Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Πατριωτισμός, αυθεντικός και κίβδηλος

Ο αείμνηστος Αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρόρτι εύστοχα παρατηρεί ότι η «εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ό,τι είναι ο αυτο-σεβασμός για τα άτομα: μια αναγκαία συνθήκη για αυτο-βελτίωση». Ο συναισθηματικός δεσμός με τη χώρα σου είναι απαραίτητος, υποστηρίζει, προκειμένου να είναι γόνιμη η πολιτική διαβούλευση. Με άλλα λόγια, για να βουλεύεται γόνιμα μια οργανωμένη πολιτική κοινότητα πρέπει οι πολίτες της να νοιώθουν ότι ανήκουν σε αυτή. Γιατί άραγε;

Μια πρώτη απάντηση είναι ότι οι άνθρωποι δεν είναι υπολογιστικές μηχανές, ούτε αλγόριθμοι. Δεν μπορούμε να μετάσχουμε γόνιμα - παραγωγικά, ευφάνταστα - σε κάτι αν δεν νοιώθουμε ότι έχει σημασία για μας. Όπως δεν θα ασκήσεις καλά ένα επάγγελμα αν δεν ενστερνισθείς βιωματικά τις αξίες του, έτσι δεν θα διαβουλευθείς γόνιμα για τη χώρα σου αν δεν την αγαπάς. Αν μετέχεις στο δημόσιο βίο στεγνά χρησιμοθηρικά, η συνεισφορά σου κυριαρχείται από ωφελιμιστικό υπολογισμό, ο οποίος αφορά στο στενό συμφέρον σου. Αν, όμως, μετέχεις στα κοινά ως πολίτης που νοιάζεται για τη χώρα του – παθιάζεται για τη βελτίωσή της -, τότε η συνεισφορά σου έχει ως σημείο αναφοράς το κοινό καλό. Ο περί κοινών λόγος διαμορφώνεται από το περί κοινών πάθος.

Μια δεύτερη απάντηση είναι ότι δίχως τον πατριωτισμό είναι δύσκολο να ανθήσει η δημοκρατία. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία προϋποθέτει τον «δήμο» - μια αυτοκυβερνώμενη πολιτική οντότητα, τα μέλη της οποίας βιώνουν το αίσθημα του συνανήκειν. Στο μέτρο που η δημοκρατία ως πολίτευμα εκτοπίζει παραδοσιακές ιεραρχίες και υπερκεράζει επιμέρους ταυτότητες (π.χ. θρησκευτικές, εθνοτικές, φυλετικές, κλπ.), αναδεικνύει την ατομική συμμετοχή στα κοινά, η οποία, με τη σειρά της, για να επισυμβεί, απαιτεί την κινητοποίηση των πολιτών εφόσον αισθάνονται ότι μοιράζονται μια κοινή ταυτότητα. Μόνο αν βιώνεις τη δημοκρατική πολιτεία ως ένα κοινό έργο που σε αφορά, θέλεις να συμμετάσχεις ενεργά στην πραγμάτωσή του.

Αν τα μέλη της δημοκρατικής πολιτείας τα ενώνει μόνο το κοινό συμφέρον, ο συνεταιρισμός τους δεν θα έχει διάρκεια - δεν θα καταστεί κοινωνία· μετοχή στον κοινό λόγο. Χρειάζεται μια ισχυρότερη συγκολλητική ουσία για κάτι τέτοιο – μια κοινή ταυτότητα. Αν δεν έχει οικοδομηθεί το αίσθημα του συνανήκειν, όπως λ.χ. συνέβη με το σχίσμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων στην Κυπριακή Δημοκρατία, στη δεκαετία του 1960, είναι δύσκολο να συσταθεί ένας «δήμος», στο όνομα του οποίου θα ασκηθεί αποτελεσματικά και νομιμοποιημένα η δημοκρατική διακυβέρνηση.

Η δημιουργία του έθνους-κράτους και η ραγδαία εξάπλωσή του από τον 19ο αιώνα και μετά καθιέρωσε την κοινή εθνική ταυτότητα ως τη βάση της δημοκρατικής διακυβέρνησης: το έθνος είναι ο κορμός του «δήμου», εν ονόματι του οποίου ασκείται η διακυβέρνηση. Από τη στιγμή που δημιουργείται, το έθνος-κράτος, μέσω των εκπαιδευτικών-πολιτιστικών θεσμών του, αναζητεί μια κοινή αφήγηση – επιμελείται τα ιστορικά γεγονότα με τρόπο που υπογραμμίζει την κοινή καταγωγή, κοινά έθιμα, κοινή αντίληψη ζωής. Το έθνος-κράτος έχει ανάγκη να φανταστεί το παρελθόν του για να συνεχίσει συντεταγμένα την πορεία του στο μέλλον.

Η κοινή αφήγηση δημιουργεί ή/και εντείνει το αίσθημα του συνανήκειν, το οποίο καθιστά εφικτή την ανάληψη αμοιβαίων δεσμεύσεων – τόσο μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, όσο και μεταξύ των πολιτών. Δίχως το συναισθηματικό δεσμό μεταξύ αγνώστων πολιτών που παρέχει η αίσθηση κοινής ταυτότητας δεν μπορούν να αναληφθούν αμοιβαίες υποχρεώσεις. Το σύγχρονο προνοιακό κράτος δημιουργήθηκε ακριβώς στο μέτρο που αναπτύχθηκε το αίσθημα της αλληλεγγύης μεταξύ αγνώστων, πλην ομοεθνών πολιτών. Χωρίς αυτό το συναισθηματικό υπόστρωμα είναι αδιανόητη η αναδιανεμητική οικονομική πολιτική.

Αυθεντικός πατριωτισμός

Για τους κυνικούς (ακριβέστερα, γι’ αυτούς που, όπως λέει ο Ρόρτι, αντιμετωπίζουν το δημόσιο βίο ως «θεατές»), εφόσον η κοινή αφήγηση του έθνους συνιστά ιστορική κατασκευή είναι αυθαίρετη, άρα κατεδαφιστέα. Για τους ανθρώπους της πολιτικής δράσης, όμως, κάθε κατασκευή είναι μεν φαντασιακή (με την έννοια ότι δεν μπορεί να είναι αντικειμενική), αλλά, συγχρόνως, είναι μέρος της διαδικασίας του τι θέλουμε να ελπίζουμε - τι θέλουμε να γίνουμε. Συνδέουμε επινοητικά στο παρόν τις τελείες του παρελθόντος, με τρόπο που θεωρούμε πρόσφορο, προκειμένου να δημιουργήσουμε το μέλλον.

Όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, το 1838, στην περίφημη ομιλία του στην Πνύκα, στους νέους της Αθήνας, αφηγείται τον ξεσηκωμό του 1821, εντάσσει τη φλογερή «επιθυμία της ελευθερίας» στην πατρογονική παράδοση των «παλαιών» (αρχαίων) Ελλήνων, την οποία οι νεότεροι Έλληνες έπρεπε να «μιμηθούν». Στο νεότευκτο ελληνικό κράτος, έλεγε ο ήρωας της Επανάστασης, χρειάζεται «η στερέωσις τη πολιτείας μας», η έμφαση στη «μάθηση», και η μέριμνα για «την ομόνοια, την θρησκεία […] και την φρόνιμον ελευθερία».

Παρόμοιο μοτίβο συναντούμε σε άλλες στιγμές εθνικής εξέγερσης. Στο περίφημο φυλλάδιο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», ο Δημήτρης Γληνός, επιδιώκοντας να ενισχύσει το ηθικό των Ελλήνων κατά των Γερμανών κατακτητών, το 1944, εντάσσει τον αγώνα τους σε μια ακολουθία εθνικών αγώνων: «… οι Έλληνες ξέρουν να πεθαίνουνε για τη λευτεριά, που δεν τους την εχάρισε κανένας ποτέ, παρά πάντα, από τον καιρό του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας ως το ‘21 και ως σήμερα, την καταχτήσανε με το αίμα τους και με τον ηρωισμό τους». Ο αντιναζιστικός αγώνας, γράφει ο Γληνός, θέλει και να λευτερώσει τη χώρα και να καθιερώσει «λαοκρατικό πολίτευμα».

Αντιστοίχως, δέκα περίπου χρόνια αργότερα, η πρώτη προκήρυξη της ΕΟΚΑ, βλέπει τον απελευθερωτικό αγώνα υπό το πρίσμα της μακράς παράδοσης των ηρωικών αγώνων του έθνους προκειμένου να επιτευχθεί η εθνική ολοκλήρωση: «Αδελφοί Κύπριοι, από τα βάθη των αιώνων μας ατενίζουν όλοι εκείνοι οι οποίοι ελάμπρυναν την Έλληνικήν Ιστορίαν, δια να διατηρήσουν την ελευθερίαν των: οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι Τριακόσιοι του Λεωνίδα και οι νεώτεροι του Αλβανικού έπους. Μας ατενίζουν οι αγωνισταί του 1821, οι οποίοι και μας εδίδαξαν ότι η απελευθέρωσις από τον ζυγόν δυνάστου αποκτάται πάντοτε με το αίμα. Μας ατενίζει ακόμη σύμπας ο Ελληνισμός, ο οποίος και μας παρακολουθεί με αγωνίαν, αλλά και με εθνικήν υπερηφάνειαν».

Ο πατριωτισμός είναι πρωτίστως αίσθημα, όχι ιδεολογία. Αγαπάς την πατρίδα σου τόσο φυσιολογικά όσο αγαπάς την οικογένειά σου. Ο συναισθηματικός δεσμός εκλογικεύεται όταν τα άτομα καλούνται να τον εκφράσουν – να μορφοποιήσουν το αίσθημα σε λόγο. Αντίστοιχα με ότι συμβαίνει σε μια οικογένεια ή σε έναν οργανισμό, η εκλογίκευση στα έθνη παίρνει τη μορφή της κατασκευής μιας κοινής αφήγησης.

Η κοινή αφήγηση για την πατρίδα λειτουργεί ως ηθικο-πολιτική πυξίδα: προσανατολίζει τους πολίτες, καθιστώντας αυτονόητο το αίσθημα της αλληλεγγύης προς άγνωστους άλλους, με τους οποίους μοιραζόμαστε κοινή ιστορική καταγωγή. Μαθαίνοντας την αλληλεγγύη σε τοπικό επίπεδο, μπορούμε αργότερα να την επεκτείνουμε και σε άλλους ανθρώπους που δεν αποτελούν μέλη της εθνικής μας κοινότητας. Ο πατριωτισμός καλλιεργεί την περηφάνεια για τα επιτεύγματα των συμπατριωτών μας (στον αθλητισμό, τις επιστήμες, τις τέχνες, κλπ.) και των θεσμών της κοινότητάς μας. Θυμάμαι συχνά τη γειτόνισσά μου στην Αγγλία να μου λέει πόσο περήφανη ήταν για τη Βρετανική της εθνικότητα. Γιατί; Για το Εθνικό Σύστημα Υγείας και το BBC!

Ο πατριωτισμός, όμως, καλλιεργεί κι ένα άλλο συναίσθημα, το οποίο, αν και αρνητικό, μπορεί να κινητοποιήσει τους πολίτες: πρόκειται για το συναίσθημα της ντροπής για επιμέρους επιλογές της κοινότητάς μας. Ο αυθεντικός πατριώτης ενοχλείται όταν η χώρα εκλέγει έναν δημαγωγό ηγέτη, πικραίνεται με την ανάρμοστη συμπεριφορά δημοσίων προσώπων (να μην παραιτείται λ.χ. ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή ένας υπουργός Οικονομικών, όταν αρμοδίως τους αποδίδονται τεράστιες προσωπικές ευθύνες για την έκρηξη στο Μαρί ή την κατάρρευση του Συνεργατισμού αντιστοίχως), νοιώθει απέχθεια για τη φοροδιαφυγή, την αναξιοκρατία και τη διαφθορά, και ντρέπεται με το διεθνή διασυρμό της χώρας του. Μόνο όταν ταυτίζεσαι συναισθηματικά με την πατρίδα σου θα νοιώσεις και περηφάνεια και ντροπή. Και μόνο τότε θα κινητοποιηθείς για να απαιτήσεις και να συμβάλλεις στη δημιουργίας μιας καλύτερης πατρίδας.

Τα γραπτά των αγωνιστών της ΕΟΚΑ μαρτυρούν ένα αγνό αίσθημα αγάπης στην ελευθερία και στο αλύτρωτο έθνος. Λιτά και αποφασιστικά δηλώνει ο 18χρονος Παλληκαρίδης στους δικαστές του: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο». Σε λιγότερο ηρωικούς καιρούς, η αγάπη για την πατρίδα μετουσιώνεται σε πάθος για το κοινό καλό – την οικονομική ευημερία, τη μόρφωση και πολιτιστική καλλιέργεια, τη δημόσια υγεία, τη θεσμική ευρωστία, την καλή διακυβέρνηση, και τις ελευθερίες επιλογής των πολιτών. Αν αγαπάς την πατρίδα σου παθιάζεσαι για το καλό της - και το δείχνεις εμπράκτως. Πληρώνεις τους φόρους σου, τηρείς τους νόμους (προβληματιζόμενος, παράλληλα, για την πιθανή αλλαγή τους), μεριμνάς για τα κοινά αγαθά που διαμορφώνουν την ποιότητα της ζωής σου (την ασφάλεια, το περιβάλλον, την υγεία και την εκπαίδευση), και, ιδιαίτερα αν έχεις θέση ευθύνης, παθιάζεσαι με την αριστεία του θεσμού που υπηρετείς. Με δυο λόγια, δεν είσαι «ιδιώτης», αλλά πολίτης. Η συνείδησή σου δεν είναι ατομοκεντρική αλλά σχεσιοκεντρική.

Κίβδηλος πατριωτισμός

Όταν ο πατριωτισμός μετατρέπεται σε ιδεολογία χάνει την αυθεντικότητά του, γίνεται κίβδηλος. Μετατρέπεται σε εθνικισμό - σε αποστροφή, περιφρόνηση, αντιπαλότητα, ακόμη και μίσος προς τον Άλλο· σε άκριτη εξύμνηση της εθνικής ιδιαιτερότητας· και σε στενά ιδιοτελή αντίληψη του εθνικού συμφέροντος. Ο εθνικιστής εκλαμβάνει το έθνος σαν μια αναλλοίωτη στο χρόνο ουσία, την οποία θέλει να συντηρήσει. Εκμεταλλευόμενοι τα πατριωτικά αισθήματα του λαού, οι εθνικιστές χτίζουν πολιτική σταδιοδρομία ή εμπεδώνουν την πολιτική ισχύ τους. Το «έθνος» μετατρέπεται σε εμπόρευμα στην πολιτική αγορά. Συναντάμε τον κίβδηλο πατριωτισμό σε τρεις εκδοχές.

Η σοβινιστική εκδοχή διαπερνάται από την πιο φανατική προσκόλληση στο έθνος, την απόρριψη και, υπό ορισμένες ακραίες συνθήκες, την εξόντωση όσων δεν ανήκουν σε αυτό. Στο μέτρο που η πολιτική συγκυρία δίνει την ευκαιρία στους σοβινιστές να διεισδύσουν στο κύριο ρεύμα της πολιτικής, η εθνικιστική ιδεολογία γίνεται πρώτη ύλη για ασύστολη δημαγωγία και πολεμοχαρή ρητορική ή/και πρακτική. Σε καιρούς ειρήνης, η περίπτωση ακροδεξιών κομμάτων είναι χαρακτηριστική.

Η χειριστική εκδοχή του κίβδηλου πατριωτισμού χρησιμοποιεί εθνοκαπηλική ρητορική για την προστασία του «απειλούμενου» έθνους ως προκάλυμμα με σκοπό τον προσπορισμό πολιτικού οφέλους (π.χ. αρκετοί Brexiters) ή την προστασία ενός εμπεδωμένου συστήματος εξουσίας (π.χ. το ελληνικό πολιτικό σύστημα μετά τον Εμφύλιο, το καθεστώς Ερντογκάν σήμερα). Εδώ, ο εθνικισμός είναι η ιδεολογία που παρέχει νομιμοποιητική ισχύ στις κυρίαρχες πολιτικές ελίτ και διαμορφώνει το πλαίσιο λειτουργίας της κρατικής γραφειοκρατίας. Ο Μπέρτολτ Μπρέχτ έχει αποδώσει ωραία τη βαθιά υποκρισία που συνοδεύει τον χειριστικό εθνικισμό:

«Μιλάνε για καιρούς δοξασμένους, και πάλι

(Άννα μην κλαις)

θα γυρέψουμε βερεσέ απ’ τον μπακάλη.

Μιλάνε για του έθνους, ξανά, την τιμή

(Άννα μην κλαις)

στο ντουλάπι δεν έχει ψίχα ψωμί»

Τέλος, στην ιδιοτελή εκδοχή του κίβδηλου πατριωτισμού, η συνεισφορά σε εθνικούς αγώνες γίνεται αντικείμενο ατομικής εξαργύρωσης. Σε πολλές χώρες που κατέκτησαν την ανεξαρτησία τους μετά από απελευθερωτικούς αγώνες, έχουμε παραδείγματα πρώην αγωνιστών οι οποίοι θεώρησαν αυτονόητο ότι δικαιούνται περίοπτες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό – ήταν η «αποπληρωμή» για τη συνεισφορά στον εθνικό αγώνα. Στα καθ’ ημάς, θυμάστε, υποθέτω, την πρόσφατη περίπτωση του καταδικασθέντος για φοροδιαφυγή πρώην Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος, δια του συνηγόρου του στο δικαστήριο, επικαλέστηκε ως ελαφρυντικό το γεγονός ότι συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ! «Δεν έχει κανένας το δικαίωμα να χρησιμοποιεί αυτή την προσφορά ως ασπίδα για καταδικαστέες πράξεις μας», ανακοίνωσε τότε ενοχλημένα, και απολύτως δικαιολογημένα, ο Σύνδεσμος Αγωνιστών ΕΟΚΑ (1955-59).

Σε όλες τις εκδοχές του, ο κίβδηλος πατριωτισμός είναι επικίνδυνος. Ενώ για τον αυθεντικό πατριώτη, η κοινή αφήγηση για το έθνος είναι ένα έργο υπό κατασκευή (τελεί, δηλαδή, υπό κριτική έρευνα, διαρκή συζήτηση, και απαρτίζεται από αναθεωρήσιμα συμπεράσματα), όταν η κοινή αφήγηση μετατρέπεται σε ιδεολογία γίνεται ένα κλειστό σύστημα σκέψης, το οποίο, αφενός αναζητεί τη διαρκή επιβεβαίωση, αφετέρου θρέφεται από την αντιπαλότητα με άλλες ιδεολογίες. Οι εθνικιστές χρειάζονται (και γι’ αυτό κατασκευάζουν) «εχθρούς», προκειμένου να επιβεβαιώσουν την αναγκαιότητα της ιδεολογίας τους.

Για τον Τραμπ, ο υπόλοιπος κόσμος, από την Κίνα μέχρι την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους φτωχούς γείτονες της χώρας του, συνωμοτεί, συνιστά απειλή, ή ζει σε βάρος της Αμερικής. Για τον Ερντογκάν, η Δύση και οι σύμμαχοί της βυσσοδομούν κατά της χώρας του· ανακατασκευάζει αυταρχικά το Οθωμανικό παρελθόν της Τουρκίας για να υποστυλώσει ιδεολογικά τον σύστημα εξουσίας του σήμερα. Ο Ορμπαν υπεραμύνεται των «χριστιανικών αξιών» της Ευρώπης, οι οποίες απειλούνται από την «πλημμύρα» των μεταναστών. Καταφεύγει στον αντισημιτισμό, κλείνει μη κρατικά πανεπιστήμια, παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη και μοιράζει κρατικές δουλειές στους κολλητούς του.

Το μοτίβο των εθνικιστών είναι κοινό: μετατροπή των πατριωτικών αισθημάτων του λαού σε ιδεολογία, εκμετάλλευση της πολιτικής συγκυρίας για να παροξυνθεί ο ιδεολογικοποιημένος πατριωτισμός, αντιπαλότητα σε «εχθρούς», επιδίωξη πολιτικού οφέλους, οικονομικός προστατευτισμός, αυταρχική διακυβέρνηση. Εφόσον το έθνος εκπροσωπούν προνομιακά οι «ιδεολόγοι» του, αυτοί αναλαμβάνουν να μεριμνούν παντοιοτρόπως για την επιβίωση του έθνους, έστω κι αν παραβιάζουν βασικές αρχές της δημοκρατίας - την ανεξαρτησία των θεσμών και τα δικαιώματα των πολιτών. Όταν το ιδεολογικοποιημένο έθνος τίθεται über alles, η φιλελεύθερη δημοκρατία υποφέρει (για «ανελεύθερη δημοκρατία» μιλά ο Ορμπαν) και ο ορίζοντας του εθνικού συμφέροντος συρρικνώνεται, ταυτιζόμενος με τις πολιτικές επιδιώξεις των εθνικιστών.

Πατριωτισμός και κοσμοπολιτισμός

Αν ο κίβδηλος - ιδεολογικοποιημένος - πατριωτισμός εχθρεύεται ή περιφρονεί τους «άλλους», ο αυθεντικός πατριωτισμός ανοίγεται σε αυτούς. Όπως μας θυμίζει η Αμερικανίδα φιλόσοφος Μάρθα Νουσμπάουμ, οι Στωικοί μας προτρέπουν να σκεφτόμαστε με τη μορφή ομόκεντρων κύκλων: ο πρώτος κύκλος είναι ο εαυτός μας, μετά η οικογένεια, κατόπιν οι γείτονες και οι συμπολίτες, μετά οι ομοεθνείς μας και, τέλος, ο μεγαλύτερος από όλους τους κύκλους, η ανθρωπότητα.

Η ταυτότητά μας διαμορφώνεται από τη συμμετοχή μας σε όλους αυτούς τους κύκλους. Ξεκινάμε, αναπόφευκτα, από τον εγγύτερο κύκλο για να καταλήξουμε, με προσπάθεια, στον απώτερο. Έχοντας μυηθεί στις αξίες της παράδοσής μας, μπορούμε να εκτιμήσουμε οικουμενικές αξίες (π.χ. δικαιοσύνη, ελευθερία, ευ ζην)· μετακινούμαστε από το μέρος στο όλον. Όταν εμβαθύνουμε σε αλλότριες παραδόσεις, συνειδητοποιούμε τα κοινά στοιχεία τους. Κι όταν συνειδητοποιούμε την κοινή ανθρώπινη συνθήκη, αντιλαμβανόμαστε πόσο διαφορετικά εκφράζεται αυτή σε ποικίλες κουλτούρες και ιστορικές περιόδους. Ο άνθρωπος ριζώνει στο χώμα της παράδοσής του αλλά η φυλλωσιά του αναζητεί τον ήλιο. Αν η παράδοση είναι το χώμα, ο ήλιος είναι η αλήθεια – η κριτική διερώτηση, η αναζήτηση της επεξεργασμένης άποψης, η επίγνωση της μερικότητας της γνώσης μας.

Η κοινή εθνική αφήγηση ουδέποτε είναι στατική: όσο πιο πολύ ερευνούμε το παρελθόν μας κι όσο αλλάζουν οι προτεραιότητές μας, τόσο μεταβάλλεται η αυτο-κατανόησή μας. Στις συνθήκες του 1955-59, ο απελευθερωτικός αγώνας είχε αλυτρωτικό χαρακτήρα – ένωση με τον εθνικό κορμό. Από την εισβολή του 1974 και μετά, η επανένωση της Κύπρου και η οικοδόμηση μιας βιώσιμης πατρίδας όλων των κοινοτήτων ήταν και παραμένει η προτεραιότητα. Μετά το 2004, το όραμα της κοινής πατρίδας απέκτησε νέα διάσταση – ευρωπαϊκή. Η ενωμένη ευρωπαϊκή Κύπρος είναι το ζητούμενο. Ξανακοιτάμε το παρελθόν μας υπό αυτή την οπτική γωνία. Βλέπουμε τώρα καλύτερα τα λάθη μας και συνειδητοποιούμε τις θεσμικές ελλείψεις μας. Η διάβαση από τον έναν κύκλο στον επόμενο δημιουργεί εντάσεις, τις οποίες πρέπει να διαχειριστούμε, αναδιατάσσοντας τις αντιλήψεις μας. Όταν το καταφέρνουμε, αποδεικνύουμε ότι είμαστε διανοητικά ζωντανοί και ακμαίοι. Τα πάντα ρει.

Κάθε εθνική επέτειος είναι ευκαιρία να θυμόμαστε και να εμπνεόμαστε από τους ήρωές μας. Είναι τιμή και ευθύνη να είσαι απόγονος των Αγωνιστών του ’21 και της Εθνικής Αντίστασης, του Παλληκαρίδη, του Αυξεντίου, του Μάτση, και όλων των ηρώων του Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ. Δεν ξέρω τι θα έλεγαν οι ήρωες αν ζούσαν σήμερα ανάμεσά μας. Μαντεύω όμως ότι, με την ανιδιοτέλεια που τους διέκρινε, θα μας θύμιζαν την ηθική της ευθύνης: τι κάνεις για το καλό της πατρίδας σου σήμερα; Πληρώνεις τους φόρους σου; Προστατεύεις τους θεσμούς της; Μάχεσαι την αναξιοκρατία και τη διαφθορά; Προστατεύεις τα δημόσια αγαθά; Υπερασπίζεσαι το δημόσιο συμφέρον;

Για τον αυθεντικό πατριώτη αυτές οι ερωτήσεις είναι πάντοτε επίκαιρες. Όπως ασίγαστη είναι η μέριμνα για την ελευθερία, την αλήθεια, και τα οικουμενικά ιδεώδη. Ο αυθεντικός πατριώτης έχει επίγνωση της βαθιάς ανθρώπινης συνθήκης – ότι, όπως έγραψε ο Τσαρλς Ντίκενς, «είμαστε όλοι συνοδοιπόροι προς τον τάφο» και ότι η επίγνωση της θνητότητας είναι όρος για την ανθρώπινη δημιουργία. Αυτή η υπαρξιακή επίγνωση προσδίδει οικουμενικό χαρακτήρα στη συμπεριφορά του αυθεντικού πατριώτη. «Δεν ξέρω αν θα με χαρακτηρίσεις υπερβολικά ευαίσθητο Όμως ν' αγωνιστεί πρέπει ο καθένας. Να πλάσει ο ίδιος κάτι και με το κορμί, με την καρδιά, με το πνεύμα, με το γέλιο να το χαίρεται...[…].

Να γιατί δε νοιάζουμαι αν τη γη τη ζουν Τούρκοι για Έλληνες, Εβραίοι

για Εκείνο πούχει αξία είναι να τη ζουν αυτοί που την ποτίζουν με

τον ιδρώτα τους και να περπατούν ελεύθεροι πάνω της, διαφεντευτές της, κυρίαρχοί της. Ν’ αναπνέουν περήφανοι τον αέρα της που νάναι

αέρας δροσιάς, ομορφιάς, λεβεντοσύνης. Όχι πνίχτης».

Κυριάκος Μάτσης, Νοέμβριος 1958, λίγες μέρες πριν τον ηρωικό του θάνατο στο Δίκωμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: