Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Ο δήμος ως όχλος



«Ο λόγος είναι ένα φρούριο κατά της κτηνωδίας. Όταν δεν ξέρουμε, όταν δεν μπορούμε να εκφραστούμε, όταν ο λόγος δεν είναι επαρκής και αρκετά επεξεργασμένος επειδή η σκέψη είναι ασαφής και μπερδεμένη, δεν απομένουν παρά οι γροθιές, τα χτυπήματα, η άξεστη, βλακώδης, τυφλή βία»
ΖΑΚΛΙΝ ΝΤΕ ΡΟΜΙΓΥ

Η εικόνα του αιμόφυρτου βουλευτή, πρώην υπουργού Κωστή Χατζηδάκη εν μέσω του μαινόμενου όχλου ήταν συγκλονιστική. Όπως στην περίπτωση του σαδιστικού ξυλοδαρμού του Κύπριου φοιτητή Αυγουστίνου Δημητρίου από αστυνομικούς στη Θεσσαλονίκη το 2006, τα τηλεοπτικά  πλάνα μας μετέφεραν την ανατριχιαστική ωμότητα του επεισοδίου. Στην επίθεση κατά του κ.Χατζηδάκη, η τηλεοπτική εικόνα αποτύπωσε τη θλιβερή έκπτωση του πολίτη σε τραμπούκο, του διαδηλωτή σε ταραξία, του δήμου σε όχλο.

Το φαινόμενο της, κυμαινόμενης σε ένταση, οχλοκρατικής βίας δεν είναι καινούριο: έχουμε συνηθίσει την ύπαρξή του σε επιμέρους θεσμούς (π.χ. πανεπιστήμια) και σε διαδηλώσεις. Το σημαντικότερο: η οχλοκρατική βία δεν είναι ένα περαστικό φαινόμενο. Στο μέτρο που οι θεσμοί της οργανωμένης κοινωνίας δεν λειτουργούν με συστηματικά έλλογο τρόπο, η οχλοκρατική βία τείνει να εμφανίζεται ως ένα υποκατάστατο. Ιδού γιατί.

Στο κλασικό βιβλίο «Έξοδος, Φωνή και Αφοσίωση», ο Αμερικανός οικονομολόγος Αλμπερτ Χίρσμαν ερμηνεύει τους τρόπους με τους οποίους τα άτομα αντιδρούν στην πτώση της ποιότητας των αγαθών που λαμβάνουν, είτε από ιδιωτικούς είτε από δημόσιους οργανισμούς. Όταν είναι δυσαρεστημένα, τα άτομα είτε εγκαταλείπουν τον οργανισμό («έξοδος»), είτε διατυπώνουν την κριτική τους σε αυτόν («φωνή»). Το κλασικό παράδειγμα είναι η έξοδος από τη δημόσια, και η στροφή στην ιδιωτική, εκπαίδευση από τους εύπορους πολίτες που είναι δυσαρεστημένοι με την ποιότητα των δημόσιων σχολείων. 

Η «έξοδος» είναι εφικτή, στο μέτρο που υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Όταν αυτές είναι ανύπαρκτες, η «φωνή» – η διατύπωση, δηλαδή, κριτικής – είναι η κύρια μέθοδος έκφρασης της δυσαρέσκειας. Σε γενικές γραμμές, η δυνατότητα «εξόδου» αποδυναμώνει τη «φωνή» - η «έξοδος» είναι η εύκολη λύση, η «φωνή» προϋποθέτει εμπλοκή, με αβέβαιο αποτέλεσμα Στο μέτρο, όμως, που τα άτομα είναι συναισθηματικώς συνδεδεμένα με έναν οργανισμό («αφοσίωση»), το κόστος «εξόδου» μεγαλώνει, και η δυνατότητα χρήσης της «φωνής» ενισχύεται.

Στην πολιτική, όταν οι πολίτες είναι δυσαρεστημένοι, συνήθως εγκαταλείπουν ένα κόμμα και στρέφονται σε ένα άλλο, εκτός κι αν είναι μέλη ή φίλοι (δείχνουν, δηλαδή, «αφοσίωση»), οπότε χρησιμοποιούν τη «φωνή» τους. Όταν όμως το πολιτικό σύστημα έχει απαξιωθεί συνολικά, όπως εμφατικά έχει συμβεί στη χώρα μας, η «φωνή» εμφανίζεται ως μάταιη επιλογή («δεν ακούει κανείς, στην Ελλάδα ζεις…»), ενώ η «έξοδος», στο μέτρο που δεν υπάρχουν αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις, εκφράζεται ως ιδιώτευση (στην καλύτερη περίπτωση) ή ως οχλοκρατική βία (στη χειρότερη). Η τάση προς τέτοιες μη έλλογες μορφές «εξόδου» ενισχύεται από τη δυσπιστία που ιστορικά περιβάλλει τους ελλαδικούς θεσμούς και, αναφορικά με τη βία, την ύπαρξη καχεκτικών μηχανισμών επιβολής κυρώσεων.

Να το πω απλά, έστω με κίνδυνο να γίνω απλουστευτικός: όταν αισθάνεσαι ότι ζεις στη χώρα της μίζας, όταν δεν εμπιστεύεσαι κανέναν, όταν η ανομία σε περιβάλλει, όταν νοιώθεις ότι δεν αποδίδεται δικαιοσύνη, ότι από παντού σου τα παίρνουν, ότι διαχρονικά σε κυβερνούν εν πολλοίς ανίκανοι, φαιδροί, και όχι σπάνια διεφθαρμένοι πολιτικάντηδες, όταν, εν ολίγοις, βιώνεις την καθολική απαξίωση των θεσμών της χώρας σου, υφίστασαι στο πετσί σου τα αποτελέσματα αυτής της απαξίωσης (διάβαζε: τη χρεοκοπία), και δεν βλέπεις από πουθενά ελπίδα, σε κυριεύουν συναισθήματα οργής και ματαιότητας, η «φωνή» σου χάνεται· ο λόγος σου γίνεται χονδροειδής, αστόχαστος, σχεδόν άναρθρος. Τι απομένει; Το πρωτόγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και ο ανεπεξέργαστος θυμός που ωθούν, απρόβλεπτα, στην «άξεστη, βλακώδη, τυφλή βία»· «εξέρχεσαι», τότε, έστω και ανεπαίσθητα, από την έλλογη κοινωνικότητα.

Όπως έχει διεισδυτικά παρατηρήσει η Αμερικανίδα φιλόσοφος Μάρθα Νουσμπάουμ με αναφορά στην «Εκάβη» του Ευριπίδη, απαραίτητος όρος για τη συγκρότησή μας ως έλλογα όντα είναι η μετοχή σε έναν στοιχειωδώς λειτουργικό «κοινό λόγο», η ύπαρξη ενός βασικού υποστρώματος κοινωνικής εμπιστοσύνης, διαφορετικά κινδυνεύουμε να εκπέσουμε σε κτηνώδη κατάσταση, όπως η Εκάβη όταν διαπιστώνει τον θάνατο του γιού της Πολύδωρου από τον βασιλιά και φίλο της Πολυμήστορα, στον οποίο είχε εμπιστευθεί τη φύλαξή του. Στερημένη την πόλη της, τον πλούτο της, και τώρα το μονάκριβο γιό της, η Εκάβη καταρρέει ηθικά, αποκτηνώνεται, ζητά εκδίκηση. Σκοτώνει τον Πολυμήστορα και τυφλώνει τα δύο του παιδιά. Η εκδίκηση την αναζωογονεί.

Η ηθική μας συγκρότηση, παρατηρεί εύστοχα η Νουσμπάουμ, δεν αποτελεί τόσο ένα ατομικό κατόρθωμα, όσο ένα κοινωνικό επίτευγμα – προϋποθέτει στοιχειώδεις σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινωνικής λειτουργικότητας. Όταν το αίσθημα δικαιοσύνης καταπατείται και η εμπιστοσύνη σε πρόσωπα και θεσμούς θρυμματίζεται, διαβρώνεται ο «κοινός λόγος» που άρρητα διαπερνά την έλλογη συλλογικότητα και καταστρέφεται η κοινωνική βάση που απαραίτητα συγκροτεί την υπόστασή μας ως έλλογα-ηθικά όντα· ο δήμος εκπίπτει σε όχλο, ο πολίτης σε τραμπούκο.        

Εν κατακλείδι, η οχλοποίηση του δήμου παράγεται από συγκεκριμένες κοινωνικές διεργασίες μέσω των οποίων η πολιτική αλλοτριώνεται σε διεφθαρμένο ή ιδιοτελή πολιτικαντισμό και η κομματική-συντεχνιακή-κλικαδόρικη ιδιοτέλεια εκτοπίζει τον «κοινό λόγο» των θεσμών.  Η «άξεστη βία» θρέφεται αφενός μεν από αυτο-εξυπηρετικές πρακτικές που συστηματικά εκφυλίζουν την πολιτική κοινότητα, αφετέρου δε από την απουσία εμπνευσμένης ηγεσίας ικανής να αρθρώσει αξιόπιστα την εναλλακτική «φωνή». Η οχλοκρατική βία είναι η άλλη όψη της φαυλοκρατίας.

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Το επιστολόχαρτο


Συζητούσαμε για το πρόσφατο βιβλίο του «Μικρές ιστορίες …μακράς πορείας» (Λιβάνης), μια γλαφυρή περιγραφή  της παθολογίας των ελλαδικών θεσμών. Έλεγα στο συνομιλητή μου, τον καθηγητή της Ιατρικής Χ. Μουτσόπουλο, πόση εντύπωση μου έκαναν οι ιστορίες διαπλοκής πολιτικών και καθηγητών πανεπιστημίου που περιγράφει στο βιβλίο. «Στην Ελλάδα θεωρείται αυτονόητη η πέραν του νόμου αμοιβαία «εξυπηρέτηση» μελών των ελίτ που διοικούν τους θεσμούς της χώρας», παρατήρησε. «Πολλοί ιθύνοντες έχουν σουλτανική νοοτροπία. Το βλέπω διαρκώς…».  

Σιώπησε για λίγο. «Θες να ακούσεις μια ακόμα ιστορία;», ρώτησε. «Αν κερνάς καφέ, ευχαρίστως», απάντησα. «Πριν από λίγο καιρό, η γραμματέας μου, μειδιώντας, μου έδωσε ένα φάκελο. Της τον είχε δώσει την προηγούμενη μέρα κάποιος δικηγόρος. Ο φάκελος περιείχε δύο επαγγελματικές κάρτες – μια του δικηγόρου και μια ενός ανώτερου δικαστικού λειτουργού που γνώριζα από παλιά. Στο συνοδευτικό επιστολόχαρτο ξεχώριζαν το όνομα και ο τίτλος του δικαστικού λειτουργού. Διστάζω να το αποκαλέσω επιστολή γιατί το περιεχόμενό της δεν περιείχε κάποιο κείμενο, αλλά το όνομα του αποδέκτη (το δικό μου), το όνομα κάποιας πτυχιούχου η οποία ενδιαφερόταν για κατατακτήριες εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή, το όνομα του πανεπιστημίου και του προέδρου της Ιατρικής Σχολής του, καθώς και τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής…».

«Δηλαδή δεν υπήρχε καθόλου κείμενο;», τον διέκοψα. «Όχι δεν υπήρχε, ήταν όπως σου το λέω – μια παράθεση ονομάτων και ιδιοτήτων». «Μα τότε γιατί σου τόστειλε;», επανήλθα. «Δεν καταλαβαίνεις…Εμμέσως, ο δικαστικός λειτουργός  ζητούσε την  παρέμβασή μου ώστε η εκλεκτή του να εισαχθεί στην Ιατρική Σχολή. Θεώρησε το αίτημά του τόσο αυτονόητο, ώστε δεν χρειάστηκε καν να το διατυπώσει, ούτε φυσικά να το τεκμηριώσει».

Ρούφηξε μια γουλιά καφέ και συνέχισε. «Ξέρεις τι με ενόχλησε περισσότερο; Πρώτα απ’ όλα η υποκρισία. Θα περίμενα από έναν ανώτερο λειτουργό της Δικαιοσύνης να υπηρετεί το κράτος δικαίου με μεγαλύτερη συνέπεια· να εναρμονίζει τη συμπεριφορά του με αυτά που ex officio κηρύττει, να συμπεριφέρεται παραδειγματικά… Με προσέβαλλε το θράσος του. Θεώρησε αυτονόητο πως είμαι κι εγώ ένας  ακόμη κρίκος της διαπλοκής που ανθεί στα Πανεπιστήμιά μας· θεώρησε βέβαιο ότι θα ενεργούσα με τον αναμενόμενο τρόπο. Τις απόψεις μου για την αξιοκρατία σίγουρα τις ήξερε, αφού αφενός μεν γνωριζόμαστε, αφετέρου δε τις έχω δημοσιοποιήσει με πλειάδα ομιλιών, άρθρων και βιβλίων. Παρόλα αυτά ενήργησε σα να ήμασταν και οι δύο μέλη μασονικής στοάς, παραθρησκευτικής οργάνωσης ή μαφιόζικης ομάδας…».  

Η συζήτηση ζωήρεψε. «Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον σε τέτοιες περιπτώσεις», είπα, «είναι η άρρητη γνώση που συνοδεύει τέτοιου είδους επικοινωνία. Μόνο σε μια κοινωνία της οποίας τα μέλη έχουν εθισθεί στην παρασκηνιακή συναλλαγή, στο αλισβερίσι της άνομης διαπλοκής, είναι κατανοητό ένα τέτοιου είδους υπόρρητο αίτημα. Το μήνυμα είναι στην αποστολή του, όχι στο λειψό περιεχόμενο.  Η γνωστή ρήση του Μάρσαλ Μακλούαν «το μέσον είναι το μήνυμα» παίρνει καινούριο περιεχόμενο στα ελλαδικά συμφραζόμενα. Ο αιτούμενος χρειάζεται «μέσον», το οποίο ελπίζει να του παρασχεθεί «μέσω» ενός οιονεί κενού επιστολόχαρτου».

«Πρόκειται για μορφή επικοινωνίας», συνέχισα, «που συναντούμε σε κοινωνικά συστήματα των οποίων τα μέλη έχουν εσωτερικεύσει καλά τις νόρμες συμπεριφοράς, ώστε να ξέρουν να κάνουν το επόμενο βήμα στην επικοινωνιακή χορογραφία. Ο μεγάλος κοινωνιολόγος Χάρολντ Γκαρφίνκελ, το αποκάλεσε «η ρήτρα κλπ» (the etcetera clause): διαισθανόμαστε τι εννοεί ο συνομιλητής μας με την έκφραση «κλπ», χωρίς να χρειαστεί να ολοκληρώσει το συλλογισμό του – συμπληρώνουμε μόνοι μας τα κενά. Το οιονεί κενό επιστολόχαρτο είναι το αντίστοιχο του «κλπ» - «ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, είσαι ένας από μας». Φυσικά αυτή η υπόρρητη υπόδειξη-παράκληση δεν παύει να είναι ένα ριψοκίνδυνο άλμα, και, όπως στο χορό οι χορευτές ενδέχεται να παραπατήσουν, έτσι κι εδώ, ο αποδέκτης του υπόρρητου αιτήματος ενδέχεται να μην ανταποκριθεί (όπως και συνέβη). Το άλμα όμως έγινε και, ως τέτοιο, αποκαλύπτει τι θεωρείται αυτονόητο σε ένα κοινωνικό σύστημα».     

Ο συνομιλητής μου με επανέφερε στην πάντοτε δυσανάγνωστη εμπειρική πραγματικότητα. «Μερικοί άνθρωποι», είπε, «έτσι πορεύτηκαν στη ζωή τους· οι αλληλοεξυπηρετήσεις, ηθικές ή μη, νόμιμες ή μη, δεν τους απασχολούν ιδιαίτερα – είναι ένα δεδομένο στοιχείο της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Από την άλλη μεριά, σκέφτομαι, γιατί να περιμένω από ένα γέρικο άλογο να βγάλει καινούργια περπατησιά; Μήπως άνθρωποι σαν τον γνωστό μου, περισσότερο ρεαλιστές, γνωρίζουν καλλίτερα τι πραγματικά συμβαίνει σε κατατακτήριες εξετάσεις στα Πανεπιστήμια; Μήπως απλά μου ζητούσε  προληπτική παρέμβαση έτσι ώστε να μην αδικηθεί η ενδεχομένως άξια προστατευόμενή του σε περίπτωση που άλλοι, υποδεέστεροι, υποψήφιοι χρησιμοποιούσαν τις δικές τους διασυνδέσεις; Που να ξέρω; Προσπαθώ να βρω λογικές δικαιολογίες…».

«Το καταλαβαίνω, αλλά κοίτα τι συμβαίνει εδώ», είπα. «Ο κίνδυνος γι αυτόν που έχει ένα θεσμικό ρόλο κι αρχίζει να κάνει τέτοιες σκέψεις είναι ότι ανεπίγνωστα αρχίζει να αποδέχεται το λεξιλόγιο και τη συλλογιστική των αιτουμένων παράνομη εξυπηρέτηση. Αρχίζει, δηλαδή, να κατασκευάζει στο μυαλό του την πιθανή δικαιολογία για την ενδεχόμενη παράνομη πράξη του. Με τον τρόπο αυτό «κατανοεί» την «ευλογοφάνεια» του παράνομου αιτήματος, χάνει τη διαύγεια των κινήτρων του, και αλλάζει τελικά ρόλο (αυτόν του θεματοφύλακα της θεσμικής ακεραιότητας), αναλαμβάνοντας αυτόν του «προστάτη» ενός μυθοπλαστικού «αδικημένου»».

«Τελικά τι έκανες;» ρώτησα το συνομιλητή μου. «Εσύ τι λες;», απάντησε με χαμόγελο, κοιτώντας τον κάλαθο αχρήστων. Η ερώτηση ήταν εντελώς περιττή. Γνώριζα ήδη την απάντηση («η ρήτρα κλπ»!). 

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

“Μικροί άνθρωποι…”

«Έχουμε μέτριους πολιτικούς, αυτή είναι η δυστυχία μας. Δεν υπάρχουν μορφές που μπορούν να εμπνεύσουν ή να συναρπάσουν έναν λαό. Να τον οδηγήσουν. Μικροί άνθρωποι…»
Θανάσης Βαλτινός, συγγραφέας και Ακαδημαϊκός


 
Δεν μπορείς να διδάξεις σε ένα παλιό σκυλί καινούρια κόλπα, λέει μια παροιμία. Το βιώνουμε, δυστυχώς, σε κάθε ευκαιρία.
Η Βουλή έχει ανάγκη από στενογράφους. Τίποτα το περίεργο. Στην προ Μνημονίου εποχή θα προσλάμβανε όσους ήθελε. Τηρώντας την παράδοση, αρκετοί από αυτούς, πιθανότατα, θα ήταν συγγενείς ή συνεργάτες βουλευτών, Προέδρων της Βουλής ή ανεπάγγελτοι κομματάνθρωποι· άνθρωποι του «κυκλώματος». Θα είχαν ήδη κοινωνικοποιηθεί στην άρρητη γνώση της συναλλαγής, χωρίς την οποία λίγα πράγματα δουλεύουν καλά στη γραφική μας χώρα.
Στην εποχή του Μνημονίου, όμως, όπου οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων πληρώνονται με δανεικά, η μετάταξη μερικών υπεράριθμων υπαλλήλων του Δημοσίου στη Βουλή θα ήταν η πιο οικονομική λύση. Άλλωστε, υπό την πίεση των δανειστών μας,  η κυβέρνηση Παπανδρέου Γ’ ορθά αποφάσισε να προβεί σε μαζικές μετατάξεις. Λογικά και συμβολικά, τη μετάταξη θα έπρεπε να επιλέξει, εν προκειμένω, και η Βουλή - ο συλλογικός ηγέτης μας - τις δραματικές στιγμές που περνάμε.
Αμ δε! Πιστέψατε ότι αυτοί που διαχρονικά μετέτρεψαν το Κοινοβούλιο σε οίκο ρουσφετολογικού αίσχους και πλυντήριο παρανομιών σκέπτονται «λογικά» και ενεργούν «συμβολικά»; Στην εύστοχη παρατήρηση του Πάσχου Μανδραβέλη («Κ», 24/11/2010) ότι οι στενογράφοι θα έπρεπε να προέλθουν από μετάταξη, αντί να επιδιωχθούν νέες προσλήψεις, τι απαντά ο Γενικός Γραμματέας της Βουλής; «Εξετάσαμε», λέει, «όλες τις εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες όμως δεν ήταν εφαρμόσιμες στην περίπτωση των στενογράφων, αφού η σχετική ειδικότητα έχει μοναδικά χαρακτηριστικά […]» («Κ», 27/11/2010). 


Ποια είναι αυτά τα «μοναδικά χαρακτηριστικά» που χαρακτηρίζουν τη στενογραφία; Ο κ. Παπαϊωάννου, φειδωλός γραφειοκράτης, δεν μπαίνει στον κόπο να τα διευκρινίσει. Αν πλήρωνε, βέβαια, ο ίδιος ή ο Πρόεδρος της Βουλής από την τσέπη του τις σχετικές δαπάνες (τους 16 μισθούς λ.χ.), πιθανότατα θα διαπίστωνε ότι οι δεξιότητες των στενογράφων δεν είναι και τόσο «μοναδικές». Οι ειδήμονες δεν έχουν οριστικά αποφανθεί, αλλά, εξ όσων είναι γνωστό, δεν απαιτούνται γνώσεις μοριακής βιολογίας, ούτε πυρηνικής φυσικής για να μάθεις να στενογραφείς!


Ότι η Βουλή δεν κόπτεται ιδιαίτερα για το δημόσιο χρήμα, το διαπιστώσαμε και από το κόστος του σχετικά πρόσφατου ανασχεδιασμού του ιστοχώρου της: μια δουλειά που θα μπορούσε να γίνει με λίγες δεκάδες χιλιάδες ευρώ κόστισε πάνω από ένα εκατομμύριο! Με τα λεφτά των άλλων έχεις μια τάση να είσαι πιο γενναιόδωρος!
Είναι βέβαιο ότι ο συγκεκριμένος ιστοχώρος είχε κάποια «μοναδικά χαρακτηριστικά» - να δίνει πρόσβαση λ.χ.  σε τόσους αξιόλογους ανθρώπους που μοχθούν ανιδιοτελώς για το δημόσιο συμφέρον. Περιέργως, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του βουλευτή του ΛΑΟΣ κ. Βελόπουλου, ο Πρόεδρος της Βουλής κ.Πετσάλνικος δεν επικαλέστηκε αυτό το επιχείρημα, γεγονός που μας βάζει σε υποψία ότι, εκτός από την  αποδεδειγμένα ακλόνητη αγάπη για το χωριό του, διαθέτει και διανοητική ευελιξία. Ως επιδέξιος γραφειοκράτης, μας εξήγησε όχι πως προέκυψε το ύψος της δαπάνης αλλά την προέλευση του σχετικού κονδυλίου (εννοείται από τις τσέπες των άλλων – κυρίως από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης!) και μετέθεσε την ευθύνη στους προκατόχους του («Βήμα», 8/5/2010). Οι γραφειοκρατίες είναι όχι μόνο εξαιρετικά συστήματα μη ανάληψης ευθυνών, αλλά και πεδία καλλιέργειας της ηθικής αμβλύνοιας των λειτουργών τους.
Το σφάλμα των επικεφαλής της Βουλής είναι ότι έδωσαν δημόσιες εξηγήσεις, έστω λειψές. Ο δημόσιος λόγος είναι δυνητικά μια επικίνδυνη πράξη, καθότι απο-καλύπτεσαι. Εξηγώντας τις πράξεις ή παραλείψεις σου, φέρνεις στην επιφάνεια τις ανεπίγνωστες παραδοχές σου· επιχειρηματολογώντας, υιοθετείς οπτική γωνία· γίνεσαι ορατός και, άρα, αντικείμενο δημόσιας κριτικής. Η σιωπή, αντιθέτως, είναι πολύτιμη, στο μέτρο που περνάς κάτω από το ραντάρ της δημόσιας αντιπαράθεσης. Προφυλάσσεις (έτσι νομίζεις…) το πολιτικό κεφάλαιό σου από την «συνάφεια του κόσμου την πολλή».
Το ξέρει καλά αυτό ο πρώην πρωθυπουργός και νυν βουλευτής Καραμανλής Β’. Η χώρα συγκλονίζεται αλλά ο ηγέτης επί των ημερών του οποίου επήλθε η οικονομική κατάρρευση παραμένει ατάραχος· έχασε εντελώς τη δημόσια λαλιά του σα να έπαθε εγκεφαλικό· σπάνια επισκέπτεται το Κοινοβούλιο! Είναι άγνωστο τι σκέπτεται για την κρίση, πώς αισθάνεται. Μήπως πρόκειται για πολιτικό αναχωρητισμό; Στωική εγκαρτέρηση; Θεμιτή ιδιώτευση;  
Ο αναχωρητής «ησυχάζει», ο στωικός «ασκείται», ο ιδιώτης αποσύρεται από τα κοινά. Η συνειδητή σιωπή προϋποθέτει έξοδο από τα τετριμμένα εγκόσμια, στέρηση από τη μετοχή στον κοινό βίο· ο αναχωρητής αποφλοιώνει τον κοινωνικό ρόλο του για να βρεθεί ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό του. Ο στωικός αναζητεί σιωπηρά την αρετή. Ο βουλευτής, όμως, βουλεύεται δημοσίως. Ως πολιτικός εκπρόσωπος, αυτοδικαίως ηγείται: μας βοηθά να ερμηνεύουμε τον κόσμο, προτείνει πρακτικές δράσεις, εμπνέει με το παράδειγμά του· προτιμά το χώρο του Κοινοβουλίου από τα μπαράκια του Κολωνακίου· καταθέτει τις απόψεις τους στην «αγορά» όχι στις ταβέρνες της Αττικής. Το βέβαιο είναι ότι ο βουλευτής, που είχε μάλιστα το σπάνιο προνόμιο να διατελέσει κυβερνήτης, δεν σιωπά· είναι ο τελευταίος που θα 'πρεπε να σιωπά. 
Αν η συμπεριφορά του κ. Πετσάλνικου συγκεφαλαιώνει, στην ευγενέστερη μάλιστα εκδοχή, το κυρίαρχο ήθος απέναντι στο δημόσιο χρήμα (τη σπατάλη), η στάση του κ. Καραμανλή απηχεί τα κυριότερα γνωρίσματα του έλληνα της μεταπολίτευσης: την ανευθυνότητα, την εγωκεντρικότητα, την ευδαιμονιστική ιδιώτευση με δημόσια έξοδα. «Σας έχω γραμμένους…».
Μικροί άνθρωποι, μέτριοι πολιτικοί, σπιθαμιαίοι ηγέτες …