμπόνοια υπάρχει ως ρητορικό στολίδι, όχι ως ενεργός παρουσία. Ο Απόστολος Παύλος, σκανδαλωδώς, θέλει να γίνει τα πάντα (ακόμα και «άνομος» ), «ίνα τους πλείονας κερδίσω» (Α’ Κορ.9:19-22). Η ΙΣ μάλλον θα εύχονταν να μην υπήρχαν άνθρωποι με δυσφορία φύλου – η ύπαρξή τους είναι ένα stress test για τα βολικά σχήματά της. Ακόμη χειρότερος είναι ο χλευασμός. «Αυτά είναι παιχνιδίσματα» είπε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, υποτιμώντας τη σημασία του νόμου για την ταυτότητα φύλου. Δεν μπήκε καν στον κόπο να κατανοήσει τους «στεναγμούς και τις λύπες» των διεμφυλικών. Τι σχέση έχει αυτή η στάση με το πλουραλιστικό πνεύμα του Παύλου;

Ελάχιστη, νομίζω. Ο χριστιανισμός του Αρχιεπισκόπου και της ΙΣ είναι ο εξουσιαστικός χριστιανισμός - μια ακόμα ιδεολογία για τους ‘πιστούς’. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τους ιεράρχες είναι να κρατήσουν την κεντρική θέση που παραδοσιακά κατέχουν στο ελληνικό γκουβέρνο: να υπαγορεύουν νόμους και να ασκούν την εξουσία των συμβόλων-νοημάτων ως προϋπόθεση για την κοσμική εξουσία που κατέχουν. Λένε ότι απλώς καταθέτουν τη γνώμη τους. Πόσο υποκριτικό! Δεν πρόκειται μόνο για το ότι πιέζουν φανερά υπουργούς, βουλευτές και κόμματα, αλλά και ότι, παθητικά, προσφέρονται να χρησιμοποιηθούν (να ειδωλοποιηθούν) από μισάνθρωπους πολιτικάντηδες.

Το βαθύτερο πρόβλημα της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι αυτό που εύστοχα επεσήμανε ο π. Β. Θερμός στο διεισδυτικό βιβλίο του Φυγή προς τα Εμπρός (Αρμός, 2017): αισθάνεται άνετα κυρίως στο ομοιογενές περιβάλλον του προνεωτερικού «χωριού» , όχι στο ανοιχτό περιβάλλον της νεωτερικής «πόλης» και τη ρευστότητα της «μεταπόλης» . Η δυσαρμονία με τη νεωτερικότητα εκφυλίζει τον λόγο της σε συντηρητική προπαγάνδα.

Ως χριστιανή, η καθηγήτρια Μακλόσκι μάλλον θα ένοιωθε δυσάρεστα στην Εκκλησία της Ελλάδος. Ως πολίτης, όμως, θα ήταν ικανοποιημένη, εφόσον, στην οργανωμένη πολιτική μας κοινότητα, με όλα τα στραβά της, μια βαθιά υπαρξιακή της ανάγκη αναγνωρίστηκε επισήμως. Το όφελος είναι και δικό μας. Δίνοντας το χέρι στους διεμφυλικούς, πετυχαίνουμε ένα ηθικό-πολιτικό κατόρθωμα: εκλεπτύνουμε την ευαισθησία μας, διευρύνουμε την κοινότητά μας.

Καλή τύχη κυρία Μέρκελ!



Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που βρίσκεται διαρκώς σε πολιτική υπερδιέγερση, οι εκλογές στη Γερμανία προσφέρουν ένα χρήσιμο αντιπαράδειγμα: πως λειτουργεί η πολιτική σε μια θεσμικώς ώριμη δημοκρατία, στην οποία κυριαρχεί η άρρητη συναίνεση στα θεμελιώδη, όπου η πολιτική διαμάχη είναι πολιτισμένη, διαλογική και εκλογικευμένη.

Η μεταπολεμική Γερμανία βασίστηκε σε συναίνεση γύρω από κεντρώες πολιτικές (π.χ. η έννοια της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς») κι ένα αίσθημα ηθικής ενοχής για το ναζιστικό παρελθόν που λειτούργησε προωθητικά και υπεύθυνα για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Σε μια χώρα στην οποία το 80% ορίζει τον εαυτό του ως «κεντρώο», δεν είναι περίεργο που η Γερμανία ως brand ταυτίζεται με τη σταθερότητα και τον πραγματισμό.

Η πολιτική όμως δεν είναι άσκηση βελτιστοποίησης, ούτε καλών τρόπων - εμπεριέχει τη σύγκρουση. Μπορεί τα παραδοσιακά κόμματα να συμφωνούν με την απόφαση της Καγκελαρίου Μέρκελ να υποδεχθεί η χώρα ένα εκατομμύριο πρόσφυγες το 2015, αλλά ένα μέρος του γερμανικού λαού την απορρίπτει ηχηρά, ενώ ένα άλλο την αντιμετωπίζει βουβά με δυσπιστία. Μια τόσο σημαντική απόφαση έδωσε τεράστια ώθηση στο νεότευκτο ακροδεξιό κόμμα (το AfD), ώστε να αξιώνει βάσιμα να είναι το τρίτο κόμμα στη Βουλή! Αν μάλιστα επαναληφθεί το σενάριο του μεγάλου συνασπισμού, το AfD θα καταστεί η αξιωματική αντιπολίτευση, απολαμβάνοντας θεσμικά προνόμια όπως η προεδρία της Επιτροπής Προϋπολογισμού, κλπ. Στη Βουλή του Πολλάκη και του Καμμένου αυτό δεν είναι είδηση, στη Μπούντεστανγκ όμως είναι.

Δεν πρόκειται μόνο για το γεγονός ότι κλονίζεται η παραδοσιακή πολιτική συναίνεση. Ο τρόπος που κλονίζεται είναι αξιοσημείωτος. Για πρώτη φορά μεταπολεμικά, ο πολιτικός λόγος γίνεται επικίνδυνα τοξικός, απηχώντας (και εντείνοντας) αντίστοιχα αρνητικά συναισθήματα μέρους της κοινής γνώμης. Η κυρία Βέϊντελ, συμπρόεδρος του AfD, δήλωσε ότι «η Γερμανία έχει γίνει παράδεισος για εγκληματίες και τρομοκράτες από όλο τον κόσμο». Ο έτερος συμπρόεδρος κ. Γκάουλαντ, ζήτησε από τους Γερμανούς να είναι «περήφανοι για τα επιτεύγματα των στρατιωτών τους στους δύο παγκοσμίους πολέμους»! Τέτοιας κοπής πολιτικοί θα καταλάβουν περίπου 80 έδρανα στην μετεκλογική Μπούντεστανγκ! Όπως αντίστοιχα και στην Ολλανδία, ήδη ο άξονας της συζήτησης για την ενσωμάτωση των προσφύγων έχει μετατοπισθεί προς τα δεξιά, ενώ ενισχύεται συμβολικά η ευρύτερη οικογένεια εννοιών στην οποία νοηματικά εντάσσεται το «προσφυγικό» - «εφαρμογή των κανόνων», καχυποψία στον «άλλο», δυσπιστία σε υπερεθνικούς οργανισμούς, εθνική αναδίπλωση.

Η Γερμανία θα βρεθεί για πρώτη φορά ξεκάθαρα αντιμέτωπη με το πολιτικό παράδοξο κάθε ισχυρής χώρας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης: βραχυχρόνια, ο λαός θέλει ευημερία και ησυχία, αλλά, για να τα διασφαλίσει αυτά μακροχρόνια, πρέπει να είναι διατεθειμένος να τα διακινδυνεύει! Τι λένε οι αφίσες των Χριστιανοδημοκρατών; «Για μια Γερμανία στην οποία να ζούμε καλά κι ευτυχισμένοι» . Δεν είναι άσχημη ιδέα, μόνο που, όπως και στην προσωπική ζωή, η ευημερία μιας πολιτικής κοινότητας εξαρτάται από την ικανότητά της να αλλάζει – να προσαρμόζεται, να αναθεωρεί, να διακινδυνεύει.

Η Γερμανία λ.χ. χρειάζεται νέο εργατικό δυναμικό – είναι η πιο γερασμένη χώρα της Ευρώπης. Η ενσωμάτωση των προσφύγων συνιστά, συν τοις άλλοις, οικονομική αναγκαιότητα. Η ενσωμάτωση όμως δημιουργεί προβλήματα σύγκρουσης συνηθειών, αντιλήψεων και πολιτιστικών προτύπων, τα οποία απαιτούν σύνθετη διαχείριση. Επίσης: η Γερμανία είναι, εκ των πραγμάτων, η ηγέτιδα δύναμη της Ευρώπης. Για να διαπεραιώσει τον ηγετικό της ρόλο επιτυχώς, για να αποκτήσει δηλαδή την «ήπια δύναμη» που αποφέρει ηθική νομιμοποίηση και οικειοθελή αποδοχή, χρειάζεται ένα πνεύμα φωτισμένης μεγαλοσύνης, το οποίο προέρχεται από ένα ευρύτερο συνεγερτικό όραμα που οφείλει να διαθέτει η πολιτική ελίτ.

Η Γερμανική σταθερότητα, όμως, δεν οικοδομήθηκε τόσο με «οράματα» όσο με προσήλωση σε κανόνες, σκληρή δουλειά, πραγματισμό, και ενοχές. Στην τέταρτη θητεία της ως καγκελάριος η κυρία Μέρκελ θα κληθεί να πολιτευθεί με οραματική εξωστρέφεια και αυτοπεποίθηση σε μια χώρα που γίνεται όλο και πιο εσωστρεφής. Το πιθανότερο είναι ότι θα βαδίσει την πεπατημένη με τον κλασικά Γερμανικό τρόπο: εφαρμογή των κανόνων, βαθμιαίες αλλαγές, διασφάλιση της σταθερότητας. Η Μέρκελ που θα δούμε δεν θα διαφέρει πολύ από τη Μέρκελ που ξέρουμε!

Η αξιοθαύμαστα υπεύθυνη, όσο και απρόβλεπτη, μαζική αποδοχή προσφύγων ήταν η εξαίρεση. Έχοντας τακτοποιήσει τη συνείδηση της Γερμανικής ψυχής και εξιλεωθεί στους υπόλοιπους Ευρωπαίους για την ανηλεή λιτότητα που επέβαλε στους «προβληματικούς» της ευρωζώνης, η κυρία Μέρκελ θα επιστρέψει στη συνήθη προτεσταντική διαχείριση. Θα προσχωρήσει τη δημοσιονομική ένωση της ευρωζώνης αλλά αργά, προσεκτικά, και με βάση τους φετιχοποιημένους «κανόνες». Το ελληνικό χρέος δεν θα το αντιμετωπίσει ρηξικέλευθα – θεωρεί ότι η αλληλεγγύη ήδη έχει φτάσει στα όριά της. Με τον Μακρόν θα συμφωνήσει σε βαθύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση, αφού όμως δει πρώτα τα έργα του στη γαλλική οικονομία.

Είναι απαιτητικό να είσαι ισχυρός και πλούσιος: χρειάζεται σύνεση και τόλμη μαζί. Η ηγεσία κοστίζει. Στη νέα Γερμανική Βουλή, με μια ξενοφοβική και ευρωσκεπτικιστική ακροδεξιά να κάνει διαρκώς θόρυβο, το κόστος θα είναι ακόμα υψηλότερο. Οι απαιτήσεις από τη νέα κυβέρνηση συνασπισμού θα είναι μεγάλες σε όλα τα μέτωπα – από την τρομοκρατία μέχρι την κρίση στην ευρωζώνη, τις σχέσεις με τη Ρωσία, και την κοινωνική συνοχή. Το σταθερό χέρι της κυρίας Μέρκελ στο τιμόνι παρέχει ασφάλεια, αλλά δεν αρκεί. Θα χρειαστεί και τολμηρή οδήγηση, με την αντίστοιχη πολιτική δεξιοτεχνία που απαιτείται. Στην εποχή του απρόβλεπτου Τραμπ και των κλόουν του Brexit, μακάρι η κυρία Μέρκελ να έχει την τόλμη του Βίλυ Μπράντ, τη στιβαρότητα του Χέλμουτ Σμιτ, και την έμπνευση του Χέλμουτ Κόλ! Η καλή της τύχη θα είναι η καλή τύχη όλων των υπόλοιπων Ευρωπαίων.

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Λυπάμαι Φώφη. Ο επόμενος παρακαλώ…



Ένας δίκαιος άνθρωπος πρέπει να της το πιστώσει: αν δεν άνοιγε τις διαδικασίες η Φώφη Γεννηματά, ο νέος φορέας της κεντροαριστεράς δεν ήταν σήμερα υπό δημιουργία. Την τιμά αυτή η πρωτοβουλία. Τώρα, το αν θα πετύχει ή όχι είναι μια άλλη συζήτηση.

Ένας απροκατάληπτος πολίτης, όμως, θα έλεγε και κάτι ακόμα: Τι σε κάνει να πιστεύεις Φώφη ότι είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος να ηγηθεί του νέου φορέα; Στο μέτρο που δεν ενσαρκώνεις το καινούριο, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορείς να δώσεις νέα ορμή, νέους ορίζοντες, νέα προοπτική στη νέα κεντροαριστερά που εξήγγειλες. Γιατί; Διότι, καλώς ή κακώς, είσαι ο εμβληματικός εκπρόσωπος του παλαιού ΠΑΣΟΚ. Η πολιτική σου διαδρομή συμβολίζει όλα όσα είναι λάθος σε αυτό το κόμμα (και τη χώρα).

Μήπως είμαι προκατειλημμένος αρνητικά; Όχι παραπάνω απ’ ότι μου επιτρέπουν τα γεγονότα. Η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ συγκεφαλαιώνει τη βαθιά ελληνική παθολογία: οικογενειοκρατία, κομματικό κράτος, αντιθεσμική συμπεριφορά.

Δύσκολα θα της προσάψει κανείς ότι παρέλειπε να αναφέρεται τακτικά στον πατέρα της, τον αείμνηστο Γιώργο Γεννηματά, εμβληματικό πρόσωπο στην πασοκική μυθολογία. Το επώνυμό της ήταν το κεφάλαιό της – και το γνώριζε. Κάθε αναφορά στο ΕΣΥ και στην κοινωνική πρόνοια λ.χ. συνοδευόταν από μια υπενθύμιση του οικογενειακού επωνύμου. Στην πρόσφατη συνέντευξή της στον ΣΚΑΙ (9/9/2017), μετά την εξαγγελία της υποψηφιότητάς της, μας το θύμισε ξανά: θέλει να ολοκληρώσει, είπε, το όραμα του πατέρα της, «αυτό που δεν πρόλαβε να κάνει» . Για όσους παρακολουθούν την πολιτική πορεία της, δεν εκπλήσσει: ως κόρη του Γεννηματά σταδιοδρόμησε επιτυχώς στον επιρρεπή στις δυναστείες, έτσι κι αλλιώς, ‘πράσινο’ χώρο.

Το 1986, πριν αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, προσελήφθη στην (κρατική) Εθνική Τράπεζα, με τις γνωστές διαδικασίες της εποχής. Από την τράπεζα αποσπάστηκε αργότερα στο κόμμα της στη Βουλή. Τα κομματικά στελέχη που προσλαμβάνονται στο ευρύτερο δημόσιο δεν σημαίνει ότι εργάζονται σε αυτό. Σίγουρα όμως αμείβονται από αυτό! Ως υπερνομάρχης Αθηνών-Πειραιώς (2003-2007) εισέπραττε το μισθό της (συν την αμοιβή ως πρόεδρος της Ένωσης Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας) αλλά, παράλληλα, και το μισθό της Εθνικής Τράπεζας (νομίμως, παρακαλώ!). Συγγενείς της απασχολούνταν με διάφορες ιδιότητες στην υπερνομαρχία. Στις εκλογές του 2007 ετέθη από τον κ. Παπανδρέου επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, απο το οποίο εξέπεσε πάραυτα με απόφαση του Αρείου Πάγου, λόγω ασυμβίβαστου (εφόσον ήταν υπερνομάρχης – η διατύπωση του άρθρο 56 του Συντάγματος ήταν ξεκάθαρη). Η αντίδρασή της ήταν κλασική αντίδραση μέλους νομενκλατούρας τριτοκοσμικής χώρας: χαρακτήρισε τη σχετική απόφαση «δικαστικό πραξικόπημα» και μίλησε για «αδίστακτη Δεξιά»! Τέτοιος σεβασμός στους θεσμούς!

Ως υπουργός στην εποχή των μνημονίων υπερασπίστηκε το τέλμα σε κρατικοδίαιτες, χρονίως προβληματικές επιχειρήσεις-υποστυλώματα του κομματικού κράτους, όπως η ΕΑΒ, παρά τη συμφωνία της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου με την τρόικα να προχωρήσουν σε μερική αποκρατικοποίηση της επιχείρησης. (Φανταστείτε να έχανε τη διοίκηση της ΕΑΒ και της ΛΑΡΚΟ το κομματικό κράτος; Αδιανόητο…). Αργότερα, το 2016, ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, επέκρινε τη σημερινή κυβέρνηση για την «απώλεια του δημοσίου ελέγχου στη ΔΕΗ» , υπερασπίστηκε διακριτικά την πρόσφατη κρατικοποίηση του ΟΑΣΘ, ενώ έχει κρατήσει αποστάσεις από τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Στην ψηφοφορία για το νόμο για τη συμβίωση ομόφυλων ζευγαριών, το 2015, δεν προσήλθε καν στη Βουλή! Τέτοια τόλμη!

Και το τελευταίο, κρισιμότερο, τεστ - το litmus test - για οποιονδήποτε πασοκικής προελεύσεως υποψήφιο πρόεδρο της ενιαίας κεντροαριστεράς: τι στάση κράτησες στην αποπειραθείσα μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού από τον Τάσο Γιαννίτση, το 2001;

Μην κουράζεσαι Φώφη, ξέρουμε την απάντηση. Η μεταρρύθμιση Γιαννίτση ήταν πολύ ‘νεοφιλελεύθερη’ για τα δικά σου ‘σοσιαλιστικά’ γούστα! Ουδέποτε την υπερασπίστηκες! Πόσο πειστική νομίζεις ότι είσαι σήμερα όταν μας λες ότι «η μεγάλη κεντροαριστερά μπορεί να εγγυηθεί το τέλος της επιτροπείας και την προοδευτική διακυβέρνηση του τόπου»; Μα, όπως έδειξε στα βιβλία του ο σοσιαλιστής (χωρίς εισαγωγικά) κ. Γιαννίτσης, ένας από τους σημαντικότερος λόγους που οδηγηθήκαμε στη χρεοκοπία ήταν η εκρηκτική διόγκωση των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού. Τι έκανες εσύ Φώφη ως βουλευτής και στέλεχος του ΠΑΣΟΚ να τα σταματήσεις;

Τα πράγματα είναι απλά: ένας νέος προοδευτικός φορέας χρειάζεται νέους ανθρώπους (όχι απαραίτητα σε ηλικία, αλλά σε νοοτροπία και ιδέες· άφθαρτους πολιτικά). Η πολιτική είναι, κυρίως, μια συμβολική υπόθεση. Ο παλιός δεν μπορεί να εκφράσει πειστικά το καινούριο· τον σκιάζει η ιστορία του και οι συνειρμοί που αυτή προκαλεί.

Η κυρία Γεννηματά κάθε άλλο παρά νέα είναι. Συμβολίζει ό,τι οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Θυμίζει, σήμερα, περισσότερο το στέλεχος που δεν θέλει να χάσει τη δουλειά του στην προβληματική επιχείρηση και γι’ αυτό ρετουσάρει το βιογραφικό του επιδιώκοντας μετεγγραφή. Θεμιτή η επιδίωξη, αλλά γιατί να ενδιαφέρει εμάς τους υπόλοιπους; Όσους, εν πάση περιπτώσει, μας αφορά μια σύγχρονη, ανανεωτική και πειστική κεντροαριστερά στη μετα-μνημονιακή Ελλάδα;

Η πολιτική ωρίμανση απαιτεί τολμηρή ανα-θεώρηση



Η γλώσσα, παρατηρεί ο Βίτγκενστάϊν, μας βάζει συχνά τρικλοποδιές. Μια από αυτές είναι η χρήση των λέξεων σαν να αναφέρονται σε μία αναλλοίωτη πραγματικότητα. Λέμε «η οικογένεια» , «το κόμμα», «η χώρα» και νομίζουμε ότι αναφερόμαστε σε μια αμετάλλακτη οντότητα. Ακόμη, όμως, κι όταν έχουμε επίγνωση της ιστορικότητας μια έννοιας, επιλέγουμε εκείνη την εκδοχή της που φαντασιωσικά μας βολεύει.

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να προβάλλει σήμερα πειστικά την πολιτική συγγένειά του με το ΠΑΣΟΚ; Σε μακροσκελές άρθρο του σε φιλική του εφημερίδα, ο κ. Τσίπρας απαντά θετικά εστιάζοντας στο πρώιμο ΠΑΣΟΚ και προκαλεί συνειρμούς για την ηγετική του αναλογία με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Χαρακτηρίζει το πρώιμο ΠΑΣΟΚ «παραγωγό προοδευτικής ενέργειας» και τον Ανδρέα Παπανδρέου ως τον πολιτικό που «διέθετε το πολιτικό αισθητήριο» για να διαγνώσει «τις μεγάλες δυνατότητες που άνοιγε [η Μεταπολίτευση]», ανταποκρινόμενος στα αιτήματα μιας ευρείας «λαϊκής προοδευτικής πλειοψηφίας». Πιο εύστοχα το διατύπωσε ο υπουργός κ. Ν. Παππάς: «Ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ το '81 έλυσαν το κορυφαίο πολιτικό ζήτημα στην Ελλάδα, ότι ο μισός πληθυσμός βρισκόταν στο πολιτικό και οικονομικό ημίφως, απόρροια του μετεμφυλιακού κράτους. [...] Ως εκ τούτου, το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε τον κορμό της προοδευτικής μεριάς του πολιτικού φάσματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατ' αναλογία αυτήν τη στιγμή είναι ο κορμός της προοδευτικής παράταξης, ο οποίος καλείται να λύσει το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα».

Η ρητορική του εγχειρήματος που ανέλαβε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (η απόπειρα να επεκταθεί η εμβέλειά του σε όλο τον «προοδευτικό» χώρο) είναι δοκιμασμένη: στηρίζεται στη δύναμη της ιστορικής αναλογίας. Η αναλογία ‘όψιμος ΣΥΡΙΖΑ-πρώιμο ΠΑΣΟΚ’ δεν στερείται ευλογοφάνειας, τελικά όμως είναι χονδροειδής και άστοχη. Ενώ εντοπίζει υπαρκτές ομοιότητες μεταξύ των δύο κομμάτων, η σύγκριση είναι στατική (σαν να συγκρίνει μοτίβα σε παζλ)· της λείπει η λεπτή κατανόηση των ιστορικών συμφραζομένων. Αποσκοπεί να μετακινήσει πολιτικά τον ΣΥΡΙΖΑ προς το ‘κέντρο’, αλλά το κάνει με τρόπο που τον εγκλωβίζει σε ένα αναχρονιστικό αφήγημα.

Όπως οι κυβερνητικές εμπειρίες άλλαξαν το πρώιμο ΠΑΣΟΚ, έτσι αλλάζει σήμερα ο κυβερνητικός (και μάλιστα μνημονιακός) ΣΥΡΙΖΑ, αναζητώντας ζωτικό πολιτικό χώρο σε μια αναχρονιστική εκδοχή του ΠΑΣΟΚ – στο πρώιμο ΠΑΣΟΚ του εθνολαϊκισμού. Ιδού το παράδοξο: η ωρίμανση του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκεται να επέλθει με την αναζήτηση αναλογιών με την ανώριμη εκδοχή του ΠΑΣΟΚ!

Από την άλλη μεριά, το σημερινό ΠΑΣΟΚ, αυτό που αντιμετώπισε διστακτικά και ενίοτε εχθρικά τόσο το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα Σημίτη όσο και τη μνημονιακή διαχείριση της εθνικής χρεοκοπίας, μην έχοντας επεξεργασθεί τη δική του ιστορική μεταμόρφωση, εγκαλεί τον κ. Τσίπρα για «ύβριν». Δεν διαθέτει ένα ανα-θεωρητικό συνεκτικό αφήγημα για τον εαυτό του. Υπερασπίζεται οπαδικά και άγαρμπα τη νεανική του ανωριμότητα.

Το ενδιαφέρον σε αυτό το ρητορικό παίγνιο δεν είναι μόνο πόσο αναχρονιστικό είναι το συγκεκριμένο άνοιγμα Τσίπρα στην «προοδευτική παράταξη» , αλλά και πόσο αμήχανα αυτο-προστατευτικά είναι τα επιχειρήματα της τελευταίας. Αγιοποιώντας τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναιρούν τη μετέπειτα πορεία ωρίμανσης του ΠΑΣΟΚ, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, ήταν μια διαδικασία απογαλακτισμού (ατελής και διστακτική βέβαια) από τα νάματα του ιδρυτή του. Ο οπαδικός αυτο-δοξασμός, ως στρατηγική απόκρουσης του αντιπάλου, είναι υποχρεωμένος να αποκρύπτει και να παραπλανά. Έτσι, ενώ υμνείται ο πρωτεργάτης της «αλλαγής», αποσιωπάται ο εθνολαϊκισμός που συστηματικά καλλιέργησε, το πελατειακό κράτος που ενέτεινε, ο πολωτικός λόγος που εξέφερε, η κομματική άλωση των θεσμών που προώθησε. Ιδού το δεύτερο παράδοξο: για να οριοθετηθεί απέναντι στον μετακινούμενο ΣΥΡΙΖΑ, το ώριμο πλέον ΠΑΣΟΚ επιστρέφει ρητορικά στον προγενέστερο ανώριμο εαυτό του! Έτσι, όμως, παλινδρομεί, σκοντάφτει, δεν επινοεί εκ νέου την ταυτότητά του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αρνείται ουσιαστικά να ωριμάσει. Ενώ η μνημονιακή του συνθηκολόγηση θα μπορούσε να εκκινήσει τη δημιουργική του μεταμόρφωση σε ένα κόμμα της ευρύτερης ευρωπαϊκής Αριστεράς, που θα συστεγάζει θεσμικούς σοσιαλδημοκράτες και ιδεαλιστές ριζοσπάστες, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα αριστερά-του-κέντρου κόμματα στην Ευρώπη, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνεται την ωρίμανση ως καταφυγή στο ‘μυθικό’ παρελθόν – δείγμα ανικανότητας να σκεφτεί πρωτότυπα μια νέα ταυτότητα. Διότι τι άλλο παρά επιστροφή σε ένα τέτοιο παρελθόν συνιστά η αναφορά Τσίπρα «στην επικαιρότητα των λαϊκών αγώνων […] για εθνική ανεξαρτησία», στη σημερινή Ελλάδα της ΕΕ;

Μπορεί ο κ. Τσίπρας να επικαλείται «το πολιτικό αισθητήριο» του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά δεν το κατανοεί σε βάθος. Σε μια χώρα που μέχρι το 1974 κυβερνήθηκε εν πολλοίς αυταρχικά, αντιθεσμικά, και αργότερα δικτατορικά, είχε νόημα να μιλά ένας προοδευτικός πολιτικός για «λαϊκή κυριαρχία» και «εθνική ανεξαρτησία». Αν ο Τσίπρας διέθετε αντίστοιχής λεπτότητας αισθητήριο σήμερα, θα κατανοούσε ότι στη χρεοκοπημένη χώρα που κυβερνά, το ζητούμενο είναι πιο πεζό: να γίνει η Ελλάδα επιτέλους ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος! Θα καταλάβαινε ότι, αντίθετα με το 1974, ο κύριος λόγος της μειωμένης σήμερα εθνικής κυριαρχίας οφείλεται κυρίως στις βαθιές δομές και χρόνιες θεσμικές παθογένειες που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Η Ελλάδα οικειοθελώς μπήκε σε ένα παιχνίδι πάλης βαρέων βαρών (την ευρωζώνη), στο οποίο θεσμικά-οικονομικά δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημά της σήμερα, όχι η άσκηση «λαϊκής εξουσίας» . Είναι εύκολο να μιμηθείς επιφανειακά έναν ηγέτη που θαυμάζεις. Το δύσκολο είναι να κατανοήσεις σε βάθος τι είναι αυτό που τον καθιστά αξιοθαύμαστο για να κάνεις μια δική σου νέα αρχή. Χρειάζεσαι εκείνη την προσέγγιση που δεν αναζητεί επιφανειακές ομοιότητες αλλά επιμένει, όπως έλεγε ο Βίτγκενστάϊν, στις λεπτές «διαφορές» . Χρειάζεσαι διαύγεια, τόλμη, και αντισυμβατική σκέψη. Τι απ’ όλα διαθέτει ο κ. Τσίπρας;

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Ηθικοπολιτική αμβλύνοια και κομμουνιστικά καθεστώτα



Ένα ακόμα δείγμα πολιτικής αγκύλωσης: συζητούμε θέματα που για την υπόλοιπη Ευρώπη θεωρούνται αυτονόητα! Σήμερα δεν αμφισβητείται ότι τόσο ο κομμουνισμός (ιδιαίτερα στη σταλινική του μορφή) όσο και ο φασισμός (ιδιαίτερα στη ναζιστική του εκδοχή) συνιστούν δύο εγκληματικές εκφάνσεις του ολοκληρωτισμού που συγκλόνισε την Ευρώπη του 20ου αιώνα. Ηθικοπολιτικά μιλώντας, για τη μεταναζιστική και μετακομμουνιστική Ευρώπη, οι διαφορετικές εκδοχές του ολοκληρωτισμού ουδόλως διαφέρουν. Η καταπίεση, οι διώξεις και οι δολοφονίες δεν έχουν χρώμα! Μέρος των κοινών Ευρωπαϊκών αξιών είναι η σθεναρή αντιπαλότητα απέναντι σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό.

Τον Απρίλιο 2009, με πρωτοβουλία κυρίως χωρών-μελών της ανατολικής Ευρώπης που είχαν την ατυχία να βιώσουν τον κομουνιστικό ολοκληρωτισμό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ) καθιέρωσε την 23η Αυγούστου ως την Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Σταλινισμού και του Ναζισμού. Η σχετική απόφαση υπερψηφίστηκε με μεγάλη πλειοψηφία (533-44, 33 αποχές), αν και από τους 24 Έλληνες ευρωβουλευτές μόνο 2 την υπερψήφισαν! Ο πολιτικός πρωτογονισμός δεν έχει χρώμα!

Στο κείμενο της απόφασης του ΕΚ αναφέρεται ρητά ότι δεν υπάρχουν πλήρως αντικειμενικές ιστορικές αφηγήσεις και ότι η ερμηνεία της ιστορίας δεν μονοπωλείται από καμία πολιτική παράταξη. Οι στοχαστικές επισημάνσεις, όμως, δεν οδηγούν σε μαλθακό σχετικισμό, ούτε αποτρέπουν τη διαυγή ηθικοπολιτική πράξη (από-φαση). Το ΕΚ εκφράζει «το σεβασμό για όλα τα θύματα ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Ευρώπη», καταδικάζει «τη μαζική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα», και διακηρύσσει το «σεβασμό για την ελευθερία, αξιοπρέπεια, ισότητα, και κράτος δικαίου».

Τον Ιούνιο 2011, το Συμβούλιο των Υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης της ΕΕ υιοθέτησε την απόφαση του ΕΚ και κάλεσε τα κράτη-μέλη να αποφασίσουν πως θέλουν να τιμούν την Ημέρα Μνήμης, «με αξιοπρέπεια και αμεροληψία». Η Εσθονία, ως τωρινή προεδρεύουσα χώρα της ΕΕ, δεν πρωτοτύπησε με τη διοργάνωση εκδήλωσης για τα «εγκλήματα που διαπράχθηκαν από κομμουνιστικά καθεστώτα» , στο πλαίσιο της Ημέρας Μνήμης. Όχι τόσο γιατί το ίδιο έκαναν και άλλα κράτη-μέλη όταν είχαν την προεδρία, όσο, κυρίως, γιατί η σχετική εκδήλωση (απόδοση τιμής, συνέδριο ιστορικών, και έκθεση μουσείου) εξέφρασε το πνεύμα του Συμβουλίου Υπουργών και του ΕΚ.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Κοντονής είχε διαφορετική γνώμη. Αρνήθηκε τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Εσθονική εκδήλωση για την Ημέρα Μνήμης με ένα σαθρό σκεπτικό, το οποίο απο-καλύπτει την ηθικοπολιτική αμβλύνοια του ιδίου και της κυβέρνησής του.

Κατ’ αρχάς, ενώ επικρίνει το δολοφονικό χαρακτήρα του ναζιστικού καθεστώτος, αναφέρεται στον κομμουνισμό μόνο ως ιδεολογία, λες και δεν μετουσιώθηκε ποτέ σε πράξη! Πόσο βολικό! Ξεχνά ότι το Εσθονικό συνέδριο δεν αποσκοπεί στη συζήτηση των «ιδεολογικών ρευμάτων» που γεννήθηκαν στο εσωτερικό της κομμουνιστικής θεωρίας, αλλά θέλει να συζητήσει τα εγκλήματα των κομμουνιστικών καθεστώτων – θέλει να μιλήσει για πράξεις.

Μπορεί κάποιος να παραμένει αριστερός και, συγχρόνως, να καταδικάζει τα εγκλήματα των κομμουνιστικών καθεστώτων; Ναι μπορεί (αυτή ήταν λ.χ. η στάση του αείμνηστου Άγγελου Ελεφάντη), όπως μπορεί κάποιος να είναι χριστιανός και να ντρέπεται για τα εγκλήματα της Ιεράς Εξέτασης ή να είναι δημοκράτης και να επικρίνει τα αποικιοκρατικά εγκλήματα που διέπραξε η (δημοκρατική) χώρα του. Υπό έναν όρο: ότι, σε ένα βαθύτερο αξιακό επίπεδο, έχει επιλέξει μια στοχαστική στάση ζωής. Ότι τον ενδιαφέρει ο διάλογος και η αλήθεια. Η στοχαστική στάση θα τον ωθήσει να δει τα σκοτεινά σημεία της ιδεολογίας του, να εκλεπτύνει (ανα-θεωρήσει) τις πεποιθήσεις του, και να εμβαθύνει την ηθική του συγκρότηση. Η μετάβαση από το πεδίο των πεποιθήσεων στο πεδίο της πράξης ουδέποτε είναι ευθύγραμμη στην πολιτική, αλλά διαμεσολαβείται από εξουσιαστικές επιδιώξεις, ανθρώπινα πάθη, ιστορικούς εθισμούς, και τις ανάγκες της πολιτικής συγκυρίας. Ο στοχαστικός άνθρωπος έχει επίγνωση αυτής της πολυπλοκότητας και, άρα, νοιώθει την ανάγκη να βρίσκεται σε ηθική εγρήγορση, διατηρώντας την ικανότητα να εκπλήσσεται.

Ο ευρωκομουνισμός που εμμέσως εκθείασε ο κ. Κοντονής στην επιστολή του στην Εσθονική προεδρία προέκυψε ακριβώς επειδή οι στοχαστικοί αριστεροί, στη δεκαετία του 1970, ένοιωθαν άβολα με τα εγκλήματα καθεστώτων με τα οποία είχαν ιδεολογική συγγένεια. Η αναγνώριση αυτών των εγκλημάτων ήταν το έναυσμα για την εκλέπτυνση της αριστερής σκέψης. Ο Τζώρτζ Οργουελ κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε να παραμείνει σοσιαλδημοκράτης παρά μόνο αν κατήγγειλε την ολοκληρωτική φύση του σοβιετικού κομμουνισμού, αφού μόνο τότε οι αξίες της ισότητας και της αλληλεγγύης θα αποκτούσαν ηθική καθαρότητα και πολιτική πειθώ. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης συνειδητοποίησε ότι η «επαναστατική» σκέψη, ακριβώς για να παραμείνει «επαναστατική» έπρεπε να διαρρήξει κάθε ιδεολογικό δεσμό με εγκληματίες τύπου Στάλιν, Μάο, και Πολ Ποτ.

Είναι θεμιτή η εξίσωση του ναζισμού με τον κομμουνισμό, στην οποία αντιτάχθηκε ο κ. Κοντονής (και οι πλείστοι Έλληνες ευρωβουλευτές το 2009); Σε ηθικοπολιτικό επίπεδο, είναι επιβεβλημένη! Όπως τονίζει η απόφαση του ΕΚ, από τη σκοπιά των θυμάτων, είναι «ασήμαντο ποιο καθεστώς τους στέρησε την ελευθερία, ή τους βασάνισε ή τους δολοφόνησε» . Το γεγονός είναι ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια βάναυσα και συστηματικά καταπατήθηκε. Η ηθική απόφανση συνιστά πράξη ευθύνης απέναντι στον Άλλο: το ηθικώς σκεπτόμενο ον δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια στις βαρβαρότητες, ιδιαίτερα μάλιστα αν αυτές προέρχονται από τη ‘δική του’ πλευρά. Η στοχαστική στάση ζωής διατηρεί το άτομο σε ηθική εγρήγορση, εφόσον «το στραβόξυλο της ανθρώπινης φύσης» είναι τέτοιο που διαστρέφει ακόμα και τις ευγενέστερες των προθέσεων και ιδεολογιών. Τίποτα το ανθρώπινο δεν είναι ανεπίληπτο

Ιστορικά μιλώντας, ο ναζισμός και ο κομμουνισμός ήταν δυο διακριτά φαινόμενα, με διαφορετικές αφετηρίες και ιδεολογικές αναφορές. Οι ιστορικοί ερευνούν τις διαδρομές τους και τα ιστορικά συμφραζόμενά τους. Από ηθικής απόψεως, όμως, δεν υπάρχει χώρος για ασάφεια: η μαζική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι καταδικαστέα. Όπως τονίζει η απόφαση του ΕΚ, η «ηθική ανανέωση» είναι εφικτή μόνο μέσα από την «παραδοχή της ευθύνης».

Ενώ η δημοκρατική Ευρώπη έμαθε από την εμπειρία του ολοκληρωτισμού, αστόχαστοι πολιτικοί όπως ο κ. Κοντονής και οι ομοϊδεάτες του απο-καλύπτουν τη διανοητική τους ένδεια και την ηθικοπολιτική τους αμβλύνοια. Η ηθική πυξίδα απενεργοποιείται όταν η πολιτική εκλαμβάνεται, όπως έλεγε ο αείμνηστος Βάτσλαβ Χάβελ, ως μια «τεχνολογία ισχύος και χειραγώγησης» . Η περίπτωση Κοντονή (και των Ελλήνων ευρωβουλευτών το 2009) μας θυμίζει πόσο δύσκολο είναι να αποσυνδέεις την ηθική σου κρίση από πολιτικές σκοπιμότητες.