Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

Ο Κρητικάρχης και ο νόμος



Ο Κρητικάρχης άστραψε και βρόντησε. Με τα βίας μπορούσε να μιλήσει. Τραύλιζε από την οργή του. Είχε μόλις καταδικασθεί σε δωδεκάμηνη φυλάκιση με τριετή αναστολή για απόπειρα υπόθαλψης εγκληματία (για την ακρίβεια, χασισοκαλλιεργητή του Μυλοποτάμου) και πρόκληση τέλεσης του αδικήματος της ψευδορκίας. Με την έπαρση που διακρίνει ανθρώπους του Συστήματος, έχοντας διατελέσει πολλές φορές βουλευτής, υπουργός και, μέχρι την καταδίκη του, σύμβουλος του Πρωθυπουργού, δεν τολμούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Βρέθηκαν δικαστές να καταδικάσουν, ποιόν; Αυτόν τον πολιτικό ογκόλιθο της Κρήτης με τα πενήντα χρόνια προσφοράς στον τόπο! Ο,τι του «χάρισε ο λαός» επί πέντε δεκαετίες, του τα πήρε πίσω ένα ανάλγητο δικαστήριο.

«Είναι μια σκευωρία και μια στημένη δίκη», τραύλισε. Σαν αγριεμένο πιτμπουλ επιτέθηκε κατά του εισαγγελέα της δίκης, τον οποίο χαρακτήρισε «ανεκδιήγητο». Στράφηκε στη συνέχεια κατά του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου λέγοντας με νόημα ότι «και οι κρίνοντες κρίνονται». Η σύγχυσή του ήταν τέτοια που ίσως νόμισε ότι καταδικάσθηκε από στρατοδικείο της χούντας, γι αυτό και κραύγασε με στόμφο: «Ουσιαστικά σήμερα καταδικάστηκε ο κοινοβουλευτισμός». Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να έχει δίκιο, στο βαθμό που ο ίδιος δίνει το μέτρο του ελλαδικού κοινοβουλευτισμού.

Ο όχλος των οπαδών που τον περιέβαλλε στη δίκη τον σιγόνταρε χορωδιακά: «Εμείς σ’ αγαπάμε», «δεν αλλάζει η εκτίμησή μας για σένα», «αίσχος». Θύμιζε εικόνα από το Ισλαμαμπάντ. Είναι, βέβαια, κατανοητό. Όταν ο βουλευτής έχει «μεσολαβήσει» άπειρες φορές για σένα, όταν σε έχει «βοηθήσει» τόσο γενναιόδωρα, τότε η στοιχειώδης ανθρώπινη αμοιβαιότητα επιβάλλει να τον υποστηρίξεις στις δύσκολες στιγμές. Διότι δεν είναι μόνο το δικό του όνομα που αμαυρώνεται, αλλά, πιθανώς, και το όνομα της κόρης του, στην οποία, με τη γνωστή πατρική αγάπη, κληροδότησε τη βουλευτική του έδρα στο Ρέθυμνο. Όχι μόνον αυτό. Εκτός από ευγνωμοσύνη, στρατηγικά σκεπτόμενος, θέλεις να προστατεύσεις και τα συμφέροντά σου: με την παρουσία σου στη δίκη ανανεώνεις την πελατειακή σχέση και θυμίζεις στον πάτρωνά σου ότι είναι κι αυτός υποχρεωμένος σε σένα, όχι μόνο εσύ σε αυτόν. Σε τέτοια ευγενή κίνητρα, άλλωστε, στηρίζεται η ομαλή κοινωνική συμβίωση.

Μπορείτε να φέρετε στο μυαλό σας την ατμόσφαιρα στην οποία διεξήχθη η εννεάωρη δίκη του Κρητικάρχη; Τα πρωτοπαλίκαρά του, τα οποία δεν φημίζονται για την αβρότητα των τρόπων τους, δημιούργησαν μια, ας το πούμε ευγενικά, «τεταμένη ατμόσφαιρα» στο δικαστήριο («Τα Νέα», 23/9/2008). Οι μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικοί θα έδιναν τις καταθέσεις τους σε ένα κλίμα έντασης, ο εισαγγελέας και ο δικαστής έπρεπε να πάρουν αποφάσεις για τον τοπικό «πασά» έχοντας στραμμένα πάνω τους τα αγριεμένα βλέμματα και υπό την οχλοβοή των οπαδών του. Δεν λύγισαν.

Ο ένας από τους δύο μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικούς είπε ευθαρσώς στο δικαστήριο ότι ο Κρητικάρχης του ζήτησε να αλλάξει την κατάθεσή του - δηλαδή να ψευδομαρτυρήσει -, προκειμένου να απαλλαγεί ο προστατευόμενός του χασισοκαλλιεργητής. Ο δεύτερος αστυνομικός αποκάλυψε ότι ο πρόεδρος της τοπικής Νομαρχιακής Οργάνωσης της «Νέας Δημοκρατίας» και διευθυντής περιφερειακής εκπαίδευσης παρακαλώ (Θεός φυλάξοι!), πίεζε και τους δύο αστυνομικούς για το ίδιο θέμα, για λογαριασμό του πολιτικού του πάτρωνα. Στον ένα αστυνομικό ο Κρητικάρχης φέρεται να υποσχέθηκε να του διορίσει τη γυναίκα αν άλλαζε την κατάθεσή του.

Με υψηλό επαγγελματικό ήθος, οι δύο αστυνομικοί προτίμησαν να κάνουν τη δουλειά τους, παρά τις δελεαστικές «προσφορές» και τις συνοδευτικές απειλές. Ο εισαγγελέας και ο δικαστής, με το φρόνημα των Σαρτζετάκη και Δελλαπόρτα, αψήφησαν το κλίμα τρομοκρατίας και τις ενδεχόμενες συνέπειες για την προσωπική και οικογενειακή τους ασφάλεια, σε έναν τόπο όπου δεν είναι ασυνήθιστο οι αστυνομικοί να πυροβολούνται αδίστακτα όταν κάνουν τη δουλειά τους και οι κάθε λογής τοπικές «μαφίες» δεν διστάζουν να βιαιοπραγούν κατά οποιουδήποτε τους εναντιωθεί.

Το αφηνιασμένο πιτμπουλ αντέδρασε με το γνωστό τρόπο που αντιδρούν όλοι όσοι θεωρούν τον εαυτό τους πάνω από το νόμο (και είναι πολλοί στη χώρα της γενικευμένης ανομίας – ο Αναστασιάδης ήδη από τώρα μιλάει για «σκευωρία»): με καταγγελίες, απειλές και ύβρεις («π…» καθύβρισε ο υπόδικος Κρητικάρχης τους αστυνομικούς που κατέθεσαν – βλ. «Τα Νέα», 23/9/2008).

Όσοι πιστεύουν ότι δεν χάθηκαν όλα σε αυτόν τον τόπο αντλούν κουράγιο από εκείνους τους θαρραλέους δημόσιους λειτουργούς που παραμένουν προσηλωμένοι στο έργο τους, δίχως να ενδίδουν σε «πειρασμούς» και απειλές. Σε κάθε περίπτωση, ας προσευχόμαστε για τους δύο αστυνομικούς του Ρεθύμνου, τον εισαγγελέα και τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, που με συγκινητικό θάρρος επιμένουν να πιστεύουν ότι, σε ένα κράτος δικαίου, κανείς δεν είναι πάνω από το νόμο• ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να τους συμβεί…

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

Τι σπατάλη ταλέντου, τι χαμένη ευκαιρία…


Αν θέλουμε να καταλάβουμε καλύτερα τη δημόσια συμπεριφορά ενός πολιτικού, είναι χρήσιμο να αναζητήσουμε συνάφειες με όψεις της ζωής του πέραν της πολιτικής. Ο πολιτικός μεσσιανισμός του Προέδρου Μπους λ.χ. δεν είναι άσχετος με τις προσωπικές εμπειρίες αλκοολισμού και απώλειας νοήματος ζωής που τον ώθησαν στην επαν-ανακάλυψη του ευαγγελικού χριστιανισμού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως κοσμοαντίληψη. Μπορεί τα βιώματα του ανθρώπινου βίου να είναι ετερόκλητα, το ανθρώπινο υποκείμενο όμως είναι ένα – εξου και είναι ενδιαφέρουσα η αναζήτηση του αφηγηματικού νήματος που τα διαπερνά

Δυστυχώς η τέχνη της πολιτικής βιογραφίας και αυτοβιογραφίας δεν ανθεί στην Ελλάδα, γεγονός που καθιστά το βιβλίο του δημοσιογράφου Γ.Λακόπουλου, ««Του μιλάνε τα κύματα…»: Ο Ανδρέας Παπανδρέου πριν μπει στην πολιτική» (Καστανιώτης, 2008), ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Πρόκειται για ένα καλογραμμένο αφήγημα που στηρίζεται κυρίως σε διηγήσεις του καθηγητή Αδαμάντιου Πεπελάση, στενού φίλου και συνεργάτη του Ανδρέα Παπανδρέου (ΑΠ) από τα χρόνια της Αμερικής. Ο συγγραφέας επιδέξια εξιστορεί στοιχεία από τη ζωή του ΑΠ μέχρι το 1964, οπότε ο ΑΠ αποφάσισε να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική.

Ο ΑΠ ήταν ένας ναρκισσιστής entrepreneur. Στην προσπάθειά του να υλοποιήσει τις επιδιώξεις του δεν λάμβανε επαρκώς υπόψη είτε τους εξωτερικούς περιορισμούς, είτε τις επιπτώσεις των ενεργειών του στους γύρω του. Καταλαβαίνουμε καλύτερα τον μετέπειτα κυβερνητικό λαϊκισμό του ΑΠ, τις τριτοκοσμικές αναζητήσεις του, την εκτίναξη στα ύψη του δημόσιου χρέους της χώρας, την ηγεμονία του στο ΠΑΣΟΚ, και την ακατάστατη ιδιωτική του ζωή, αν τα δούμε, μεταξύ άλλων, ως απόρροια μια έντονα ναρκισσιστικής προσωπικότητας.

Το 1957 το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια διορίζει τον ΑΠ κοσμήτορα της Οικονομικής Σχολής και του αναθέτει την αναδιοργάνωσή της. Ο ΑΠ προσελκύει μερικούς από τους καλύτερους οικονομολόγους των ΗΠΑ αλλά υπερβαίνει δραματικά τον προϋπολογισμό του πανεπιστημίου. Υποσχόταν προσλήψεις που δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει, η οικονομική διαχείρισή του ήταν σπάταλη. Ο πρόεδρος του πανεπιστημίου του υποδεικνύει είτε να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας του, είτε να παραιτηθεί. Ο ΑΠ προτιμά να πάει στην Ελλάδα το 1959 υπότροφος του Ιδρύματος Φουλμπράϊτ. Με τον τρόπο αυτό και θα έβγαινε από μια δύσκολη θέση και θα ικανοποιούσε την επιθυμία του πατέρα του.

Έτσι αρχίζει ένα επίμονος προβληματισμός του ΑΠ σχετικά με την επιστροφή του στην Ελλάδα, που διήρκεσε μέχρι το 1963, οπότε εγκαθίσταται οριστικά. Οι μεταπτώσεις του το διάστημα αυτό είναι συνεχείς. Μεταξύ 1959 και 1963 η οικογένειά του (με τέσσερα μικρά παιδιά) πέρασε τρεις φορές τον Ατλαντικό! Με πρόσκληση του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, ιδρύει το 1961 το περίφημο Κέντρο Οικονομικών Ερευνών (ΚΟΕ). Τον έλκει τόσο η ιδέα της δημιουργίας ενός ερευνητικού κέντρου διεθνών προδιαγραφών, όσο και η ηδονή της ισχύος. «Διαμαντή, φαντάζεσαι πως θα είμαστε όταν θα γυρίσουμε;», ρωτάει αστειευόμενος τον Πεπελάση. «Εγώ σαν ναύαρχος κι εσύ σαν στρατηγός. […]. Θα διασχίσουμε την πόλη καβάλα σε άλογα και θα μας παίζουν και μουσικές». Όταν όμως συναντά τις συνήθεις γραφειοκρατικές δυσκολίες, ο ΑΠ απογοητεύεται, χάνει το ενδιαφέρον του, και γυρίζει στην Αμερική. «Δεν αλλάζουν τα πράγματα στην Ελλάδα», γράφει σε μια επιστολή του. Ο Πεπελάσης, υποδιευθυντής του ΚΟΕ, του θυμίζει ότι δεν μπορεί στα καλά καθούμενα να εγκαταλείψει το Κέντρο. «Θα το κλείσουμε» απαντά ο ΑΠ. «Εγώ το έφτιαξα, εγώ το κλείνω». Παρατηρώντας τη γενικότερη συμπεριφορά του φίλου του, ο Πεπελάσης θα γράψει: «Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι με τον [ΑΠ] δεν μπορούσες ποτέ να έχεις τη βεβαιότητα για το ακριβές περιεχόμενο όσων είχαν συμφωνηθεί». Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα το ανακάλυπτε αυτό περίπου σαράντα χρόνια αργότερα ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η επιστροφή στην Ελλάδα σηματοδοτεί μια αλλαγή στον χαρακτήρα του ΑΠ. Ο Απολλώνιος, πουριτανός τεχνοκράτης, δίνει το θέση του στον Διονυσιακό μεσήλικα που αναζητά την καλή ζωή, απολαμβάνει τις συνήθεις σε πολιτικές οικογένειες κολακεία και «περιποιήσεις», και επιζητεί συστηματικά τις εξωσυζυγικές σχέσεις (ακόμη και με συζύγους συνεργατών του!). Ο ΑΠ βαθμιαία γίνεται ανασφαλής και βλέπει γύρω του συνωμοσίες. Το Ψυχικό απείχε πλέον έτη φωτός από το Μπέρκλεϊ.

Αναμφίβολα ο ΑΠ ήταν ένα από τα καλύτερα μυαλά της γενιάς του. Αν είχε μείνει στην Αμερική πιθανότατα θα είχε πάρει το Νομπέλ Οικονομικών. Χαρισματικός ηγέτης, με ισχυρό πολιτικό ένστικτο, ήταν δέσμιος του ναρκισσιστικού χαρακτήρα του. Αγαπούσε πολύ τον εαυτό του για να αφιερωθεί σε ένα ευρύτερο όραμα. Ο ευρωπαϊκός εκσυγχρονισμός που επαγγέλονταν τη δεκαετία του 1960 μεταποιήθηκε σε ακατάσχετο λαϊκισμό μετά το 1974. Αντιφατικός, ανασφαλής, και εγωκεντρικός, δίχως ευρύτερη καλλιέργεια (όπως αναφέρει ο Πεπελάσης, η αποστροφή του προς το θέατρο, τις καλές τέχνες, και τη λογοτεχνία ήταν παροιμιώδης), ο ΑΠ έχασε τη μοναδική ευκαιρία, ως λαοπρόβλητος πρωθυπουργός, να αλλάξει τη χώρα. Τι σπατάλη ταλέντου, τι χαμένη ευκαιρία….

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Τι θα έλεγε ο Αριστοτέλης στη Siemens


Αν επισκεφθείτε τον ιστοχώρο της Ζήμενς Ελλάς (www.siemens.gr), θα δείτε μερικές ενδιαφέρουσες αναφορές στην επιχειρησιακή ηθική. Η εταιρία περιγράφει τις αξίες της, στις οποίες συγκαταλέγεται η «μέγιστη απόδοση με την πιο υψηλή ηθική». Η υπευθυνότητα αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της εταιρικής ηθικής για τη Ζήμενς: «Δεσμευόμαστε να ενεργούμε πάντα με δεοντολογία και υπευθυνότητα. […] Στη Siemens είμαστε αποφασισμένοι να συναντάμε- και όπου αυτό είναι δυνατό, να υπερβαίνουμε - όλες τις νομικές και ηθικές απαιτήσεις. Είναι ευθύνη μας να κάνουμε τη δουλειά μας σύμφωνα με τα πιο υψηλά επαγγελματικά και ηθικά πρότυπα και πρακτικές». Η εταιρία δεν αρκείται στα πρότυπα ηθικής συμπεριφοράς που η ίδια δεσμεύεται να ακολουθήσει, αλλά επιδιώκει να τα διαδώσει και στους εταίρους της: «Πρέπει […] να ενθαρρύνουμε τους επιχειρηματικούς μας συνεργάτες, τους προμηθευτές, τους υπαλλήλους και τους υπόλοιπους μετόχους μας να υιοθετούν ένα παρόμοιο πρότυπο ηθικής συμπεριφοράς».
Στον απόηχο του πρωτοφανούς σκανδάλου των τεράστιων κονδυλίων που η Ζήμενς δαπανούσε για «την καλλιέργεια του πολιτικού τοπίου» στην Ελλάδα και σε δεκάδες άλλες χώρες, γνωρίζουμε σήμερα ότι οι διακηρύξεις περί επιχειρησιακής ηθικής ήταν το προπέτασμα καπνού για τη διεκπεραίωση των διεφθαρμένων οικονομικών της συναλλαγών. Βέβαια, δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία εταιρία της οποίας η προπαγάνδα καλύπτει ηθικά αξιόμεμπτες συναλλαγές. Το ενδιαφέρον όμως είναι αλλού: ακόμα και μια εταιρία που επιδίδεται σε πράξεις διαφθοράς, δεν μπορεί παρά να επικαλείται κανόνες ηθικής στο εσωτερικό της.

Στο μέτρο που απαρτίζεται από έλλογα όντα, η επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να αναφέρεται τόσο σε συλλογικούς σκοπούς, όσο και σε συλλογικά κριτήρια αριστείας που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των μελών της. Παραδείγματος χάριν, η Ζήμενς υπόσχεται, σε διαφήμισή της, να «συμβάλλει στην πρόοδο της Ελληνικής κοινωνίας», απαντώντας «σε χιλιάδες ερωτήματα, κάνοντας την αποστολή της για μια καλύτερη ζωή πραγματικότητα». Στους «κανόνες επιχειρησιακής συμπεριφοράς» προς τα μέλη της, η εταιρία διακηρύσσει τη πίστη της στη «σύννομη συμπεριφορά» και δεσμεύεται ότι «η ακεραιότητα κατευθύνει τη συμπεριφορά μας προς τους συνεργάτες μας, τους συναδέλφους, τους μετόχους και το κοινό γενικότερα». Προσέξτε ότι η εταιρία υιοθετεί το λεξιλόγιο τόσο των κοινωφελών σκοπών όσο και της εταιρικής ευπραξίας – προβάλλει, δηλαδή, τόσο τους σκοπούς όσο και τα κριτήρια αριστείας που οφείλουν να ακολουθούν τα μέλη της.

Ο Αριστοτέλης θα ήταν περήφανος με μια τέτοια γλώσσα εταιρικής αυτοκατανόησης και θα υπογράμμιζε τις δεσμεύσεις που αυτή επιβάλλει. Θα μας θύμιζε ότι μια επιχείρηση, νοούμενη πρωτίστως ως μια κοινότητα ελλόγων όντων, δεν μπορεί παρά να ενσωματώνει ηθικά προτάγματα στη συμπεριφορά της – πως πρέπει να δρα. Η ηθική, θα έλεγε ο μεγάλος φιλόσοφος, δεν είναι κάτι για το οποίο αναρωτιόμαστε αφού πρώτα οργανώσουμε τις παραγωγικές μας δραστηριότητες [1]. Αντιθέτως, η ηθική ενυπάρχει ήδη, ευθύς εξαρχής, στην επιχειρηματική δραστηριότητα από τη στιγμή που η τελευταία επιτελείται από έλλογα όντα στο πλαίσιο ενός συλλογικού εγχειρήματος (της επιχείρησης), μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό σύστημα.

Η εταιρία που δωροδοκεί και διαφθείρει πολιτικούς και στελέχη κρατικών οργανισμών υποσκάπτει την υπόστασή της ως συλλογική οντότητα: αφενός μεν διακινδυνεύει την κοινωνική νομιμοποίησή της, αφετέρου δε αποτυγχάνει να συγκροτηθεί ως κοινότητα αξιών. Όπως οι πολιτικοί τρομοκράτες διολισθαίνουν, αργά ή γρήγορα, σε πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου (κλοπές, ληστείες, κλπ), έτσι και η επιχείρηση που συστηματικά διαφθείρει, διολισθαίνει σε πράξεις εσωτερικής διαφθοράς. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1/5 των «μαύρων ταμείων» της Ζήμενς υπολογίζεται ότι κατέληξε στους τραπεζικούς λογαριασμούς των διαχειριστών τους.

Η εταιρία που συστηματικά καταφεύγει σε διεφθαρμένες πρακτικές στις συναλλαγές της με το κράτος για να αποκτήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αναγκάζεται να ζει σχιζοφρενικά: από τη μια μεριά είναι υποχρεωμένη να επικαλείται τα κριτήρια αριστείας που πρέπει να κατευθύνουν τις συμπεριφορές των μελών της, ενώ από την άλλη τα καταπατά στη συμπεριφορά της. Ακόμη χειρότερα, είναι υποχρεωμένη να αποκρύπτει την αθέτηση των δεσμεύσεών της από τον ίδιο της τον εαυτό και να κατασκευάζει μια «ιδιωτική γλώσσα» για να περιγράφει τις πρακτικές της. Το πρόβλημα με την ιδιωτική γλώσσα, όπως προσφυώς παρατήρησε ο Βιτγκενστάιν, είναι ότι, στο μέτρο που δεν είναι δημόσια, δεν παρέχει στους χρήστες της τα κριτήρια να διακρίνουν το σωστό από το λάθος – εξού και η διολίσθηση σε όλο και πιο διεφθαρμένες πρακτικές.

Το πρόβλημα της Ζήμενς, τελικά, είναι απλό: δεν είναι μόνο ότι η διαφθορά αργά η γρήγορα θα αποκαλυπτόταν, ούτε μόνο ότι άλλα λέει κι άλλα κάνει, αλλά, κυρίως, ότι καθιστά την υποκρισία ρυθμιστικό παράγοντα του συλλογικού εταιρικού βίου. Η υποκρισία στέρησε την εταιρία από το κατάλληλο λεξιλόγιο που θα της επέτρεπε να αναζητήσει και να διορθώσει τα λάθη της. Γι αυτό και το επόμενο βήμα στη διαφθορά είναι μεγαλύτερη διαφθορά!

Μπορεί ο κ.Χριστοφοράκος να αύξησε την κερδοφορία της Ζήμενς Ελλάς, υπέσκαψε όμως με τις πρακτικές του τα θεμέλια της ίδιας της ύπαρξής της. Δεν ξέρω τι σκέπτεται ο ίδιος, ξέρω όμως τι θα του έλεγε ο Αριστοτέλης: «δεν μπορούμε να είμαστε φρόνιμοι αν δεν είμαστε αγαθοί». Είναι εύκολο να κερδίσεις χρήματα, είναι πολύ πιο δύσκολο όμως να επιτύχεις τη «μέγιστη απόδοση με την πιο υψηλή ηθική».Και ο καλός ηγέτης στα δύσκολα κρίνεται.

[1] βλ. Χ. Τσούκας, Αν ο Αριστοτέλης ήταν Διευθύνων Σύμβουλος, Καστανιώτης, 2005, 2η έκδοση

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

«Γραφειοκρατίτιδα» και ακαδημαϊκή ποιότητα (*)


Τα “μαντάτα” για τις επιδόσεις της χώρας σε διάφορους τομείς έρχονται, συνήθως, απ έξω, αφού οι εγχώριες αξιολογήσεις των δημοσίων θεσμών είτε δεν υπάρχουν (το συνηθέστερο), είτε δεν εμπνέουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Η φετινή έρευνα του Πανεπιστημίου της Σαγκάης για τα καλύτερα 500 Πανεπιστήμια της υφηλίου, περιλαμβάνει μόνο δύο ελληνικά πανεπιστήμια, και μάλιστα σε όχι ιδιαίτερα περίοπτες θέσεις – το Καποδιστριακό κατατάσσεται στην 243η θέση και το ΑΠΘ στην 390η θέση. Πανεπιστήμια χωρών φτωχότερων από την Ελλάδα (π.χ. Κίνα, Τσεχία, Βραζιλία) εμφανίζονται με καλύτερες επιδόσεις. Δεν είδαμε τη Σύνοδο των Πρυτάνεων ή τον υπουργό Παιδείας να κάνουν κάποιο εθνικά εμψυχωτικό σχόλιο επ’ αυτού, αλλά σίγουρα πρόκειται για αποτελέσματα που δεν μας κάνουν υπερήφανους.

Πού στηρίζεται η αριστεία των ανωτάτων ιδρυμάτων στις προηγμένες χώρες; Στα εξής απλά: στην επιλογή άριστου ανθρώπινου δυναμικού, την απαιτητική περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ιδρύματος για παραγωγή νέας γνώσης, τη γενναιόδωρη χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, και τις ηθικές και οικονομικές απολαβές αυτών που, μετά από αξιόπιστη αξιολόγηση, αποδεικνύεται ότι υπηρετούν τον κύριο σκοπό του Πανεπιστημίου – την διεθνώς αναγνωρίσιμη έρευνα και την άριστη διδασκαλία. Αυτοί οι παράγοντες διασφαλίζουν την ποιοτική υπεροχή των Πανεπιστημίων.

Στην Ελλάδα, χρόνια τώρα, δεν ασχολούμαστε με αυτά τα σημαντικά θέματα ουσίας, αλλά με ατέρμονα θέματα διαδικασίας – πως θα εκλέγονται οι πρυτάνεις, πως ορίζεται το πανεπιστημιακό άσυλο, ποια πρέπει να είναι η σύνθεση των εκλεκτορικών οργάνων (λες και πρόκειται για συνταγές μαγειρικής), κλπ. Η εσωστρεφής γραφειοκρατίτιδα, προϊόν καχυποψίας και συσχετισμών ισχύος στο εσωτερικό των πανεπιστημίων, υποκατέστησε την εξωστρεφή επιδίωξη της αριστείας. Ποιος νοιάζεται για ην κατάταξη της Σαγκάης όταν το κύριο μέλημα είναι να μην τελούν τα πανεπιστήμια υπό κατάληψη;

Νόμοι επί νόμων και αλλαγές επί αλλαγών αναπαράγουν τη γραφειοκρατική μιζέρια, δεν αναζητούν την ακαδημαϊκή ποιότητα. Ιδού ένα απλό παράδειγμα. Σύμφωνα με τον σχετικά πρόσφατο «νόμο-πλαίσιο» για τα πανεπιστήμια, για την προαγωγή ή επιλογή μελών διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ) απαιτείται να συμμετέχουν στο τριακονταμελές εκλεκτορικό σώμα δέκα «εξωτερικοί» εκλέκτορες από άλλα ελληνικά Πανεπιστήμια που έχουν το ίδιο ή συγγενές γνωστικό αντικείμενο με τον κρινόμενο. Ο νόμος, ωστόσο, δεν κάνει μνεία για τα ακαδημαϊκά προσόντα των εκλεκτόρων.

Πάρτε για παράδειγμα την προαγωγή ενός μέλους ΔΕΠ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από τη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή. Στις προηγμένες χώρες, οι Ιατρικές Σχολές, για να αποδώσουν τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή σε έναν υποψήφιο, απαιτούν «δείκτη απήχησης h» μεταξύ 10 και 15. Αυτός ο δείκτης προσδιορίζει τον αριθμό των δημοσιεύσεων του κρινόμενου, η κάθε μία από τις οποίες αναφέρεται από τουλάχιστον αντίστοιχο αριθμό δημοσιεύσεων άλλων ερευνητών. Παραδείγματος χάριν, ένας δείκτης h=6 δηλώνει ότι 6 εργασίες του κρινόμενου αναφέρονται, η κάθε μία, από τουλάχιστον άλλους 6 ερευνητές. Στην προαναφερθείσα περίπτωση προαγωγής στην Ιατρική Σχολή, το σώμα των «εξωτερικών» εκλεκτόρων είχε μέσο όρο συντελεστή h=6,7 ενώ ο αντίστοιχος των «εσωτερικών» εκλεκτόρων (δηλαδή της Ιατρικής Σχολής) ήταν 13,3! Σε απλά ελληνικά, οι «εξωτερικοί» κριτές, οι οποίοι υποτίθεται ότι θα διασφάλιζαν την ποιότητα της ακαδημαϊκής κρίσης, είχαν ερευνητικό έργο υποδεέστερης απήχησης από τους «εσωτερικούς» συναδέλφους τους!

Η κοινή λογική και οι άριστες διεθνώς πρακτικές λένε ότι όταν συγκροτείς εκλεκτορικά σώματα διαλέγεις τους καλύτερους, είτε αυτοί είναι «εσωτερικοί» είτε «εξωτερικοί». Το μείζον είναι η επιστημονική καταξίωση ενός κριτή, όχι το πανεπιστήμιο από το οποίο προέρχεται. Η προσπάθεια να υπαχθούν αξιολογικές κρίσεις σε απρόσωπες διαδικασίες-αλγόριθμους δεν παράγει ποιότητα, αλλά μετριότητα. Ανακουφίζει τις πανεπιστημιακές αρχές από το άχθος της έλλογης επιλογής των καλύτερων εκλεκτόρων, οι οποίοι θα εκλέξουν τους καλύτερους υποψήφιους, υπέρ της άκριτης εφαρμογής ενός νομικού αλγορίθμου. Η χρόνια νεοελληνική καχυποψία έναντι των θεσμών μεταφράζεται σε «αντικειμενικές διαδικασίες», περιθωριοποιώντας την προσωπική κρίση και πρωτοβουλία, αφού στη νεοελληνική συνείδηση, η προσωπική κρίση εκλαμβάνεται, όχι πάντοτε αδικαιολόγητα, ως αυθαίρετη άσκηση εξουσίας. Η ιστορικά εμπεδωμένη καχυποψία έναντι των θεσμών μας ωθεί σε «αντικειμενικές διαδικασίες», αφού αυτό που κυρίως μας νοιάζει δεν είναι η προαγωγή της ποιότητας αλλά η αποφυγή της αυθαιρεσίας. Οι ακαδημαϊκοί θεσμοί μας δεν έχουν σχεδιαστεί να παράγουν ποιότητα και - ω του θαύματος! - δεν παράγουν ποιότητα!

Δεν χρειάζεται να εφεύρουμε τίποτα καινούριο - το έχουν κάνει άλλοι πριν από μας. Τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο καταφέρνουν να προσελκύουν και να εκλέγουν τους καλύτερους καθηγητές. Για το σκοπό αυτό επιλέγουν ως εκλέκτορες πανεπιστημιακούς με τα υψηλότερα ακαδημαϊκά προσόντα, άριστο ήθος, και υψηλές ακαδημαϊκές απαιτήσεις, τόσο από τη χώρα τους όσο και από το εξωτερικό. Το πρότυπο αυτό επιλογής επιστημονικού προσωπικού εφαρμόζεται από τα καλύτερα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας μας. Γιατί δεν εφαρμόζουμε το νόμο αυτό και στα Πανεπιστήμιά μας;

Στην Ελλάδα έχουμε την τάση να ανακαλύπτουμε τον τροχό. Ακόμα κι όταν το καταφέρνουμε, συνήθως τον τοποθετούμε ανάποδα! Τα πανεπιστήμιά μας δεν χρειάζονται τη μετριότητα της γραφειοκρατίτιδας, αλλά την επανάσταση της ποιότητας, της δημιουργικής φαντασίας και της υπεύθυνης πρωτοβουλίας. Κι όπως όλες οι επαναστάσεις, εύκολα περιγράφεται αλλά δύσκολα πραγματοποιείται.


(*) Κοινό άρθρο των: Χαράλαμπου Μουτσόπουλου, καθηγητή στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και Χαρίδημου Κ. Τσούκα. Ελαφρά τροποποιημένη εκδοχή του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 7 Σεπτεμβρίου 2008.

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

Όταν δεν υπάρχει ντροπή, όλα επιτρέπονται!



Κοιτάξτε τι ποιότητας άνθρωποι μας κυβερνούν! Προσέξτε τι είδους πολιτικοί διαχειρίζονται τις τύχες της πατρίδας μας! Παρατηρήστε τι εμετικές δικαιολογίες χρησιμοποιούν άπληστα άτομα που έχουν εκλεγεί να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον!

Η συγκομιδή είναι ογκώδης τα τελευταία τέσσερα χρόνια σε σημείο που να είναι δύσκολα εποπτεύσιμη. Κουμπάρος του κ.Τσιτουρίδη, (πρώην) υπουργού Απασχόλησης, εμπλέκεται σε μείζων σκάνδαλο οικονομικού εκβιασμού. Ο υπουργός διορίζει κομματικό του φίλο εκ Θεσσαλονίκης σε διοικητικό συμβούλιο ταμείου του ΙΚΑ, για να κατηγορηθεί κι αυτός, στη συνέχεια, για εμπλοκή στο ίδιο σκάνδαλο. Οι κομματικές διοικήσεις συνταξιοδοτικών ταμείων που ο κ.Τσιτουρίδης διόρισε διώκονται για κακή διαχείριση της περιουσίας τους με την εμπλοκή τους στο πρωτοφανές σκάνδαλο των ομολόγων. Ο υπουργός, ατάραχος, βλέπει σε όλα αυτά «σκευωρίες» σε βάρος του.
Ο κ.Μαγγίνας, ένας αξιοπρόσεκτος γίγαντας της εγχώριας βλαχοπολιτικής, χτίζει παράνομα σπίτι στους πρόποδες του Υμηττού με άδεια αναψυκτηρίου, στο οποίο απασχολεί, όντας υπουργός Απασχόλησης ο ίδιος, ανασφάλιστους αλλοδαπούς. Ο κ.Σουφλιάς, υπουργός Χωροταξίας παρακαλώ, χτίζει σπίτι στην Ανάβυσσο χωρίς νόμιμη οικοδομική άδεια. Ο πρώην υπουργός και βουλευτής, άμισθος σύμβουλος του πρωθυπουργού, κ.Κεφαλογιάννης, διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, κατηγορούμενος ότι άσκησε πιέσεις σε δύο αστυνομικούς να αποσύρουν τις καταθέσεις τους εναντίον χασισοκαλλιεργητή της περιοχής Μυλοποτάμου Κρήτης, προκειμένου ο τελευταίος να απαλλαγεί από κάθε κατηγορία.
Ο κ.Λιάπης, (πρώην) υπουργός Μεταφορών, συναγελάζεται στη Γερμανία με τον επικεφαλής της, εξ όσων είναι γνωστά μέχρι στιγμής, πλέον διεφθαρμένης εταιρίας στη χώρα. Ο (πρώην) βουλευτής κ.Τσουκάτος, το δεξί χέρι του (πρώην) πρωθυπουργού κ.Σημίτη, ομολογεί ότι παρέλαβε για λογαριασμό του κόμματός του ένα σεβαστό ποσό χρημάτων από τον τόσο «γενναιόδωρο» σε πολιτικούς και κόμματα διευθύνοντα σύμβουλο της Ζήμενς κ.Χριστοφοράκο. Ο κ.Μητσοτάκης ο νεότερος, ανατέλλων εθνοπατέρας, λαμβάνει πιστωτικά τιμολόγια από την εταιρία που έταξε σκοπό της ζωής της την «καλλιέργεια του πολιτικού τοπίου στην Ελλάδα», ενώ η αδελφή του, των εξωτερικών υποθέσεων της χώρας επιλαμβανομένη, είχε απλήρωτα τιμολόγια στη διαβόητη Ζήμενς. Αποκαλύπτεται ότι δεξιώσεις γάμων και βαπτίσεων πολιτικών επιχορηγούνται γενναιόδωρα από τον Γερμανικό κολοσσό.

Ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του κ.Παυλίδη, (πρώην) υπουργού Αιγαίου, διώκεται σε βαθμό κακουργήματος για εκβιασμό και δωροληψία. Μετά την παραίτηση του στενότερου συνεργάτη του, ο υψηλόφρων υπουργός τον διορίζει σύμβουλό του, σε μια συγκινητική πράξη υπεράσπισης του «παιδικού φίλου» του, όπως ομολόγησε ο ίδιος. Ο βουλευτής Έβρου κ.Γεροντόπουλος καταθέτει τροπολογία στη Βουλή για τον αποχαρακτηρισμό έκτασης υγροβιότοπου στη Χαλκιδική, προκειμένου να καταστεί δυνατή η οικιστική εκμετάλλευσή της. Σε μια σπάνια στιγμή αυτογνωσίας, ο βουλευτής δεν διστάζει να αποκαλέσει τον εαυτό του «χαζό» για την πράξη του αυτή, υπενθυμίζοντας σε όλους το επίπεδο πολλών εκπροσώπων του έθνους.

Ο υπουργός Ναυτιλίας κ.Βουλγαράκης, καλομαθημένος ήδη από τη δεκαετία του 1990 να παρακάμπτει ευσχήμως τις δημόσιες υποχρεώσεις του (ειδικός νόμος πέρασε επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη προκειμένου να υπηρετήσει ελάχιστη στρατιωτική θητεία, αφότου η ανυποταξία του ήρθε στο φως ενόσω ο ίδιος ήταν βουλευτής), συστήνει εταιρίες διαχείρισης ακινήτων για να μειώσει τους φόρους που, ως φυσικό πρόσωπο, θα πλήρωνε από τις αγοραπωλησίες και μεταβιβάσεις ακινήτων του. Ήταν η καλύτερη «λογιστική επιλογή», λέει, καθότι «σκοπός αυτών των εταιριών ήταν η διαχείριση και η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της οικογένειάς μου, ώστε να εξασφαλιστεί κατά το δυνατόν το μέλλον των τεσσάρων παιδιών μου». Τον διαχειριστή της εταιρίας του τον διορίζει ο κ.Βουλγαράκης πρόεδρο του ΝΑΤ. Δυστυχώς δεν απεκάλυψε τι τύχη επεφύλαξε στον κηπουρό του, στον μπατζανάκη του, ή στην καθαρίστριά του.

Ναι, τέτοιους ανθρώπους εκλέγουμε να μας εκπροσωπούν και να μας κυβερνούν! Πολιτικοί πυγμαίοι όχι μόνο εγνωσμένης διαχειριστικής ανεπάρκειας, αλλά ηθικώς αμβλύνοα άτομα δίχως αίσθηση μέτρου, διάκρισης του προσωπικού από το δημόσιο συμφέρον, της φιλίας από την υπουργία, της πατρικής φροντίδας από την πολιτική ηγεσία• ανίκανοι να διακρίνουν τις ποινικές από τις πολιτικές ευθύνες και, ακόμη χειρότερα, διανοητικά ανήμποροι να κατανοήσουν τη διαφορά του «νομίμου» από το «ηθικό».

Το εξέφρασε εύγλωττα ο καλοζωισμένος υπουργός Ναυτιλίας: «[οι πράξεις μου] είναι νόμιμες και, άρα, ηθικές». Ίσως η παρατεταμένη ευζωία και ο συναγελασμός με ολιγόνοες διασημότητες στη νυχτερινή ζωή της Μυκόνου έχουν στομώσει την οξύνοια του κ.Βουλγαράκη: αδυνατεί να καταλάβει ότι ο πολιτικός δεν κρίνεται μόνο για τη νομιμότητα αλλά και για την ηθική βαρύτητα των πράξεών του. Ένας υπουργός που συστήνει εταιρίες διαχείρισης ακινήτων για να αποφύγει την πληρωμή φόρων, δεν κάνει απλώς μια «λογιστική επιλογή» όπως κάθε πολίτης, αλλά, ως πολιτικός ηγέτης, δίνει, εκών άκων, το παράδειγμα στους πολίτες: φοροαποφύγετε. Ο πολιτικός δεν ενεργεί απλώς ως ιδιώτης που μεγιστοποιεί το ατομικό ή οικογενειακό του όφελος, αλλά, πρωτίστως, ως άνθρωπος που μεριμνά, στο μέγιστο βαθμό, για τα κοινά της «πόλεως»: δίνει πρώτος αυτός το ηθικό παράδειγμα στη συμμετοχή στα δημόσια βάρη, ο λόγος του παιδαγωγεί, ο βίος του εμπνέει τους πολίτες. Υπακούμε όχι μόνο στους γραπτούς νόμους της «πόλεως» λέει ο Περικλής στον «Επιτάφιο», αλλά και σε εκείνους που «ενώ είναι άγραφοι, επιφέρουν πανθομολογούμενη καταισχύνη (των παραβατών)». Υποψιάζομαι, όμως, ότι να παραπέμπεις ανθρώπους σαν τον κ.Βουλγαράκη στον «Επιτάφιο» είναι τόσο αποτελεσματικό όσο να ζητάς από τον Θέμο Αναστασιάδη να διαβάσει τον Κάντ.

Η μακαρίτισσα η γιαγιά μου δεν είχε διαβάσει ούτε Κάντ ούτε Θουκυδίδη, αλλά μπορούσε διαισθητικά να διακρίνει το σωστό από το λάθος. «Όταν δεν υπάρχει ντροπή όλα επιτρέπονται», έλεγε. Δυστυχώς, στη Βουλή των Ελλήνων η «ντροπή» δεν περισσεύει…

Συντετμημένη και ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή του άρθρου αυτού δημοσιεύθηκε στο Κέρδος, 6 Σεπτεμβρίου 2008