Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Επιστολή απο την Αυτού Εξοχότητα κ. Β. Γ. Πολύδωρα

Ξεκίνησα τη μέρα μου με μια μάλλον μέση διάθεση. Αλλαξε με την ανάγνωση της επιστολής του κ. Πολύδωρα. Δεν είναι μόνο ότι ικανοποιήθηκε η ματαιοδοξία του συγγραφέα ―τουλάχιστον ένας με διαβάζει!―, αλλά και ότι ο άνθρωπος μου αφιέρωσε λίγο απο τον πολύτιμο χρόνο του. Για σκεφτείτε τι υποχρεώσεις έχει ένας βουλευτής, αλλά και τι άγχος ένας πατέρας να εξασφαλίσει εργασία στα παιδιά του! Παρ' όλα αυτά, ο κ. Πολύδωρας βρήκε λίγο χρόνο και για μένα. Η ταπεινότης μου συγκινήθηκε...

Βέβαια, δεν σας κρύβω ότι ο ανοίκειος ενικός της επιστολής με εξέπληξε, αλλά γρήγορα ενεργοποίησα τό βρετανοτραφές μέρος του εαυτού μου και παρέκαμψα την ελαφρά ενόχληση. Η διάθεσή μου ελάφρυνε. Το ύφος της επιστολής του κ. Πολύδωρα μου θύμισε ελληνική κωμωδία του '60. Φαντάστηκα προς στιγμήν τον αξέχαστο Διονύση Παπαγιαννόπουλο ή τον αξεπέραστο Βασίλη Αυλωνίτη να αγορεύει με κενολογικό στόμφο στο πόπολο κουνώντας το δάχτυλο, να κομπάζει... Το αρχικό χαμόγελο κατέληξε σε ένα ηχηρό γέλιο.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Και οι ανεπαρκείς εκπαιδευτικοί κ. υπουργέ;


Το σκέφτεσαι και μελαγχολείς: αν κάποιος διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση από το 1982 και μετά, κανείς μέχρι σήμερα δεν τον έλεγξε επαγγελματικά: πως κάνει τη δουλειά του, πόσο καλά την κάνει, ή τι συνέπειες έχει αν την κάνει καλά ή άσχημα. Αν μιλήσετε με διευθυντές σχολείων, θα ακούσετε ιστορίες για μερικούς ανεπαρκείς εκπαιδευτικούς, τους οποίους δεν ξέρουν τι να τους κάνουν…

Πόσοι και ποιοι είναι αυτοί; Κανείς δεν ξέρει επισήμως, αν και κάθε διευθυντής γνωρίζει ποιοι κάνουν καλή δουλειά και ποιοί όχι. Αλλά αυτή η γνώση είναι άτυπη και, το κυριότερο, άχρηστη, αφού ένας διευθυντής δεν μπορεί να κάνει τίποτα για έναν εκπαιδευτικό που αποδείχθηκε ανίκανος, αδιάφορος ή ασυνείδητος. Ακόμα κι όταν κληθεί να αξιολογήσει ένα νεοδιόριστο στο δεύτερο χρόνο, η κρατούσα αντίληψη είναι ότι πρέπει οπωσδήποτε να μονιμοποιηθεί. Η επίδοση ενός εκπαιδευτικού στην Ελλάδα, τα τελευταία τριάντα χρόνια (!), επαφίεται στην επαγγελματική του συνείδηση και μόνον.

Η κοινή αίσθηση λέει ότι αυτό δεν αρκεί. Και η πλέον εκλεπτυσμένη συνείδηση, αν αποσυνδεθεί επί μακρόν από τις συνέπειες των πράξεων που καθοδηγεί, ατονεί, γίνεται εσωστρεφής και αυτοαναφορική. Καιρός για ριζικές αλλαγές, λοιπόν. Ο υπουργός Παιδείας κ. Αρβανιτόπουλος ανακοίνωσε ότι θα υπάρξει «αξιολόγηση δομών, διαδικασιών [και] στελεχικού δυναμικού» στην εκπαίδευση. Θαυμάσια. Ποια λογική θα διαπερνά το σύστημα αξιολόγησης που οραματίζεται; «Οι καλοί θα προχωρούν, οι μέτριοι θα μένουν στάσιμοι […]», είπε σε συνέντευξή του στη «Καθημερινή» (26/8/12).

Ενδιαφέρων, ως προς τις αποσιωπήσεις του, ισχυρισμός! Στο ανθρωπολογικό σύμπαν του υπουργού Παιδείας δεν υπάρχουν «κακοί» εκπαιδευτικοί. Η εκπαιδευτική κοινότητα απαρτίζεται μόνο από «καλούς» και «μέτριους»! «Η πολιτεία διασφαλίζει ότι ο εκπαιδευτικός είναι επαρκής για τη διδασκαλία του στην τάξη κατά την είσοδό του στην εκπαίδευση», δήλωσε ο υπουργός. «Από εκεί και πέρα, κάποιος είτε βελτιώνεται είτε παραμένει στάσιμος».

Προσέξτε το φενακιστικό σχήμα του κ. Αρβανιτόπουλου: έχοντας ορίσει από την αρχή ότι οι εκπαιδευτικοί που μπαίνουν στην τάξη είναι ήδη «επαρκείς», δύο εκβάσεις της αξιολόγησης είναι λογικά δυνατές: είτε οι αξιολογούμενοι θα παραμείνουν «επαρκείς», είτε θα εντοπίζονται «οι όποιες αδυναμίες τους [και θα τους παρέχονται] κίνητρα να βελτιωθούν». Στο Αρβανιτοπούλειο σύμπαν άλλη λογική δυνατότητα αποκλείεται, όπως αποκλείεται στο σύμπαν της κομμουνιστικής ιδεοληψίας η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο στο σοσιαλισμό ή, στο σύμπαν της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, οι αγορές να μην αυτο-ρυθμίζονται!

Ένα τέτοιο λογικό σχήμα είναι «κλειστό», δηλαδή μη διαπερατό από την εμπειρία, αφού έχει ήδη προδιαγράψει τα αποτελέσματα του συλλογισμού. Η εμπειρία, όμως, αναδεικνύει διαρκώς θέματα που ξεφεύγουν και από τον καλύτερο σχεδιασμό ή τις παραδοχές μας. Δεν μπορούμε να τα αγνοούμε.

Καμία πολιτεία δεν μπορεί να διασφαλίσει μια για πάντα ότι οι εκπαιδευτικοί είναι «επαρκείς». Όσοι διορίζονται, κρίνονται αρχικά «επαρκείς» με βάση κάποια «μοριοδότηση» ή τις επιδόσεις τους στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, όχι στην εκπαιδευτική πρακτική. Η επίδοση είναι ένα δυναμικό γεγονός – μεταβάλλεται στο χρόνο. Κάποιος που κρίθηκε «επαρκής» λόγω μορίων ή επίδοσης σε γραπτές εξετάσεις, ίσως αποδειχθεί ανεπαρκής σε μια ζωντανή τάξη. Κάποιος που ξεκίνησε με καλές προϋποθέσεις, ίσως χάσει το ενδιαφέρον του αργότερα. Κάποιος που πληρούσε τα τυπικά κριτήρια, ίσως αποδειχθεί ότι δεν διέθετε την κατάλληλη προσωπικότητα για το επάγγελμα που επέλεξε. Τα ενδεχόμενα είναι πολλά, η ζωή εκπλήσσει.

Λέει ο υπουργός Παιδείας: «η αξιολόγηση δεν απολύει, δεν τιμωρεί, δεν είναι πειθαρχικός έλεγχος». Ναι, ο σκοπός της αξιολόγησης δεν είναι τιμωρητικός, αλλά διαγνωστικός. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, όμως, έχουν συνέπειες (το παραδέχθηκε και ο κ. Αρβανιτόπουλος, συνδέοντας την αξιολόγηση με το βαθμολόγιο), μια από τις οποίες ενδέχεται να είναι η τιμωρία. Αν η αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού δείχνει ότι η επίδοσή του είναι συστηματικά κάτω του μετρίου, δεν θάπρεπε να είναι δυνατή η απόλυσή του; Γιατί να επωμίζεται το κοινωνικό σύνολο τις συνέπειες κάποιου που έκανε λάθος σταδιοδρομική επιλογή; Γιατί να υποβαθμίζεται ένα δημόσιο αγαθό εξαιτίας της ανεπάρκειας του παρόχου του; Θα θέλατε να διδάσκει το παιδί σας ένας κακός δάσκαλος; Ποιος σοβαρός εργοδότης θάθελε να απασχολεί κάποιον που δεν προσθέτει αξία στον οργανισμό;

Ο κ. Αρβανιτόπουλος αντλεί τα σοφιστικά επιχειρήματά του από δύο βαθιά μοτίβα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Πρώτον, την εξασθένηση της έννοιας των συνεπειών που επιφέρει η «αποτυχία» και η υπέρβαση «ορίων» στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Το νήμα της ατιμωρησίας είναι αυτό που συνδέει τη συμπεριφορά κακομαθημένων καταληψιών σχολείων, την πτώση της ποιότητας των δημόσιων αγαθών, την ανοχή της μετριότητας, τη διαφθορά, και τη συντεχνιακή απέχθεια στα πειθαρχικά. Και δεύτερον, την ποιότητα των δημόσιων αγαθών κατέληξαν να την ορίζουν προνομιακά οι συντεχνίες του δημόσιου τομέα, οι οποίες, φυσικά, ταυτίζουν το δημόσιο συμφέρον με την υπεράσπιση των στενών συμφερόντων τους.

Οι σωστοί επαγγελματίες όχι μόνο δεν φοβούνται την αξιολόγηση («αιτία πολέμου» τη χαρακτήρισε η ΔΟΕ!), αλλά την επιζητούν. Γνωρίζουν ότι το επάγγελμά τους διέπεται από συλλογικές αξίες, τις οποίες υλοποιούν με βάση τα ισχύοντα κάθε φορά «κριτήρια αριστείας». Ο σωστός επαγγελματίας, ακριβώς επειδή είναι περήφανος για τη δουλειά του, θέλει να την προστατεύσει, θέτοντας τον εαυτό του στην κρίση των ομοτέχνων του. Επιζητεί την αξιο-λόγηση επειδή υπηρετεί αξίες.

Ακατάληπτες, δυστυχώς, οι έννοιες αυτές από πολιτικάντηδες και συνδικαλιστές. Εξού και το δράμα μας…

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Οι «κολλητοί» είναι πάντα προτιμότεροι!


Δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε κανέναν ειδικό, το βλέπουμε μόνοι μας: ποιο είναι το πιο πιεστικό πρόβλημα της χώρας σήμερα; Μα, φυσικά, η χρεοκοπία της: το γεγονός ότι, χωρίς διεθνή δανεισμό, η Ελλάδα θα είχε ήδη κηρύξει στάση πληρωμών• ότι τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους επαρκούν για δύο μήνες το πολύ!

Τι πρέπει να γίνει, λοιπόν; Μα, φυσικά, μεταξύ άλλων, να αυξηθούν επειγόντως τα δημόσια έσοδα. Πως; Με διάφορους τρόπους, από τους οποίους ο πλέον οικονομικά αποτελεσματικός και ηθικά ορθός είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Ότι η φοροδιαφυγή συνιστά ένα μείζον πρόβλημα, σε σημείο που έχουμε γίνει διεθνώς καταγέλαστοι, είναι ευρύτατα γνωστό. Πιστοποιείται, επίσης, από πληθώρα μελετών. Ενδεικτικά: σε πρόσφατη μελέτη καθηγητών του Πανεπιστημίου του Σικάγου, η φοροδιαφυγή των ελευθέρων επαγγελματιών το 2009 υπολογίζεται στα 28 δισ. ευρώ. Αν τα εισοδήματα αυτά φορολογούνταν, θα απέφεραν 11,2 δισ. δημόσια έσοδα, αρκετά για να καλύψουν περίπου το 1/3 του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2009 ή το μισό του 2008!

Παρόμοια είναι η κατάσταση στην είσπραξη του ΦΠΑ. Η Ελλάδα έχει την μικρότερη αποδοτικότητα στη είσπραξη ΦΠΑ στην ΕΕ και τη δεύτερη μικρότερη στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Κομισιόν, η Ελλάδα εισέπραξε μόνο το 37% του οφειλόμενου ΦΠΑ το 2010! Μελέτη του ΟΟΣΑ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, «αν η Ελλάδα μπορούσε να εισπράξει τον ΦΠΑ, τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων με την ίδια αποδοτικότητα όπως άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, αυτό θα αύξανε τα φορολογικά της έσοδα κατά περίπου 4,75% του ΑΕΠ ετησίως».

Με αυτά τα δεδομένα, τι πρέπει να κάνουμε; Να ενισχύσουμε, φυσικά, τους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς, τόσο με ανθρώπινους όσο και με υλικούς πόρους. Αυτό που κάνει τη διαφορά, όμως, σε έναν οργανισμό δεν είναι τόσο οι πόροι καθαυτοί όσο η αξιοποίησή τους. Πώς; Με την άσκηση σύγχρονης επαγγελματικής διοίκησης. Μόνο μια καλά οργανωμένη και επαγγελματικά διοικούμενη δημόσια υπηρεσία μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στο έργο της και να παράξει αποτελέσματα με διάρκεια.

Συμβαίνει αυτό; Κρίνετε μόνοι σας. Ας πάρουμε το ΣΔΟΕ, τον σημαντικότερο μηχανισμό για τη δίωξη του οικονομικού εγκλήματος και της φοροδιαφυγής. Δείτε πως διοικείται το ΣΔΟΕ – για την ακρίβεια, πως επιλέγεται ο εκάστοτε ηγέτης του.

Ανακοινώθηκε πρόσφατα ότι ο νέος ειδικός γραμματέας του ΣΔΟΕ είναι ο κ. Στ. Στασινόπουλος. Ποιά είναι τα προσόντα του; Μέχρι πρότινος ήταν προϊστάμενος στη ΔΟΥ Μεσσήνης, διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Καλαμάτας και, παλαιότερα, επικεφαλής του πολιτικού γραφείου του κ. Σαμαρά στη Μεσσηνία. Ας πάμε πιο πίσω, για να αποκτήσουμε μια πληρέστερη εικόνα του φαινομένου. Από το 1997, έτος λειτουργίας του ΣΔΟΕ, επικεφαλής του διετέλεσαν, μεταξύ άλλων, οι εξής: ο κ. Γ. Κανελλόπουλος, στέλεχος και υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ• ο κ. Δ. Μπατζελής, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και αδελφός της πρώην υπουργού κ. Κ. Μπατζελή• ο κ. Σπ. Κλαδάς, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΝΔ, και προσωπικός φίλος του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή• ο κ. Γ. Καπελέρης, πρώην πρόεδρος της ΠΑΣΚΕ Οικονομολόγων και πρώην υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ.

Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί; Είναι είτε κομματάνθρωποι, είτε «κολλητοί» ισχυρών πολιτικών προσώπων, είτε και τα δύο. Σε κάθε περίπτωση, προέρχονται από φατρίες (κομματικές, συνδικαλιστικές, προσωποπαγείς κλίκες, ή δίκτυα εντοπιότητας), διαπλέκονται με κομματικές εξουσίες, δεν διαθέτουν πολιτική ανεξαρτησία από την εκάστοτε κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, δεν διαθέτουν τη «νομιμοποίηση της διαδικασίας», αφού δεν επελέγησαν με ανοιχτές, αξιοκρατικές διαδικασίες.

Γιατί να εμπιστευθούμε το νέο επικεφαλής του ΣΔΟΕ ότι θα ενεργήσει ανεξάρτητα από τυχόν μεροληπτικές εντολές του πολιτικού προστάτη του, σε ότι αφορά λ.χ. στην έρευνα 1000 πολιτικών προσώπων, τα οποία ελέγχονται από την υπηρεσία του για πιθανό παράνομο πλουτισμό; Γιατί να πιστέψουμε ότι το ΣΔΟΕ πράγματι ερευνά (από το 2008!) την ανεξακρίβωτη προέλευση των 5,2 εκατομμυρίων ευρώ του εκδότη κ. Θ. Αναστασιάδη, όπως κατήγγειλε στη Βουλή η κ. Μπακογιάννη το 2010; Πώς να πιστέψουμε ότι ο επικεφαλής του ΣΔΟΕ θα θέσει πάνω απ’ όλα το συμφέρον της υπηρεσίας του και όχι αυτό του πολιτικού εντολοδότη του;

Όσο ικανός κι αν είναι ο επικεφαλής του ΣΔΟΕ, στο μέτρο που σημείο αναφοράς του είναι κομματικά κέντρα αποφάσεων, το έργο του θα υπονομεύεται από την έλλειψη εμπιστοσύνης. Ιδού, λοιπόν, το ελλαδικό μετα-πρόβλημα ξανά: η αναπαραγωγή της έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Όσο οι θεσμοί του κράτους στελεχώνονται με κομματοκρατικό τρόπο, τόσο το έργο τους θα καθίσταται αντικείμενο κομματικής διαμάχης, άρα θα αμφισβητείται. Θα αποδυναμώνεται, συνεπώς, τόσο η παραγωγή έργου όσο και η εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτό.

Και κάτι τελευταίο. Ο νέος επικεφαλής του ΣΔΟΕ αντικατέστησε έναν αποδεδειγμένα ικανό δημόσιο λειτουργό, τον πρώην αντεισαγγελέα Εφετών κ. Διώτη. Ο κ. Διώτης έχαιρε γενικής εκτίμησης, επέδειξε ζήλο και επιτυχίες στη δουλειά του, και, με την εισαγγελική του ιδιότητα, ήταν ο άνθρωπος που συνέβαλλε τα μέγιστα στη δίωξη της τρομοκρατίας. Ένας τέτοιος άξιος (και ανεξάρτητος) λειτουργός κρίθηκε ότι έπρεπε να αντικατασταθεί, τη στιγμή που η χώρα απεγνωσμένα αναζητεί έσοδα!

Οι πολιτικάντηδες δεν θέλουν θεσμικά αντίβαρα, τους είναι ενοχλητικά. Οι ιστορικοί εθισμοί τους είναι τέτοιοι που εμπιστεύονται μόνο τους «κολλητούς» τους, αποδυναμώνοντας έτσι τους θεσμούς και τις αξίες που τους συνέχουν. Δεν αντιλαμβάνονται ότι το σύγχρονο κράτος είναι μια πολύ σύνθετη υπόθεση για να διοικηθεί αποτελεσματικά από παρέες. Παρά τη χρεοκοπία της, η Ελλάδα του 21ου αιώνα δυσκολεύεται να απαλλαγεί από τη μετα-οθωμανική κληρονομιά της…