Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2008

Ο κ.Τσίπρας και η «ενδοχώρα» του ηγέτη


Να μην παρεξηγηθώ. Χαίρομαι να βλέπω νέους ανθρώπους να αναδεικνύονται σε ηγετικές θέσεις στις επιχειρήσεις, στην πολιτική, στον εθελοντικό τομέα. Η βιολογική ηλικία, όμως, από μόνη της δεν λέει πολλά. Είναι προσόν από τη στιγμή που επιφέρει νέες προσεγγίσεις, φρεσκάδα ιδεών, ευρύχωρη οπτική γωνία – ιδιότητες που οι βετεράνοι σε ένα επάγγελμα πιθανόν να μην έχουν.


Η βιολογική νεότητα υποδηλώνει, κατ’ αρχήν, μεγαλύτερη επαφή με τρέχοντα ρεύματα, μεγαλύτερη διάθεση πειραματισμού, οπτική γωνία υπό διαμόρφωση. Για το νέο άνθρωπο, ο κόσμος εμφανίζεται περισσότερο ρευστός, παρέχει υλικό προς επεξεργασία, δεν είναι δεδομένος. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σημαντικά καινοτομικά επιτεύγματα στο χώρο των επιχειρήσεων ξεκίνησαν από εικοσάρηδες – σκεφτείτε παλαιότερα τη
Microsoft, την Apple, και τη DELL, σήμερα τη Facebook, τη Google και το Blogger.


Αναρωτιέμαι, όμως: ο νέος Πρόεδρος του «Συνασπισμού», ο κ.Τσίπρας, τι έχει πετύχει μέχρι σήμερα; Αν διαβάσει κανείς το βιογραφικό του βλέπει ότι κυρίως είναι ένα παιδί του κομματικού σωλήνα. Στα 16 του ήταν μέλος της ΚΝΕ, από το 1991 ανήκει στο «Συνασπισμό», ενώ είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις μαθητικές καταλήψεις της περιόδου 1990-1991, οπότε και προέβαλλε συγκλονιστικού βάθους αιτήματα, όπως: «θα θέλαμε να είναι δικαίωμά μας να κρίνουμε εμείς αν κάποια ώρα θα θελήσουμε να λείψουμε από το μάθημα» («Το Βήμα» 10/2/2008). Δεν αντιλέγω, το 10% του συνδυασμού του στις δημοτικές εκλογές του Δήμου Αθηναίων, το 2006, ήταν αξιοπρόσεκτο, αλλά είναι ένα τόσο σημαντικό επίτευγμα για να εκτοξευθεί κάποιος στη θέση του προέδρου κοινοβουλευτικού κόμματος;

Η εκλογή του κ.Τσίπρα είναι ενδιαφέρουσα κυρίως για την τηλεοπτικοποίηση των πολιτικών κριτηρίων. Στα παραδοσιακά νεποτιστικά κριτήρια, χάρις στα οποία οι κκ.Καραμανλής και Παπανδρέου προεδρεύουν των κομμάτων τους, προστίθενται όλο και περισσότερο και «επικοινωνιακά». Δεν είμαι σίγουρος ότι ο κ.Τσίπρας έχει ιδιαίτερες περγαμηνές να επιδείξει, εκτός από τα νιάτα του, την ομορφιά του και την ευχέρεια λόγου – φυσικά χαρακτηριστικά, ιδιαιτέρως αρεστά στα ΜΜΕ, όχι όμως προσωπικά επιτεύγματα.

Όταν ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ ηγήθηκε του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων στην Αμερική ήταν περίπου στην ηλικία του Τσίπρα. Το 1963, στην περίφημη ομιλία του στην Ουάσιγκτον – “I have a dream”, αναμφίβολα η καλύτερη πολιτική ομιλία του 20ου αιώνα -, ήταν 34 ετών. Ο Κίνγκ ενέπνευσε εκατομμύρια ανθρώπους, ζωογόνησε ελπίδες για συγκεκριμένη πολιτική αλλαγή, ρίσκαρε – η ηγεσία του κινήματος δεν προήλθε από φυσικά χαρακτηριστικά αλλά από προσωπικά επιτεύγματα. Το 1980, στις περίφημες απεργίες στα ναυπηγεία του Γκντάνσκ, στην Πολωνία, ο Λεχ Βαλέσα ήταν 37 ετών. Η ηγεσία του εργατικού κινήματος δεν του παραχωρήθηκε από κάποιο γραφειοκρατικό μηχανισμό, αλλά την κέρδισε με αγώνα και τεράστιο προσωπικό ρίσκο. Οι κινηματικοί ηγέτες σφυρηλατούν την ηγετική τους προσωπικότητα στο καμίνι των αγώνων - ρισκάρουν. Σε περιόδους πολιτικής ομαλότητας οι ηγέτες έχουν διακριθεί σε κάποιον επαγγελματικό τομέα κι έχουν εντυπωσιάσει με τις εμπνευσμένες ιδέες και πρωτοβουλίες τους. Ο κ.Τσίπρας για τι πράγμα μας έχει εντυπωσιάσει μέχρι σήμερα;

Τι θέλω να πω; Η πολιτική ηγεσία αξιώσεων κερδίζεται από την ικανότητα κάποιου να εκφράζει ευρύτερες μάζες πολιτών, να εμπνέει και να καθοδηγεί. Όταν ο κ.Τσίπρας απευθύνεται στον κ.Παπανδρέου και τον εγκαλεί για μειωμένη αριστεροφροσύνη, ακούγεται όχι απλώς ως μια ακόμα επίδειξη ιδεολογικού δογματισμού, αλλά απλώς κωμικό. Δεν είναι ότι ένας νεαρός εκφράζεται αμετροεπώς, αλλά ότι ένας άκαπνος αποφαίνεται με τέτοια βεβαιότητα. Αν η αμφισβήτηση χαρακτηρίζει, κατ’ αρχήν, το νεανικό λόγο, εδώ εντυπωσιάζει η αβαθής βεβαιότητα. Όταν η βιολογική νεότητα δεν συνοδεύεται από πολιτική ωριμότητα (ξέρω ότι τα δύο αυτά εν μέρει συγκρούονται, αλλά η δύσκολη σύνθεσή τους είναι το ζητούμενο και γι αυτό, άλλωστε, είναι τόσο δυσεύρετη), τότε εκφυλίζεται απλώς σε «επικοινωνιακή» γραφικότητα.


Βεβαίως, ο κ.Τσίπρας συμμετείχε πρωταγωνιστικά στις μαθητικές καταλήψεις του 1990-91. Ακριβώς αυτό, όμως, δείχνει το πρόβλημα. Αυτές οι καταλήψεις έχουν τόση σχέση με αυθεντικά κοινωνικά κινήματα, όση τα ταχυφαγεία με εστιατόρια. Σε μεγάλο βαθμό, το λεγόμενο μαθητικό κίνημα στην Ελλάδα είναι ένα κίνημα των παιδιών της μικρο-μεσοαστικής τάξης υπέρ της μετριότητας. Οι ηγέτες του έχουν μεγαλώσει με την κουλτούρα της συντεχνιακής διαμαρτυρίας, τη νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας και τον επιφανειακό «αντι-αυταρχισμό», γι αυτό και τα ανακλαστικά τους είναι λαϊκιστικά, συγκρουσιακά και ο λόγος τους ξύλινος και πεπαλαιωμένος. Όταν ο κ.Τσίπρας υπερασπίζεται τους αιώνιους φοιτητές στα πανεπιστήμια (βλ. συνέντευξή του στο Σταύρο Θεοδωράκη, «Τα Νέα», 12/1/2008) αναπαράγει κουραστικά το ιδεοληπτικό μοτίβο των εφηβικών του χρόνων. Δεν διακρίνω μεγαλύτερη εκλέπτυνση, ωρίμανση και συνθετότητα στο λόγο του. Σαν να μην πέρασαν 15 χρόνια…


Η ψυχική ενδοχώρα του ηγέτη είναι ο σημαντικότερος πόρος του: από εκεί αντλεί φαντασία, δύναμη, κατεύθυνση. Όσο πιο καλλιεργημένη, σύνθετη και σφυρηλατημένη είναι η ενδοχώρα του, τόσο περισσότερο ώριμα οραματιστικός είναι ο λόγος του, τόσο διαυγέστερη η αίσθηση των προτεραιοτήτων του, τόσο πιο δημιουργικές οι απόψεις του. Όταν μιλούσε ο Κίνγκ είχες την αίσθηση ότι μιλάει ένας σοφός οραματιστής, όχι ένας απλός τριαντατεράχρονος. Όταν μιλάει ο Τσίπρας έχω την εντύπωση ότι απλώς μιλάει ένας τηλεγενής πρώην Κνίτης, ο οποίος άλλαξε μια δογματική βεβαιότητα με μιαν άλλη – δεν διακρίνω εμπνευστική συνθετότητα στο λόγο του.


Θα μου πείτε, βέβαια, ότι κάθε εποχή αναδεικνύει τους ηγέτες της. Θα συμφωνήσω. Η Ελλάδα της διαμαρτυρόμενης μετριότητας και των κομματικών σωλήνων ίσως να μην μπορεί να ελπίζει σε κάτι καλύτερο.


Συντετμημένη μορφή του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στο Κέρδος, 21 Φεβρουαρίου 2008.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Οι ιδεοληψίες του «Συνασπισμού»


Το θεμελιώδες ερώτημα που τα επιτυχημένα κόμματα διαμαρτυρίας κάποια στιγμή καλούνται να αντιμετωπίσουν είναι η αποσαφήνιση του χαρακτήρα τους: θα υπερισχύσει η κινηματική τους φύση, αυτή που προωθεί τη διαμαρτυρία ως κύριο μέσο πολιτικής έκφρασης, ή θα μετατρέψουν τη διαμαρτυρία σε δύναμη εξουσίας; Το ερώτημα είναι συχνά επώδυνο γιατί τα κόμματα διαμαρτυρίας είναι κινηματικά εξ ιδιοσυστασίας: η εξουσία γι αυτά αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης, όχι αντικείμενο πόθου. Το δίλημμα αυτό το αντιμετώπισαν οι Γερμανοί Πράσινοι στη δεκαετία του 1990 με τη γνωστή (και οδυνηρή) διαμάχη των «ρεαλιστών» και των «φονταμενταλιστών». Ευτυχώς για τη Γερμανική κοινωνία, υπερίσχυσαν οι «ρεαλιστές», και γι αυτό είδαμε τον Γιόσκα Φίσερ και τον Οττο Σίλι, γνωστούς ριζοσπάστες του πεζοδρομίου στη δεκαετία του 1960, σε κυβερνητικούς θώκους.

Αυτό θα είναι σύντομα το κύριο δίλημμα του «Συνασπισμού» και, αν κρίνουμε από τις πρόσφατες θέσεις του και την εκλογή νέου προέδρου του, μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα κατισχύσουν οι «φονταμενταλιστές». Η απαξίωση του ΠΑΣΟΚ και του δικομματισμού γενικότερα, σε συνδυασμό με τα πολλά και καυτά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, φούσκωσαν τα πανιά των «αντισυστημικών» αριστερών. Η διαμαρτυρία που εξέφρασε ο «Συνασπισμός» ήταν κυρίως φοβική: όχι στη μεταρρύθμιση, όχι στην προσαρμογή της Ελλάδας στα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης.

Ιδιωτικοποιήσεις; Ποτέ. Αλλαγή στους κανονισμούς εργασίας των ΔΕΚΟ; Όχι, βέβαια. Να πουληθεί η Ολυμπιακή; Αστειεύσθε! Αξιολόγηση στην εκπαίδευση; Προέχουν άλλα. Να αλλάξει ο νόμος για τα Πανεπιστήμια, προκειμένου να περιορισθεί η κομματοκρατία, να σφίξουν οι σπουδές, και να περιορισθούν οι ανεξέλεγκτες μειοψηφίες που ασκούν βία και τρομοκρατία; Πάνω από το πτώμα μας. Καλύτερη αστυνόμευση; Όχι στον αυταρχισμό. Εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης; Α πα πα, νεοφιλελευθερισμός! Η «μάντρα» του «Συνασπισμού» ήταν και είναι: αύξηση των δημοσίων δαπανών, μην πειράξετε το «δημόσιο», κάτω τα χέρια από τα «κεκτημένα». Όχι σε όλα, γιατί όλα είναι «νεοφιλελεύθερα».

Για να είμαστε δίκαιοι, «όχι σε όλα» εκτός από αλλαγές στο «εποικοδόμημα» - ταυτότητες, βιβλίο Ιστορίας Έκτης Δημοτικού, μετανάστες, περιβάλλον. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο πολιτισμικός φιλελευθερισμός και ο αγοραίος αντιεξουσιασμός του «Συνασπισμού» αφήνουν μάλλον αδιάφορη τη μεγάλη μάζα, η οποία έλκεται περισσότερο από το φοβικό λαϊκισμό. Ο συνδυασμός, ωστόσο, ελευθεριακού λόγου και φοβικού κοινωνικού λαϊκισμού απεδείχθη εκλογικά επιτυχής, ιδιαίτερα στις νεαρές ηλικίες, σε μια χώρα που ο λαϊκισμός παρέχει το κυρίαρχο πλαίσιο λόγου (discourse) και η καχυποψία έναντι της εξουσίας συνιστά πολιτική σταθερά. Στο κυρίως πολιτικό παιχνίδι, ωστόσο, στο πεδίο του κράτους και της οικονομίας, ο λόγος του «Συνασπισμού» είναι αμυντικός και συντηρητικός.

Αυτό δεν εκπλήσσει, στο μέτρο που ο ιδεοληπτικός μαξιμαλισμός και ο λαϊκιστικός κρατισμός διαμορφώνουν καθοριστικά την πολιτική του «Συνασπισμού», ιδιαίτερα υπό τη νεοκομμουνιστική ηγεσία των Αλαβάνου και Τσίπρα. Η νεοδογματική μετάλλαξη της πάλαι ποτέ ανανεωτικής αριστεράς δεν δείχνει να έμαθε τίποτα από την ιστορία τιυ 20ου αιώνα: ακόμα και σήμερα καλεί σε «αντικαπιταλιστικούς αγώνες» για την «τελική εξάλειψη των εκμεταλλευτικών καπιταλιστικών σχέσεων»! Αντί να προβληματιστεί από τη διαπίστωση ότι η οικονομία της αγοράς είναι το μόνο ιστορικό οικονομικό σύστημα που παράγει πλούτο, και να αναρωτηθεί πως μπορεί να ενσωματώσει αυτό το συμπέρασμα στα εξισωτικά και οικολογικά ιδεώδη του ώστε να προκύψουν ρεαλιστικές, κοινωνιοκεντρικές πολιτικές, ο «Συνασπισμός» μάχεται αχυρανθρώπους («νεοφιλελευθερισμός»), όπως παλαιότερα οι εγχώριοι «εθνικόφρονες» μάχονταν το φάντασμα του «κομμουνισμού». Προσέξτε την εσχατολογική γλώσσα του: «στρατηγικός στόχος [είναι] μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και μια νέα ισορροπία του ανθρώπου με τη φύση και το περιβάλλον». Η πολιτική ως αναζήτηση του χαμένου παραδείσου!

Αντί να παραδειγματιστεί σοβαρά από το γεγονός ότι υπάρχουν κοινωνίες – οι Σκανδιναβικές, για παράδειγμα - οι οποίες συγκεράζουν την εκλεπτυσμένη δημοκρατία, τον πολιτισμικό-πολιτικό φιλελευθερισμό, την οικονομική ευημερία της αγοράς, τον κοινωνικο-οικονομικό πειραματισμό, την οικολογική ευαισθησία, και το κοινωνικό κράτος (γι αυτό άλλωστε είναι πρώτες σε όλους τους σχετικούς δείκτες), ο «Συνασπισμός» αποφαίνεται, με Παπική βεβαιότητα, ότι «το περιεχόμενο της προοδευτικής εναλλακτικής λύσης [...] δεν είναι μια επανάληψη ή μια πιο σύγχρονη εκδοχή των σοσιαλδημοκρατικών μοντέλων διαχείρισης του καπιταλισμού που εφαρμόστηκαν σε σειρά από ευρωπαϊκές χώρες». Η έπαρση είναι χαρακτηριστικό αυτών που νομίζουν ότι ανακάλυψαν το μυστικό της ανθρώπινης ευτυχίας και αυτο-αναγορεύονται σε θεματοφύλακες της πίστης.

Η οιονεί-θεολογική πεποίθηση στην κατοχή κάποιας ανώτερης γνώσης για τη λειτουργία της κοινωνίας δίνει το δικαίωμα στον κ.Τσίπρα να εκδίδει πιστοποιητικά αριστεροφροσύνης («Δεν είστε Αριστερά κ.Παπανδρέου...»). Όταν θεωρείς ότι κατέχεις την Αλήθεια, κατέχεις και το δικαίωμα πιστοποίησής της. Η Αριστερά δεν είναι μια περιεκτική, ανοιχτή παράδοση προβληματισμού, αξιών, διερώτησης και ευαισθησιών, αλλά ένα σύνολο από θέσφατα που ορίζει ο η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος και γνωστοποιούν, urbi et orbi, οι κκ. Αλαβάνος και Τσίπρας. Καταγράφονται, βέβαια, ενστάσεις για την γνησιότητα των πιστοποιητικών από την εγχώρια εκπρόσωπο των σταλινικών, αλλά πρόκειται για μια, ούτως ή άλλως, οικογενειακή υπόθεση στην οποία κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα να ανακατεύεται.

Ο «Συνασπισμός» μάχεται τους ιδεολογικούς αγώνες του χθες. Η «αντικαπιταλιστική» ρητορική του προδίδει αφελή πολιτική σκέψη: ο καπιταλισμός δεν είναι κάποια αναλλοίωτη «ουσία», αλλά ένα οικονομικό μόφωμα που σμιλεύεται καθοριστικά από τα πολιτισμικά συμφραζόμενα και τη θεσμική παράδοση της δημόσιας σφαίρας μέσα στην οποία ιστορικά αναπτύσσεται. Ο καπιταλισμός του Ρήνου δεν είναι ίδιος με τον καπιταλισμό της Κίνας ή της Γουόλ Στριτ. Οποιος αδογμάτιστα επιμένει να βλέπει τις αποχρώσεις, αντιλαμβάνεται τη συνθετότητα των οικονομικών φαινομένων. Οποιος, αντίθετα, εμφορείται από εσχατολογική διάθεση, ανάγει τα πάντα σε έναν μυθικό «καπιταλισμό», η συντριβή του οποίου αποτελεί μείζονα προτεραιότητα για την έλευση της Επίγειου Παραδείσου.

Η μυθοποίηση παράγει, βέβαια, ιδεολογήματα, τα οποία, όμως, έχουν την τάση να αυτονομούνται - δεν αναφέρονται σε υπαρκτές ανάγκες, υπαρκτών ανθρώπων, αλλά αποβλέπουν στην αυτο-δικαίωσή τους. Αν δύστυχε Έλληνα πολίτη έχεις σαμαρωθεί ένα τεράστιο, αναποτελεσματικό και διεφθαρμένο κράτος, αν χρειάζεται να δίνεις φακελάκι στους γιατρούς που σε νοσηλεύουν, αν πληρώνεις τα μαλλιά της κεφαλής σου για τα ιδιαίτερα των παιδιών, αν η υπόθεσή σου στα δικαστήρια θα εκδικασθεί σε τρία ή τέσσερα χρόνια, αν δεν έχεις στη γειτονιά σου ένα πάρκο της προκοπής, αν βλέπεις να πανεπιστήμια να είναι κλειστά τις μισές μέρες του χρόνου και να καταστρέφονται από νεοβανδάλους, αν τα δάση σου καίγονται, αν οι ανεξέλεγκτες χωματερές και τα αυθαίρετα σε πλημμυρίζουν, αν ο εργοδότης σου δεν σου πληρώνει υπερωρίες ή αρνείται να σε ασφαλίσει, αν έχεις την ατυχία να ανήκεις στη «γενιά των 700 ευρώ» ή να πασχίζεις ματαίως να βρεις μια αξιοπρεπή δουλειά, αν ο δημόσιος κορβανάς είναι πάντοτε άδειος γιατί κανένας δεν θέλει να πληρώνει τους φόρους του, τότε αγαπητέ μου ξέρεις πολύ καλά τον ένοχο: ο «καπιταλισμός»! Κι αν δεν σου αρκεί αυτή η διάγνωση πρόσθεσε ολίγη «παγκοσμιοποίηση», πασπάλισέ την με μπόλικο «νεοφιλελευθερισμό» και, σε κάθε περίπτωση, μην ξεχάσεις να βάλεις και άφθονο «αντιαμερικανισμό». Η ζωή σου θα γίνει καλύτερη, αν τα τέρατα αυτά εξαφανισθούν. Πως; Δίχως αμφιβολία θα το σκεφτεί επισταμένως ο κ.Τσίπρας και θα μας το ανακοινώσει – με πορείες στο Σύνταγμα φυσικά!

Ο «Συνασπισμός» νομίζει ότι υπερασπίζει τους αδύνατους, κυρίως όμως υπερασπίζει τις ιδεοληψίες του. Οποιος συντάσσεται με τους αδύνατους προωθεί μεταρρυθμίσεις υπερ των πολλών, δεν προσχωρεί στη συντεχνιακή λογική των λίγων. Μάχεται για την ποιότητα των συλλογικών αγαθών, δεν χαμηλώνει τον πήχη. Υπερασπίζεται τους θεσμούς και τη δημοκρατική νομιμότητα, δεν συντάσσεται με τραμπούκους συνδικαλιστές. Διακρίνει την ισότητα από τον ισοπεδωτισμό, τη νόμιμη από την αυθαίρετη εξουσία, το δικαίωμα από την κατάχρησή του, το αυθεντικό από το προσχηματικό αίτημα, τη φιλολαϊκή από τη λαϊκιστική πολιτική. Υποψιάζεται τις συγκρούσεις μεταξύ εξ ίσου επιθυμητών αγαθών (π.χ. δικαιώματα και ασφάλεια, ελευθερία και ισότητα) και αναζητά τρόπους συγκερασμού τους. Οποιος, αντιθέτως, βλέπει την κοινωνία ιδεοληπτικά, δεν τον ενδιαφέρει τόσο η επίλυση υπαρκτών προβλημάτων, όσο να επιβεβαιώνει αυτάρεσκα τα ιδεολογήματά του – και να εκδίδει πιστοποιητικά αριστεροφροσύνης!

Συντετμημένη μορφή αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Πως θ’ ανέβει ο πήχης της ενημέρωσης;


«Η παρακμή της πολιτικής ζωής αρχίζει από τη στιγμή που οι βουλευτές συζητούν πρώτα στην τηλεόραση και ύστερα στο Κοινοβούλιο τα νομοσχέδια που σκέφτονται να καταθέσουν. Αντίστοιχα, η παρακμή της δικαστικής εξουσίας αρχίζει από τη στιγμή που ένα έγκλημα εξιχνιάζεται πρώτα στα τηλεοπτικά κανάλια κι έπειτα στις αίθουσες των δικαστηρίων».

ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ

Οκτώ ή ώρα το βράδυ, δελτίο «ειδήσεων» του καναλιού που συχνά επαίρεται για τα δημοσιογραφικά του κριτήρια («δεν είμαστε όλοι ίδιοι»). Το 90% του δελτίου καλύπτεται από την υπόθεση Ζαχόπουλου. Υπάρχουν σημαντικές εξελίξεις; Ελάχιστες. Το μεγαλύτερο μέρος του ρεπορτάζ και της αφήγησης που το συνοδεύει είναι επιλεκτική ανακύκλωση παλαιότερου. Οι αμοιβαία αποκαλυπτικές δηλώσεις για τα «αλητάκια» και τις «ψωνάρες» της δημοσιογραφίας από τους δύο αγωνιστές της μουχλιασμένης δημοσιογραφικής μπανιέρας, τα 5,5 εκατομμύρια του Αναστασιάδη, η «δεινή» θέση του βουλευτή Κουκοδήμου και οι αναταράξεις που προκαλεί στο κυβερνών κόμμα, κοκ. Τα σχόλια των έξι τηλεπαραθυρόβιων είναι παραλλαγές ήδη διατυπωμένων από τους ίδιους σε προηγούμενα δελτία. Ενημερωτική προστιθέμενη αξία; Πολύ μικρή.

Το δελτίο «ειδήσεων» τιτλοφορείται «Γεγονότα». Ο όρος παραδοσιακά παραπέμπει σε γεγονότα που γίνονται στη χώρα και στον κόσμο, τα οποία ένα δημοσιογραφικό επιτελείο επεξεργάζεται και παρουσιάζει στο κοινό. Στο εν λόγω δελτίο (όπως και στα άλλα ομοειδή) ο ορισμός αυτός θεωρείται ντεμοντέ. Τα γεγονότα δεν είναι για να καταγράφονται, να αξιολογούνται και να παρουσιάζονται αλλά για να δημιουργούνται. Το δελτίο δεν παρουσιάζει ειδήσεις, τις κατασκευάζει για σκοπούς που δεν έχουν δημοσίως δηλωθεί. Πριν από μερικούς μήνες ήταν η απροκάλυπτη μεροληψία του στις εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ, χθες ήταν τα Ζωνιανά, σήμερα η Ζαχοπουλιάδα.. Αν εδώ κι ένα μήνα ο δημόσιος λόγος κυριαρχείται από την ομώνυμη εμετική σαπουνόπερα είναι επειδή τα δελτία των «οκτώ» την ανέδειξαν ως το κύριο θέμα της χώρας. Φυσικά, όπως κάθε κατασκευή χρειάζεται υλικά, τα οποία παρέχει σε αφθονία ένα σάπιο πολιτικο-μιντιακό σύστημα.

Η τηλεπαρέα του δελτίου «αποκαλύπτει», καταγγέλλει, εικοτολογεί, στηλιτεύει, απορεί, σχολιάζει, «δικάζει», ανακρίνει, επαινεί, αυτοθαυμάζεται, χλευάζει, ειρωνεύεται, γελά, χαριεντίζεται, μορφάζει (όχι, ανέκδοτα δεν λένε ακόμη). Εικόνα καφενείου. Ενίοτε θυμάται και το λειτούργημά της και, ως υστερόγραφο, μας θυμίζει ότι πολλά από αυτά που ακούσαμε είναι «εκτιμήσεις». Έχοντας απονείμει με τον καφενειακό τρόπο της «δικαιοσύνη», δεν παραλείπει να τονίσει ότι πρέπει να περιμένουμε τα πορίσματα της Δικαιοσύνης!. Τα προσχήματα πρέπει να τηρούνται! Ότι δεν υπολήπτονται αυτό που κάνουν φαίνεται από τα εμμέσως απαξιωτικά σχόλιά τους γι αυτό που τους δίνει υπόσταση - τα «παράθυρα». «[…] Υπάρχει μια Δικαιοσύνη, η οποία ερευνά με μαρτυρίες, όχι με υποθέσεις, όχι με τηλεοπτικά παράθυρα […]» αποφαίνεται ο πνευματώδης της παρέας. Αντιλαμβάνεται, άραγε, την ειρωνεία του σχολίου του; Μετέχει σε κάτι που, κατ’ αντιδιαστολή με τη θεσμική σοβαρότητα της Δικαιοσύνης, θεωρεί επιπόλαιο! Ο τηλεοπτικός ναρκισσισμός κορυφώνεται όταν η παρουσιάστρια, της οποίας το όνομα ενεπλάκη στο διαβόητο DVD, δαπανά ένα ολόκληρο λεπτό τηλεοπτικού χρόνου για να κάνει πρωτοπρόσωπες δηλώσεις (!) ως τηλεοπτικός ή πολιτικός αστέρας. Το δελτίο ειδήσεων ως reality show, ως τηλεοπτικός άμβωνας, ως τηλευαγγελισμός.

Η μιντιακή-δημοσιογραφική αθλιότητα που η υπόθεση Ζαχόπουλου αποκάλυψε μπορεί να είναι ακραία, αλλά ήταν προβλέψιμη: οι απώτερες ρίζες της απλώνονται στον γνησίως ελληνικό βιότοπο της κατεστημένης τηλεδημοσιογραφίας που έχει προκύψει από το 1989 και μετά. Ο βιότοπος αυτός δεν θα είχε τη δυσμορφία που έχει αν, μεταξύ άλλων, οι δημοσιογράφοι των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ, οι οικείες επαγγελματικές οργανώσεις και οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές έβλεπαν το ρόλο τους πρωτίστως ως το θεματοφύλακα της ποιότητας του χώρου ευθύνης τους.

Την ποιότητα δεν την υπερασπίζονται πολλοί, το συμφέρον κυρίως μετράει. Το κυνήγι της τηλεθέασης ωθεί τα κανάλια σε ευτελή τηλεδημοσιογραφία – να ικανοποιηθεί το αδηφάγο κοινό. Ο ασφαλέστερος τρόπος; Να χαϊδεύεις τα ευτελή ανθρώπινα ένστικτα και να υπερδραματοποιείς τα πάντα. Τα επαγγελματικά κριτήρια υποχωρούν έναντι των αγοραίων. Όταν οι συλλογικές αξίες που συγκροτούν έναν επαγγελματικό χώρο δεν προστατεύονται, χάνουν τον προσανατολιστικό τους χαρακτήρα και οι επαγγελματίες τον μπούσουλα. Η ποιότητα πέφτει. Όλοι χάνουμε.

Οι επαγγελματικές ενώσεις, που θα περίμενε κανείς ότι θα μεριμνούσαν για το κύρος του επαγγέλματός τους, έχουν εκφυλιστεί σε απλές συντεχνιακές οργανώσεις. Αντί να στήσει τη σκανδαλοθηρική εφημερίδα που πρώτη δημοσίευσε σκηνές από τις ερωτικές στιγμές ενός ζευγαριού στον τοίχο, η ΕΣΗΕΑ ανησύχησε κυρίως για τις «θέσεις εργασίας» στην εν λόγω εφημερίδα! Αντί να υπερασπιστεί με παρρησία το δημοσιογραφικό απόρρητο από τους σφετεριστές του, η ΕΣΗΕΑ επέλεξε τη ρητορική ακροβασία. Αντί να στηλιτεύσει ευθέως τον αντιδεοντολογικό τρόπο που τα δελτία «ειδήσεων» των «οκτώ» και μερικές εφημερίδες κάλυψαν την υπόθεση Ζαχόπουλου, η ΕΣΗΕΑ κρατά ισορροπίες. Αντί να υιοθετήσει το Νέο Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που επιτροπή της συνέταξε, η ΕΣΗΕΑ επί δύο χρόνια τον επωάζει (βλέπε τη σχετική ανοιχτή επιστολή της δημοσιογράφου κυρίας Λίνας Αλεξίου, «Ελευθεροτυπία», 25/1/2008). Αντί να πάρει στα σοβαρά την καταγγελία του πρώην υπουργού κ.Κεφαλογιάννη ότι εκβιάστηκε από δημοσιογράφους, η ΕΣΗΕΑ αποφαίνεται ότι «σκοπός της καταγγελίας είναι ο αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης και η απαξίωση των διαπιστευμένων στο υπουργείο του συναδέλφων» («Ελευθεροτυπία», 25/1/2008)! Δεν καταλαβαίνουν άραγε ότι όταν δεν πρωτοστατούν οι ίδιοι στην εκκαθάριση του επαγγέλματός τους, κάποια στιγμή τα χλωρά θα καούν με τα ξερά - η απαξίωση θα τους συμπεριλάβει όλους;

Μήπως οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές μάχονται για την ποιότητα; Ενώ το άρθρο 15 του Συντάγματος αναθέτει στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης τον δημόσιο έλεγχο των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ με «σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», ο πρόεδρος του ΕΣΡ κ.Λασκαρίδης, απαντώντας σε διαμαρτυρίες τηλεθεατών για τη Ζαχοπουλιάδα, δήλωσε ότι αδυνατεί να παρέμβει. «Εμείς», είπε, «ελέγχουμε την πληρότητα της ενημέρωσης, αν δηλαδή υπάρχουν και οι άλλες ειδήσεις», όχι τα χρονικά όρια στην προβολή των γεγονότων. Δήλωσε, μάλιστα, ότι υπάρχει σχετική πληρότητα στα δελτία ειδήσεων, έστω κι αν ασχολούνται ελάχιστα με άλλα θέματα («Ελευθεροτυπία», 23/1/2008)! Δεν ξέρουμε πως εννοεί ο πρόεδρος του ΕΣΡ την «πληρότητα», ξέρουμε όμως σίγουρα ότι δεν φλέγεται για την πλήρωση της συνταγματικής επιταγής περί «ποιότητας». Σαν Πόντιος Πιλάτος νίπτει τα χείρας του και αποφαίνεται: «δεν είμαστε λογοκριτές» («Ελευθεροτυπία», 16/1/2008).

Ένα από τα πολλά δράματα σε αυτή τη χώρα είναι ότι ακόμη κι αυτοί που κατέχουν θέσεις ευθύνης, προτιμούν να συμβιβάζονται με την αθλιότητα παρά να συγκρούονται υπερασπιζόμενοι τις συλλογικές αξίες που θεσμικά υπηρετούν. Δείτε τις αντιδράσεις της Συνόδου των Πρυτάνεων στις ενδημικές καταλήψεις των ΑΕΙ, στην καταπάτηση του πανεπιστημιακού ασύλου από βίαιες μειοψηφίες, και στα ποικίλα σκάνδαλα που κατά καιρούς συγκλονίζουν μερικά ιδρύματα. Δείτε την μέχρι πρότινος ανοχή της ΓΣΕΕ στο δικηγόρο που χρησιμοποίησε τη θέση του στη Συνομοσπονδία για να διοχετεύει συμβασιούχους με ανάγκη νομικής υποστήριξης στο ιδιωτικό του νομικό γραφείο. Δείτε τις αντιδράσεις των αρμοδίων στη δραματική έκκληση πολιτών για ποιότητα στα ραδιοτηλεοπτικά Μέσα. Αν ο πρόεδρος του ΕΣΡ αντιλαμβάνεται τον έλεγχο ποιότητας ως «λογοκρισία», τότε τι ελπίδα έχουμε να αποκτήσουμε ποτέ ποιοτική ενημέρωση; Αν η ΕΣΗΕΑ και το ΕΣΡ δεν μάχονται για την ποιότητα στα ΜΜΕ, πως θα σηκωθεί ο πήχης λίγο ψηλότερα;

Θέλει ηγετική τόλμη, πρωτοβουλία, ενορατική σύλληψη και πολύ μόχθο για να προαχθεί ένας δημόσιος θεσμός. Χωρίς τον αείμνηστο Λόρδο Ριθ, το BBC δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα, όπως χωρίς τον (πρώην) αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Μιχάλη Δεκλερή το ανώτατο δικαστήριο δεν θα ήταν πρωτοπόρο στην προστασία του περιβάλλοντος. Οι «υπάλληλοι» δεν μας βοηθάνε να γίνουμε καλύτεροι. Οι ηγέτες ανοίγουν δρόμους.

Συντετμημένη εκδοχή του δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 3 Φεβρουαρίου 2008