Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

«Έχει κανείς τα κότσια να κυβερνήσει τη χώρα;»


Συνέντευξη του Χαρίδημου Κ. Τσούκα στον «Πολίτη» (*) Της Μιράντας Λυσάνδρου

Η αίθουσα του Πανεπιστημίου Κύπρου στην οποία επρόκειτο να μιλήσει ο καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στην Έδρα Columbia Ship Management, Χαρίδημος Τσούκας, ήταν κατάμεστη. Κυρίως από συναδέλφους του αλλά και φοιτητές του. Υπήρχαν ωστόσο διασκορπισμένοι στο χώρο και άλλοι εξωπανεπιστημιακοί που, παρά το τσουχτερό κρύο, επέλεξαν να βγουν βραδιάτικα για τον ακούσουν. Το θέμα καυτό: «Ο Νέλσον Μαντέλα και η τέχνη της πολιτικής ηγεσίας». Κι ο λόγος του Χαρίδημου Τσούκα φιλοσοφημένος, ανθρώπινος , ορθολογικός. Που όσο ρέει σαν ποταμός υποχρεώνει το μυαλό να κάνει συνειρμούς. Να περιπλανιέται σε μορφές ηγετών ενάρετες κι αποφασιστικές και σε μορφές ηγετών που το μόνο τους γνώρισμα είναι να ενθαρρύνουν τον λαϊκισμό. Με αφορμή αυτή τη διάλεξη, αλλά και με αφορμή την αρχή της νέας χρονιάς και την ελπίδα που κάθε νέα αρχή δημιουργεί, ο κ. Τσούκας μίλησε στον «Π» για τη σημασία της ανάδειξης μίας εμπνευσμένης ηγεσίας στο πηδάλιο μιας χώρας.

- Ο Νέλσον Μαντέλα είχε όλες τις αρετές που χαρακτηρίζουν έναν ηγέτη: τη σοφία, το θάρρος, την ανθρωπιά, την δικαιοσύνη, την εγκράτεια, την υπερβατικότητα. Εμείς εδώ έχουμε ηγέτες που να έχουν έστω κάποιες από αυτές τις αρετές ;

- Οι συγκρίσεις είναι ομολογουμένως δύσκολες. Όχι μόνο κάποιος Κύπριος, αλλά ο οποιοσδήποτε ηγέτης, δύσκολα θα μπορούσε να συγκριθεί με τον Μαντέλα. Ο Μαντέλα υπερέβη σχεδόν την ανθρώπινη φύση με τον μακροχρόνιο εγκλεισμό του στη φυλακή (27 χρόνια ήταν φυλακισμένος) και, αυτό είναι το πλέον σημαντικό, την απουσία κάθε εκδικητικού συναισθήματος. Σπάνια βλέπουμε τη θυσιαστική σμίλευση ενός χαρακτήρα σε τέτοιο βάθος. Ο πλησιέστερος ίσως άνθρωπος εν ζωή που εγώ γνωρίζω είναι η Αούνγκ Σαν Σου Κι, η ηγέτης της αντιπολίτευσης της Βιρμανίας, η οποία βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό για πάνω από μία δεκαετία, έχοντας υποστεί βαριές προσωπικές θυσίες, όπως να ζει μακριά από τα παιδιά της, να μην μπορεί να παρασταθεί στον άρρωστο σύζυγό της στην Οξφόρδη (ο οποίος τελικά πέθανε μόνος του), και, παρόλα αυτά, ή κυρία Κι να μάχεται για συνεννόηση με την κτηνώδη δικτατορία για το καλό της χώρας της. Αυτές είναι υπερβατικές συμπεριφορές, συμπεριφορές αυταπάρνησης, όπου ο ηγέτης στρατεύεται σε κάτι ευρύτερο, στο οποίο αφιερώνει τη ζωή του. Αυτό είναι δύσκολο να το ζητάμε από τον οποιονδήποτε ηγέτη.

- Τι θα μπορούμε να ζητάμε;

- Τουλάχιστον να έχουν τις αρετές αυτές ως μία πυξίδα συμπεριφοράς – να έχουν αίσθηση του δημοσίου και εθνικού συμφέροντος, το οποίο ανιδιοτελώς να υπηρετούν. Υπάρχουν φορές που ο ηγέτης πρέπει να συμπεριφερθεί περισσότερο ηρωικά ή περισσότερο συγκρατημένα. Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να εμπνεύσει. Άλλες στιγμές που πρέπει να εναντιωθεί στο λαϊκό αίσθημα, άλλες φορές που πρέπει να εκφράσει το λαϊκό αίσθημα.

- Το είπατε και στη διάλεξή σας: ο ηγέτης δεν πρέπει πάντα να ταυτίζεται με τον «δήμο», αλλά να βρίσκει τη δύναμη να «τολμήσει αντιλογία προς αυτόν». Στην Κύπρο των πελατειακών σχέσεων αυτό είναι δύσκολο. Πώς το ξεπερνούμε;

- Κι εμένα με απασχολεί αυτό ιδιαίτερα. Γι’ αυτό βρίσκω σπουδαίο το απόσπασμα του Θουκυδίδη, στο οποίο εξηγεί γιατί ήταν σημαντικός ηγέτης ο Περικλής. Γράφει ο Θουκυδίδης: Ο Περικλής, «καθώς είχε μεγάλη δύναμη, έκγονη του προσωπικού του κύρους και της διανοητικής του ικανότητας, αλλά και επειδή υπήρξε αδωροδόκητος, κρατούσε τον λαό με τρόπο ελεύθερο και δεν παρασυρόταν από αυτόν, αλλά μάλλον τον καθοδηγούσε, γιατί δεν επιδίωκε με αθέμιτα μέσα να αποκτήσει δύναμη και δεν έλεγε κάτι για να θωπεύσει τον δήμο, αλλά στηριγμένος στο προσωπικό τους κύρος αποτολμούσε και αντιλογία προς αυτόν [...]» («Ιστορίες» Β΄ 65, μετφρ. Κ. Δεσποτόπουλου).

Πρόκειται για έναν βαθύ συλλογισμό. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο ηγέτης δεν είναι απλώς ο άνθρωπος που εκφράζει τη λαϊκή διάθεση. Μια άλλη διάστασή του είναι η παιδαγωγική, όπου ο ηγέτης διαλέγεται με τον «δήμο» και τολμά «αντιλογία» προς αυτόν, προσπαθώντας να τον πείσει για τις επιλογές που πρέπει να γίνουν και οι οποίες θα διασφαλίσουν τη μακροχρόνια επιβίωση και ευημερία του. Για να το κάνει αυτό, όμως, λέει ο Θουκυδίδης, ο ηγέτης πρέπει να είναι «διαφανώς αδωρότατος». Όχι μόνο να μην δωροδοκείται με την τρέχουσα έννοια , αλλά να έχει τέτοιο ηθικό κύρος ώστε να μην μπορεί κανείς να του προσάψει ότι μεροληπτεί υπέρ κάποιου επιμέρους ειδικού συμφέροντος. Όταν ένας ηγέτης διαθέτει ηθικό κύρος μπορεί να τολμήσει «αντιλογία προς τον δήμο», όπως λ.χ. τόλμησε ο Μαντέλα αρνούμενος να συμπαραταχθεί με το κόμμα του στη διάλυση της εθνικής ομάδας Ράγκμπι.

Το συμβάν αυτό αποδόθηκε όμορφα από τον Κλιντ Ιστγουντ στην ταινία του «Ανίκητος» (“Invictus”). Πρόκειται για ένα ήσσονος σημασίας αλλά μεγάλου πολιτικού συμβολισμού γεγονός. Η εθνική ομάδα ράγκμπι συμβόλιζε για τη μαύρη πλειονότητα το μισητό απαρτχάϊντ. Η έντονη λαϊκή διάθεση ήταν να διαλυθεί η ομάδα. Ο Μαντέλα διαφώνησε και, ως Πρόεδρος, επέβαλε την άποψή του. Όπως χαρακτηριστικά λέει στην ταινία: «Με εκλέξατε ηγέτη σας, Αφήστε με να ηγηθώ». Με τη διαφωνία του διαμήνυσε στη δική του πλευρά (τους μαύρους) ότι θα πρέπει να μάθουν να ζουν ειρηνικά με τον χθεσινό εχθρό. Στη νέα Νότια Αφρική όλες οι φυλές θα ζουν μαζί σε ένα κράτος δικαίου. Συγχρόνως, σεβόμενος τα σύμβολα της λευκής μειονότητας, καθιστά συμβολικά αποδεκτή την παρουσία τους στη χώρα. Ήταν μία υψηλής σημασίας συμβολική χειρονομία, η οποία δείχνει και το ήθος του ανδρός.

- Τι θα σήμαινε λοιπόν αυτό στη δική μας πολιτική σκακιέρα;

- Υπέρβαση της διαβρωτικής νοοτροπίας του λαϊκισμού. Ο λαϊκισμός είναι η διαρκής και ιδιοτελής κολακεία του «δήμου». Ό,τι ο πολιτικός διαισθάνεται ότι συνιστά τη λαϊκή διάθεση, το αναπαράγει στην πολιτική του. Παραδείγματος χάριν, η λαϊκή διάθεση τον Μάρτιο του 2013 ήταν «Μην ακουμπάτε τις καταθέσεις μας». Αυτή τη διάθεση εξέφρασε άκριτα η Βουλή (και έμμεσα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας), με το «όχι» στο κούρεμα, στην πρώτη ψηφοφορία. Εάν οι αντιπρόσωποί μας θεωρούσαν δυσάρεστο μεν αλλά εθνικά επωφελές το κούρεμα των καταθέσεων (όπως μερικοί από αυτούς ομολόγησαν εκ των υστέρων), όφειλαν να «τολμήσουν αντιλογία» προς την κυρίαρχη λαϊκή διάθεση. Δεν το έκαναν. Δεν είχαν το πολιτικό ανάστημα να το κάνουν. Είπαν λαϊκιστικά το διαβόητο «όχι», το οποίο, μία βδομάδα αργότερα, αναίρεσαν! Αυτή είναι μια καλή περίπτωση μελέτης γιατί μας δείχνει πως όταν ο ηγέτης το μόνο που κάνει είναι να αναπαράγει τη λαϊκή οργή, δεν επιτελεί με σύνεση το έργο του. Ο,τι είναι δημοφιλές, δεν είναι απαραίτητα εθνικά επωφελές.

- Το ίδιο έγινε και το 2004 σε ένα άλλο επίπεδο.

- Θα μπορούσε να το πει κανείς, αλλά δεν θα ήθελα να το συζητήσω γιατί δεν το ξέρω καλά το θέμα. Μπορώ να σχολιάσω όμως πώς η κυβερνητική ενδοτικότητα σε επιμέρους συντεχνιακά συμφέροντα, αντιβαίνει το κοινό καλό. Δείτε την εκπαίδευση, λ.χ.

Ενώ διεθνείς οργανισμοί και έγκριτοι αναλυτές μας λένε ότι το σύστημα πρόσληψης εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι αναχρονιστικό, η συντεχνιακή αντίδραση είναι «Μην πειράζετε τη λίστα διοριστέων. Κάτω τα χέρια από έναν καταξιωμένο θεσμό». Το εθνικό συμφέρον, όμως, επιτάσσει την αλλαγή του συστήματος. Δεν διασφαλίζεται η ποιότητα των προσλαμβανομένων εκπαιδευτικών απλά και μόνο με την ημερομηνία εγγραφής τους στην επετηρίδα. Κανείς ορθολογικός εργοδότης δεν θα προσλάμβανε ανθρώπους με τέτοιο τρόπο, όταν μάλιστα η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση. Ένας οραματιστής Υπουργός Παιδείας θα κριθεί στο μέτρο που αντιλαμβάνεται μεν τη συντεχνιακή φοβία να μην καταστρατηγηθεί ένα αδιάβλητο σύστημα, αλλά, συγχρόνως, είναι σε θέση να την κατευνάσει και να την υπερβεί. Να τολμήσει πειστική «αντιλογία», στο όνομα του εθνικού συμφέροντος. Δεν χρειάζεται να εφεύρει τον τροχό. Αρκεί να δει τι κάνουν οι καλύτερες εκπαιδευτικά χώρες στον κόσμο, όπως είναι οι Σκανδιναβικές και μερικές ασιατικές. Για να το κάνει, όμως, αυτό χρειάζεται όραμα, τόλμη, πολιτικό κεφάλαιο, σύνεση, δεξιότητες πειθούς. Περιμένουμε να δούμε αν ο σημερινός Υπουργός Παιδείας διαθέτει αυτές τις δεξιότητες. Ο μέχρι τώρα πολιτικός του βίος δεν μας προδιαθέτει θετικά. Ενδέχεται όμως να μας εκπλήξει ευχάριστα.

- Πάντως δεν είναι τυχαίο που είχαμε από τη μία μια εθνική καταστροφή και από την άλλη μια οικονομική καταστροφή…

- Μπορούμε να μιλάμε ώρες γι’ αυτό... Το κοινό μοτίβο και στις δύο περιπτώσεις είναι η διολίσθηση σε αποφάσεις πολιτικά συμφέρουσες βραχυπρόθεσμα, οι οποίες όμως μόνο επιφανειακά αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, επιδεινώνουν τη φύση του, και κλιμακώνουν την κακή διαχείρισή του, μέχρις ότου συμβεί το μοιραίο.

Δείτε τους κακούς χειρισμούς που έγιναν στο θέμα της «Λαϊκής». Ακόμη και ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Χριστόφιας, μας λέει τώρα ότι έπρεπε να είχε κλείσει η Λαϊκή, επί της δικής του θητείας. Μας λέει επίσης, τώρα, ότι προσπάθησε να αποφύγει πάση θυσία την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης της ευρωζώνης. Και στις δύο περιπτώσεις επέδειξε ανεύθυνη ολιγωρία. Γιατί το έκανε αυτό; Διότι αφενός δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να υπερβεί τις δικές του ιδεοληψίες, αφετέρου διότι, σε ένα λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα, το πολιτικό κόστος γι αυτόν θα ήταν πράγματι βραχυπρόθεσμα υψηλό.

Ο κυβερνήτης, όμως, δεν είναι εκεί μόνο για να εφαρμόζει τη δική του ιδεολογία αγνοώντας την πραγματικότητα, ούτε είναι εκεί για να είναι αρεστός στο «δήμο», αλλά, όπως μας θυμίζει έξοχα ο Μακιαβέλι, για να λαμβάνει τις αναπόφευκτα σκληρές αποφάσεις όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Ο κυβερνήτης πρέπει να πασχίζει να είναι χρήσιμος στο «δήμο», όχι αρεστός. Σε μια δημοκρατία, βέβαια, αυτό δεν είναι εύκολο, αφού η δημοφιλία κερδίζεται όχι τόσο με το να είσαι χρήσιμος (αυτή η ιδιότητα είναι μια υπόσχεση που το εκλογικό σώμα δεν γνωρίζει όταν ψηφίζει) αλλά με το να είσαι αρεστός (αυτή η ιδιότητα πιστοποιείται στο παρόν). Το κυβερνάν είναι μια εξόχως δύσκολη υπόθεση, αφού ο κυβερνήτης δεν καλείται να επιλέξει μόνο μεταξύ του «σωστού» και του «λάθους», αλλά, συχνά μεταξύ δύο «σωστών» ή δύο «λαθών». Έχει τα κότσια; Διαθέτει το απαιτούμενο ηθικο-πολιτικό ανάστημα; Η μήπως κλωτσάει το τενεκεδάκι παρακάτω, για το βρουν οι διάδοχοί του;

- Έχουμε επίσης νοοτροπίες που ενθαρρύνουν την πόλωση. Ακόμα μιλάμε για σχήματα του ’60. Για εθνικόφρονες και αριστερούς.

- Αυτές είναι αφελείς και απλοϊκές σχηματοποιήσεις, οι οποίες μας εμποδίζουν να δούμε τη συνθετότητα των προβλημάτων. Αυτό μπορούμε να το δούμε και σε εθνικό επίπεδο. Σε κοινωνίες όπου υπάρχουν θέματα μειονοτήτων πρέπει να μπορείς να διευρύνεις του θεσμούς ώστε οι πολίτες, ανεξάρτητα από την εθνοτική τους καταγωγή, τη θρησκεία τους, ή οτιδήποτε άλλο, να νιώθουν ότι ανήκουν σε μία ευρύτερη πολιτεία. Αυτή την ευρύτερη πολιτεία η Κυπριακή Δημοκρατία δεν κατάφερε ψυχικά να τη θεμελιώσει.

- Τι δεν κάναμε σωστά;

- Πρέπει να κατανοήσουμε την εμπειρία του Άλλου. Εδώ χρειάζονται υπερβατικές συμπεριφορές τύπου Μαντέλα. Η ηθικοπολιτική ευφυΐα του Μαντέλα ποια ήτανε; Ότι π.χ. η «Επιτροπή για την Αλήθεια και τη Συμφιλίωση» που θέσπισε, συστήθηκε στη βάση μιας απλής αρχής: πρέπει να μιλήσουμε για τα εγκλήματα, όλα τα εγκλήματα, που διαπράχθηκαν στο καθεστώς του απαρτχάϊντ. Όσοι τα διέπραξαν, ανεξαρτήτως φυλής, πρέπει να τα ομολογήσουν, να ζητήσουν συγχώρεση, και θα τους δοθεί αμνηστία. Η νέα Νότια Αφρική δεν θα θεμελιωθεί στη βουβή λήθη αλλά στην ζωογόνα α-λήθεια. Ήταν ένα υπέροχο μάθημα εμπνευσμένης πολιτικής ηγεσίας.

- Πιστεύετε ότι απαιτείται να γίνει μια τέτοια επιτροπή και στην Κύπρο; Θα βοηθήσει στη λύση του Κυπριακού;

- Εγώ θα περίμενα να είναι ένα από τα σημαντικά θέματα συζήτησης. Το Κυπριακό δεν είναι απλώς μια άσκηση θεσμικής μηχανικής. Χρειάζονται και συμβολικού τύπου παιδαγωγικές συμπεριφορές. Αν τα βιώματά της κάθε πλευράς, οι αδικίες που αισθάνεται ότι υπέστη, δεν καταστούν αντικείμενο δημοσίου διαλόγου, το παρελθόν θα συνεχίσει να μας δυναστεύει. Οι κακοί δαίμονες δεν φεύγουν με ξόρκια, αλλά με ανοιχτή συζήτηση (συν-αναζήτηση).

Στη Νότιο Αφρική 20000 περίπου άνθρωποι κατέθεσαν αίτηση για αμνήστευση κι ομολόγησαν εγκλήματα. Ήταν μια εξουθενωτική συναισθηματικά διαδικασία, αλλά, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Τούτου, ο οποίος προήδρευε της Επιτροπής, ήταν μία «καθαρτική εμπειρία». Ο Τούτου δεν λειτούργησε ως Αρχιεπίσκοπος των μαύρων αλλά όλων των Νοτιοαφρικανικών. Προέταξε τη χριστιανική του ιδιότητα (το «αγαπάτε αλλήλους»), όχι τη φυλετική. Δεν είμαι βέβαιος ότι ο δικός μας θρησκευτικός ηγέτης λειτουργεί, ή θα ήθελε να λειτουργήσει, με αντίστοιχο «θεραπευτικό» τρόπο. Καμία διαιρεμένη κοινωνία δεν πρόκειται να ενωθεί και να λειτουργήσει ως κοινωνία (ως μετοχή, δηλαδή, σε έναν κοινό λόγο) αν δεν υπάρχει ένα ελάχιστο ψυχικής συνένωσης των μελών της - ένα κοινό αίσθημα του συνανήκειν.

Χρειαζόμαστε σύνθετους ηγέτες: που ενώ θα εκφράζουν και θα υπερασπίζουν τα συμφέροντα της δικής τους πλευράς, θα κατανοούν την οπτική γωνία του Άλλου• ενώ θα αποτελούν έκφραση της υφιστάμενης διαίρεσης, θα πασχίζουν, συγχρόνως, να την υπερβούν• θα συνιστούν και κατάφαση (της υπάρχουσας διαίρεσης) και άρνηση (της διαίρεσης) συγχρόνως. Αν υπάρχουν πολιτικοί ηγέτες στην Κύπρο που να κατανοούν αυτή την ανάγκη, έχουν πολλά να διδαχθούν από τον Νέλσον Μαντέλα, τον Μαρτιν Λούθηρ Κίνγκ και, φυσικά, τον Γκάντι.

- Πώς μπορούμε να νικήσουμε αυτό το καθεστώς και να παράξουμε ηγέτες;

- Δεν το ξέρω. Αυτές οι διαδικασίες είναι υπόγειες και, ουσιαστικά, στοχαστικές-απρόβλεπτες. Μπορούμε όμως να δημιουργήσουμε το «οικοσύστημα», το περιβάλλον, μέσα στο οποίο θα αναπτυχθούν τέτοιου είδους ηγέτες. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως, μεταξύ άλλων, πρέπει να είμαστε απαιτητικοί από τους ανθρώπους που ασκούν εξουσία, ή που φιλοδοξούν να ασκήσουν εξουσία. Να απαιτούμε λ.χ. από τα κόμματα να πάρουν στα σοβαρά το θέμα της ηθικής στην πολιτική, κάτι που συνηθίζουν να απωθούν. Το πολιτικό χρήμα π.χ. στην Κύπρο ξέρουμε πώς διακινείται. Οι συστάσεις Greco για το πολιτικό χρήμα δεν λαμβάνονται σοβαρά από τα κόμματα. Πρέπει να πιέσουμε τα κόμματα να αναδεικνύουν στελέχη, τα οποία έχουν αποδεδειγμένη προσφορά και εγνωσμένο ήθος, δεν είναι απλώς σταδιοδρομιστές και θεσιθήρες. Είναι ενοχλητικό να βλέπεις ότι ο κ. Μάρκος Κυπριανού, πρώην Υπουργός Εξωτερικών, διεκδικεί ανώτατο αξίωμα στο ΔΗΚΟ, όταν επισήμως του αποδόθηκαν τεράστιες θεσμικές και προσωπικές ευθύνες για το ατύχημα στο Μαρί. Είναι επίσης ενοχλητικό που το ΑΚΕΛ υπερασπίζεται υψηλόβαθμα πολιτικά στελέχη του κατηγορούμενα για διαφθορά, αντί να πάρει αποστάσεις από αυτά και να αφήσει τη Δικαιοσύνη να κάνει ανεπηρέαστη τη δουλειά της. Σε μία ορθολογική πολιτική κουλτούρα άνθρωποι με ψεγάδια στη δημόσιο βίο τους παραμερίζονται από την πολιτική σκηνή. Ιδιωτεύουν.

- Χρειάζεται πίεση εκ μέρους της κοινωνίας.

- Αναμφίβολα. Συγχωρέστε μου την προσωπική αναφορά, αλλά αυτό το μήνυμα ήθελα να μεταφέρω, στο μέτρο των ελάχιστων δυνατοτήτων μου, με τη δημόσια αντίδρασή μου, τον Γενάρη 2012, στον τότε Πρόεδρο Χριστόφια για τη στάση που κράτησε απέναντι στο επίσημο πόρισμα, που του καταλόγιζε βαρύτατες προσωπικές και θεσμικές ευθύνες για την έκρηξη στο Μαρί: η κοινωνία είναι εδώ, παρακολουθεί, αντιδρά, και ζητά από τους ηγέτες το «λόγον διδόναι». Στην περίπτωση Χριστόφια έχουμε την αρνητική όψη της παιδαγωγικής λειτουργίας του ηγέτη. Με την άρνησή του να αποδεχτεί τις ευθύνες που του αποδόθηκαν με τον πιο επίσημο τρόπο απ’ την Επιτροπή που ο ίδιος διόρισε (τις οποίες ευθύνες είχε ρητά ομολογήσει ότι θα αναδεχόταν εάν του αποδίδονταν), ο κ. Χριστόφιας έκανε ένα μάθημα ανευθυνότητας στην κοινωνία. Πρόκειται για μια διαβρωτική των θεσμών παιδαγωγική λειτουργία, η οποία συμβολίζει την αποστροφή στο πνεύμα του κράτος δικαίου και προκρίνει την ιδιοτέλεια ως κύριο στοιχείο πολιτικής συμπεριφοράς. Αντιλαμβάνεστε ότι, αν γενικευθούν, η αποστροφή στο κράτος δικαίου και η ιδιοτέλεια δυναμιτίζουν τα θεμέλια της κοινωνικής συμβίωσης. Φυσικά, δείχνει το ήθος τους ανδρός, ότι ο κ. Χριστόφιας, ως πρώην Πρόεδρος τώρα, επέδειξε την ίδια απαξίωση στην Επιτροπή για την Οικονομία, αρνούμενος να καταθέσει! Τέτοιους ηγέτες πρέπει να τους καθιστούμε υπόλογους για την συμπεριφορά τους. Σε μια ορθολογική πολιτική κουλτούρα, τέτοιοι ηγέτες εισπράττουν την κοινωνική απαξίωση.

- Από την άλλη πόσες φορές να λες τα ίδια και τα ίδια; Είναι κουραστικό.

- Την απάντηση μας την δίνουν άνθρωποι σαν τον Βάτσλαβ Χάβελ και τον Νέλσον Μαντέλα. Στα απομνημονεύματά του ο Μαντέλα λέει πως πρέπει να περάσουμε από την κοιλάδα του θανάτου για να φτάσουμε στην κορυφή του βουνού. Αυτός το εννοούσε κυριολεκτικά. Εμείς έχουμε την πολυτέλεια να μιλάμε για «την κοιλάδα του θανάτου» μεταφορικά: την απογοήτευση , την παραίτηση, την τάση να κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτό. Να υπερβούμε την παραίτηση, ελπίζοντας και πιέζοντας ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν. Τίποτε αξιόλογο δεν είναι εύκολο. Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ.

(*) Ελαφρά συντομευμένη εκδοχή της συνέντευξης αυτής δημοσιεύτηκε στην Κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης», στις 29 Δεκεμβρίου 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: