Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε κ.Σαμαρά;



«Νομίζω πως η ζωή είναι μία πολύ θλιβερή φάρσα. Γιατί έχουμε μέσα μας -χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε πως, γιατί κι από που- την ανάγκη να εξαπατούμε αδιάκοπα τον εαυτό μας, δημιουργώντας μία πραγματικότητα (μία για τον καθέναν και ποτέ την ίδια για όλους) που κάθε τόσο αποδεικνύεται ότι είναι μάταιη και φανταστική»
Λουίτζι Πιραντέλο, Πρόλογος, «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε»
Ένας τρόπος να λες ψέματα στον εαυτό σου και τους άλλους είναι να αναδιατυπώνεις δύσκολα ερωτήματα με τρόπο αυτοεξυπηρετικό• διευκολύνεσαι, έτσι, να δίνεις απαντήσεις που σε βολεύουν. Συνήθως, μάλιστα, επιλέγεις ένα ουδέτερο λεξιλόγιο, το οποίο σου επιτρέπει να αναπεριγράφεις ευφημιστικά τις πράξεις σου και να καθιστάς ευλογοφανείς τις επιλογές σου. Αν δεν σε ενδιαφέρει η αλήθεια, μεριμνάς μονίμως για την αληθοφάνεια, τις εντυπώσεις.
Για τον κ.Βουλγαράκη, λ.χ., σύγχρονο σύμβολο της ελλαδικής πολιτικής παρακμής, η ίδρυση κτηματομεσιτικών εταιριών, ενόσω ήταν βουλευτής, ήταν απλώς μια ιδιωτική φορολογική διευθέτηση, τίποτα άλλο. Το ερώτημα κατά πόσο ήταν νόμιμο κα ηθικό κάτι τέτοιο, μεταλλάχθηκε αυτοεξυπηρετικά στο ερώτημα ποιος είναι ο φορολογικά βέλτιστος τρόπος να μεταβιβάζει κανείς την ακίνητη περιουσία στα παιδιά του. Η αναδιατύπωση του ερωτήματος επιτρέπει την προσαρμογή του στις επιθυμίες του ερωτωμένου. Το αιχμηρό ερώτημα προκύπτει από τη λογική των επιμέρους θεσμών ή προγενέστερων επιλογών και, κατά τούτο, τίθεται με όρους ανεξάρτητους από τις επιθυμίες του απαντώντος• όταν μεταλλάσσεται, χάνει το «κεντρί» του, διατυπώνεται με όρους «φιλικούς» (συχνά εσκεμμένα ψευδοτεχνικούς) προς το εμπλεκόμενο άτομο.
Στην αυτοεξυπηρετική αναδιατύπωση του ερωτήματος αναφορικά με τη στάση του απέναντι στο πακέτο διάσωσης της χώρας προέβη και ο κ.Σαμαράς. Στην ομιλία του στον ΣΕΒ είπε: «Είπα «όχι» στα μέτρα που μας πρότειναν. […] Δεν μας ρώτησαν αν πρέπει να πάρουμε τη βοήθεια του μηχανισμού στήριξης. Εδώ που μας έφεραν δεν υπάρχει άλλη λύση […], δεν έχουμε άλλη επιλογή. Μας ρώτησαν αν εγκρίνουμε αυτά τα συγκεκριμένα μέτρα, αυτό το συγκεκριμένο μείγμα πολιτικής […] Κι αυτό ασφαλώς δεν μπορούσαμε να το εγκρίνουμε. Γιατί είναι επικίνδυνο μείγμα […]».
Ενδιαφέρων συλλογισμός. Γιατί; Διότι επιβεβαιώνει τη διαίσθηση ότι ο πολιτικαντισμός είναι ασύμβατος με τη Λογική. Αποκαλύπτει, επιπλέον, ότι, ακόμα κι όταν η χώρα κυριολεκτικά χρεοκοπεί, η κυρίαρχη αξία του πολιτικού συστήματος είναι ο ιδιοτελής καιροσκοπισμός. Πάνω απ’ όλα το κόμμα μου, η φιλοδοξία μου, η εξουσία.
Τι μας λέει ο κ.Σαμαράς; Πρώτον, ο μηχανισμός στήριξης είναι η μόνη μας επιλογή. Άρα, συνάγει ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος, πρέπει να υιοθετηθεί (αφού δεν υπάρχει άλλη). Μπορεί να είσαι δυσαρεστημένος με το μενού που έχεις μπροστά του, αλλά τα αισθήματά σου δεν θα προσθέσουν κι άλλα πιάτα στο τραπέζι. Δεύτερον, ο «μηχανισμός στήριξης» και τα «συγκεκριμένα μέτρα» που περιέχει δεν αποτελούν δύο διαφορετικά πράγματα (έτσι ώστε να μπορείς να επιλέξεις το ένα και να απορρίψεις το άλλο), αλλά, εν πολλοίς, ένα και το αυτό. Οι εταίροι μας συμφώνησαν να μας στηρίξουν υπό τον όρο ότι θα πάρουμε, σε γενικές γραμμές, το πακέτο μέτρων που μας πρότειναν. Αυτό το πακέτο είναι ο μηχανισμός στήριξης. Αν το δέχεσαι, οι τυχόν διαφωνίες σου είναι στα επιμέρους.
Μακάρι οι σοφιστείες του κ.Σαμαρά να σταματούσαν εδώ. Συνεχίζει: «Μας είπαν ότι δήθεν θέταμε σε κίνδυνο το μηχανισμό στήριξης. Τέτοιος κίνδυνος δεν υπήρχε κανένας, αφού η κυβέρνηση διέθετε άνετη πλειοψηφία να περάσει τα μέτρα της. Κι αφού, όπως αποδείχθηκε, οι Ευρωπαίοι είχαν διαισθανθεί πλέον τη μεγάλη ανάγκη να αποτρέψουν χρεοκοπία της Ελλάδα […]». Εντυπωσιάζει η ωμή αποποίηση ευθυνών. Είναι σα να βλέπεις ένα παιδί να κακοποιείται στο δρόμο κι εσύ να λες, «μα θα έρθει η αστυνομία• θα επέμβουν οι γείτονες». Το θέμα δεν είναι τι θα κάνουν οι άλλοι, αλλά τι κάνεις εσύ• δεν έχει σημασία αν η κυβέρνηση διαθέτει άνετη πλειοψηφία, αλλά εσύ τι λες. Σε στείλαμε εκεί για να παίρνεις έλλογη θέση με την ψήφο σου, να αναλαμβάνεις δημοσίως την ευθύνη των απόψεών σου, όχι να ενεργείς τακτικιστικά σαν ταβλαδόρος. Η Πολιτική είναι πρωτίστως μετοχή στον «κοινό Λόγο» και μετά στρατηγικό παίγνιο.
Ο κ.Σαμαράς προεξοφλεί την αποτυχία του πακέτου διάσωσης και γι αυτό σκέφτεται παιγνιοθεωρητικά. Ότι αυτή η στάση του μετατρέπεται σε αυτο-εκπληρούμενη προφητεία (αφού εκλαμβάνεται από τις διεθνείς αγορές ως ασθενής πολιτική υποστήριξη του πακέτου, ενισχύοντας έτσι την εικαζόμενη πιθανότητα αποτυχίας του), ουδόλως τον ενδιαφέρει. Οι πολιτικάντηδες, άλλωστε δεν είναι statesmen, νοιάζονται μόνο για την πάρτη τους.
Η πατρίδα για τον κ.Σαμαρά είναι κενή ρητορική, αυτοεξυπηρετικά κατασκευασμένο ιδεολόγημα, positioning move στην πολιτική αγορά. Γι αυτό και η κύρια μέριμνά του δεν είναι να ασκεί κριτική για την επιτυχία της εφαρμογής του πακέτου διάσωσης (θα είχε άφθονες ευκαιρίες για κάτι τέτοιο), αλλά να μεριμνά ιδιοτελώς για την επόμενη μέρα: «σε τέτοιες συνθήκες η χώρα χρειάζεται μια αξιόπιστη αντιπολίτευση. Οι αντιδράσεις που προκαλεί η σημερινή αδιέξοδη πολιτική [του ΠΑΣΟΚ] επιβάλλουν μια αντιπολίτευση που δεν θα ταυτιστεί μαζί του». Προσέξτε: η χώρα χρεοκοπεί και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης προτάσσει ως κύρια έγνοια του να μην ταυτιστεί με τον αντίπαλό του! Τέτοιες ώρες, για τη χώρα θα νοιαζόμαστε; Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!
Εκτός από σοφιστής είναι και φαρισαίος. «Τέτοιες ασυνήθιστες εποχές δεν αντέχουν πολιτικές αντιδράσεις ρουτίνας», είπε ο πρώην «μακεδονομάχος». Πόσο υποκριτικό! Η αντίδρασή του δεν θα μπορούσε να είναι πιο κλασικά ελλαδική: πολωτική, καιροσκοπική, ιδιοτελής• διαφωνεί για να κεφαλαιοποιήσει την αναπόφευκτη λαϊκή δυσαρέσκεια• προτάσσει το ίδιον από το κοινό συμφέρον. Αντί να συμβάλλει στη δημιουργία ενός νέου πολιτικού «παιχνιδιού», παίζει άνετα στο παλαιό. Γνήσιο τέκνο του ελλαδικού παλαιοκομματισμού, είναι το μόνο παιχνίδι που έμαθε στη ζωή του.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

«Δεν μπορώ να σας κοιτάξω στα μάτια…»



«Να τα πάρουν από κείνους που κλέψανε, εγώ τι φταίω», είπε βαρύθυμα ο Κυριάκος, καθώς πλήρωνα το λογαριασμό. Δεν μού έδωσε απόδειξη, έπρεπε να τη ζητήσω. Αυτό έκανε πάντοτε. Η ψαροταβέρνα του είναι πάνω στο κύμα, κυριολεκτικά. Φυσικά, παράνομη. Δεν ξέρω αν καταλάβαινε την παραδοξότητα του σχολίου του, υποψιάζομαι πως όχι: ο φοροκλέπτης ήθελε να πληρώσουν οι κλέφτες – οι άλλοι!
Δεν είναι ο μόνος. Ο εθνικός μας γελωτοποιός, έχοντας αποφύγει παράνομα τη στρατιωτική του θητεία, παραδίδει μαθήματα γκλαμουράτου αριστερού λαϊκισμού στους εγχώριους πληβείους, κάθε Τρίτη βράδυ: «να πληρώσουν αυτοί που κλέψανε».  Ο «υπέροχος λαός», όπως τον χαρακτήρισε ο φιλέλληνας πρωθυπουργός μας, δεν φταίει σε τίποτε. Ποιοι είναι οι άλλοι; Το «διεθνές κερδοσκοπικό κεφάλαιο» (εβραϊκό φυσικά)· οι απόγονοι των Ναζί· οι εγχώριοι «δωσίλογοι» και «γερμανοτσολιάδες»· τα «λαμόγια» που κυβερνούν. Ένα είναι βέβαιο: οι άλλοι φταίνε, οι «μεγάλοι».
Ουδόλως εκπλήσσει ότι το λαϊκ(ιστικ)ό αρχέτυπο απόδοσης ευθυνών συμμερίζονται και οι «μεγάλοι», αντεστραμμένο φυσικά. Ο θυματοποιημένος λαός μέμφεται τους ανεπαρκείς ηγέτες του και αντιστρόφως, σε έναν ατέλειωτο φαύλο κύκλο-εμβληματικό γνώρισμα παθολογικής λειτουργίας ενός κοινωνικού συστήματος. «Οι υπουργοί Οικονομικών είναι οι τελευταίοι που πρέπει να κατηγορηθούν, διότι πιέζονται από συναδέλφους τους υπουργούς και την κοινωνία γενικά», είπε ο αρχιτέκτονας της οικονομικής καταστροφής κ.Αλογοσκούφης σε ομιλία του στο LSE, αποσπώντας, επιτέλους, τη χλεύη του ακροατηρίου. Ο δε πρώην πρωθυπουργός Καραμανλής Β΄, ο Ελάχιστος, όταν βρει λίγο χρόνο μεταξύ των θαλασσινών μπάνιων του και των εξόδων του σε μπαρ να αναστοχαστεί την αθλιότητα της διακυβέρνησής του, καταλήγει πάντα στο ίδιο αυτοεξυπηρετικό συμπέρασμα: «Με εμπόδισε η ισοπεδωτική αντίδραση των βολεμένων του συστήματος» («Βήμα», 2/5/2010). Προσέξτε: ο λαός φταίει· άξιζα έναν καλύτερο λαό!
Ευτυχώς δεν είμαστε όλοι παχύδερμα. Για αρκετούς η κρίση λειτουργεί ως υπαρξιακή αγωνία. «Είναι δικό μας το πρόβλημα», λέει ο κ.Παύλος Κοπτίδης, υπάλληλος σε γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων (International Herald Tribune, 30/4, 2010). «Δεν είναι λάθος της Γερμανίας ή της Ευρώπης. Εμείς το κάναμε αυτό στον εαυτό μας» (ο.π.). «Θα πρέπει να μάθουμε να πληρώνουμε φόρους μας», παρατηρεί ο κ.Κώστας Παπαδάκης, πιλότος (ο.π.). «Πρέπει να αναπτύξουμε συνείδηση ως κοινότητα, να δούμε τον εαυτό μας ως συλλογική κοινωνία», σχολιάζει ο κ.Πέτρος Αναγνώστου, βιβλιοπώλης (ο.π.). Στοχαστικές κουβέντες. Ασυνήθιστες εμπειρίες, όπως η καθολική όσο και δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου και, πιθανώς, η επίσημη οικονομική χρεοκοπία αύριο, λειτουργούν απο-καλυπτικά: η θεσμική σταθερότητα διασαλεύεται· οι ανεπίσημες πρακτικές που διασφάλιζαν την απρόσκοπτη καθημερινότητα αποσταθεροποιούνται· ό,τι θεωρούσαμε αυτονόητο αμφισβητείται. Αίφνης, η ζωή χρειάζεται ανα-νοηματοδότηση. «Το θέμα είναι τώρα τι λες», όπως γράφει ο ποιητής.
Η υπαρξιακή αγωνία είναι μια εμπειρία σύγχυσης: αισθάνεσαι άστεγος, αποξενωμένος, ταραγμένος. Συγχρόνως, αποκτάς επίγνωση της υπαρκτικότητάς σου, την οποία θεωρούσες δεδομένη, απορροφημένος καθώς ήσουν στις ρουτινώδεις δραστηριότητές σου. Ξαφνικά, απωθημένες ή νέες ερωτήσεις τίθενται: Πως πρέπει να ζω; Γιατί ζω έτσι; Τι νόημα έχουν όλα αυτά; Η υπαρξιακή αγωνία σου δίνει τη δυνατότητα να επανοικειωθείς την ύπαρξή σου, να τη νοηματοδοτήσεις με διαύγεια, να ζήσεις μια πιο αυθεντική ζωή.
Ζούμε τη ζωή μας διαθλασμένη μέσα από τις απαιτήσεις και προσδοκίες των άλλων – είναι το τίμημα που καταβάλλουμε για τη μετοχή μας στον κοινό βίο. Όπως δείχνει η τέχνη και η επιστήμη, προσεγγίζουμε την αυθεντικότητα όταν ακολουθούμε με διαύγεια και αποφασιστικότητα μια δυνατότητα που διανοίγεται στην παράδοσή μας. Ο άνθρωπος είναι «πάντοτε μόνο αυτό που επέλεξε να είναι», παρατηρεί ο Χάιντεγκερ. Η αγωνία που επιφέρει μια κρίση, όταν αφεθούμε να τη βιώσουμε ως τέτοια, απο-καλύπτει τις επιλογές που έχουμε ήδη κάνει και μας θυμίζει την ενδεχομενική φύση αυτών των επιλογών – άρα των διαφορετικών επιλογών που θα μπορούσαμε εφεξής να κάνουμε.     
Η βιωματική γλώσσα της προσωπικής ευθύνης είναι μια χαμένη γλώσσα στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Αναζητούμε διαρκώς προσχήματα προκειμένου να απωθούμε τα υπαρξιακά ερωτήματα που θέτουν οι αστοχίες μας· πασχίζουμε να μη βιώσουμε την αγωνία. Οι περισσότεροι αντιδρούμε όπως οι κάτοικοι της Λήμνου τον Ιούνιο 2009, οι οποίοι προπηλάκισαν και τελικά έδιωξαν κλοτσηδόν κλιμάκιο του ΣΔΟΕ όταν αυτό επιχείρησε να κάνει φορολογικούς ελέγχους στα καταστήματά τους («Ελευθεροτυπία», 26/6/2009). «Από μας βρήκατε να αρχίσετε;» είναι η μόνιμη επωδός ουκ ολίγων ελεγχομένων πολιτών. «Να αρχίσετε από τους μεγάλους» - τους άλλους. Και όταν οι «μεγάλοι», όπως ο Καρβέλας, ο Κεφαλογιάννης, ο Βουλγαράκης, ο Αλογοσκούφης, κι ο Κοντομηνάς ελέγχονται, μεταθέτουν κι αυτοί με τη σειρά τους την ευθύνη σε «σκοπιμότητες» των αντιπάλων τους. Φταίω; Εγώ;  
Ναι δεν έχουμε όλοι τις ίδιες ευθύνες. Η γλώσσα της ευθύνης, όμως, είναι πρωτίστως ηθική, και μετά όλα τα άλλα (πολιτική, νομική, διοικητική). Όταν ο φοροφυγάς ταβερνιάρης, ο αυθαίρετος οικιστής, ο διεφθαρμένος επιχειρηματίας, ο Αλογοσκούφης, ο Καραμανλής, και οι λοιποί πολιτικάντηδες αποποιούνται τις επιμέρους ευθύνες τους, απωθούν τη δυνατότητα να ξαναδούν το ρόλο τους διαφορετικά, να σχετιστούν με τον εαυτό τους και τους άλλους πιο αυθεντικά. Αρνούνται να βιώσουν την αγωνία, για να μη χρειαστεί να αλλάξουν. Γι αυτό τα λόγια τους είναι τόσο υποκριτικά, κίβδηλα, και ανέμπνευστα.
Αν είχαν την απαιτούμενη αυθεντικότητα, αυτή που παράγεται από τη βίωση της αγωνίας, θα έλεγαν αυτό που τόσο αξιοθαύμαστα είπε ο 28χρονος Παναγιώτης Διώτης στο σημείωμα που άφησε, πριν την απόπειρα αυτοκτονίας του, όταν αποκαλύφθηκε ότι δεν είχε πάρει το πτυχίο της Νομικής, παραπλανώντας τόσο τους γονείς του όσο και τον υπουργό Δημόσια Τάξης που τον είχε προσλάβει ως σύμβουλο:  «Δεν μπορώ να σας κοιτάξω στα μάτια. […] Πρέπει να τιμωρηθώ για τα λάθη που έχω κάνει….» («Βήμα», 20/12/2009). Ξέρετε πολλούς πολιτικούς που θα βίωναν την αγωνία του Παναγιώτη;  

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Άλογη ή έλλογη οργή;


Ο φαύλος κύκλος στενεύει, μας πνίγει. Η αίσθηση του αδιεξόδου μας πανικοβάλλει. Ενεργούμε τυφλά, σπασμωδικά, αντι-δραστικά. Η λογική λέει πως όταν είσαι στριμωγμένος στη γωνία, προσπαθείς να ξεφύγεις, δεν στρέφεσαι εναντίον του εαυτού σου.

Η διεθνής κοινότητα μας δανείζει για να βγούμε από τη γωνία, να πάρουμε μια ανάσα, να ανασυγκροτηθούμε. Η αποπληρωμή των δανείων είναι επαχθής, συνεπάγεται θυσίες, αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση. Χρεοκοπία ή λιτότητα; Αυτό είναι το μόνο δίλημμα σήμερα, ο πρωθυπουργός έχει δίκιο. Το δίλημμα δεν μας αρέσει, αλλά σπάνια επιλέγουμε τα διλήμματά μας. Αν είμαστε σώφρονες, επιλέγουμε τι διλήμματα θέλουμε να αποφύγουμε. Δεν υπήρξαμε σώφρονες.

Δεν έχει σημασία τώρα σε ποιο βαθμό συνεισέφερε ο καθένας στη σημερινή οικονομική αθλιότητα της χώρας. Όσοι διαμαρτύρονται «να πληρώσουν τα λαμόγια» κι «αυτοί που δημιούργησαν την κρίση» προδίδουν αφέλεια. Όχι μόνο γιατί όλοι ποικιλοτρόπως δημιουργήσαμε την κρίση (τι άλλο δείχνουν η μαζική φοροδιαφυγή και η εκτεταμένη διαφθορά;), αλλά γιατί είναι αδύνατον να μετρηθεί η ατομική συνεισφορά τους καθενός στην αποτυχία (ή την επιτυχία). Οι κοινωνικές αστοχίες (όπως και τα επιτεύγματα) είναι συλλογικά αποτελέσματα. Τα άτομα αλληλεπιδρούν.

Μαζί με τα ξερά καίγονται δυστυχώς και τα χλωρά. Η κοινωνία είναι εγγενώς αδιαφανής. Μπορεί να μην καπνίζεις αλλά με τους φόρους σου συνεισφέρεις στη θεραπεία των ασθενών με νοσήματα που προέρχονται από το κάπνισμα. Η ζωή μου εξαρτάται από τη ζωή σου. Οι φόροι σου χρηματοδοτούν τις επιλογές μου. Η φοροδιαφυγή μου επηρεάζει τη ζωή σου. Η παρακμή μας καθηλώνει όλους. Οι περικοπές αφορούν όλους - αναγκαστικά.

Η λογική συνιστά συλλογική αυτοσυντήρηση, ορθολογισμό, ψυχραιμία, γενναιότητα. Ο θυμός για την οικονομική κατάντια, τη διάχυτη φαυλότητα και την εθνική ταπείνωση μας ωθεί, αντιθέτως, στην τυφλή-ιδιοτελή αντίδραση. Παραβαίνουμε το νόμο, απαξιώνουμε τα πάντα, διαιωνίζουμε τον φαύλο κύκλο. Ο ορίζοντας συρρικνώνεται, χάνουμε την αίσθηση του συλλογικού συμφέροντος, το πουλόβερ ξηλώνεται. Λεηλατούμε τα κοινά• αυτοκαταστρεφόμαστε αλλά δεν το καταλαβαίνουμε. Όταν το συνειδητοποιούμε, οργιζόμαστε ακόμη περισσότερο• είναι όμως αργά. Θέλουμε να καταστρέψουμε ό,τι συμβολίζει τη χώρα γιατί μισούμε τον εαυτό μας. Βιώνουμε την αναξιοπρέπεια και την αυτο-απαξίωση• τις επιστρέφουμε ως αυτοκαταστροφή.

Έχουμε κάθε λόγο να είμαστε οργισμένοι - πολύ. Εκλέγουμε, συνήθως, ανίκανους, ανεπαρκείς και συχνά διεφθαρμένους να μας κυβερνήσουν. Και φυσικά μας κυβερνούν με τον τρόπο που ξέρουν – με ανικανότητα, φαυλότητα, και ιδιοτέλεια. Εμείς όμως τους εκλέγουμε. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο δεν μπορείς να μεμφθείς κάποιον τρίτο.

Η οργή χρειάζεται έλλογη επεξεργασία, διαφορετικά διαλύει το φορέα της. Χρειαζόμαστε ηγέτες να τη μετασχηματίσουν, όπως ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, ο Λεχ Βαλέσα, και ο Βάτσλαβ Χάβελ μορφοποίησαν έλλογα την οργή των λαών τους. Δεν έχουμε δυστυχώς τέτοιους ηγέτες, κάτι που μας εξοργίζει ακόμη περισσότερο.

Φλυαρούν περί «υπευθυνότητας» οι πολιτικάντηδες, ακριβώς για να μη χρειαστεί να την ασκήσουν. Οι πραγματικοί ηγέτες παίρνουν ρίσκα, ενεργούν αντισυμβατικά, ξεφεύγουν από την πεπατημένη. Αν ο Σαμαράς ήταν υπεύθυνος πολιτικός θα υπερψήφιζε το πρόγραμμα διάσωσης της χώρας. Αν ο Παπανδρέου ήταν διορατικός θα δημιουργούσε κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. Αν η Παπαρρήγα νοιαζόταν για τους εργαζόμενους θα διαπραγματευόταν τη συναίνεσή της. Τίποτε από όλα αυτά.

Έχουμε πυγμαίους πολιτικούς, κατώτερους των περιστάσεων, αντάξιους όμως του αναστήματός μας. Έχουμε εθιστεί στην περιφρόνηση του νόμου και τη λεηλασία των κοινών. Ο υπερτροφικός ναρκισσισμός μας, θρεμμένος από τον εμετικό λαϊκισμό των πολιτικάντηδων, δεν γνωρίζει περιορισμούς, νόμους, δεσμεύσεις. Δεν σεβόμαστε τους κανόνες του παιχνιδιού γιατί το θεωρούμε στημένο. Αυτοεκπληρούμενη προφητεία, φυσικά.

Το έχω ξαναγράψει: το ελλαδικό δράμα ζητά αίμα για να επέλθει η κάθαρση. Χθες ήταν ο έφηβος Γρηγορόπουλος, σήμερα οι τρεις εργαζόμενοι της Μαρφίν, αύριο πιθανώς ένας πρύτανης ή ένας υπουργός. Θα ζήσουμε την τραγωδία μέχρι τέλους. Εκτός… εκτός αν η θέα της αβύσσου μας τρομάξει.