Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

War Cabinet;



Η οδυνηρή προσπάθεια της χώρας να πετύχει τη δημοσιονομική προσαρμογή περιγράφεται συχνά με οιονεί πολεμικούς όρους. Ο πλέον χαρισματικός δημαγωγός των τελευταίων πενήντα ετών, γεννήτωρ του σημερινού πρωθυπουργού, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αρέσκονταν να παρατηρεί: «Ή θα αφανίσουμε το δημόσιο χρέος ή το χρέος θα αφανίσει τη χώρα». Ο ίδιος δεν πρόλαβε να το δει, αλλά το αποτέλεσμα της πρόγνωσης το μάθαμε! Την πατρογονική ρήση επανέλαβε πέρυσι τον Οκτώβριο ο πρωθυπουργός, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, περιγράφοντας την κατάσταση στην οικονομία «εκρηκτική», τη χώρα σε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», ενώ κήρυξε «τον πόλεμο» στο χρέος και τη σπατάλη.
Η αναλογία του πολέμου είναι, εν προκειμένω, κατ΄ αρχήν εύστοχη: υπογραμμίζει τη δραματικότητα των στιγμών που περνάμε ως οργανωμένη και κυρίαρχη κοινωνία. Κινητοποιεί επιπλέον το ένστικτο επιβίωσης των πολιτών και των οικονομικών δρώντων. Οι πολεμικές αναλογίες όμως χρειάζονται περαιτέρω ρητορική επεξεργασία και, κυρίως, ευθυγράμμιση με δραματικές πράξεις - αντισυμβατικές και ρηξικέλευθες τομές στον τρόπο διακυβέρνησης. 

Στον πόλεμο δεν μάχεται κανείς απλώς τον αντίπαλο, αλλά υπερασπίζεται αξίες. Αναγνωρίζει ότι πρέπει να κινητοποιήσει όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις για τη νίκη, υπερβαίνοντας επιμεριστικές αντιλήψεις που μειώνουν την καθολικότητα της προσπάθειας. Ο ηγέτης πρέπει να έχει διαμορφώσει ξεκάθαρη και συνεπή στρατηγική, ικανή να καταστεί σημείο αναφοράς, έμπνευσης και αυτοπειθαρχίας. Ο πόλεμος συγκεντρώνει το μυαλό, ξεκαθαρίζει προτεραιότητες, αλλάζει παραδεδομένες συνήθειες – έτσι θάπρεπε, τουλάχιστον.
Αν ο πρωθυπουργός μας έπαιρνε την αναλογία του πολέμου στα σοβαρά, το πρώτο πράγμα για το οποίο θα μεριμνούσε θα ήταν η δημιουργία ενός διακομματικού οιονεί War Cabinet. Έκτακτες συνθήκες, απαιτούν έκτακτες κυβερνήσεις. Ο συμβολισμός της ενότητας θα ήταν συναρπαστικός· ο αυτιστικός κομματισμός θα κλονίζονταν. Αλλά κι αν ακόμα αυτή η πρόσκλησή του δεν γίνονταν αποδεκτή, αφενός μεν θα ενίσχυε το συμβολικό κεφάλαιό του ως του ηγέτη που αντιμάχεται εμπράκτως την παθολογία της ελλαδικής πολιτικής ζωής (την κομματοκρατία), αφετέρου δε, εναλλακτικά, θα μπορούσε να κινητοποιήσει ανθρώπους εγνωσμένης πολιτικής βαρύτητας και αποτελεσματικότητας, οι οποίοι θα διεύρυναν το πολιτικό προφίλ της κυβέρνησής του: ποιος σοβαρός πρωθυπουργός δεν θάθελε να έχει υπουργούς τον Αλέκο Παπαδόπουλο, το Στέφανο Μάνο, και το Σταύρο Δήμα (πριν ακόμα τον στρατολογήσει, και πιθανότατα αχρηστέψει, ο κ.Σαμαράς); Κάτι τέτοιο όμως θα απαιτούσε πολιτικό ένστικτο, αυτοπεποίθηση κι ένα ριψοκίνδυνο άνοιγμα. Αυτά τα γνωρίσματα δεν είναι τα κύρια πλεονεκτήματα του κ.Παπανδρέου.

Ο πρωθυπουργός δεν είναι συνεπής με τη ρητορική του: μιλά για «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» αλλά κυβερνά με το παραδεδομένο μοντέλο διακυβέρνησης των τελευταίων τριών δεκαετιών: χαοτικά εναλλασσόμενους συμβούλους και συνεργάτες, πληθώρα διαγκωνιζόμενων για αλληλεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες υπουργούς, και παλαιοκομματικό πολιτικό προσωπικό σε κρίσιμες θέσεις. 

Μεταρρυθμιστές όπως οι Παπακωνσταντίνου, Ραγκούσης και Χρυσοχοϊδης συνυπάρχουν με εμβληματικούς εκπροσώπους της αυτιστικής νομενκλατούρας, όπως οι Παπουτσής και Γεννηματά. Πολιτικές μετριότητες των οποίων κύριο προσόν είναι το επώνυμο, η προσκόλληση στη ιδρυτική δυναστεία, η θητεία στην κομματική επετηρίδα ή η περιφρόνηση των θεσμών που τώρα καλούνται να διαχειριστούν, δεν διαμόρφωσαν νοοτροπία κυβερνήτη ούτε μπορούν να εμπνεύσουν ή να συμβολίσουν το νέο ήθος που έχουμε ανάγκη. Αποτέλεσμα; Αντί για στρατηγική διαύγεια, η (ανασχηματισμένη) κυβέρνηση Παπανδρέου παράγει δυσλειτουργική ετερογλωσσία, η οποία επιτείνεται από την αποστασιοποιημένο ύφος ηγεσίας του συχνά απουσιάζοντος πρωθυπουργού.
Σε κάποιο βαθμό, βέβαια, η ενδοκυβερνητική ετερογλωσσία είναι αναπόφευκτη. Καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όμως, είναι διαφορετικές. Το υψηλό διακύβευμα επιβάλλει τη γρήγορη επίτευξη σημαντικών αποτελεσμάτων: οι επιμέρους κυβερνητικές δράσεις πρέπει να είναι συνεπείς μεταξύ τους, αφού έτσι αυξάνεται η συνέργειά τους και καθιερώνουν ένα «υπόδειγμα πολιτικής» (policy paradigm) που νομιμοποιεί, εμπνέει και περαιτέρω εκλεπτύνει κυβερνητικές πολιτικές. Η ετερογλωσσία πρέπει να περισταλεί ή τουλάχιστον να τιθασευτεί σε ένα ηγεμονικό λογοπλαίσιο, το οποίο εμπεδώνεται και νομιμοποιείται, μεταξύ άλλων, από μια ισχυρή ηγετική παρουσία. Οι κρίσιμες στιγμές επιζητούν στιβαρή και ομοιογενή ηγεσία. Εν προκειμένω, δεν φαίνεται να υπάρχει σε επαρκείς ποσότητες.

Δυστυχώς αρκετοί από τους υπουργούς που καλούνται να εφαρμόσουν τις διαρθρωτικές αλλαγές του Μνημονίου δεν παραλείπουν να μας λένε πόσο λυπούνται γι αυτό· ταλαντεύονται, δεν διαθέτουν αυτοπεποίθηση, είναι κατώτεροι των περιστάσεων. Άλλοι, πάλι, διαχειρίζονται ευαίσθητους τομείς για τους οποίους είναι αμφίβολο πόσο είναι επαρκείς. Περιμένετε το πρώτο τρομοκρατικό χτύπημα ή τα πρώτα βίαια επεισόδια σε διαδηλώσεις και δείτε πως θα αντιδράσει ο κ.Παπουτσής. Παρακολουθείστε το υπουργικό έργο της κυρίας Γεννηματά, της κυρίας Αποστολάκη ή του κ.Κουσελά και ίσως σας εντυπωσιάσει ως προς την αποτελεσματικότητά του με αυτό του κ.Μαγκριώτη, της κυρίας Ξενογιαννακοπούλου, ή του κ.Βούγια.     

Τι συμπεραίνω; Σε κατάσταση πολέμου η χώρα χρειάζεται ένα σοβαρό War Cabinet, αλλά διαθέτει υπουργικό συμβούλιο με πολιτικούς του αναστήματος του Κουσελά, του Αηδόνη, και διάφορων παλαιοπασόκων. Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης η χώρα έχει ανάγκη από πολιτική ηγεσία με διαύγεια στρατηγικής, συνέργεια πολιτικών, ικανή να επιχειρήσει όσο και να συμβολίσει αντισυμβατικές τομές, αλλά διοικείται κυρίως από ανθρώπους που ευθύνονται σημαντικά για την παρακμή που τώρα διαχειρίζονται. Η χώρα έχει ανάγκη από έναν Τσόρτσιλ αλλά κυβερνάται από έναν Τσάμπερλεν. Η χώρα χρειάζεται συναίνεση αλλά βυθίζεται όλο και περισσότερο στους πολωτικούς φαύλους κύκλους που ιστορικά τη χαρακτήριζαν. Ίσως κερδίσουμε μερικές μάχες, αλλά μην εκπλαγείτε αν χάσουμε τον πόλεμο.