Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Η διαφθορά ως αυτονόητη πρακτική



Θυμάστε πως χαρακτήρισε ο πρώην υπουργός κ.Μαντέλης τα χρήματα που πήρε από τη Siemens; «Πολιτική χορηγία». Πως περιέγραφε η Siemens τις δωροδοκίες πολιτικών και κομμάτων; «Καλλιέργεια πολιτικού τοπίου». Πως αναφέρονται οι τρομοκράτες στις δολοφονίες και ληστείες τραπεζών; «Εκτελέσεις» και «απαλλοτριώσεις» αντιστοίχως.

Τι κοινό έχουν οι παραπάνω περιπτώσεις; Η γλώσσα ποτέ δεν είναι αθώα· ο αντίθετο, είναι ένας μηχανισμός κατασκευής της πραγματικότητας. Εν προκειμένω, οι παρανομούντες επανορίζουν την πραγματικότητα κατά τρόπο ιδιωτικό, αυτο-εξυπηρετικό. Οι τρέχουσες έννοιες δεν τους είναι βολικές. Κατασκευάζουν νέες έννοιες μέσω της μεταφορικής-μετωνυμικής αναπεριγραφής των πρακτικών τους, προκειμένου να κατασκευάσουν μια νέα, ευνοϊκή γι αυτούς, πραγματικότητα.

Μέσα από τη μεταφορική-μετωνυμική αναπεριγραφή, το επίορκο δημόσιο πρόσωπο αναταξινομεί γνωστές έννοιες (π.χ. τι είναι «μίζα» και τι «πολιτική χορηγία») με σκοπό τη δημιουργία νέων εννοιών που το απαλλάσσουν ηθικά. Ένας τρόπος αναταξινόμησης είναι η «φυσικοποίηση» της παρανομίας. «Το μαύρο χρήμα είναι αυτονόητο στην Ελλάδα εδώ και χιλιάδες χρόνια», παρατηρεί σε συνέντευξή του στον Σταύρο Θεοδωράκη ένας χρηματιζόμενος γιατρός του ΕΣΥ, σα να περιγράφει ένα φυσικό φαινόμενο («Τα Νέα», 29-20/5/2010). 

Ένας άλλος τρόπος αναταξινόμησης είναι η μονομερής, βάσει «αρχών» τεθειμένων από τον αποφασίζοντα, «αποκατάσταση αδικίας»· μια εκ πρώτης όψεως ανήθικη και/ή παράνομη δραστηριότητα μετατρέπεται έτσι σε ηθικά αποδεκτή. Ο γιατρός του ΕΣΥ λ.χ. διεκτραγωδεί τις χαμηλές αμοιβές και τις συνθήκες εργασίας του ΕΣΥ για να δικαιολογήσει το φακελάκι. Συγχρόνως, ανήμπορος να δραπετεύσει από την ηθική σφαίρα, διακηρύσσει τις «αρχές» του με βάση τις οποίες παίρνει φακελάκι («έχω τη συνείδηση να κρίνω από ποιόν θα τα πάρω κι από ποιόν δεν θα τα πάρω», ο.π.).

Το ίδιο κάνουν και οι πολιτικοί. Ερωτηθείσα από μαθητές: «ρουσφέτια έχετε κάνει;», η κυρία Μπακογιάννη απαντά ωμά: «Ναι, έχω κάνει» (βλ. «ΤΟ SCHOOLΗΚΙ», Ιούνιος 2003). Μην εντυπωσιάζεσθε όμως με την εξομολογητική ειλικρίνεια της κυρίας: τα ρουσφέτια της υπαγορεύονται από υπέρτερες ευγενείς «αρχές». Στην ερώτηση αν η ρουσφετολογική πρακτική της είναι «άδικη για τους υπόλοιπους», η κυρία Μπακογιάννη αναφέρεται στην ιδιότητά της ως πρώην βουλευτή Ευρυτανίας - «της φτωχότερης περιοχής της Ελλάδας» (ο.π.) - και προσθέτει: «Το άρθρο 2 του Συντάγματος δεν ίσχυε στην Ευρυτανία! Τι ίσο δικαίωμα στην παιδεία είχαν οι Ευρυτάνες; […] Πολλά έξυπνα παιδιά έμειναν χωρίς δουλειά!» (ο.π.). Με άλλα λόγια, εγώ κρίνω μονομερώς τι είναι άδικο και, κυρίως, πως θα αντιμετωπισθεί· παραβιάζω το Σύνταγμα γιατί διαπιστώνω ότι «παραβιάζεται»!

Όταν η αναταξινόμηση των εννοιών επέλθει – όταν, δηλαδή, η μίζα γίνει αποδεκτή ως «πολιτική χορηγία» και το ρουσφέτι ή το φακελάκι ως «αποκατάσταση αδικίας» - η νέα πραγματικότητα εμφανίζεται ως αυτονόητη: η διαφθορά εμπεδώνεται ως αναμενόμενη πρακτική, μετατρέπεται σε άρρητη γνώση. Ο γιατρός του ΕΣΥ είναι κυνικά σαφής. Θεωρώντας «φυσιολογική» τη λήψη προμήθειας από προμηθευτές υγειονομικού υλικού, παρατηρεί: «Σ’ εμένα θα έρθει ο τραυματίας για να του αλλάξω το ισχίο. Εγώ θα βάλω τα φίλτρα του νεφρού, εγώ θα βάλω το stent, εγώ θα βάλω τον απινιδωτή. Οπότε οι εταιρίες έπρεπε αυτό να το ανταμείψουν» (ο.π). Δεν είναι βέβαιο αν το «έπρεπε» στην τελευταία φράση είναι εξηγητικό ή δεοντολογικό – μάλλον και τα δύο. Ο διαφθαρμένος «εξηγεί» δήθεν αντικειμενικά την «αναγκαιότητα» της πρακτικής του και, συγχρόνως, αποκαθιστώντας μονομερώς την «αδικία» των «χαμηλών αμοιβών», τη νομιμοποιεί ηθικά. Η συνείδηση ημερεύει… 

Αυτό είναι το ελλαδικό δράμα που μας διαφοροποιεί από τον ανεπτυγμένο κόσμο: η σήψη είναι τόσο βαθιά που η διαφθορά - η κατάχρηση δημόσιας θέσης εμπιστοσύνης για ιδιωτικό όφελος - δεν εκπλήσσει πλέον κανέναν, θεωρείται αυτονόητη. Μπορεί, ωστόσο, η συνείδηση να ηρεμεί κάπως με την ηθική απόκρυψη που επιφέρει η γλωσσική ανακατασκευή της πραγματικότητας, αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει τόσο η υπόληψη όσο και το σώμα να μείνουν άθικτα – να μη «διασυρθεί» ο διεφθαρμένος, ούτε φυσικά να συλληφθεί! Είναι εξόχως σημαντικό, λοιπόν, να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα της αποκάλυψης.

Προς τούτο, ένα απαραίτητο στοιχείο των «ευφυών» διεφθαρμένων πρακτικών είναι η νομιμοφάνεια – η γραφειοκρατική προσομοίωση της νομιμότητας. Πως το είπε ο κ.Τσοχατζόπουλος; Οι αγοραπωλησίες των ακινήτων του μέσω εξωχώριων εταιριών έγιναν «με διαφάνεια»! Οι συναλλακτικοί τύποι τηρήθηκαν! Αν οι γραφειοκρατικές διαδικασίες έχουν, αδρά, ακολουθηθεί, οι μιντιακές εντυπώσεις μάλλον κερδίζονται και οι διεφθαρμένοι ξεφεύγουν από την κατ’ ανάγκην δικονομικά δεσμευμένη Δικαιοσύνη.

Τα ρουσφέτια του κ.Χατζηγάκη στην ΑΓΡΟΓΗ είναι κλασική περίπτωση: θεωρείται αυτονόητο ότι ο οδηγός του, η κουμπάρα του, η κόρη της ιδιαιτέρας του, ακόμη και τα ανίψια του φίλου του κ.Σουφλιά, θα έπρεπε να σιτίζονται από τον φορολογούμενο. Ο υπουργός, διαχειριζόμενος νομιμοφανώς δημόσιους πόρους για ιδιωτικό όφελος, ανταποδίδει τις ποικίλες «εξυπηρετήσεις» του τόσο αυτονόητα, όσο «φυσιολογικά» ο γιατρός του ΕΣΥ θεωρεί ότι οι προμηθεύτριες εταιρίες οφείλουν να «ανταποδίδουν μέρος των κερδών τους στους γιατρούς» (ο.π.).

Όλα είναι ένας κύκλος. Ένας φαύλος, δυσώδης κύκλος που έπνιξε τελικά τη χώρα, καθιστώντας την το ζητιάνο του κόσμου. Το ξέρετε, αλλά δεν βλάπτει να ξαναειπωθεί: του Τσοχατζόπουλους και τους Χατζηγάκηδες πληρώνουμε σήμερα, απορώ μάλιστα γιατί αργήσαμε… Ας μη θυμώνουμε όμως μόνο μαζί τους. Πολλοί από μας ίσως θέλαμε να έχουμε έναν Χατζηγάκη να μας φροντίζει…

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Αυτιστικές συνδικαλιστικές ολιγαρχίες


Ένας σύντομος τρόπος να εξηγηθεί η πρωτοφανής κατάρρευση που βιώνουμε είναι η σταθερή απαξίωση των θεσμών της χώρας μετά τη Μεταπολίτευση. Πάρτε για παράδειγμα το συνδικαλισμό. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, τα συνδικάτα αποσπούσαν συνήθως το σεβασμό: αναφέρονταν κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, όπου κάποιοι (ίσως πολλοί) αυταρχικοί εργοδότες αρνούνταν στους εργαζόμενους θεσμική εκπροσώπηση, είχαν στόχο τη βελτίωση της θέσης του (συνήθως ιδιωτικά) εργαζόμενου, παρείχαν ένα αντίβαρο στην εργοδοτική ισχύ. Σήμερα, η έννοια του συνδικάτου παραπέμπει στο δημόσιο τομέα, σε πολιτικώς αποσπούμενα συντεχνιακά και φατριαστικά προνόμια, σε διαπλεκόμενους συνδικαλιστές.

Ο συνδικαλιστής, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, περιβαλλόταν συνήθως από μια ηθική αύρα – σε ένα ποικιλοτρόπως αυταρχικό πολιτικό σύστημα, διακινδύνευε κάτι προσωπικό χάριν του συλλογικού σκοπού. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, ο συνδικαλιστής παραπέμπει στο δημόσιο, άεργο υπάλληλο, του οποίου η ισχύς είναι ευθέως ανάλογη με την ικανότητά του να στερεί από τους συμπολίτες του πολύτιμα δημόσια αγαθά• στον διαπλεκόμενο κομματάνθρωπο• τον προστάτη παρανομούντων υπαλλήλων• τον «συνδιοικητή» του οργανισμού του• και, ενίοτε, τον καταχραστή του αξιώματός του για ιδιωτικό όφελος. Το ηθικό κύρος είναι το τελευταίο που περιβάλλει τους συνδικαλιστές σήμερα.

Στο διαφωτιστικό βιβλίο του «Χρυσάφι είναι το Δημόσιο» (Εστία, 2007), ο πρώην υποδιοικητής της ΕΤΒΑ, καθηγητής Δ.Β.Παπούλιας αναφέρει την περίπτωση στελεχών επαρχιακού καταστήματος της τράπεζας, τα οποία είχαν βασίμως κατηγορηθεί για διαφθορά. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο. Την παραμονή της εκδίκασης, γράφει ο κ.Παπούλιας, «ο «νούμερο ένα» συνδικαλιστής του τραπεζικού χώρου, με τον οποίο δεν γνωριζόμασταν ιδιαίτερα, μου είπε σε κάποιο τηλεφώνημα: «Κύριε υποδιοικητά, πάμε για επιπληξούλα;»». Τόσο απλά, τέτοιο θράσος!

Η τιμητική ευθύνη της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης εκφυλίστηκε βαθμιαία σε προνομιούχο ικανοποίηση ιδιοτελών σκοπών. Παραβαίνοντας ξεδιάντροπα το νόμο, οι επικεφαλής των συνδικάτων στο δημόσιο τομέα δεν εργάζονται, αρκετοί δεν ασχολούνται καν με το συνδικαλιστικό τους έργο αλλά χρησιμοποιούν την κατακτηθείσα αεργία για να κάνουν δεύτερη δουλειά, αμείβονται πλουσιοπάροχα, πουλάνε εκδουλεύσεις, μεταβάλλονται σε σπόνσορες υποψηφίων βουλευτών, προάγονται και ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου έστω κι αν είναι απόντες από το χώρο εργασίας, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις προαγωγές, μεταθέσεις και μετατάξεις στον οργανισμό τους. Ο δημόσιος τομέας μόνο κατ΄ όνομα διοικείται από την επίσημη ιεραρχία. Τα πραγματικά αφεντικά είναι οι κομματικοί παραθεσμικοί παράγοντες, με συνδικαλιστικό συνήθως μανδύα. Μόνο οι αφελείς εκπλήσσονται με την επελθούσα οργανωσιακή κατάρρευση.

Ο εκφυλισμός της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης σε εργαλειακή εξυπηρέτηση ιδιοτελών (ατομικών ή φατριαστικών) σκοπών παράγει έντονα φαινόμενα αυτισμού. Τα συνδικάτα (εννοείται του δημόσιου τομέα• είπαμε, η γενική έννοια ταυτίστηκε με επιμέρους έκφανσή της) αρνούνται με πείσμα οποιαδήποτε αλλαγή κρίνουν ότι δεν τα ευνοεί άμεσα. Όπως γράφει ο Δ.Β.Παπούλιας, με την εμπειρία του πρώην προέδρου της ΔΕΗ, «από την αναλυτική μελέτη των […] ανακοινώσεων της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ της τελευταίας εικοσαετίας δεν προκύπτει σοβαρή ανησυχία για τη συνεχώς επιδεινούμενη πορεία της επιχείρησης, κυρίως όσον αφορά το κόστος λειτουργίας, τη χαμηλή παραγωγικότητα, το συνεχώς αυξανόμενο χρέος και την παραβίαση των κανόνων και των οδηγιών της επιχείρησης». Και γιατί να ανησυχούν; Οι πολιτικάντηδες θα φορολογήσουν και θα δανεισθούν για να καλύψουν τα ελλείμματα. Αυτό δεν έκαναν πάντοτε;

Σε ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, οι εκφυλισμένες συνδικαλιστικές ολιγαρχίες δεν εκπροσωπούν τον απλό εργαζόμενο, αλλά τα συμφέροντα της κάστας τους. Αν τον εκπροσωπούσαν θα γίνονταν πρωταγωνιστές στη διαρκή μεταρρυθμιστική προσπάθεια για τη δημιουργία ποιοτικών θεσμών διαχείρισης δημόσιων αγαθών: θα ενεργούσαν ρεαλιστικά προλαμβάνοντας τις εξελίξεις, θα πίεζαν για αυστηρό επαγγελματισμό παντού, θα επιζητούσαν πεισματικά την αξιολόγηση για να απομακρύνονται οι φυγόπονοι και οι διεφθαρμένοι, θα επέμεναν για ικανή και επαγγελματική διοίκηση, θα ενεργούσαν με τη λογική του «κερδίζω-κερδίζεις» (όχι «χάνεις-κερδίζω»), θα προασπίζονταν τη νομιμότητα, αφού αυτή αποτελεί το καταφύγιο του αδύνατου σε μια δημοκρατία.

Η κύρια έγνοια της αυτιστικής συνδικαλιστικής ολιγαρχίας είναι η αναπαραγωγή της. Το φαγοπότι όμως κάποτε τελειώνει. Το σύστημα, στο μέτρο που κυρίως παράγει εντροπία, καταρρέει. Η χώρα χρεοκοπεί• σώζεται – ευτυχώς - χάρη στην κηδεμονία των αλλοδαπών δανειστών της. Αν το δίλημμα είναι να «συνδιοικεί» τη χώρα ο Παναγόπουλος και ο Παπασπύρος ή ο Ρεν και ο Τρισέ, προτιμώ αναμφίβολα τους δεύτερους. Καταπίνω την εθνική μου αξιοπρέπεια και επιλέγω την επιβίωση. Κυρίως, όμως, διαβλέπω τη δυνατότητα απαλλαγής από την εγχώρια παρασιτική νομενκλατούρα: την πολυπλόκαμη, αυτοαναφερόμενη και ιδιοτελή κομματική γραφειοκρατία που λυμαίνεται τους δημόσιους θεσμούς. Επιτέλους μας κυβερνά η Ευρώπη…

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

Αυθαιρεσία – ανοχή: Greece as usual



Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στην επιτυχή παρεμπόδιση του απόπλου δεκάδων πλοίων από συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στον Πειραιά, παρά τη δικαστική απαγόρευση της απεργίας, είναι η κοινοτοπία της – για την ακρίβεια, τόσο η κοινοτοπία της παραταξιακής αυθαιρεσίας όσο και η κοινοτοπία της κρατικής απάθειας. Ιδού το πιο χαρακτηριστικό μοτίβο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας: συστηματική καταπάτηση της νομιμότητας (ή θεσμικής τάξης) από οργανωμένα σύνολα ή άτομα και ανοχή της αυθαιρεσίας από τη νόμιμη εκτελεστική εξουσία. Πως αλλιώς φτάσαμε η χώρα να έχει πάνω από ένα εκατομμύριο αυθαίρετα κτίσματα, τεράστια φοροδιαφυγή, και συστηματική παρακώλυση της λειτουργίας δημόσιων οργανισμών από μειοψηφίες; Η συστημικά παραγόμενη παρανομία χρειάζεται δύο: αυτόν που παρανομεί και αυτόν που ανέχεται την παρανομία. Η απαρχή κάθε  φαύλου κύκλου εντοπίζεται σε συμπεριφορές αμοιβαιότητας.
Σταχυολογώ από μνήμης πρόσφατα περιστατικά. Πρώην εργαζόμενοι στην Ολυμπιακή καταλαμβάνουν ατιμώρητα για δέκα μέρες το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (την καρδιά της κρατικής μηχανής) και το οδόστρωμα της Πανεπιστημίου (του κεντρικότερου δρόμου της Αθήνας). Ενώσεις αγροτών φράσσουν ακώλυτα τις εθνικές οδούς. Κρατικοί ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί καταλαμβάνονται ανεμπόδιστα από οργανωμένες ομάδες. Ομάδες τραμπούκων φοιτητών ατιμώρητα καταλαμβάνουν πανεπιστημιακά κτίρια, διακόπτουν τις συνεδρίες συλλογικών οργάνων διοίκησης, προπηλακίζουν καθηγητές. Ο κατάλογος είναι απελπιστικά μακρύς, το φαινόμενο ίδιο: η νομιμότητα καταπατείται - οι κανόνες του παιχνιδιού δεν γίνονται σεβαστοί· η αρμόδια εκτελεστική εξουσία αδρανεί - η αυθαιρεσία γίνεται ανεκτή. Προϊόντος του χρόνου, το δίπολο «αυθαιρεσία – ανοχή» εμπεδώνεται και αναπαράγεται. Η ρουτίνα στον ελλαδικό δημόσιο βίο είναι η απουσία θεσμικής ρουτίνας! 
Το φαινόμενο είναι σύνθετο. Οι συμμετέχοντες στο παιχνίδι δεν νοιώθουν ότι μετέχουν σε κάτι ευρύτερο, με άλλους παίκτες, με δεσμευτικούς κανόνες. Στη λαϊκιστικά διαμορφωμένη συνείδησή τους, το παιχνίδι είναι στημένο, χωρίς, ωστόσο, αυτό να αποτρέπει τη συμμετοχή τους. Διαμαρτύρονται κυρίως όταν χάνουν. Αυτή είναι η ρίζα του φατριαστικού καιροσκοπισμού: όσο κερδίζω, αυτό συμβαίνει χάρη στη δικές μου ικανότητες (για διαμαρτυρία, διαπραγμάτευση, διεκπεραίωση)· όταν χάνω, αυτό οφείλεται στο στημένο παιχνίδι.
Η στάση του ΚΚΕ είναι χαρακτηριστική. Μετέχει στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι, αποδέχεται τη γενναιόδωρη κρατική χρηματοδότηση, πιέζει για την επιθυμητή γι αυτό έκβαση των πολιτικών εξελίξεων. Όσο οι νόμοι και οι δικαστικές αποφάσεις απηχούν τις απόψεις του (π.χ. για το κοινωνικό κράτος) είναι καλοί («κατακτήσεις»). Όταν αυτό δεν συμβαίνει (όπως π.χ. με τη δικαστική απόφαση που κήρυξε την απεργία δύο ναυτεργατικών σωματείων «παράνομη και καταχρηστική»), οι νόμοι δεν είναι απλώς κακοί, αλλά η διαδικασία που τους παρήγαγε και τους εφαρμόζει είναι στημένη από το «αστικό καθεστώς». Όταν ο νόμος δεν με βολεύει, τον παίρνω στα χέρια μου!
Όπως οι τρομοκράτες αρνούνται την έννομη τάξη, απαιτούν όμως, όταν συλληφθούν, μια «δίκαιη δίκη» (απαιτούν δηλαδή ένα κατ΄ εξοχήν τυπικό γνώρισμα του κράτους δικαίου που αντιμάχονται), έτσι και οι αυθαιρετούντες απαιτούν τη θέσπιση ευνοϊκών γι αυτούς νόμων και ρυθμίσεων, αρνούνται ωστόσο να σεβαστούν τους θεσμούς που παράγουν νόμους και ρυθμίσεις. Είναι κραυγαλέα αντιφατικοί. Τα θέλουν μονά-ζυγά δικά τους!                 
Αυτή η νοοτροπία παράγει εγωτιστική-ναρκισσιστική συμπεριφορά: ο υπόλοιπος κόσμος υπάρχει στο μέτρο που συμμορφώνεται με τις επιθυμίες μου. Ο ναρκισσιστής διαμαρτυρόμενος επιδίδεται σε ξεδιάντροπα αυτο-εξυπηρετική συμπεριφορά αφού, αρνούμενος τους κανόνες, δεν διαθέτει κάποια εξωτερικά ως προς αυτόν κριτήρια αναφοράς. Ενώ η κυρία Παπαρρήγα βλέπει στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ τους σύγχρονους «εργάτες του Σικάγο», ο πρωθυπουργός δεν της θύμισε πόσο ατυχής είναι αυτή αναλογία: το ΠΑΜΕ αφενός μεν δεν εκφράζει το κοινό λαϊκό αίσθημα, αφετέρου δε δεν διακινδυνεύει τίποτα. Αν θέλουν να πάρουν μερικά μαθήματα υψηλής διακινδύνευσης, ας καλέσουν τον Λεχ Βαλέσα για μια διάλεξη. Όταν ξέρεις ότι μπορείς ατιμώρητα να αυθαιρετείς, μεγεθύνεται η πλεονεξία σου, ενισχύεται ο αυταρχισμός σου και, κυρίως, δεν διαθέτεις μηχανισμούς αυτοδιόρθωσης.        
Η παρανομία των οργανωμένων ομάδων και ατόμων δεν θα μπορούσε να είναι τόσο θρασεία εκτεταμένη, αν το μεταπολιτευτικό ελλαδικό κράτος δεν είχε χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του – στην ισχύ της νόμιμης εξουσίας. Η άσκηση νόμιμης εξουσίας έχει εν πολλοίς απονομιμοποιηθεί· γι αυτό το κράτος μένει συνήθως απαθές στη διεκδικητική αυθαιρεσία.  Η απονομιμοποίηση της κρατικής ισχύος είναι η μεγάλη «συμβολή» της λαϊκιστικής αριστεράς στο δημόσιο βίο, μετά τη Μεταπολίτευση. Τη συνόψισε ο πρωθυπουργός, με τη χαρακτηριστική αφέλεια ενός πρώην χίπη της Μασαχουσέτης, απηχώντας συγχρόνως τον γενετικά εγγεγραμμένο πασοκικό λαϊκισμό: «είμαστε οι αντεξουσιαστές στην εξουσία»! Η κύρια στρατηγική που ακολουθούν οι «αντεξουσιαστές»-φορείς δημόσιας εξουσίας έναντι των πολυάριθμων ομάδων ή ατόμων που παρανομούν είναι αυτή του κατευνασμού. Ο κατευνασμός όμως δεν λύνει τα προβλήματα· τουναντίον τα παροξύνει, στο μέτρο που διαιωνίζει τη φήμη του κυβερνήτη ως υποχωρητικού διαπραγματευτή που παζαρεύει την ισχύ των κανόνων.
Η εικόνα ολοκληρώνεται με την ηθική απονομιμοποίηση των κανόνων δικαίου. Όσο οι πολιτικάντηδες παραβαίνουν τους νόμους που οι ίδιοι ψηφίζουν, γιατί να τους σεβαστούν οι υπόλοιποι; Όσο το πολιτικό σύστημα διαπλέκεται με τους ισχυρούς, γιατί να είμαστε νομοταγείς; Όσο το κράτος συμπεριφέρεται καιροσκοπικά, σατραπικά, και αυτο-εξυπηρετικά, γιατί να μη βρει μιμητές; Υπάρχει μια λεπτή νοηματική γραμμή που συνδέει κομματικούς συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ και λαϊκιστές πολιτικάντηδες: ο καθένας για την πάρτη του. Κι όλοι μαζί χρεοκόπησαν τη χώρα!