Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

«Γραφειοκρατίτιδα» και ακαδημαϊκή ποιότητα (*)


Τα “μαντάτα” για τις επιδόσεις της χώρας σε διάφορους τομείς έρχονται, συνήθως, απ έξω, αφού οι εγχώριες αξιολογήσεις των δημοσίων θεσμών είτε δεν υπάρχουν (το συνηθέστερο), είτε δεν εμπνέουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Η φετινή έρευνα του Πανεπιστημίου της Σαγκάης για τα καλύτερα 500 Πανεπιστήμια της υφηλίου, περιλαμβάνει μόνο δύο ελληνικά πανεπιστήμια, και μάλιστα σε όχι ιδιαίτερα περίοπτες θέσεις – το Καποδιστριακό κατατάσσεται στην 243η θέση και το ΑΠΘ στην 390η θέση. Πανεπιστήμια χωρών φτωχότερων από την Ελλάδα (π.χ. Κίνα, Τσεχία, Βραζιλία) εμφανίζονται με καλύτερες επιδόσεις. Δεν είδαμε τη Σύνοδο των Πρυτάνεων ή τον υπουργό Παιδείας να κάνουν κάποιο εθνικά εμψυχωτικό σχόλιο επ’ αυτού, αλλά σίγουρα πρόκειται για αποτελέσματα που δεν μας κάνουν υπερήφανους.

Πού στηρίζεται η αριστεία των ανωτάτων ιδρυμάτων στις προηγμένες χώρες; Στα εξής απλά: στην επιλογή άριστου ανθρώπινου δυναμικού, την απαιτητική περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ιδρύματος για παραγωγή νέας γνώσης, τη γενναιόδωρη χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, και τις ηθικές και οικονομικές απολαβές αυτών που, μετά από αξιόπιστη αξιολόγηση, αποδεικνύεται ότι υπηρετούν τον κύριο σκοπό του Πανεπιστημίου – την διεθνώς αναγνωρίσιμη έρευνα και την άριστη διδασκαλία. Αυτοί οι παράγοντες διασφαλίζουν την ποιοτική υπεροχή των Πανεπιστημίων.

Στην Ελλάδα, χρόνια τώρα, δεν ασχολούμαστε με αυτά τα σημαντικά θέματα ουσίας, αλλά με ατέρμονα θέματα διαδικασίας – πως θα εκλέγονται οι πρυτάνεις, πως ορίζεται το πανεπιστημιακό άσυλο, ποια πρέπει να είναι η σύνθεση των εκλεκτορικών οργάνων (λες και πρόκειται για συνταγές μαγειρικής), κλπ. Η εσωστρεφής γραφειοκρατίτιδα, προϊόν καχυποψίας και συσχετισμών ισχύος στο εσωτερικό των πανεπιστημίων, υποκατέστησε την εξωστρεφή επιδίωξη της αριστείας. Ποιος νοιάζεται για ην κατάταξη της Σαγκάης όταν το κύριο μέλημα είναι να μην τελούν τα πανεπιστήμια υπό κατάληψη;

Νόμοι επί νόμων και αλλαγές επί αλλαγών αναπαράγουν τη γραφειοκρατική μιζέρια, δεν αναζητούν την ακαδημαϊκή ποιότητα. Ιδού ένα απλό παράδειγμα. Σύμφωνα με τον σχετικά πρόσφατο «νόμο-πλαίσιο» για τα πανεπιστήμια, για την προαγωγή ή επιλογή μελών διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ) απαιτείται να συμμετέχουν στο τριακονταμελές εκλεκτορικό σώμα δέκα «εξωτερικοί» εκλέκτορες από άλλα ελληνικά Πανεπιστήμια που έχουν το ίδιο ή συγγενές γνωστικό αντικείμενο με τον κρινόμενο. Ο νόμος, ωστόσο, δεν κάνει μνεία για τα ακαδημαϊκά προσόντα των εκλεκτόρων.

Πάρτε για παράδειγμα την προαγωγή ενός μέλους ΔΕΠ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή. Στις προηγμένες χώρες, οι Ιατρικές Σχολές, για να αποδώσουν τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή σε έναν υποψήφιο, απαιτούν «δείκτη απήχησης h» μεταξύ 10 και 15. Αυτός ο δείκτης προσδιορίζει τον αριθμό των δημοσιεύσεων του κρινόμενου, η κάθε μία από τις οποίες αναφέρεται από τουλάχιστον αντίστοιχο αριθμό δημοσιεύσεων άλλων ερευνητών. Παραδείγματος χάριν, ένας δείκτης h=6 δηλώνει ότι 6 εργασίες του κρινόμενου αναφέρονται, η κάθε μία, από τουλάχιστον άλλους 6 ερευνητές. Στην προαναφερθείσα περίπτωση προαγωγής στην Ιατρική Σχολή, το σώμα των «εξωτερικών» εκλεκτόρων είχε μέσο όρο συντελεστή h=6,7 ενώ ο αντίστοιχος των «εσωτερικών» εκλεκτόρων (δηλαδή της Ιατρικής Σχολής) ήταν 13,3! Σε απλά ελληνικά, οι «εξωτερικοί» κριτές, οι οποίοι υποτίθεται ότι θα διασφάλιζαν την ποιότητα της ακαδημαϊκής κρίσης, είχαν ερευνητικό έργο υποδεέστερης απήχησης από τους «εσωτερικούς» συναδέλφους τους!

Η κοινή λογική και οι άριστες διεθνώς πρακτικές λένε ότι όταν συγκροτείς εκλεκτορικά σώματα διαλέγεις τους καλύτερους, είτε αυτοί είναι «εσωτερικοί» είτε «εξωτερικοί». Το μείζον είναι η επιστημονική καταξίωση ενός κριτή, όχι το πανεπιστήμιο από το οποίο προέρχεται. Η προσπάθεια να υπαχθούν αξιολογικές κρίσεις σε απρόσωπες διαδικασίες-αλγόριθμους δεν παράγει ποιότητα, αλλά μετριότητα. Ανακουφίζει τις πανεπιστημιακές αρχές από το άχθος της έλλογης επιλογής των καλύτερων εκλεκτόρων, οι οποίοι θα εκλέξουν τους καλύτερους υποψήφιους, υπέρ της άκριτης εφαρμογής ενός νομικού αλγορίθμου. Η χρόνια νεοελληνική καχυποψία έναντι των θεσμών μεταφράζεται σε «αντικειμενικές διαδικασίες», περιθωριοποιώντας την προσωπική κρίση και πρωτοβουλία, αφού στη νεοελληνική συνείδηση, η προσωπική κρίση εκλαμβάνεται, όχι πάντοτε αδικαιολόγητα, ως αυθαίρετη άσκηση εξουσίας. Η ιστορικά εμπεδωμένη καχυποψία έναντι των θεσμών μας ωθεί σε «αντικειμενικές διαδικασίες», αφού αυτό που κυρίως μας νοιάζει δεν είναι η προαγωγή της ποιότητας αλλά η αποφυγή της αυθαιρεσίας. Οι ακαδημαϊκοί θεσμοί μας δεν έχουν σχεδιαστεί να παράγουν ποιότητα και - ω του θαύματος! - δεν παράγουν ποιότητα!

Δεν χρειάζεται να εφεύρουμε τίποτα καινούριο - το έχουν κάνει άλλοι πριν από μας. Τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο καταφέρνουν να προσελκύουν και να εκλέγουν τους καλύτερους καθηγητές. Για το σκοπό αυτό επιλέγουν ως εκλέκτορες πανεπιστημιακούς με τα υψηλότερα ακαδημαϊκά προσόντα, άριστο ήθος, και υψηλές ακαδημαϊκές απαιτήσεις, τόσο από τη χώρα τους όσο και από το εξωτερικό. Το πρότυπο αυτό επιλογής επιστημονικού προσωπικού εφαρμόζεται από τα καλύτερα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας μας. Γιατί δεν εφαρμόζουμε το νόμο αυτό και στα Πανεπιστήμιά μας;

Στην Ελλάδα έχουμε την τάση να ανακαλύπτουμε τον τροχό. Ακόμα κι όταν το καταφέρνουμε, συνήθως τον τοποθετούμε ανάποδα! Τα πανεπιστήμιά μας δεν χρειάζονται τη μετριότητα της γραφειοκρατίτιδας, αλλά την επανάσταση της ποιότητας, της δημιουργικής φαντασίας και της υπεύθυνης πρωτοβουλίας. Κι όπως όλες οι επαναστάσεις, εύκολα περιγράφεται αλλά δύσκολα πραγματοποιείται.


(*) Κοινό άρθρο των: Χαράλαμπου Μουτσόπουλου, καθηγητή στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και Χαρίδημου Κ. Τσούκα. Ελαφρά τροποποιημένη εκδοχή του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 7 Σεπτεμβρίου 2008.

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τους καθηγητές πανεπιστημίου οφείλουν να μην τους κάνουν τα χαρτιά και οι δείκτες, αλλά η προσωπικότητά τους. Με κανένα δείκτη δε μετριέται το ήθος, ακαδημαϊκό ή μη.

Ο δρόμος που βαδίζετε -με τους συναδέλφους σας- είναι ο δρόμος του Ελιτισμού και ως τέτοιος δε θα υπηρετήσει ποτέ τον κοινωνικό χαρακτήρα του πανεπιστημίου.

Ο στόχος των νέων που εμμέσως κατηγορείτε ως καταληψίες είναι η ίδρυση ενός κοινωνικού πανεπιστημίου, για την αναδόμηση μιας κοινωνίας ίσων ευκαιριών. Φυσικά, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις προβατοποίησης.

Η λύση δεν είναι ούτε στο εξωτερικό, ούτε στο εσωτερικό. Όπως είπατε, η επανάσταση εύκολα περιγράφεται και δύσκολα πραγματοποιείται.

-Μιχάλης Ν.

Χαρίδημος Τσούκας είπε...

Δεν συμφωνώ. Ο κοινωνικός χαρακτήρας του πανεπιστημίου υπηρετείται όταν αυτό εκπληρώνει τον κύριο ρόλο του - δηλαδή παράγει υψηλής ποιότητας έρευνα και άριστη διδασκαλία. Τι άλλο μπορεί να υπηρετεί ένα "κοινωνικό πανεπιστήμιο" μου διαφεύγει.

Τα καλά πανεπιστήμια πάντοτε λαμβάνουν υπόψη το ακαδημαϊκό ήθος των κρινομένων καθηγητών, αλλά αυτό δεν αρκεί, όπως δεν θα σας αρκούσε, φαντάζομαι, το υψηλό ήθος ενός κατά τα άλλα ανεπαρκούς γιατρού. Ο καλός καθηγητής δεν χαρακτηρίζεται μόνο από το ήθος του αλλά και από την ερευνητική παραγωγικότητα και πρωτοτυπία του καθώς και από την ποιότητα της διδασκαλίας του. Ευτυχώς γι αυτά υπάρχουν δείκτες, και στα καλά πανεπιστήμια λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στις προαγωγές. Αντιθέτως, στα χαμηλής ποιότητας πανεπιστήμια κυριαρχούν, κατά περίπτωση ή σωρευτικά, η θολούρα των κριτηρίων, η επανάπαυση στο στατους κβο, το βόλεμα των ημετέρων, οι κομματικές και προσωπικές σχέσεις, κλπ εξωακαδημαϊκά κριτήρια.

Αυτό που εσεις λέτε "ελιτισμό" εγώ αποκαλώ αναζήτηση της αριστείας. Οι άριστοι συμπαρασύρουν όλο το σύστημα προς τα πάνω. Και αντιστρόφως: οι μετριότητες αναπαράγουν τη μετριότητα. Τα παραδείγματα και από τις δύο περιπτώσεις είναι άφθονα γύρω σας.

Ανώνυμος είπε...

Διαλέξατε το παράδειγμα της Ιατρικής που είναι εύκολο. Στα άλλα πανεπιστημιακά τμήματα δεν είναι τόσο βατά τα πράγματα.

Ελένη Τροβά είπε...

και χθες που το διάβασα καισήμερα συμφωνώ απόλυτα!όσο για τις παραπομπές, όπως καλά γνωρίζετε, στην Ελλάδα γίνονται με κριτήριο παρέας. Παραπέμπεις τους γνωστούς σου και μόνον ή τον κύκλο σου τέλος πάντων. Σαν κοινωνική επίσκεψη. Και ποτέ μα ποτέ δεν διαβάζεις τι λέει ο παραπεμπόμενος. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που κάποιος αν και δεν έχει παραπεμφθεί ποτέ, διότι δεν έχει κανένα έργο κρίνεται κατάλληλος με διάφορες απίθανες αιτιάσεις. Συνεχίστε να τα λέτε. Λέγε λέγε κάτι θα μείνει.

Σωτήρης Μ. είπε...

Θα ήθελα να σταθώ στην επιλογή των εκλεκτόρων επί τη βάσει (και) του "άριστου ήθους", όπως αναφέρετε στην προτελευταία σας παράγραφο, θεωρώντας - για την οικονομία της συζήτησης - δεδομένη την ακαδημαϊκή αριστεία. Πώς λοιπόν θα μπορούσε, ειδικά στην Ελλάδα, να προσδιοριστεί το "άριστο ήθος"; Έναν τρόπο γνωρίζω. Την "έξωθεν καλή μαρτυρία", που όμως αποτελεί κατ' εξοχήν έννοια-"λάστιχο" και συνήθως στη χώρα μας ταυτίζεται με την οσφυοκαμψία και τον ενστερνισμό της λογικής "τό 'να χέρι νίβει τ' άλλο". Μήπως γνωρίζετε εσείς κάποιον άλλο τρόπο, και δη μετρήσιμο;

Χαρίδημος Τσούκας είπε...

Οχι, δεν γνωρίζω. Το ήθος "μετράται" με την έξωθεν καλή μαρτυρία, σωστά το λέτε. Με τη σειρά της αυτή προέρχεται από την κοινότητα στην οποία ο κρινόμενος είναι μέλος. Αν η κοινότητα αυτή δεν λειτουργεί καλά, τότε οι αποφάνσεις της θα είναι προβληματικές. Το έχω γράψει αλλού: το μεγαλύτερο πρόβλημα της "ακαδημαϊκής κοινότητας" στην Ελλάδα συνίσταται ακριβώς στο ότι δεν αποτελεί κοινότητα. Οι συχνές προσφυγές πανεπιστημιακών κατά άλλων πανεπιστημιακών στο ΣτΕ το πιστοποιούν. Ακριβως επειδή δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στις κρίσεις της "κοινότητας", γραφειοκρατικοποιούμε το σύστημα. Με τον τροπο αυτό περιορίζουμε τα περιθώρια αυθαιρεσίας, αλλά μειώνουμε συγχρόνως και την ποιότητα. Αυτο είναι ένα από τα πολλά δράματα της σημερινής Ελλάδας - οι θεσμοί μας κινούνται μεταξύ καχυποψίας και γραφειοκρατικοποίησης. Το πρόβλημα είναι τρομερά δύσκολο να λυθεί γιατί η εμπιστοσύνη δεν νομοθετείται.