Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Οι στενοί υπολογισμοί κομματικού κόστους-οφέλους αδυνατίζουν το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς


Με το Μνημόνιο θα ξεμπερδέψουμε μια ώρα αρχύτερα αν το εφαρμόσουμε αξιόπιστα, όπως η Ιρλανδία

Συνέντευξη του Χαρίδημου Κ. Τσούκα στο «Φιλελεύθερο» (*)

Οι υπολογισμοί πολιτικού κόστους και στενού κομματικού οφέλους αδυνατίζουν το πολιτικό σύστημα στο να παίρνει εθνικά επωφελείς αποφάσεις, επισημαίνει ο Χαρίδημος Τσούκας, Κοσμήτορας της Σχολής Οικονομικών Επιστημών και Διοίκησης, Καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στην Έδρα Columbia Shipmanagement, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, και Διακεκριμένος Ερευνητής Καθηγητής Οργανωσιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Warwick της Μεγάλης Βρετανίας. Ο κ. Τσούκας καταλογίζει τεράστιες πολιτικές ευθύνες σε όσους ήταν στα πολιτικά πράγματα πριν το κούρεμα, διότι, όπως εξηγεί, τα προειδοποιητικά σημάδια του επερχόμενου τυφώνα ήταν εκεί, αλλά οι αρμόδιοι δεν έδωσαν την κατάλληλη προσοχή. Τονίζει πως μας λείπει η θεσμική ωριμότητα, η οποία πρέπει να καλλιεργηθεί ώστε να προάγεται το συλλογικό καλό, και θέλει να δει κάποιον πολιτικό να αρθρώνει έναν αξιόπιστα (και όχι υποκριτικά) αυτοκριτικό λόγο. Όταν έχεις μια οικονομική κρίση τέτοιου μεγέθους, λέει, ο στόχος, πρέπει να είναι ένας: όχι να χανόμαστε σε άγονες αντιπαραθέσεις για τη σκοπιμότητα του Μνημονίου (είναι πολύ αργά για δάκρυα και κραυγές τώρα – ας προσέχαμε) αλλά να το εφαρμόσουμε με σύνεση όσο πιο αξιόπιστα μπορούμε, προκειμένου να απαγκιστρωθούμε από αυτό μέσα στο συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα.

Της Αντιγόνης Σολομωνίδου Δρουσιώτου

Με το νέο χρόνο κάνουμε συνήθως μια ανασκόπηση: πώς είναι δυνατόν μια οικονομία, η οποία, για την ένταξή της στην ευρωζώνη το 2008, πληρούσε όλα κριτήρια του Μάαστριχτ, βρέθηκε ταπεινωμένη και χρεοκοπημένη το 2013;

Πρόκειται για ένα τεράστιο αρνητικό επίτευγμα που μας δείχνει πώς τα πράγματα μπορούν να ξεφύγουν από τον έλεγχο της εκάστοτε κυβέρνησης και, εκεί που υπολογίζεις ότι το μέλλον θα είναι μια προέκταση του παρελθόντος, ξαφνικά χάνεις τον έλεγχο. Τα προειδοποιητικά μηνύματα του επερχόμενου τυφώνα ήταν εκεί, αλλά οι αρμόδιοι δεν έδωσαν την κατάλληλη προσοχή. Κρίσιμοι οικονομικοί δείκτες χειροτέρευαν. Με την εκλογή της Κυβέρνησης Χριστόφια και τις αυξημένες δημόσιες δαπάνες στις οποίες επιδόθηκε (η Κυπριακή εκδοχή του παπανδρεϊκού «λεφτά υπάρχουν»), είχαμε μια προοδευτική διόγκωση του δημόσιου χρέους και επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το 2008, αντί να μας ταρακουνήσει η διεθνής οικονομική κρίση, είχαμε έναν καπετάνιο ο οποίος δεν αισθάνθηκε ότι, μπαίνοντας σε τρικυμιώδη νερά, έπρεπε να κάνει διόρθωση στην πορεία του σκάφους.

Φταίει ο καπετάνιος;

Βεβαίως, αλλά όχι μόνο. Τα αίτια τα εντοπίζω σε τρεις παράγοντες: ο ένας είναι οι πολιτικοί, και κυρίως ο καπετάνιος που είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο δεύτερος είναι οι θεσμοί, με κύριο παίκτη την Κεντρική Τράπεζα. Και ο τρίτος παράγοντας είναι οι αποφάσεις των Κυπριακών τραπεζών. Είναι τρεις αλληλένδετοι κρίκοι. Οι τράπεζες, για παράδειγμα, υπερεπεκτάθηκαν στην Ελλάδα, αγόραζαν ασύνετα πολλά ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου, ακόμα κι όταν η Ελλάδα βυθιζόταν στην κρίση. Η Κεντρική Τράπεζα είχε ελλιπή εποπτεία των τραπεζών, κακές σχέσεις με τον Υπουργό Οικονομικών και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είχαμε έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο οποίος εμφορούνταν από ιδεοληψία και λαϊκισμό, έχοντας μια ανεπαρκή κατανόηση των οικονομικών εξελίξεων (εγχωρίων και διεθνών). Ήλθαν μετά οι δυο κολοσσιαίες αποφάσεις που έσπασαν την σπονδυλική στήλη της οικονομίας: η διόγκωση του ΕLΑ (η παροχή επείγουσας ρευστότητας) της Λαϊκής, και η απομείωση των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου. Πρέπει αναμφίβολα να αναζητηθούν ευθύνες του Κεντρικού Τραπεζίτη αλλά και των ευρωπαίων αξιωματούχων: γιατί συνέχισαν να παρέχουν επείγουσα ρευστότητα σε μια αφερέγγυα τράπεζα, έτσι ώστε αυτή να διογκωθεί από 2,5 δις στα 9,5 δις μέσα σε ένα χρόνο, δηλαδή στο μισό κυπριακό ΑΕΠ! Τώρα, ακόμα κι ο κ. Χριστόφιας ομολογεί ότι θα ήταν καλύτερο να είχε αφεθεί να χρεοκοπήσει. Δεν το έκανε όμως, όταν ήταν Πρόεδρος. Οι κραυγές της αντιπολίτευσης, των συντεχνιών, και των καταθετών θα του δημιουργούσαν υψηλό πολιτικό κόστος. Συμπεριφέρθηκε όπως συνήθως συμπεριφέρονται οι λαϊκιστές πολιτικοί – μικροπολιτικά, κοντόθωρα, καιροσκοπικά.

Το δεύτερο τεράστιο γεγονός είναι ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποδέχτηκε αναντίρρητα την απομείωση των ελληνικών ομολόγων χωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα, με αποτέλεσμα να έχουμε 4,5 δις ζημιά των κυπριακών τραπεζών, δηλαδή το 25% του κυπριακού ΑΕΠ! Ο κ. Χριστόφιας δεν διαπραγματεύθηκε τη συναίνεσή του. Όπως και στο Μαρί, με τις παραλείψεις του οδήγησε την Κύπρο στην οικονομική καταστροφή .

Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί η ιδιοτελής ολιγωρία της κυβέρνησης Χριστόφια. Σε αντίθεση με άλλες κυβερνήσεις, προσέφυγε αργά στο Μηχανισμό Στήριξης, Επιπλέον, αφού προσέφυγε έστω και αργά, χρειάστηκε κι ένα πεντάμηνο διαπραγματεύσεων! Το ομολόγησε ο ίδιος ο πρώην Πρόεδρος: πάσχιζε να αποφύγει το Μηχανισμό Στήριξης πάση θυσία, δέσμιος καθώς ήταν των ιδεοληψιών του και του άγχους του να αποφύγει το πολιτικό κόστος.

Είχαμε προεδρικές εκλογές.

Ακριβώς, βλέπετε πώς οι ιδεοληψίες, ο καιροσκοπισμός, και ο υπολογισμός του πολιτικού κόστους αδυνατίζουν την ικανότητα της εκτελεστικής εξουσίας να παίρνει εθνικά επωφελείς αποφάσεις; Έχουν τεράστιες ευθύνες όσοι είχαν την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας τότε.

Η ευρωζώνη δεν έχει ευθύνες;

Βεβαίως και έχει. Συμπεριφέρθηκε εξόχως αλαζονικά, έως και εχθρικά απέναντι στην Κύπρο. Οι ισχυροί της ευρωζώνης κατέβαλαν μια επιτυχημένη προσπάθεια ρητορικής κατασκευής της κυπριακής οικονομίας ως «διεφθαρμένης». Η ειρωνεία είναι ότι το Δίκτυο Φορολογικής Δικαιοσύνης αποκάλυψε πρόσφατα ότι η Γερμανία είναι στην 8η θέση, ως προς τη διευκόλυνση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, ενώ η Κύπρος στην 45η! Αυτή η ρητορική κατασκευή εξυπηρέτησε πολιτικούς-ιδεολογικούς σκοπούς. Ήμασταν μια πιλοτική εφαρμογή του bail-in: μια οικονομικά ασήμαντη χώρα στην οποία δοκιμάστηκε, για πρώτη φορά, η τώρα επίσημη πλέον πολιτική της διάσωσης των τραπεζών και με κεφάλαια καταθετών. Βέβαια, ένας οξυδερκής πολιτικός ηγέτης, και ένα ευφυές πολιτικό σύστημα, όφειλαν να διαβλέψουν αυτό το ενδεχόμενο, πόσω μάλλον όταν σχετικά άρθρα γράφονταν στον Τύπο και ανάλογες κρούσεις είχαν γίνει από αρμόδιους της ευρωζώνης και του ΔΝΤ.

Πήραμε το μάθημά μας;

Δεν νομίζω. Επαναλαμβάνεται λ.χ. το μοτίβο της κακής σχέσης Προεδρικού- Κεντρικής Τράπεζας. Γινόμαστε καταγέλαστοι στην Ευρώπη ως μια θεσμικά ανώριμη χώρα, στο μέτρο που δυο βασικοί πυλώνες του οικονομικού θεσμικού περιβάλλοντος αλληλοσπαράσσονται δημοσίως. Η Επιτροπή για το Μέλλον του Κυπριακού Τραπεζικού Συστήματος μας είπε ότι έχουμε πρόβλημα πολιτικής κουλτούρας: δεν αποδεχόμαστε εύκολα την ανεξαρτησία της Κεντρικής, δεν κατανοούμε επαρκώς το ρόλο των συμβουλίων των τραπεζών, διορίζουμε ανθρώπους με πολιτικά κριτήρια και δεν τους αφήνουμε να κάνουν τη δουλειά τους καλά, υπάρχουν πολιτικές παρεμβάσεις ακόμη και στις ιδιωτικές τράπεζες. Όλα αυτά είναι εκφάνσεις θεσμικής ανωριμότητας. Είναι λυπηρό και εξοργιστικό συγχρόνως.

Γι αυτό ο κόσμος ζητά απόδοση δικαιοσύνης.

Ναι, μην ακούτε τους πολιτικάντηδες που μας ζητούν αφελώς (και ιδιοτελώς) «να κοιτάξουμε μπροστά». Αν δεν κλείσουμε τους ανοικτούς λογαριασμούς μας με το παρελθόν δεν θα μπορούμε να προχωρήσουμε. Θα μας κυνηγούν οι «δαίμονές» μας. Η ατιμωρησία δυστυχώς κυριαρχεί στην κυπριακή κουλτούρα. Χωρίς ουσιαστική δικαιοσύνη, όμως, δεν μπορούμε να χτίσουμε το μέλλον.

Πώς αλλάζει πολιτική φιλοσοφία που ήταν η πηγή όλων των κακών;

Δύσκολα. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι ο Περικλής ήταν σε θέση «να κρατά το λαό» και να «τολμά αντιλογία προς αυτόν». Μπορούσε να το κάνει, παρατηρεί ο Θουκυδίδης, διότι είχε τη διανοητική ικανότητα αλλά και το προσωπικό κύρος, καθότι ήταν «διαφανώς αδωρότατος». Με σημερινή γλώσσα θα λέγαμε, ο πολιτικός ηγέτης πρέπει να φροντίζει να διαθέτει ι το απαραίτητο συμβολικό κεφάλαιο, έτσι ώστε να μπορεί να σταθεί απέναντι στο λαό όταν αυτό επιτάσσει το εθνικό συμφέρον. Στην Κύπρο έχουμε ένα διαρκή, συχνά απίστευτης γελοιότητας, λαϊκισμό, δέσμιο συντεχνιακών συμφερόντων και παλαιομοδίτικων «φιλολαϊκών» αντιλήψεων. Δείτε την προεκλογική εκστρατεία των τελευταίων προεδρικών εκλογών ή τη στάση της Βουλής στο πρώτο κούρεμα, και θα το διαπιστώσετε.

Πράγματα που υποσχεθήκαμε προεκλογικά τότε δεν τα κάναμε μετά.

Ναι. Υπερυπόσχεται ο πολιτικός και μετά αναιρεί τα υπεσχημένα, καθότι η πραγματικότητα είναι αδυσώπητη. Το αποτέλεσμα είναι ότι μειώνεται η αξιοπιστία του, το κύρος του και, τελικά, η πειθώς του. Τα κόμματα πρέπει να λειτουργούν πιο ορθολογικά, να επιλέγουν ηγέτες οι οποίοι να ενσαρκώνουν μια νεωτερική νοοτροπία, να γίνουν πιο απαιτητικά με τον εαυτό τους. Είναι λυπηρό να βλέπεις τον κ. Μάρκο Κυπριανού, στον οποίο επισήμως αποδόθηκαν βαρύτατες θεσμικές και προσωπικές ευθύνες για το Μαρί, να διεκδικεί ηγετικό αξίωμα στο κόμμα του. Αλλά κι εμείς, οι πολίτες, να είμαστε απαιτητικοί απέναντι στους πολιτικούς.

Το βλέπετε να γίνεται;

Όχι, δεν το βλέπω, άμεσα τουλάχιστον. Μας λείπει η θεσμική ωριμότητα – να είμαστε όλοι απαιτητικοί με τον τρόπο που ασκούμε τα καθήκοντά μας, έτσι ώστε να προάγεται το συλλογικό καλό. Αν αυτό δεν το κατακτήσουμε, δεν θα προχωρήσουμε. Θέλω να δω κάποιο πολιτικό να αρθρώνει ένα ειλικρινώς αυτοκριτικό λόγο. Δεν αρκεί να καταγγέλλεις εύκολα και λαϊκιστικά τους ξένους. Πρέπει να στρέψεις το δάχτυλο προς τα μέσα, να αναστοχασθείς τη συμπεριφορά σου εξαιτίας της οποίας έγινες ευάλωτος στη χειραγώγηση των άλλων. Δεν είναι εύκολο. Χρειάζονται ηγέτες από άλλη στόφα, τους οποίους δεν βλέπω στον ορίζοντα.

Τους νέους πώς θα τους κρατήσουμε στο νησί;

Είναι μεγάλη η απογοήτευση τους. Τις μέρες του κουρέματος, μερικές φοιτήτριες έβαλαν τα κλάματα στην τάξη όταν συζητήσαμε το θέμα. Βρήκα ενδιαφέρον ότι, στην τάξη μου τουλάχιστον, τα νέα παιδιά δεν έστρεψαν επιθετικά το δάκτυλο προς τους ξένους, αλλά προς εμάς, στη παλαιότερη γενιά που διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας. Γιατί αφήσαμε τη χώρα να καταντήσει έτσι; Ο νέος κόσμος είναι απογοητευμένος. Βραχυπρόθεσμα, θα έχουμε μια φυγή εγκεφάλων στο εξωτερικό. Ίσως οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί λειτουργήσουν ανασχετικά στη φυγή, αλλά άμα δεν υπάρχουν δουλειές, αναγκαστικά αρκετοί νέοι θα φύγουν. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα: να μείνει η νέα γενιά στο χώρα και να θελήσει να δημιουργήσει. Αυτό, όμως, για να μην είναι ένα ακόμα λαϊκιστικό ευχολόγιο, χρειάζεται στρατηγική από τους πολιτικούς.

Την ανάπτυξη που θα με βγάλει από την κρίση πώς θα την πετύχω;

Όλα τα προγράμματα λιτότητας έχουν αυτήν τη μεγάλη αδυναμία ότι, δηλαδή, στοχεύουν σε δημοσιονομική προσαρμογή σε βάρος της ανάπτυξης. Υπό τις περιστάσεις, ο στόχος πρέπει να είναι: να λάβουμε γρήγορα και αξιόπιστα επώδυνες αποφάσεις, προκειμένου να τηρήσουμε τις δεσμεύσεις μας με τους δανειστές, να ανακτήσουμε την κυριαρχία μας, και να στήσουμε την οικονομία σε νέες βάσεις. Όσο χρονοτριβούμε, τόσο παρατείνουμε την οδύνη.

Δεν μας αρέσει, αλλά χουμε χάσει βαθμούς ελευθερίας. Το ζήτημα είναι να λαβαίνεις τολμηρές αποφάσεις εγκαίρως και να κάνεις τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην ώρα τους. Τότε μόνο προλαβαίνεις την κλιμάκωση των προβλημάτων. Από τη στιγμή, όμως, που αφρόνως δεν έλαβες τα αναγκαία μέτρα και ανέβαλλες κρίσιμες αποφάσεις, τα προβλήματα διογκώθηκαν και πήραν την ορμή χιονοστιβάδας. Το θέμα είναι να μην καταστείς ευάλωτος. Από τη στιγμή που έγινες ευάλωτος, είσαι πολιτικά ανίσχυρος και εξαρτάσαι, πλέον, από την καλοσύνη των ξένων. Όταν περιέλθεις στο έλεος του δανειστή σου, τουλάχιστο να έχεις το κουράγιο και το ρεαλισμό να το καταλάβεις.

Η Κύπρος έχει το ρεαλισμό αυτό;

Σε γενικές γραμμές ναι: Στην Κύπρο υπάρχει ένας μεγαλύτερος πραγματισμός απότι στην Ελλάδα, για παράδειγμα. Υπάρχουν, άλλωστε, ζωντανές οι μνήμες του ’74. Η γενιά που κυβερνά ξέρει τι θα πει εθνική καταστροφή. Ο μέσος Κύπριος έχει κάτι που δεν έχει ο μέσος Ελλαδίτης, μια αίσθηση πραγματισμού, να τα βρούμε μεταξύ μας. Αυτή η αντίληψη, στην κακή της εκδοχή, οδηγεί σε φαινόμενα συμπαιγνίας και διαπλοκής. Στην καλή της, όμως, εκδοχή παράγει πραγματισμό και αλληλεγγύη. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν έχουμε απεργίες. Αυτό το θεωρώ καλό.

Αυτό θα μας σώσει;

Όχι από μόνο του, αλλά βοηθά. Από την στιγμή που είμαστε μια μικρή χώρα, με ασήμαντο πολιτικό βάρος, και ανήκουμε σε μια μεγάλη οικογένεια χωρών, η μόνη μας στρατηγική είναι οι συμμαχίες. Αυτή ήταν η στρατηγική του Ελευθερίου Βενιζέλου – και πέτυχε.

Ποιοι είναι οι ισχυροί σήμερα;

Οι ισχυροί της ευρωζώνης, κατά κύριο λόγο. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να τα βρούμε μαζί τους.

Εμείς ανήκουμε στον αδύναμο νότο και το τραγικό εκείνο βράδυ του κουρέματος ούτε η Ελλάδα δεν μας στήριξε.

Έχετε δίκαιο έτσι έγινε, διότι στο τέλος της ημέρας είσαι μόνος σου. Όσον αφορά στην Ελλάδα, μην ξεχνάτε ότι είναι μια χρεοκοπημένη χώρα, η οποία εξαρτάται από την καλοσύνη των δανειστών της. Κατά συνέπεια, η διαπραγματευτική της ισχύς είναι ελάχιστη. Η Ελλάδα, σήμερα, κάνει ότι της υποδεικνύουν οι δανειστές. Μην περιμένετε βοήθεια από μια χώρα, η οποία βρίσκεται στο όριο της επιβίωσης. Από την άλλη μεριά, για να μην είσαι μόνος σου, φροντίζεις να συνάπτεις ευρύτερες συμμαχίες, δεν το παίζεις «παλικαράς», όπως ο κ. Χριστόφιας που έβριζε τους οίκους αξιολόγησης ως «τους κλεφταράδες της υφηλίου». Αυτό δείχνει έλλειψη επαρκούς κατανόησης του ποιος είσαι στη διεθνή γεωπολιτική σκηνή, δεν αντιλαμβάνεσαι ποιες είναι οι προτεραιότητές σου.

Μπορεί η κρίση να είναι το έναυσμα για κάτι θετικό;

Βεβαίως, όπως το κραχ στην Αμερική το ’29 παρήγαγε ένα κοινωνικό κράτος που δεν υπήρχε, όπως ο αντιναζιστικός πόλεμος της δεκαετίας του ’40 παρήγαγε ένα στιβαρό κράτος πρόνοιας και μια διευρυμένη αντίληψη της δημοκρατίας στη δυτική Ευρώπη, και οδήγησε στη δημιουργία της ΕΟΚ (αργότερα της ΕΕ). Η κρίση δυνητικά μας αφυπνίζει. Πράγματα τα οποία κάναμε και αστόχαστα προσπερνούσαμε, τώρα κατ’ ανάγκην μας απασχολούν. Όπως ένα διαζύγιο, ένα δυστύχημα, ή μια ιατρική περιπέτεια, η κρίση μας βγάζει από την αστόχαστη καθημερινότητα, μας αναγκάζει να δούμε πρακτικές που γνωρίζαμε αλλά δεν τους δίναμε σημασία, μας ωθεί να σκεφτούμε ερωτήματα που απωθούσαμε - πώς θέλουμε να ζήσουμε. Η κρίση, σε όλα τα επίπεδα, σε κάνει να θέτεις υπαρξιακά ερωτήματα στον εαυτό σου.

Για τις ιδιωτικοποιήσεις, για παράδειγμα, δεν μιλούσαμε εκτεταμένα, ενώ οι αναφορές μας στη στελέχωση και διοίκηση της δημόσιας υπηρεσίας ήταν επιφανειακές, ρητορικές, και ανώδυνες. Φυσικά, δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα δώσουμε τις σωστές απαντήσεις, γι αυτό χρειάζεται εμπνευσμένη ηγεσία. Επιμένω πολύ σε αυτό.

Ποιος είναι ο εμπνευσμένος ηγέτης;

Ένας άνθρωπος με πάθος, όραμα, που ξέρει τι θέλει, που τον ενδιαφέρει η αξιοπιστία του απέναντι στους πολίτες, που αναπτύσσει ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες, που τον διακρίνει αυτό που ο φιλόσοφος Ησαϊας Μπερλίν ονόμαζε «η αίσθηση της πραγματικότητας», που αντιλαμβάνεται ότι για να ηγείται πρέπει να υπηρετεί.

Μήπως η κρίση είναι και εσωτερική;

Σαφέστατα είναι και κρίση υπαρξιακή. Ο Κύπριος την τελευταία εικοσαετία παρασύρθηκε από την αχαλίνωτη καταναλωτική ευμάρεια, με συνέπεια να μη θέτει δύσκολα ερωτήματα στον εαυτό του. Δείτε τα αυτοκίνητα που οδηγούμε και τα σπίτια που χτίζουμε. Έχετε πάει σε παιδικό πάρτι; Κάποτε τα κάναμε στα σπίτια μας. Σήμερα «πρέπει» να γίνονται, τυποποιημένα και πολυτελώς, σε ακριβούς παιδότοπους. Έχετε δει δωμάτιο δεκάχρονου παιδιού οικογένειας της μεσαίας τάξης; Είναι εξοπλισμένο με όλα τα γκάτζετ! Ένα παιδί που έχει τα πάντα στα δέκα του, τι να περιμένει στα είκοσί του; Όταν δεν σου λείπει τίποτε, δεν αναζητάς τίποτε.

Στους φοιτητές σας τι βλέπετε;

Είναι εργατικοί, φιλομαθείς, έχουν σεβασμό, δεν έχουν αναπτύξει όμως την ικανότητα της κριτικής σκέψης και τα διάθεση για πειραματισμό και διακινδύνευση. Μου κάνει εντύπωση, επίσης, το συχνά ακριβό ντύσιμο, όλοι έχουν αυτοκίνητο…Μου δίνουν, ενίοτε, την εντύπωση κακομαθημένων παιδιών, με ένα κινητό διαρκώς στα χέρια, έχοντας δυσκολία να συγκεντρωθούν για πάνω από πέντε λεπτά. Μέχρι πρότινος, οι σημερινοί εικοσάρηδες θεωρούσαν ότι η ζωή είναι μια διαρκώς αυξανόμενη ευμάρεια. Τώρα προσγειώνονται απότομα, ξεβολεύονται, είναι αμήχανοι. Τα παιδιά χρειάζονται προσανατολισμό: να εμπεδώσουν αξίες, όπως η προσπάθεια, η προσφορά, και η πρωτοβουλία, η τόλμη του πειραματισμού, το θάρρος τη γνώμης, η μη άμεση ικανοποίηση αναγκών, η αξιοκρατία, να σκέφτονται το μέλλον, όχι μόνο το καταναλωτικό παρόν. Η κρίση μας κάνει τώρα να σκεφτούμε το μέλλον όχι ως προέκταση του παρελθόντος, αλλά ως κάτι άγνωστο που μπορούμε να δημιουργήσουμε αν πειραματιστούμε και αναλάβουμε ρίσκα.

Τι να προσδοκούμε το νέο χρόνο;

Χρειαζόμαστε κουράγιο, δύναμη. Κυρίως, χρειαζόμαστε ελπίδα. Εδώ είναι σημαντικός ο ρόλος κάθε επιμέρους ηγεσίας – με το παράδειγμά της να εμπνεύσει ελπίδα. Θα είναι πιο δύσκολη η νέα χρονιά από το 2013. Πρέπει να κάνουμε μια υγιή αυτοκριτική για το τι κάναμε και συνεχίζουμε να κάνουμε λάθος, και να έχουμε τη διάθεση να ξαναδούμε τα πράγματα με νέο μάτι. Το κακό με την κρίση είναι ότι μας φτωχαίνει. Το καλό είναι ότι, δυνητικά, μας απελευθερώνει από τον πρότερο κακό μας εαυτό. Χρειαζόμαστε, όμως, υποδειγματικά ηγετικά πρότυπα. «Οι πολίτες μιμούνται τους άρχοντες», λέει ο Ισοκράτης. Ηγέτες που προστατεύουν τα προνόμιά τους, που επιδίδονται στο λαϊκισμό, και μας λένε αυτά που συντεχνιακά ή εθνικά θέλουμε να ακούσουμε, δεν μας βοηθούν να γίνουμε καλύτεροι. Εύχομαι οι ηγέτες μας να λειτουργήσουν περισσότερο παιδαγωγικά και λιγότερο μικροπολιτικά. Εύχομαι οι πολίτες να συνειδητοποιήσουν ότι είμαστε συνυπεύθυνοι για την κοινή μας μοίρα. Μπορούμε να ελπίζουμε όσο πασχίζουμε να υπερβούμε ό,τι μας καθηλώνει.

(*) Ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή του κειμένου αυτού δημοσιεύθηκε ως συνέντευξη στην Κυπριακή εφημερίδα «Φιλελεύθερος», 5 Ιανουαρίου 2014

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

«Έχει κανείς τα κότσια να κυβερνήσει τη χώρα;»


Συνέντευξη του Χαρίδημου Κ. Τσούκα στον «Πολίτη» (*) Της Μιράντας Λυσάνδρου

Η αίθουσα του Πανεπιστημίου Κύπρου στην οποία επρόκειτο να μιλήσει ο καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στην Έδρα Columbia Ship Management, Χαρίδημος Τσούκας, ήταν κατάμεστη. Κυρίως από συναδέλφους του αλλά και φοιτητές του. Υπήρχαν ωστόσο διασκορπισμένοι στο χώρο και άλλοι εξωπανεπιστημιακοί που, παρά το τσουχτερό κρύο, επέλεξαν να βγουν βραδιάτικα για τον ακούσουν. Το θέμα καυτό: «Ο Νέλσον Μαντέλα και η τέχνη της πολιτικής ηγεσίας». Κι ο λόγος του Χαρίδημου Τσούκα φιλοσοφημένος, ανθρώπινος , ορθολογικός. Που όσο ρέει σαν ποταμός υποχρεώνει το μυαλό να κάνει συνειρμούς. Να περιπλανιέται σε μορφές ηγετών ενάρετες κι αποφασιστικές και σε μορφές ηγετών που το μόνο τους γνώρισμα είναι να ενθαρρύνουν τον λαϊκισμό. Με αφορμή αυτή τη διάλεξη, αλλά και με αφορμή την αρχή της νέας χρονιάς και την ελπίδα που κάθε νέα αρχή δημιουργεί, ο κ. Τσούκας μίλησε στον «Π» για τη σημασία της ανάδειξης μίας εμπνευσμένης ηγεσίας στο πηδάλιο μιας χώρας.

- Ο Νέλσον Μαντέλα είχε όλες τις αρετές που χαρακτηρίζουν έναν ηγέτη: τη σοφία, το θάρρος, την ανθρωπιά, την δικαιοσύνη, την εγκράτεια, την υπερβατικότητα. Εμείς εδώ έχουμε ηγέτες που να έχουν έστω κάποιες από αυτές τις αρετές ;

- Οι συγκρίσεις είναι ομολογουμένως δύσκολες. Όχι μόνο κάποιος Κύπριος, αλλά ο οποιοσδήποτε ηγέτης, δύσκολα θα μπορούσε να συγκριθεί με τον Μαντέλα. Ο Μαντέλα υπερέβη σχεδόν την ανθρώπινη φύση με τον μακροχρόνιο εγκλεισμό του στη φυλακή (27 χρόνια ήταν φυλακισμένος) και, αυτό είναι το πλέον σημαντικό, την απουσία κάθε εκδικητικού συναισθήματος. Σπάνια βλέπουμε τη θυσιαστική σμίλευση ενός χαρακτήρα σε τέτοιο βάθος. Ο πλησιέστερος ίσως άνθρωπος εν ζωή που εγώ γνωρίζω είναι η Αούνγκ Σαν Σου Κι, η ηγέτης της αντιπολίτευσης της Βιρμανίας, η οποία βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό για πάνω από μία δεκαετία, έχοντας υποστεί βαριές προσωπικές θυσίες, όπως να ζει μακριά από τα παιδιά της, να μην μπορεί να παρασταθεί στον άρρωστο σύζυγό της στην Οξφόρδη (ο οποίος τελικά πέθανε μόνος του), και, παρόλα αυτά, ή κυρία Κι να μάχεται για συνεννόηση με την κτηνώδη δικτατορία για το καλό της χώρας της. Αυτές είναι υπερβατικές συμπεριφορές, συμπεριφορές αυταπάρνησης, όπου ο ηγέτης στρατεύεται σε κάτι ευρύτερο, στο οποίο αφιερώνει τη ζωή του. Αυτό είναι δύσκολο να το ζητάμε από τον οποιονδήποτε ηγέτη.

- Τι θα μπορούμε να ζητάμε;

- Τουλάχιστον να έχουν τις αρετές αυτές ως μία πυξίδα συμπεριφοράς – να έχουν αίσθηση του δημοσίου και εθνικού συμφέροντος, το οποίο ανιδιοτελώς να υπηρετούν. Υπάρχουν φορές που ο ηγέτης πρέπει να συμπεριφερθεί περισσότερο ηρωικά ή περισσότερο συγκρατημένα. Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να εμπνεύσει. Άλλες στιγμές που πρέπει να εναντιωθεί στο λαϊκό αίσθημα, άλλες φορές που πρέπει να εκφράσει το λαϊκό αίσθημα.

- Το είπατε και στη διάλεξή σας: ο ηγέτης δεν πρέπει πάντα να ταυτίζεται με τον «δήμο», αλλά να βρίσκει τη δύναμη να «τολμήσει αντιλογία προς αυτόν». Στην Κύπρο των πελατειακών σχέσεων αυτό είναι δύσκολο. Πώς το ξεπερνούμε;

- Κι εμένα με απασχολεί αυτό ιδιαίτερα. Γι’ αυτό βρίσκω σπουδαίο το απόσπασμα του Θουκυδίδη, στο οποίο εξηγεί γιατί ήταν σημαντικός ηγέτης ο Περικλής. Γράφει ο Θουκυδίδης: Ο Περικλής, «καθώς είχε μεγάλη δύναμη, έκγονη του προσωπικού του κύρους και της διανοητικής του ικανότητας, αλλά και επειδή υπήρξε αδωροδόκητος, κρατούσε τον λαό με τρόπο ελεύθερο και δεν παρασυρόταν από αυτόν, αλλά μάλλον τον καθοδηγούσε, γιατί δεν επιδίωκε με αθέμιτα μέσα να αποκτήσει δύναμη και δεν έλεγε κάτι για να θωπεύσει τον δήμο, αλλά στηριγμένος στο προσωπικό τους κύρος αποτολμούσε και αντιλογία προς αυτόν [...]» («Ιστορίες» Β΄ 65, μετφρ. Κ. Δεσποτόπουλου).

Πρόκειται για έναν βαθύ συλλογισμό. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο ηγέτης δεν είναι απλώς ο άνθρωπος που εκφράζει τη λαϊκή διάθεση. Μια άλλη διάστασή του είναι η παιδαγωγική, όπου ο ηγέτης διαλέγεται με τον «δήμο» και τολμά «αντιλογία» προς αυτόν, προσπαθώντας να τον πείσει για τις επιλογές που πρέπει να γίνουν και οι οποίες θα διασφαλίσουν τη μακροχρόνια επιβίωση και ευημερία του. Για να το κάνει αυτό, όμως, λέει ο Θουκυδίδης, ο ηγέτης πρέπει να είναι «διαφανώς αδωρότατος». Όχι μόνο να μην δωροδοκείται με την τρέχουσα έννοια , αλλά να έχει τέτοιο ηθικό κύρος ώστε να μην μπορεί κανείς να του προσάψει ότι μεροληπτεί υπέρ κάποιου επιμέρους ειδικού συμφέροντος. Όταν ένας ηγέτης διαθέτει ηθικό κύρος μπορεί να τολμήσει «αντιλογία προς τον δήμο», όπως λ.χ. τόλμησε ο Μαντέλα αρνούμενος να συμπαραταχθεί με το κόμμα του στη διάλυση της εθνικής ομάδας Ράγκμπι.

Το συμβάν αυτό αποδόθηκε όμορφα από τον Κλιντ Ιστγουντ στην ταινία του «Ανίκητος» (“Invictus”). Πρόκειται για ένα ήσσονος σημασίας αλλά μεγάλου πολιτικού συμβολισμού γεγονός. Η εθνική ομάδα ράγκμπι συμβόλιζε για τη μαύρη πλειονότητα το μισητό απαρτχάϊντ. Η έντονη λαϊκή διάθεση ήταν να διαλυθεί η ομάδα. Ο Μαντέλα διαφώνησε και, ως Πρόεδρος, επέβαλε την άποψή του. Όπως χαρακτηριστικά λέει στην ταινία: «Με εκλέξατε ηγέτη σας, Αφήστε με να ηγηθώ». Με τη διαφωνία του διαμήνυσε στη δική του πλευρά (τους μαύρους) ότι θα πρέπει να μάθουν να ζουν ειρηνικά με τον χθεσινό εχθρό. Στη νέα Νότια Αφρική όλες οι φυλές θα ζουν μαζί σε ένα κράτος δικαίου. Συγχρόνως, σεβόμενος τα σύμβολα της λευκής μειονότητας, καθιστά συμβολικά αποδεκτή την παρουσία τους στη χώρα. Ήταν μία υψηλής σημασίας συμβολική χειρονομία, η οποία δείχνει και το ήθος του ανδρός.

- Τι θα σήμαινε λοιπόν αυτό στη δική μας πολιτική σκακιέρα;

- Υπέρβαση της διαβρωτικής νοοτροπίας του λαϊκισμού. Ο λαϊκισμός είναι η διαρκής και ιδιοτελής κολακεία του «δήμου». Ό,τι ο πολιτικός διαισθάνεται ότι συνιστά τη λαϊκή διάθεση, το αναπαράγει στην πολιτική του. Παραδείγματος χάριν, η λαϊκή διάθεση τον Μάρτιο του 2013 ήταν «Μην ακουμπάτε τις καταθέσεις μας». Αυτή τη διάθεση εξέφρασε άκριτα η Βουλή (και έμμεσα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας), με το «όχι» στο κούρεμα, στην πρώτη ψηφοφορία. Εάν οι αντιπρόσωποί μας θεωρούσαν δυσάρεστο μεν αλλά εθνικά επωφελές το κούρεμα των καταθέσεων (όπως μερικοί από αυτούς ομολόγησαν εκ των υστέρων), όφειλαν να «τολμήσουν αντιλογία» προς την κυρίαρχη λαϊκή διάθεση. Δεν το έκαναν. Δεν είχαν το πολιτικό ανάστημα να το κάνουν. Είπαν λαϊκιστικά το διαβόητο «όχι», το οποίο, μία βδομάδα αργότερα, αναίρεσαν! Αυτή είναι μια καλή περίπτωση μελέτης γιατί μας δείχνει πως όταν ο ηγέτης το μόνο που κάνει είναι να αναπαράγει τη λαϊκή οργή, δεν επιτελεί με σύνεση το έργο του. Ο,τι είναι δημοφιλές, δεν είναι απαραίτητα εθνικά επωφελές.

- Το ίδιο έγινε και το 2004 σε ένα άλλο επίπεδο.

- Θα μπορούσε να το πει κανείς, αλλά δεν θα ήθελα να το συζητήσω γιατί δεν το ξέρω καλά το θέμα. Μπορώ να σχολιάσω όμως πώς η κυβερνητική ενδοτικότητα σε επιμέρους συντεχνιακά συμφέροντα, αντιβαίνει το κοινό καλό. Δείτε την εκπαίδευση, λ.χ.

Ενώ διεθνείς οργανισμοί και έγκριτοι αναλυτές μας λένε ότι το σύστημα πρόσληψης εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι αναχρονιστικό, η συντεχνιακή αντίδραση είναι «Μην πειράζετε τη λίστα διοριστέων. Κάτω τα χέρια από έναν καταξιωμένο θεσμό». Το εθνικό συμφέρον, όμως, επιτάσσει την αλλαγή του συστήματος. Δεν διασφαλίζεται η ποιότητα των προσλαμβανομένων εκπαιδευτικών απλά και μόνο με την ημερομηνία εγγραφής τους στην επετηρίδα. Κανείς ορθολογικός εργοδότης δεν θα προσλάμβανε ανθρώπους με τέτοιο τρόπο, όταν μάλιστα η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση. Ένας οραματιστής Υπουργός Παιδείας θα κριθεί στο μέτρο που αντιλαμβάνεται μεν τη συντεχνιακή φοβία να μην καταστρατηγηθεί ένα αδιάβλητο σύστημα, αλλά, συγχρόνως, είναι σε θέση να την κατευνάσει και να την υπερβεί. Να τολμήσει πειστική «αντιλογία», στο όνομα του εθνικού συμφέροντος. Δεν χρειάζεται να εφεύρει τον τροχό. Αρκεί να δει τι κάνουν οι καλύτερες εκπαιδευτικά χώρες στον κόσμο, όπως είναι οι Σκανδιναβικές και μερικές ασιατικές. Για να το κάνει, όμως, αυτό χρειάζεται όραμα, τόλμη, πολιτικό κεφάλαιο, σύνεση, δεξιότητες πειθούς. Περιμένουμε να δούμε αν ο σημερινός Υπουργός Παιδείας διαθέτει αυτές τις δεξιότητες. Ο μέχρι τώρα πολιτικός του βίος δεν μας προδιαθέτει θετικά. Ενδέχεται όμως να μας εκπλήξει ευχάριστα.

- Πάντως δεν είναι τυχαίο που είχαμε από τη μία μια εθνική καταστροφή και από την άλλη μια οικονομική καταστροφή…

- Μπορούμε να μιλάμε ώρες γι’ αυτό... Το κοινό μοτίβο και στις δύο περιπτώσεις είναι η διολίσθηση σε αποφάσεις πολιτικά συμφέρουσες βραχυπρόθεσμα, οι οποίες όμως μόνο επιφανειακά αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, επιδεινώνουν τη φύση του, και κλιμακώνουν την κακή διαχείρισή του, μέχρις ότου συμβεί το μοιραίο.

Δείτε τους κακούς χειρισμούς που έγιναν στο θέμα της «Λαϊκής». Ακόμη και ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Χριστόφιας, μας λέει τώρα ότι έπρεπε να είχε κλείσει η Λαϊκή, επί της δικής του θητείας. Μας λέει επίσης, τώρα, ότι προσπάθησε να αποφύγει πάση θυσία την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης της ευρωζώνης. Και στις δύο περιπτώσεις επέδειξε ανεύθυνη ολιγωρία. Γιατί το έκανε αυτό; Διότι αφενός δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να υπερβεί τις δικές του ιδεοληψίες, αφετέρου διότι, σε ένα λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα, το πολιτικό κόστος γι αυτόν θα ήταν πράγματι βραχυπρόθεσμα υψηλό.

Ο κυβερνήτης, όμως, δεν είναι εκεί μόνο για να εφαρμόζει τη δική του ιδεολογία αγνοώντας την πραγματικότητα, ούτε είναι εκεί για να είναι αρεστός στο «δήμο», αλλά, όπως μας θυμίζει έξοχα ο Μακιαβέλι, για να λαμβάνει τις αναπόφευκτα σκληρές αποφάσεις όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Ο κυβερνήτης πρέπει να πασχίζει να είναι χρήσιμος στο «δήμο», όχι αρεστός. Σε μια δημοκρατία, βέβαια, αυτό δεν είναι εύκολο, αφού η δημοφιλία κερδίζεται όχι τόσο με το να είσαι χρήσιμος (αυτή η ιδιότητα είναι μια υπόσχεση που το εκλογικό σώμα δεν γνωρίζει όταν ψηφίζει) αλλά με το να είσαι αρεστός (αυτή η ιδιότητα πιστοποιείται στο παρόν). Το κυβερνάν είναι μια εξόχως δύσκολη υπόθεση, αφού ο κυβερνήτης δεν καλείται να επιλέξει μόνο μεταξύ του «σωστού» και του «λάθους», αλλά, συχνά μεταξύ δύο «σωστών» ή δύο «λαθών». Έχει τα κότσια; Διαθέτει το απαιτούμενο ηθικο-πολιτικό ανάστημα; Η μήπως κλωτσάει το τενεκεδάκι παρακάτω, για το βρουν οι διάδοχοί του;

- Έχουμε επίσης νοοτροπίες που ενθαρρύνουν την πόλωση. Ακόμα μιλάμε για σχήματα του ’60. Για εθνικόφρονες και αριστερούς.

- Αυτές είναι αφελείς και απλοϊκές σχηματοποιήσεις, οι οποίες μας εμποδίζουν να δούμε τη συνθετότητα των προβλημάτων. Αυτό μπορούμε να το δούμε και σε εθνικό επίπεδο. Σε κοινωνίες όπου υπάρχουν θέματα μειονοτήτων πρέπει να μπορείς να διευρύνεις του θεσμούς ώστε οι πολίτες, ανεξάρτητα από την εθνοτική τους καταγωγή, τη θρησκεία τους, ή οτιδήποτε άλλο, να νιώθουν ότι ανήκουν σε μία ευρύτερη πολιτεία. Αυτή την ευρύτερη πολιτεία η Κυπριακή Δημοκρατία δεν κατάφερε ψυχικά να τη θεμελιώσει.

- Τι δεν κάναμε σωστά;

- Πρέπει να κατανοήσουμε την εμπειρία του Άλλου. Εδώ χρειάζονται υπερβατικές συμπεριφορές τύπου Μαντέλα. Η ηθικοπολιτική ευφυΐα του Μαντέλα ποια ήτανε; Ότι π.χ. η «Επιτροπή για την Αλήθεια και τη Συμφιλίωση» που θέσπισε, συστήθηκε στη βάση μιας απλής αρχής: πρέπει να μιλήσουμε για τα εγκλήματα, όλα τα εγκλήματα, που διαπράχθηκαν στο καθεστώς του απαρτχάϊντ. Όσοι τα διέπραξαν, ανεξαρτήτως φυλής, πρέπει να τα ομολογήσουν, να ζητήσουν συγχώρεση, και θα τους δοθεί αμνηστία. Η νέα Νότια Αφρική δεν θα θεμελιωθεί στη βουβή λήθη αλλά στην ζωογόνα α-λήθεια. Ήταν ένα υπέροχο μάθημα εμπνευσμένης πολιτικής ηγεσίας.

- Πιστεύετε ότι απαιτείται να γίνει μια τέτοια επιτροπή και στην Κύπρο; Θα βοηθήσει στη λύση του Κυπριακού;

- Εγώ θα περίμενα να είναι ένα από τα σημαντικά θέματα συζήτησης. Το Κυπριακό δεν είναι απλώς μια άσκηση θεσμικής μηχανικής. Χρειάζονται και συμβολικού τύπου παιδαγωγικές συμπεριφορές. Αν τα βιώματά της κάθε πλευράς, οι αδικίες που αισθάνεται ότι υπέστη, δεν καταστούν αντικείμενο δημοσίου διαλόγου, το παρελθόν θα συνεχίσει να μας δυναστεύει. Οι κακοί δαίμονες δεν φεύγουν με ξόρκια, αλλά με ανοιχτή συζήτηση (συν-αναζήτηση).

Στη Νότιο Αφρική 20000 περίπου άνθρωποι κατέθεσαν αίτηση για αμνήστευση κι ομολόγησαν εγκλήματα. Ήταν μια εξουθενωτική συναισθηματικά διαδικασία, αλλά, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Τούτου, ο οποίος προήδρευε της Επιτροπής, ήταν μία «καθαρτική εμπειρία». Ο Τούτου δεν λειτούργησε ως Αρχιεπίσκοπος των μαύρων αλλά όλων των Νοτιοαφρικανικών. Προέταξε τη χριστιανική του ιδιότητα (το «αγαπάτε αλλήλους»), όχι τη φυλετική. Δεν είμαι βέβαιος ότι ο δικός μας θρησκευτικός ηγέτης λειτουργεί, ή θα ήθελε να λειτουργήσει, με αντίστοιχο «θεραπευτικό» τρόπο. Καμία διαιρεμένη κοινωνία δεν πρόκειται να ενωθεί και να λειτουργήσει ως κοινωνία (ως μετοχή, δηλαδή, σε έναν κοινό λόγο) αν δεν υπάρχει ένα ελάχιστο ψυχικής συνένωσης των μελών της - ένα κοινό αίσθημα του συνανήκειν.

Χρειαζόμαστε σύνθετους ηγέτες: που ενώ θα εκφράζουν και θα υπερασπίζουν τα συμφέροντα της δικής τους πλευράς, θα κατανοούν την οπτική γωνία του Άλλου• ενώ θα αποτελούν έκφραση της υφιστάμενης διαίρεσης, θα πασχίζουν, συγχρόνως, να την υπερβούν• θα συνιστούν και κατάφαση (της υπάρχουσας διαίρεσης) και άρνηση (της διαίρεσης) συγχρόνως. Αν υπάρχουν πολιτικοί ηγέτες στην Κύπρο που να κατανοούν αυτή την ανάγκη, έχουν πολλά να διδαχθούν από τον Νέλσον Μαντέλα, τον Μαρτιν Λούθηρ Κίνγκ και, φυσικά, τον Γκάντι.

- Πώς μπορούμε να νικήσουμε αυτό το καθεστώς και να παράξουμε ηγέτες;

- Δεν το ξέρω. Αυτές οι διαδικασίες είναι υπόγειες και, ουσιαστικά, στοχαστικές-απρόβλεπτες. Μπορούμε όμως να δημιουργήσουμε το «οικοσύστημα», το περιβάλλον, μέσα στο οποίο θα αναπτυχθούν τέτοιου είδους ηγέτες. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως, μεταξύ άλλων, πρέπει να είμαστε απαιτητικοί από τους ανθρώπους που ασκούν εξουσία, ή που φιλοδοξούν να ασκήσουν εξουσία. Να απαιτούμε λ.χ. από τα κόμματα να πάρουν στα σοβαρά το θέμα της ηθικής στην πολιτική, κάτι που συνηθίζουν να απωθούν. Το πολιτικό χρήμα π.χ. στην Κύπρο ξέρουμε πώς διακινείται. Οι συστάσεις Greco για το πολιτικό χρήμα δεν λαμβάνονται σοβαρά από τα κόμματα. Πρέπει να πιέσουμε τα κόμματα να αναδεικνύουν στελέχη, τα οποία έχουν αποδεδειγμένη προσφορά και εγνωσμένο ήθος, δεν είναι απλώς σταδιοδρομιστές και θεσιθήρες. Είναι ενοχλητικό να βλέπεις ότι ο κ. Μάρκος Κυπριανού, πρώην Υπουργός Εξωτερικών, διεκδικεί ανώτατο αξίωμα στο ΔΗΚΟ, όταν επισήμως του αποδόθηκαν τεράστιες θεσμικές και προσωπικές ευθύνες για το ατύχημα στο Μαρί. Είναι επίσης ενοχλητικό που το ΑΚΕΛ υπερασπίζεται υψηλόβαθμα πολιτικά στελέχη του κατηγορούμενα για διαφθορά, αντί να πάρει αποστάσεις από αυτά και να αφήσει τη Δικαιοσύνη να κάνει ανεπηρέαστη τη δουλειά της. Σε μία ορθολογική πολιτική κουλτούρα άνθρωποι με ψεγάδια στη δημόσιο βίο τους παραμερίζονται από την πολιτική σκηνή. Ιδιωτεύουν.

- Χρειάζεται πίεση εκ μέρους της κοινωνίας.

- Αναμφίβολα. Συγχωρέστε μου την προσωπική αναφορά, αλλά αυτό το μήνυμα ήθελα να μεταφέρω, στο μέτρο των ελάχιστων δυνατοτήτων μου, με τη δημόσια αντίδρασή μου, τον Γενάρη 2012, στον τότε Πρόεδρο Χριστόφια για τη στάση που κράτησε απέναντι στο επίσημο πόρισμα, που του καταλόγιζε βαρύτατες προσωπικές και θεσμικές ευθύνες για την έκρηξη στο Μαρί: η κοινωνία είναι εδώ, παρακολουθεί, αντιδρά, και ζητά από τους ηγέτες το «λόγον διδόναι». Στην περίπτωση Χριστόφια έχουμε την αρνητική όψη της παιδαγωγικής λειτουργίας του ηγέτη. Με την άρνησή του να αποδεχτεί τις ευθύνες που του αποδόθηκαν με τον πιο επίσημο τρόπο απ’ την Επιτροπή που ο ίδιος διόρισε (τις οποίες ευθύνες είχε ρητά ομολογήσει ότι θα αναδεχόταν εάν του αποδίδονταν), ο κ. Χριστόφιας έκανε ένα μάθημα ανευθυνότητας στην κοινωνία. Πρόκειται για μια διαβρωτική των θεσμών παιδαγωγική λειτουργία, η οποία συμβολίζει την αποστροφή στο πνεύμα του κράτος δικαίου και προκρίνει την ιδιοτέλεια ως κύριο στοιχείο πολιτικής συμπεριφοράς. Αντιλαμβάνεστε ότι, αν γενικευθούν, η αποστροφή στο κράτος δικαίου και η ιδιοτέλεια δυναμιτίζουν τα θεμέλια της κοινωνικής συμβίωσης. Φυσικά, δείχνει το ήθος τους ανδρός, ότι ο κ. Χριστόφιας, ως πρώην Πρόεδρος τώρα, επέδειξε την ίδια απαξίωση στην Επιτροπή για την Οικονομία, αρνούμενος να καταθέσει! Τέτοιους ηγέτες πρέπει να τους καθιστούμε υπόλογους για την συμπεριφορά τους. Σε μια ορθολογική πολιτική κουλτούρα, τέτοιοι ηγέτες εισπράττουν την κοινωνική απαξίωση.

- Από την άλλη πόσες φορές να λες τα ίδια και τα ίδια; Είναι κουραστικό.

- Την απάντηση μας την δίνουν άνθρωποι σαν τον Βάτσλαβ Χάβελ και τον Νέλσον Μαντέλα. Στα απομνημονεύματά του ο Μαντέλα λέει πως πρέπει να περάσουμε από την κοιλάδα του θανάτου για να φτάσουμε στην κορυφή του βουνού. Αυτός το εννοούσε κυριολεκτικά. Εμείς έχουμε την πολυτέλεια να μιλάμε για «την κοιλάδα του θανάτου» μεταφορικά: την απογοήτευση , την παραίτηση, την τάση να κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτό. Να υπερβούμε την παραίτηση, ελπίζοντας και πιέζοντας ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν. Τίποτε αξιόλογο δεν είναι εύκολο. Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ.

(*) Ελαφρά συντομευμένη εκδοχή της συνέντευξης αυτής δημοσιεύτηκε στην Κυπριακή εφημερίδα «Πολίτης», στις 29 Δεκεμβρίου 2013.