Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

«Νοιώθω ότι είμαι ένας από σας…»


Η σκηνή είναι γνωστή, πληκτική και άκρως μελαγχολική. Κομματική συγκέντρωση από εκείνες που κάλλιστα θα περνούσαν για συνάθροιση φιλάθλων. Στο βήμα στέλεχος της κυβέρνησης Καραμανλή Β’ (θα μπορούσε να είναι και οποιασδήποτε άλλης στην ιστορία του νεοελληνικού δημόσιου βίου). Δεν διατυπώνει κάποιον συγκροτημένο συλλογισμό (το τελευταίο, άλλωστε, που θα απαιτούσε ένα τέτοιο ακροατήριο), κλιμακώνει όμως προσποιητά τον τόνο της φωνής, και με το δεξί του χέρι σχεδόν κολλημένο στα πλευρά, έχοντας τον δείκτη προτεταμένο, διαγράφει αλλεπάλληλες, ζωηρές ημικυκλικές τροχιές. Η αστόχαστη κατηγορηματικότητα και η κενόλογη ρητορεία εκφράζονται και σωματικά.

Κάποια στιγμή κομπιάζει. Η ροή της ομιλίας στιγμιαία διακόπτεται: «Γιατί διαπιστώνω μια συσπείρωση, μια συσπείρωση που …». Ο ομιλητής ξαναβρίσκει τον ειρμό του προσφεύγοντας στο υμνολόγιο του Αρχηγού: «…με τις οδηγίες και την ομπρέλα του μεγάλου αρχηγού μας του Κώστα του Καραμανλή θα την κάνουμε πράξη στην κοινωνία, για να έχουμε πρωτιά στις ευρωεκλογές». Στη Βαρβάκειο Αγορά πιθανότατα μιλάνε καλύτερα ελληνικά και στη Βόρεια Κορέα οι ύμνοι στον Μεγάλο Ηγέτη ίσως είναι πιο ποιητικοί, αλλά, τουλάχιστον, το κυβερνητικό στέλεχος ξέρει να ξοφλά ένα μέρος του τεράστιου χρέους στον Ευεργέτη του: χωρίς την εύνοιά του δεν θα τον ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας του.

Ο στιγμιαίος «κόμπος» στη ροή της ομιλίας του ενεργοποιεί εσωτερικευμένες γνωστικές ρουτίνες. Οι πλείστοι κομματάνθρωποι που καταλήγουν να ασκήσουν δημόσια αξιώματα έχουν κοινωνικοποιηθεί στη λατρεία του Αρχηγού, από την εύνοια του οποίου, κυρίως, εξαρτώνται οι σταδιοδρομικές τους προοπτικές. Είναι εύλογο, λοιπόν, ο λόγος τους να βρίθει από δοξαστικούς ύμνους στον Μεγάλο Οδηγητή – είναι η μόνη γλώσσα που έμαθαν.

Έχοντας δοξολογήσει τον Αρχηγό του, το κυβερνητικό στέλεχος συνεχίζει το ίδιο ζωηρά σε άλλο, πιο προσωπικό αυτή τη φορά, τόνο: προσπαθεί να εκμαιεύσει την αγάπη του ακροατηρίου του, θυμίζοντας ότι η «άνοδος» σε δημόσιο αξίωμα δεν τον αποσπά απαραίτητα από τη μάζα από την οποία προέρχεται. «Θέλω να σας πω ότι νοιώθω απόλυτα ένας από σας και θα συνεχίσω να είμαι πάλι το ίδιο – ο ίδιος, ο φίλος σας […]». Η προς τα πάνω «οικειότητα», μέσω της αναφοράς στον Αρχηγό-Ευεργέτη («ο Κώστας ο Καραμανλής»), διαχέεται τώρα και προς τα κάτω: αγαπητοί μου ψηφοφόροι είμαι δικός σας άνθρωπος, «φίλος» σας, κολλητός σας. Οι λαϊκιστές πολιτικοί διαθέτουν μια αλτρουιστική αίσθηση συμμετρίας: το κολλητιλίκι που τους παρέχουν οι από πάνω, το διοχετεύουν στους από κάτω.

Διακηρύσσοντας στεντορείως την ταύτισή του με τους εκλογείς του, το κυβερνητικό στέλεχος αυτο-ισοπεδώνεται: καταργεί την αναπόφευκτη θεσμική απόσταση (και της εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις) μεταξύ εκπροσώπου και εκπροσωπούμενου, και παύει να λειτουργεί παιδαγωγικά προς το «δήμο». Εκλιπαρεί την αγάπη του «λαού» αφιστάμενος του θεσμικού ρόλου του ως κυβερνήτη – του ανθρώπου που, προκειμένου να προάγει έλλογα το δημόσιο συμφέρον, υπάγει τις λαϊκές διαθέσεις στην «ψυχρή» θεσμική λογική, δηλαδή σε ευρύτερους στόχους, κανόνες, διαδικασίες, και περιορισμούς. Όπως ο ανώριμος γονιός αποφεύγει να θέτει όρια στα παιδιά του, προκειμένου να εκμαιεύσει την αγάπη τους, ο λαϊκιστής πολιτικός προσποιείται ότι καταργεί την απόσταση από το «λαό» για να κερδίσει την ψήφο του.

Γνωρίζει, βεβαίως, ότι η απόσταση δεν καταργείται και γι αυτό «κατασκευάζει» ρητορικά την ταύτισή του: κατερχόμενος στη μάζα, της υπενθυμίζει εμμέσως το βάθρο από το οποίο κατέρχεται. Η εικονική «κάθοδος» συνοδεύεται από μια πολύ πραγματική «άνοδο»: του επαίτη ψηφοφόρου στο πολιτικό γραφείο. Τον φίλο σου, τον κολλητό σου, τον χρειάζεσαι σε μια στιγμή ανάγκης – να διορίσει λ.χ. την κόρη, να αποχαρακτηρίσει το οικόπεδο, να μεσολαβήσει για την προαγωγή.

Ενώ η χώρα διαθέτει εκ των πραγμάτων ηγέτιδα τάξη, η οποία διοικεί τους θεσμούς της, δεν διαθέτει ηγέτες με νοοτροπία κυβερνήτη (homo gubernator). Το βλέπουμε παντού. Οι πολιτικοί της κολακεύουν το «λαό» για να του υφαρπάξουν την ψήφο, οι πρυτάνεις διαπραγματεύονται τα όρια της νόμιμης εξουσίας τους με μειοψηφίες τραμπούκων, οι ανώτεροι δημόσιοι λειτουργοί είναι υποταγμένοι στα κελεύσματα των βλαχοπολιτικάντηδων, οι δήμαρχοι και οι νομάρχες ανέχονται (συχνά με το αζημίωτο…) τις αυθαιρεσίες τοπικών τσαμπουκάδων. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί Μαυρομιχαλαίοι και λίγοι Καποδίστριες.

Μερικές φορές αναρωτιέμαι τι είναι χειρότερο: να σε κυβερνάνε γόνοι πολιτικών δυναστειών σαν τους Κωστίκα και Γιωρίκα, βαλκάνιοι πολιτικάντηδες τύπου Βουλγαράκη, Μαγγίνα, Παυλίδη και άλλων, εγωπαθείς καραγκιόζηδες τύπου Μπερλουσκόνι, «ξαναγεννημένοι χριστιανοί» γελαδάρηδες τύπου Μπούς, ή λαοπρόβλητοι ναρκισιστές τσαρλατάνοι σαν τον Τσάβεζ; Δυσκολεύομαι να διαλέξω. Ξέρω όμως ότι μια δημοκρατία είναι άρρωστη όταν δεν είναι ο ψηφοφόρος που θέλει να μοιάσει στον πολιτικό, αλλά ο πολιτικός στον ψηφοφόρο.

Υ.Γ. Τη φωτογραφία τη βρήκα στο atsarantos.blogspot.com. Εξαιρετική δε συμφωνείτε;

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

κορυφαία φωτογραφία!

Ανώνυμος είπε...

ο λαικισμός αποτελεί την άλλη όψη του φασισμού. Ποτίζει με παράνοια και αλητεία την δημοκρατία μας καθηλώνοντας μια κοινωνία στην αποθέωση της μετριότητας.

Χρήστος Λουτράδης

Defkalion είπε...

Εξαιρετικο κειμενο. Η φωτογραφία ωστοσο όχι τοσο... Ο Χονδρος και ο Λιγνος σε αυθεντικη φωτο σε κανουν να χαμογελας. Η νεοελληνικη καρικατουρα των δυο ΄΄καταλληλοτερων΄΄ μονο θλιψη μπορει να δημιουργησει

Ανώνυμος είπε...

Το "Είμαι ένας από εσάς" το είχε πει πρόσφατα ο Μπούρας σε μια κομματικά μάζωξη. Υφυπουργός οικονομικών ο οποίος δεν γνώριζε τον Γκρούγκερ, τον οποίο αποκάλεσε "κυρία" μέσα στο στο Ελληνικό κοινοβούλιο.

Μακάρι να ήξερα ποιοι τον ψήφισαν να τους κάνω μήνυση.