Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ


Δύο σφάλματα επαναλαμβάνονται συχνά στην πολιτική ανάλυση: το ρασιοναλιστικό και το δεοντολογικό σφάλμα. Και τα δύο υπεραπλουστεύουν τη διαδικασία πολιτικών επιλογών του ψηφοφόρου και εμφορούνται από ένα υπόρρητα πατερναλιστικό ύφος.

Οι ρασιοναλιστές εκδέχονται την πολιτική ως μια διαδικασία μεγιστοποίησης οφελών. Ο πολίτης οφείλει να επιλέγει για αντιπροσώπους του εκείνους του πολιτικούς που έχουν να επιδείξουν το καλύτερο έργο. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο πολιτικός είναι όπως ο γιατρός. «Όταν επιλέγουμε γιατρό είμαστε πολύ προσεκτικοί. Δε διαλέγουμε το γιατρό του ΠΑΣΟΚ ή το γιατρό του Τσίπρα, διαλέγουμε τον καλό γιατρό, ό,τι και να ‘ναι αυτός» (Σ. Μάνος, συνέντευξη στον ιστοχώρο www.newstime.gr). Κατ’ αναλογίαν, αυτό θάπρεπε να συμβαίνει και στην πολιτική: να διαλέγουμε για αντιπροσώπους αυτούς που έχουν το καλύτερο βιογραφικό.

Η άποψη αυτή διαθέτει αληθοφάνεια. Και η ιατρική και η πολιτική είναι σύνθετες δραστηριότητες, οι οποίες απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, εκλεπτυσμένη κρίση, και δυσμίμητη τέχνη στην άσκησή τους. Και οι γιατροί και οι πολιτικοί κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά. Η πολιτική είναι κάτι παραπάνω από αποδεδειγμένη γνώση – είναι πρωτίστως συμβολοποιητική δραστηριότητα. Στην πολιτική δεν ξέρουμε ρητά τι ακριβώς θέλουμε• μόνο ένα γενικό περίγραμμα επιθυμητής κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας μπορούμε να διατυπώσουμε. Οι επιθυμίες μας είναι γενικές, αντιφατικές και αδιαμόρφωτες• γι αυτό αναζητούμε ανθρώπους να τις μορφοποιήσουν – να τις συμβολίσουν. Ο Μακέην και η Κλίντον διέθεταν καλύτερο βιογραφικό από τον Ομπάμα, αλλά μόνο ο τελευταίος συμβόλισε με την προσωπική του διαδρομή και το λόγο του την αλλαγή που επιθυμούσαν οι Αμερικανοί. Οι πολιτικοί διατυπώνουν οράματα, μορφοποιούν επιθυμίες, συμβολίζουν τα όνειρά μας. Η πολιτική, η «κυριωτάτη» των επιστημών (Αριστοτέλης), δεν είναι αναγώγιμη στην ιατρική ή τη μηχανική.

Οι δεοντολογιστές αντιλαμβάνονται την πολιτική ως μια κορυφαία συλλογική διαδικασία στην οποία οι πολίτες, εξ ορισμού, επιβάλλεται να μετέχουν. Αν δεν το κάνουν, όπως συνέβη με την πρωτοφανή αποχή από τις πρόσφατες ευρωεκλογές, είναι «αχρείοι, δηλαδή άχρηστοι και ανάξιοι» της κοινωνικής συμβίωσης (Θ. Πάγκαλος, συνέντευξη στην «Κ», 14/6/2009). Ο ισχυρισμός αυτός φορτίζει αξιολογικά την ιδιότητα του πολίτη. Η τελευταία δεν συνάγεται από την εμπειρική πραγματικότητα, αλλά προϋποτίθεται από έναν αφηρημένο ορισμό.

Αυτό ο τρόπος σκέψης αρνείται να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα κατασκευάζουν την πολιτική τους ταυτότητα και ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα στην εκάστοτε συγκυρία. Είναι σα να ορίσουμε, ας πούμε, τη νεανική σεξουαλική συμπεριφορά a priori (πως αυτή θάπρεπε να εκφράζεται), αντί να εγκύψουμε σε πραγματικές συμπεριφορές, στο νόημα που τις συνέχει, και στις συνθήκες που τις διαμορφώνουν. Με την πρώτη – εξιδανικευτική- προσέγγιση ικανοποιούμε απλώς την πατερναλιστική επιθυμία μας να υποδεικνύουμε στους άλλους πώς να συμπεριφέρονται. Με τη δεύτερη –εμπειρική- προσέγγιση προβληματιζόμαστε σχετικά με τον τρόπο συμπεριφοράς των ατόμων και αναζητούμε ρεαλιστικούς τρόπους βελτίωσής τους.

Αν θέλουμε να προβληματιστούμε σοβαρά για την τεράστια αποχή από τις ευρωεκλογές, πρέπει να ακούσουμε το λόγο αυτών που απείχαν. Τότε θα δούμε ότι, για αρκετούς, η επιλογή της αποχής δηλώνει τη βαθιά απέχθειά τους για το σάπιο πολιτικό σύστημα. Στα μάτια πολλών ‘όλοι είναι για τη μάσα’. Έτσι κυρίως αισθάνεται ο απλός ψηφοφόρος. Μπορεί κάποιος πολιτικός να συμβολίσει εμπράκτως μια διαφορετική αντίληψη για την πολιτική; Το βάρος της απόδειξης ανήκει στον πολιτικό-ηγέτη, όχι στον πολίτη.

Ο ηγέτης συμβολίζει συμπεριφορές• οι πολίτες μιμούνται τους άρχοντες. Όταν τον τόνο στους άρχοντες τον δίνουν οι καιροσκόποι, οι ανίκανοι, οι διαπλεκόμενοι ή οι διεφθαρμένοι, τότε μην αναμένετε από τον πολίτη να αισθανθεί ότι υπερήφανα μετέχει σε μια μυθική Αθηναϊκή δημοκρατία. Ο πολίτης εύλογα αποσύρεται στην ιδιωτική του σφαίρα, από την οποία εξέρχεται μόνο όταν ένας χαρισματικός πολιτικός τύπου Ομπάμα τον πείσει ότι μπορεί να ελπίζει• ότι στη δημόσια σφαίρα αξίζει να μετέχει όχι για να τιμήσει την αφηρημένη ιδιότητα του πολίτη, αλλά γιατί η ζωή του μπορεί να γίνει καλύτερη με τη δική του συμμετοχή. Στην Ελλάδα οι πολιτικοί σκότωσαν την ελπίδα και τώρα μας επιπλήττουν για την απελπισία μας!

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Το φάρμακο, το πάπλωμα και τα αυτονόητα



Στην πρόσφατη επίσκεψή του στη Φινλανδία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ.Κάρολος Παπούλιας προέτρεψε τους παράγοντες του ελλαδικού δημόσιου βίου να «ακολουθήσου[ν] τη συνταγή και το φάρμακο της Φινλανδίας». Ποιό είναι αυτό; «[...] η πολιτική τάξη να είναι εξαιρετικά διαφανής. Ο καθένας να απλώνει τα πόδια όσο το πάπλωμά του επιτρέπει».

Ενδιαφέρουσα η δήλωση του προέδρου, ευπρόσδεκτη η συμβουλή του, αλλά δεν είναι αυτό που λείπει από το δημόσιο βίο. Αυτό που πραγματικά λείπει είναι η αυθεντικότητα εκ μέρους των πολιτικών ηγετών, η διάθεση να ξεφύγουν από τετριμμένες γενικολογίες, η κοπιώδης προσπάθεια να αρθρώσουν νεοτερικό πολιτικό λόγο και, κυρίως, να συστοιχήσουν τη συμπεριφορά τους με τα λόγια τους. Οι υψηλές όμως αυτές στοχεύσεις είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο να υλοποιηθούν - η υποκρισία είναι απαπόσπαστο μέρος της πολιτικής ζωής.

Οι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι να φαίνονται ότι μεριμνούν για το δημόσιο συμφέρον και τον ενάρετο δημόσιο βίο. Ο ρόλος τους τους επιβάλλει να διατηρούν την ψευδαίσθηση στο κοινωνικό σώμα ότι «υπηρετούν την πατρίδα», ότι είναι «υπεύθυνοι», ότι «προτιμούν να είναι χρήσιμοι παρά αρεστοί», έστω κι αν, σε μια θεσμικά υπανάπτυκτη πολιτική ζωή, αυτό που κυρίως τους ενδιαφέρει είναι η ξεδιάντροπη προαγωγή του κομματικού (και όχι σπάνια του προσωπικού) συμφέροντος. Ακόμα κι ένας κατ’ εξοχήν λαϊκιστής πολιτικός, όπως ο σημερινός πρωθυπουργός, κατασκευάζει εσχάτως την εικόνα του «υπεύθυνου» πολιτικού, τη στιγμή που ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε αναγάγει τη δημαγωγία σε τέχνη και την ανεύθυνη διαμαρτυρία σε φυσικό φαινόμενο.

Στα θεατρικά του έργα ο Χένρικ Ιμπσεν αναφέρεται συχνά στη δυναμική της υποκρισίας που αναπόφευκτα χαρακτηρίζει τους κοινωνικούς θεσμούς. Οι χαρακτήρες του ωθούνται να αποκρύπτουν τις παρεκτροπές τους από τα κοινωνικά ιδεώδη, να ψεύδονται, να υποκρίνονται. Στο έργο «Τζον Γκάμπριελ Μπόρκμαν», ο επώνυμος ήρωας παρατηρεί ότι η βάση της φιλίας είναι συχνά η «αμοιβαία εξαπάτηση». Στις «Κολώνες της Κοινωνίας» ο Κάρστεν Μπέρνικ περιγράφει την επίγνωσή του ότι ο σεβασμός με τον οποίο τον περιβάλλει η κοινωνία στηρίζεται στην ικανότητά του να συντηρεί την ψευδαίσθηση της αρετής. Η υποκρισία είναι, σε κάποιο βαθμό, αναπόφευκτο παρακολούθημα της εμμονής στην ενάρετη συμπεριφορά. Η κυβέρνηση Καραμανλή Β’ πιθανότατα δεν το είχε προβλέψει αυτό όταν αρχικά διετύπωνε το δόγμα «σεμνά και ταπεινά», αλλά είχε όλο το χρόνο να το εμπεδώσει.

Η υποκρισία μειώνεται στο μέτρο που υπάρχει διαφάνεια. Αν και η διαφάνεια δημιουργεί άλλου είδους προβλήματα (π.χ. κομφορμισμό, διστακτικότητα), βοηθά εν τούτοις να μειώνεται η απόσταση διακηρύξεων και συμπεριφορών. Οταν ξέρεις ότι οι άλλοι θα ελέγξουν το εμπειρικό αντίκρυσμα των λόγων σου, γίνεσαι πιο προσεκτικός. Είτε καθιστάς λιγότερο υψιπετείς τις διακηρύξεις σου, είτε εκλεπτύνεις τις πράξεις σου• είτε χαμηλώνεις το λόγο σου, είτε ανεβάζεις τον πήχυ της συμπεριφοράς σου.
Ακόμα και η διαφάνεια όμως δεν είναι αρκετή, παρά μόνον όταν συντελεί στη θεσμοποίηση κοινωνικά αυτονόητων συμπεριφορών. Προσέξτε πόσο διεισδυτικά το θέτει η πρόεδρος της Φινλανδίας κυρία Τάρια Χάλονεν: «[η ΕΕ] πρέπει να είναι πολύ ξεκάθαρη και σκληρή στα θέματα γραφειοκρατίας και καλής διακυβέρνησης. Αρα, το φάρμακο που προτείνω, το φάρμακο της Φινλανδίας, είναι η διαφάνεια σε τέτοιο βαθμό ώστε κανείς να μην μπορεί, ουσιαστικά να μην τολμάει, να κάνει κάτι που δεν είναι σωστό». Η κυρία Χάλονεν δεν μας λέει απλώς πόσο καλή είναι η διαφάνεια για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα και περιγράφει τη συνέπεια της διαφάνειας: ωθούμενα να ευθυγραμμίσουν τη συμπεριφορά τους με τα ιδεώδη που πρεσβεύουν, τα άτομα τείνουν να εσωτερικεύουν κανόνες συμπεριφοράς έτσι ώστε να μην διανοούνται ότι θα μπορούσαν να κάνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που θεωρείται «σωστό».

Εικάζω ότι αυτός ο συλλογισμός διαφεύγει των ψυχο-διανοητικών δυνατοτήτων των κκ.Παυλίδη, Βουλγαράκη, Μαγγίνα, Γ.Κεφαλογιάννη, Τσουκάτου και πολλών άλλων, αλλά δεν χάνει γι αυτό την αξία του. Δεν λείπουν άλλωστε τα «αυτονόητα» στην Ελλάδα. Η υποταγή στον αρχηγό, ο εμετικός λαϊκισμός, τα «δωράκια» από τη Ζίμενς η κληρονομικότητα στην πολιτική διαδοχή, τα ρουσφέτια στο πόπολο, η ατιμωρησία, και τόσα θλιβερά άλλα, είναι τα δικά μας αυτονόητα. Κάθε χώρα κατασκευάζει τα «αυτονόητα» που επιλέγει. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα είναι πρώτη στη διαφθορά, η Φινλανδία τελευταία («Καθημερινή», 9/5/2009). Κατανοητό, ευεξήγητο, αυτόνητο.

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Οι άρχοντες της παρακμής



Αν ήμουν ανώτερο κομματικό στέλεχος και αναζητούσα «χορηγίες», υποψιάζομαι ότι θα μπορούσα να βασισθώ στη σχετική γνώση του εντιμότατου κ.Τσουκάτου. Αν ήμουν υπουργός και ήθελα το «κατιτίς» μου για τις πολύτιμες υπηρεσίες που αφειδώς προσφέρω στη χώρα, «καλλιεργητές του πολιτικού τοπίου» σαν τον εϋυπόληπτο κ.Χριστοφοράκο ίσως να ήταν καλές γνωριμίες. Αν έψαχνα να αγοράσω τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό με πιστωτικά τιμολόγια από τη «Ζίμενς», έχω την εντύπωση ότι ο κ.Κυριάκος Μητσοτάκης θα είχε την καλοσύνη να μου εξηγήσει τη διαδικασία. Αν πάλι, ως καλός οικογενιάρχης, αναζητούσα τρόπους να αποφύγω την πληρωμή φόρων για την ακίνητη περιουσία μου, εικάζω ότι θα μπορούσα βασίμως να απευθυνθώ στον δόκτορα Βουλαγαράκη. Οι πολιτικοί μας διαθέτουν πολύτιμη τεχνογνωσία, δίχως την οποία ακόμα και η απλή επιβίωση στη σημερινή Ελλάδα (συγγνώμη, πήγα να πω στη χώρα του Πούτιν) είναι προβληματική.

Αν και γνωρίζω που μπορώ να απευθυνθώ για βοήθεια σε επιμέρους θέματα, ομολογώ ότι, ευτυχώς για την ψυχική μου υγεία, δεν ξέρω καλά «πως» λειτουργεί συνολικά το πολιτικό μας σύστημα. Ξέρω όμως κάποιον που ξέρει. Στο βιβλίο του «Οι Αρχοντες της Παρακμής» (Εξάντας, 2008) ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Ι. Αγγελόπουλος περιγράφει με εντυπωσιακή διαύγεια, αφηγηματικότητα, και πολιτική οξυδέρκεια τη συγκρότηση ενός βαθιά ανίκανου και εντυπωσιακά διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος που λειτουργεί τα τελευταία 35 χρόνια. Διαβάζοντάς το, καταλαβαίνει κανείς γιατί η Ελλάδα δεν μπορούσε παρά να περιέλθει στη σημερινή κατάσταση της απίστευτης και γενικευμένης παρακμής• ακόμη χειρότερα, γιατί είναι απίθανο να βγει από αυτή, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Ο Αγγελόπουλος αφενός μεν περιγράφει με δημοσιογραφική γλαφυρότητα περιστατικά που συνθέτουν το μωσαϊκό της αθλιότητας του ελλαδικού δημόσιου βίου, αφετέρου δε το επιχείρημά του αναδεικνύει τη συστημικότητα του προβλήματος - εξού και οι τεράστιες δυσκολίες στην αντιμετώπισή του. Το πολιτικό μας σύστημα είναι πάνω απ’ όλα «σύστημα»: ένα πλέγμα αλληλοτροφοδοτούμενων «παικτών», το οποίο αποσκοπεί, όπως η κομμουνιστική νομενκλατούρα ή οι κλεπτοκρατικές ελιτ τριτοκοσμικών χωρών, στην με κάθε τρόπο οικειοποίηση των προσόδων που αποφέρει η νομή της εξουσίας.

Ποιοι είναι αυτοί οι «παίκτες»; Κυρίως οι εξής τρεις: κέντρα οικονομικής ισχύος του κρατικοδίαιτου ελλαδικού καπιταλισμού, διεφθαρμένοι υπάλληλοι-πολιτικοί, και διαμεσολαβητικοί επικοινωνιακοί δίαυλοι. Οι πρώτοι προωθούν ξεδιάντροπα τα οικονομικά συμφέροντά τους, προωθώντας, στηρίζοντας, και εκμαυλίζοντας τους ασπόνδυλους δεύτερους. Οι υπάλληλοι-πολιτικοί χρησιμοποιούν το κράτος σαν λάφυρο για την κομματική πελατεία τους και παρέχουν πλείστες πολιτικές διευκολύνσεις στους χρηματοδότες τους. Στη μιντιακή κοινωνία όμως το «σύστημα» έχει αυξημένες επικοινωνιακές ανάγκες, αφού οι συλλογικές και ατομικές ταυτότητες κατασκευάζονται κυρίως μιντιακά. Κατεθυνόμενοι δημοσιογράφοι, συγκροτήματα ΜΜΕ, θεσιθήρες πανεπιστημιακοί και πάσης φύσεως επικοινωνιακοί μεσολαβητές αναλαμβάνουν να κατασκευάσουν τις επιθυμητές εικόνες, τόσο για τους πολιτικούς όσο και για τους παραπολιτικούς χρηματοδότες τους.

Οι διαπλεκόμενοι Ελληνες ολιγάρχες έχουν το χρήμα και εκμαυλίζουν. Οι υπάλληλοι-πολιτικοί μεριμνούν κυρίως για τα ιδιοτελή συμφέροντά τους, μπλοκάροντας κάθε απόπειρα παραγωγής νέου πολιτικού λόγου• η αναπόφευκτη ανανέωση του πολιτικού προσωπικού γίνεται με «ασφαλή» πρόσωπα εμπιστοσύνης. Τα μιντιακά «παπαγαλάκια» ικανοποιούν τις φαντασιώσεις ισχύος που προσφέρει ο συναγελασμός με τους ισχυρούς και απολαμβάνουν τις διόλου ευκαταφρόνητες υλικές παροχές που προσφέρουν. Το «σύστημα» μπορεί να εμφανίζεται συμπαγές αλλά είναι εσωτερικά διαφοροποιημένο. Η όποια αλλαγή του πιθανότατα θα προέλθει από τις ρωγμές του. Κυρίως, όμως, το «σύστημα» διατηρεί την ευρωστία του, στο μέτρο που προσχωρούν στην πελατειακή λειτουργία του μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Η εξαχρείωση είναι γενικευμένη• δεν υπάρχουν αθώοι.

Τα στιγμιότυπα που γλαφυρά περιγράφει ο Αγγελόπουλος είναι οι πινελιές της συστημικής διαφθοράς. Αντιπρόσωπος εταιρίας οπλικών συστημάτων προσφέρει «δωράκια» σε δημοσιογράφο προκειμένου να μην ασχοληθεί με το θέμα των προμηθειών. Ισχυρός οικονομικός παράγοντας προτείνει σε νεαρό βουλευτή «να αναλάβει τα έξοδά του». Δύο πολιτικοί σχολιάζουν πόσο «κουτός» είναι ένας υπουργός και πως αυτή του η ιδιότητα ήταν η πιο σημαντική για την ανάδειξή του σε υπουργικό αξίωμα. Διπλωμάτης εκφράζει την απόγνωσή του για τη θλιβερή ανικανότητα των πολιτικών να διαχειριστούν μια μείζονα κρίση. Η χώρα είναι στο έλεος της τύχης και της θεσμοποιημένης ανικανότητας.

Οι άρχοντες της παρακμής είναι ισχυροί και τα συμφέροντά τους τεράστια. Το «σύστημα» έφθασε στα όριά του αλλά δείχνει να αντέχει. Το μόνο πλέον που μπορεί αξιόπιστα να παράγει είναι εντροπία – ανικανότητα, διαφθορά, ανομία, χρέη, φοροδιαφυγή, και μαύρη οικονομία. Ολα όμως κάποτε τελειώνουν. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι πότε και πως.